Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 413/2008/BB κατά του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης
Απόφαση
Υπόθεση 413/2008/BB - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 16 Απριλίου 2008 - Σύσταση σχετικά με Τρίτη | 05 Ιανουαρίου 2010 - Απόφαση στις Πέμπτη | 08 Απριλίου 2010
Ο καταγγέλλων, πολίτης της Μάλτας και καθηγητής πανεπιστημίου, συνήψε συμβάσεις παροχής υπηρεσιών το 2004 και το 2006 με το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop), βάσει των οποίων συνέταξε επιστημονικές εργασίες προς δημοσίευση από το Cedefop (το Cedefop είναι ευρωπαϊκός οργανισμός που συμβάλλει στην προώθηση και την ανάπτυξη της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, Ελλάδα).
Το 2004, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε ως «συγγραφέας» στο εξώφυλλο. Ωστόσο, το Cedefop αρνήθηκε να τον αναφέρει ως συντάκτη της έκθεσης του 2006, η οποία δημοσιεύθηκε το 2008. Στήριξε την απόφασή της στη νέα πολιτική της για τις παραπομπές, η οποία θεσπίστηκε τον Οκτώβριο του 2007. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η άρνηση του Cedefop ήταν ασυμβίβαστη με την προηγούμενη πρακτική του και αθέμιτη. Ισχυρίστηκε ότι η συγγραφική του ιδιότητα πρέπει να αναγνωριστεί.
Ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε πρόταση φιλικής λύσης βάσει προκαταρκτικής διαπίστωσης κακοδιοίκησης, σύμφωνα με την οποία το Cedefop δεν ενήργησε δίκαια και δεν σεβάστηκε τις θεμιτές προσδοκίες του καταγγέλλοντος κατά την εφαρμογή της νέας πολιτικής του για τις παραπομπές στην έκθεση του καταγγέλλοντος για το 2006, μολονότι η εν λόγω έκθεση συμφωνήθηκε, ολοκληρώθηκε και έγινε δεκτή προς δημοσίευση πριν από την έναρξη ισχύος της νέας πολιτικής του Cedefop για τις παραπομπές τον Οκτώβριο του 2007.
Το Cedefop απέρριψε την πρόταση φιλικής λύσης. Υποστήριξε ότι οι συμβάσεις απέδιδαν ρητά τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας στο Cedefop και ότι ο καταγγέλλων δεν ενεργούσε καλόπιστα. Ο Διαμεσολαβητής απέρριψε κατηγορηματικά τον ισχυρισμό αυτό του Cedefop και διατύπωσε σχέδιο σύστασης σύμφωνα με το οποίο το Cedefop θα πρέπει να αναγνωρίσει την πατρότητα του καταγγέλλοντος και να εισαγάγει διορθωτικό σε όλες τις εκδόσεις της μελέτης που θα διανεμηθούν στο μέλλον. Το Cedefop αποδέχθηκε αυτό το σχέδιο σύστασης και συμφώνησε να το εφαρμόσει.
Ο καταγγέλλων ήταν ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα και ευχαρίστησε ειλικρινά τον Διαμεσολαβητή και την ομάδα του.
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ
1. Ο καταγγέλλων είναι καθηγητής πανεπιστημίου. Το 2004, συνήψε για πρώτη φορά σύμβαση παροχής υπηρεσιών με το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop). Το Cedefop είναι ένας ευρωπαϊκός οργανισμός που συμβάλλει στην προώθηση και την ανάπτυξη της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Βάσει της σύμβασης αυτής, συνέταξε επιστημονική εργασία («έκθεση του 2004»), η οποία δημοσιεύθηκε αργότερα από το Cedefop. Ο καταγγέλλων αναφέρεται ως ο συντάκτης στο εξώφυλλο.[1]
2. Στις 15 Ιουνίου 2006, ο καταγγέλλων υπέγραψε νέα σύμβαση παροχής υπηρεσιών [2] («η σύμβαση») με το Cedefop για την εκπόνηση νέας επιστημονικής εργασίας («η έκθεση του 2006»).
3. Η έκθεση του καταγγέλλοντος για το 2006 έγινε δεκτή προς δημοσίευση τον Μάρτιο του 2007 και δημοσιεύθηκε το 2008, υπό τον τίτλο Από την πολιτική στην πράξη, Μια συστημική αλλαγή στη διά βίου καθοδήγηση στην Ευρώπη. [3] Ωστόσο, το όνομά του δεν αναφέρθηκε στο εξώφυλλο. Αντ 'αυτού, αναφέρθηκε μόνο ως ένας από τους συνεισφέροντες στην ενότητα "Αναγνωρίσεις" της Έκθεσης.
4. Τον Ιανουάριο του 2008, απαντώντας σε ερώτηση του καταγγέλλοντος, το Cedefop εξήγησε ότι είχε αλλάξει την πολιτική του για τις παραπομπές τον Οκτώβριο του 2007. Ως εκ τούτου, η σύνταξη εξωτερικών εκθέσεων δεν αναγνωριζόταν πλέον στις δημοσιεύσεις του Cedefop.
5. Στις 10 Φεβρουαρίου 2008, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.
ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
6. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η άρνηση του Cedefop να τον αναγνωρίσει ως συντάκτη της έκθεσης του 2006 ήταν ασυμβίβαστη με την προηγούμενη πρακτική του Κέντρου και αθέμιτη.
7. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το Cedefop θα πρέπει να αναγνωρίσει την πατρότητα του στο τμήμα «Επιβεβαιώσεις» της έκθεσης σύμφωνα με τους όρους που συμφωνήθηκαν μαζί του.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
8. Στις 16 Απριλίου 2008, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από το Cedefop να υποβάλει γνωμοδότηση, πράγμα που έπραξε στις 24 Ιουλίου 2008. Η γνώμη διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα για παρατηρήσεις, τις οποίες απέστειλε στις 16 Οκτωβρίου 2008.
9. Στις 10 Φεβρουαρίου 2009, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή επικοινώνησαν με τον καταγγέλλοντα προκειμένου να συζητήσουν πρόταση για φιλική λύση.
10. Στις 19 Μαρτίου 2009, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε πρόταση φιλικής λύσης στο Cedefop.
11. Στις 7 Μαΐου 2009, το Cedefop δήλωσε ότι δεν μπορεί να δεχθεί την πρόταση του Διαμεσολαβητή.
12. Στις 9 Ιουνίου 2009, ο καταγγέλλων απέστειλε τις παρατηρήσεις του στην απάντηση του Cedefop στην πρόταση του Διαμεσολαβητή.
13. Στις 5 Ιανουαρίου 2010, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε σχέδιο σύστασης στο Cedefop.
14. Στις 15 Ιανουαρίου 2010, το Cedefop αποδέχθηκε το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή.
15. Στις 18 Μαρτίου 2010, ο καταγγέλλων δήλωσε ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα και ευχαρίστησε ειλικρινά τον Διαμεσολαβητή και την ομάδα του.
ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ
Α. ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ ΟΤΙ ΤΟ CEDEFOP ΕΝΕΡΓΗΣΕ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΑ ΚΑΙ ΑΣΥΜΦΩΝΑ
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
16. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η άρνηση του Cedefop να τον αναγνωρίσει ως συντάκτη της έκθεσης του 2006 ήταν ασυμβίβαστη με την προηγούμενη πρακτική του και αθέμιτη.
17. Προς στήριξη του ισχυρισμού του, ο καταγγέλλων προέβαλε τα ακόλουθα επιχειρήματα:
α) Το Cedefop τον αναγνώρισε σαφώς ως συντάκτη της έκθεσης του 2004, αναφέροντας το όνομά του στο εξώφυλλο της έκθεσης του 2004. Ωστόσο, δεν το έπραξε όσον αφορά την έκθεση του 2006.
β) Η σύμβαση βάσει της οποίας του ανατέθηκε η έκθεση του 2004 ήταν ακριβώς η ίδια με τη σύμβαση που αφορούσε την έκθεση του 2006. Για τον λόγο αυτό, όταν συμφώνησε σχετικά με τη σύμβαση για τη σύνταξη της έκθεσης του 2006, πίστευε και ανέμενε ότι η πολιτική παραπομπών του Cedefop για την έκθεση του 2006 θα ήταν πανομοιότυπη με εκείνη που χρησιμοποιήθηκε για την έκθεση του 2004.
γ) Η νέα πολιτική παραπομπών του Cedefop δεν θα έπρεπε να έχει εφαρμοστεί αναδρομικά.
18. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι:
α) στην προκαταρκτική έκδοση της έκθεσης του 2006 που διανεμήθηκε στους συμμετέχοντες σε συνέδριο με θέμα «Καθοδήγηση για την ανάπτυξη του εργατικού δυναμικού»(Θεσσαλονίκη, 25-26 Ιουνίου 2007), το Cedefop τον ανέφερε ως συντάκτη· και
β) ακόμη και μετά τη θέσπιση της νέας πολιτικής, το Cedefop, τον Νοέμβριο του 2007, απέδωσε στον W. την ιδιότητα του συντάκτη για δημοσίευση του W. στην ίδια σειρά δημοσιεύσεων στην οποία περιλαμβάνεται η έκθεση του καταγγέλλοντος.
19. Στη γνώμη που υπέβαλε στον Διαμεσολαβητή, το Cedefop παραδέχθηκε ότι οι συμβάσεις που συνήφθησαν με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τόσο την έκθεση του 2004 όσο και την έκθεση του 2006 ήταν πανομοιότυπες. Δεν περιλάμβαναν κανόνες σχετικά με την πολιτική παραπομπών. Ωστόσο, το άρθρο II.8 των συμβάσεων όριζε ότι: «Κάθε αποτέλεσμα ή δικαίωμα επ’ αυτού, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και άλλων δικαιωμάτων πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας που αποκτώνται κατά την εκτέλεση της σύμβασης, ανήκει αποκλειστικά στο Cedefop, το οποίο μπορεί να τα χρησιμοποιεί, να τα δημοσιεύει, να τα εκχωρεί ή να τα μεταβιβάζει κατά την κρίση του, χωρίς γεωγραφικούς ή άλλους περιορισμούς, εκτός εάν υπάρχουν δικαιώματα βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας πριν από τη σύναψη της σύμβασης.» Η διάταξη αυτή είναι σύμφωνη με τους γενικούς όρους του δημοσιονομικού κανονισμού, οι οποίοι ορίζουν ότι ένα θεσμικό όργανο έχει την κυριότητα των αποτελεσμάτων των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών του και προβλέπουν, στο άρθρο II.10, ότι ένα θεσμικό όργανο μπορεί « να αποφασίζει σχετικά με τη χρήση, τη διανομή και τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων της σύμβασης παροχής υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να χρησιμοποιεί μόνο μέρη των αποτελεσμάτων ή να μη δημοσιεύει κανένα από τα αποτελέσματα, κατά την κρίση του.»
20. Μέχρι το 2007, το Cedefop δεν διέθετε σαφή πολιτική παραπομπών όσον αφορά τα έγγραφα που συντάσσονταν βάσει συμβάσεων παροχής υπηρεσιών. Οι σχετικές αποφάσεις ελήφθησαν κατά περίπτωση. Τον Οκτώβριο του 2007, το Cedefop καθιέρωσε την πολιτική του στον τομέα των παραπομπών και την ακολούθησε απαρέγκλιτα όσον αφορά όλες τις δημοσιεύσεις που δημοσιεύθηκαν από την ημερομηνία αυτή και μετά.
21. Ως αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής, οι συντάκτες αμειβόμενων εκθέσεων, οι οποίες ανατέθηκαν από το Cedefop βάσει συμβάσεων παροχής υπηρεσιών και συνήθως υπόκεινται σε αλλαγές που εισήχθησαν από εμπειρογνώμονες του Cedefop, δεν αναφέρονται πλέον ως συντάκτες στις τελικές δημοσιεύσεις. Αντίθετα, οι συγγραφείς που υποβάλλουν μη αμειβόμενα άρθρα για τη δημοσίευση του Cedefop με τίτλο «Ευρωπαϊκή Εφημερίδα της Επαγγελματικής Κατάρτισης» αναγνωρίζονται ως συγγραφείς.
22. Στην περίπτωση του καταγγέλλοντος, το Cedefop επισήμανε ότι δεν εφάρμοσε αναδρομικά την πολιτική του για τις παραπομπές. Ως προς αυτό, σημείωσε ότι η έκθεση του καταγγέλλοντος δημοσιεύθηκε λίγο μετά την ημερομηνία έγκρισης της νέας πολιτικής.
23. Το Cedefop επισήμανε επίσης ότι δεν ήταν δυνατή η ενημέρωση των δυνητικών εξωτερικών αναδόχων, οι οποίοι συχνά εκπροσωπούνται από κοινοπραξίες, σχετικά με την εν λόγω πολιτική παραπομπής, δεδομένου του αριθμού των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών που ανέθεσε. Εν πάση περιπτώσει, οι εν λόγω αντισυμβαλλόμενοι δεν αποκτούν το δικαίωμα να αναφέρονται ως δημιουργοί στις δημοσιεύσεις του Cedefop.
24. Όσον αφορά τη δημοσίευση του W., το Cedefop επισήμανε ότι αφορούσε μη αμειβόμενη εισφορά η οποία δεν συνδεόταν με σύμβαση παροχής υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, η πολιτική παραπομπής δεν εφαρμοζόταν σε αυτήν.
25. Τέλος, το Cedefop υποστήριξε ότι το σχέδιο έκθεσης του καταγγέλλοντος που χρησιμοποιήθηκε στη διάσκεψη της Θεσσαλονίκης τον Ιούνιο του 2007 δεν αποτελούσε ακόμη «δημοσίευση του Cedefop». Στο εξώφυλλο αναγράφεται σαφώς η ένδειξη «Έγγραφο αναφοράς/τελική έκθεση, το EN δεν αναθεωρήθηκε». Αυτό σήμαινε ότι το έγγραφο δεν είχε υποστεί επεξεργασία και αναθεώρηση, δεδομένου ότι δεν είχαν γίνει ακόμη προσθήκες ή αλλαγές από τους εσωτερικούς εμπειρογνώμονες του Cedefop.
26. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δεν είδε τη σχέση μεταξύ αμοιβής για μια μελέτη και συγγραφής και υποστήριξε ότι οι εμπειρογνώμονες του Cedefop δεν συνέβαλαν στην έκθεση του 2006. Διατήρησε επί της ουσίας τον αρχικό ισχυρισμό, τα επιχειρήματα και τον ισχυρισμό του.
ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΦΙΛΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ
Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής δεν ήταν ικανοποιημένος από το γεγονός ότι το Cedefop είχε απαντήσει επαρκώς στους ισχυρισμούς και τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος.
Η προκαταρκτική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε πρόταση φιλικής λύσης
27. Πρώτον, είναι αδιαμφισβήτητο ότι εάν ένας επιστήμονας συντάξει έκθεση προς δημοσίευση από το Cedefop, ο επιστήμονας θα λάβει πρόσθετο όφελος εάν το όνομά του αναφέρεται στο εξώφυλλο της δημοσίευσης.
28. Δεύτερον, το Cedefop μπορεί, στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας, να θεσπίσει νέα πολιτική παραπομπών, η οποία μεταβάλλει την πρακτική του όσον αφορά τις παραπομπές. Ωστόσο, στο πλαίσιο αυτό, το Cedefop δεν θα πρέπει να προδικάζει τους συγγραφείς που βασίστηκαν στην παλαιά πρακτική κατά την παραγωγή και την υποβολή των μελετών τους. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε την πάγια νομολογία ότι η αναδρομική ανάκληση ενός νομικού μέτρου, το οποίο έχει απονείμει ατομικά δικαιώματα ή παρόμοια οφέλη σε ένα άτομο, αντιβαίνει στις γενικές αρχές του δικαίου [4].
29. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ήταν εύλογο για τον καταγγέλλοντα να βασιστεί στην υφιστάμενη πρακτική του Cedefop όταν, τον Μάρτιο του 2007, υπέβαλε την έκθεση του 2006.
30. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, εφαρμόζοντας τη νέα πολιτική παραπομπών στην έκθεση του καταγγέλλοντος για το 2006, η οποία συμφωνήθηκε, ολοκληρώθηκε και έγινε δεκτή προς δημοσίευση πριν από την έναρξη ισχύος της εν λόγω νέας πολιτικής τον Οκτώβριο του 2007, το Cedefop α) δεν ενήργησε δίκαια και β) δεν σεβάστηκε τις θεμιτές προσδοκίες του καταγγέλλοντος βάσει της παλαιάς πρακτικής παραπομπών του Cedefop. Δεδομένου ότι αυτό θα μπορούσε να αποτελεί περίπτωση κακοδιοίκησης, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε την ακόλουθη πρόταση για φιλική λύση, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή:
Το Cedefop θα μπορούσε:
Πρώτον, να ζητήσει συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για την εφαρμογή της νέας πολιτικής αναφορών στην έκθεση που συμφωνήθηκε και ολοκληρώθηκε πριν από την 1η Οκτωβρίου 2007· και
Δεύτερον, να αναγνωρίσει ότι ο καταγγέλλων συνέταξε την έκθεση του 2006 με τους ίδιους όρους που αναγνωρίστηκε στην έκθεση του 2004 με τίτλο «Πολιτικές καθοδήγησης στην κοινωνία της γνώσης: τάσεις, προκλήσεις και απαντήσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη» και να προστεθεί διορθωτικό σε όλες τις εκδόσεις της μελέτης που θα διανεμηθούν στο μέλλον.
Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης
31. Το Cedefop δεν συμφώνησε με την πρόταση του Διαμεσολαβητή. Υποστήριξε ότι είχε συμμορφωθεί πλήρως με τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών, η οποία αποτελούσε τη μόνη νομική βάση για την εξέταση του ζητήματος αυτού. Στο πλαίσιο αυτό, επισήμανε ότι οι συμβάσεις που συνήφθησαν το 2004 και το 2006 σαφώς δεν παρείχαν στον καταγγέλλοντα το δικαίωμα να ζητήσει την αναφορά του ονόματός του.
32. Το Cedefop υποστήριξε επίσης ότι η νομική αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν ήταν λυσιτελής στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι δεν υπήρχε καθιερωμένη μακροχρόνια πρακτική παραπομπής πριν από τον Οκτώβριο του 2007. Αντιθέτως, οι αποφάσεις σχετικά με τις παραπομπές λαμβάνονταν κατά περίπτωση. Στο πλαίσιο αυτό, ένα μεμονωμένο περιστατικό δεν συνιστά «συνεπή πρακτική».[5] Επιπλέον, το Cedefop δεν παρέσχε καμία διαβεβαίωση ότι ο καταγγέλλων θα αναφερόταν ως συντάκτης της έκθεσης του 2006.
33. Κατά το Cedefop, οι συμβάσεις εκχωρούσαν ρητώς και πλήρως τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στο Cedefop. Ο καταγγέλλων γνώριζε σαφώς το γεγονός αυτό. Ως εκ τούτου, δεν ενήργησε με καλή πίστη. Επιπλέον, σύμφωνα με το Cedefop, ο καταγγέλλων παραδέχθηκε στις καταγγελίες του προς το Cedefop ότι, από τυπική και νομική άποψη, δεν υπήρχε δικαίωμα πατρότητας.[6] Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν μπορούσε να έχει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι θα αποκόμιζε όφελος το οποίο στην πραγματικότητα θα ήταν αντίθετο προς τις σαφώς καθορισμένες συμβατικές διατάξεις. Τηρήθηκε η αρχή της ασφάλειας δικαίου, δεδομένου ότι οι νομικοί κανόνες ήταν σαφείς και ακριβείς.[7] Το Cedefop υπογράμμισε ότι δεν υπάρχει επίσης νομολογία που να στηρίζει την άποψη ότι η εσφαλμένη εφαρμογή διάταξης σε μία μόνο προηγούμενη σύμβαση παροχής υπηρεσιών θα καθιστούσε δυνατή τη δημιουργία δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Στην πραγματικότητα, η εσφαλμένη εφαρμογή μιας σύμβασης δεν μπορεί ποτέ να απονείμει ατομικά δικαιώματα.
34. Το Cedefop υποστήριξε επίσης ότι ένας εξωτερικός ανάδοχος που υπογράφει σύμβαση παροχής υπηρεσιών με το Κέντρο το πράττει υπό την ιδιότητά του ως παρόχου υπηρεσιών και όχι υπό την ιδιότητά του ως επιστήμονα. Εν ολίγοις, παρέχει υπηρεσίες σύμφωνα με πολύ συγκεκριμένες συμβατικές διατάξεις και δεν παρέχει επιστημονική εργασία. Οι υπηρεσίες που θα παρασχεθούν στο Cedefop διευκρινίζονται λεπτομερώς στη σύμβαση παροχής υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένου του ακριβούς αντικειμένου, της εστίασης της έρευνας και της διάρκειας της έκθεσης που θα παραδοθεί στο Cedefop. Η αντίστοιχη συγγραφή υποχρεώσεων, η οποία αποτελεί μέρος της σύμβασης παροχής υπηρεσιών, παρέχει ακριβείς οδηγίες σχετικά με το πεδίο εφαρμογής και το περιεχόμενο της εν λόγω έκθεσης. Προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης συμμόρφωση του εξωτερικού αναδόχου με τη συγγραφή υποχρεώσεων, το προσωπικό του Cedefop επιβλέπει και παρακολουθεί τα καθήκοντα των αναδόχων βήμα προς βήμα, παρέχοντας καθοδήγηση και οδηγίες στους παρόχους υπηρεσιών/εξωτερικούς αναδόχους. Επιπλέον, το αποτέλεσμα της σύμβασης παροχής υπηρεσιών, δηλαδή η έκθεση, μπορεί να δημοσιευθεί σε πλήρως τροποποιημένη έκδοση ή στην αρχική έκδοση. Το Cedefop μπορεί να αποφασίσει να ξαναγράψει την έκθεση όπως επιθυμεί, καθώς πρόκειται για πνευματική ιδιοκτησία του Cedefop. Το Cedefop αποφασίζει πότε και αν θα δημοσιεύσει και μπορεί κάλλιστα να αποφασίσει να μην δημοσιεύσει ποτέ έκθεση.
35. Το Cedefop δήλωσε ότι η καταληκτική ημερομηνία για την πολιτική παραπομπών ήταν ο Οκτώβριος του 2007. Αυτό εφαρμόστηκε αυστηρά και ανεξαιρέτως από το Cedefop. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπήρχε πολιτική παραπομπών πριν από τον Οκτώβριο του 2007, παρά τις παραδοχές του καταγγέλλοντος περί του αντιθέτου.
36. Το Cedefop επισήμανε ότι η θέσπιση πολιτικής παραπομπών εμπίπτει στη διακριτική του ευχέρεια.
37. Το Cedefop δήλωσε επίσης ότι το ζήτημα της παραπομπής αποτελεί εσωτερικό ζήτημα του Cedefop. Λόγω του εσωτερικού της χαρακτήρα, η πολιτική παραπομπών του Cedefop δεν κοινοποιήθηκε στον καταγγέλλοντα. Το μόνο σχετικό και νομικά δεσμευτικό έγγραφο για τους εξωτερικούς αναδόχους συνίσταται στη σύμβαση παροχής υπηρεσιών.
38. Όσον αφορά τις αναφορές του καταγγέλλοντος στην εισήγηση του W., ο οποίος αναφέρθηκε ως συντάκτης, το Cedefop δήλωσε ότι η εισήγηση αυτή δεν συνδεόταν με καμία σύμβαση παροχής υπηρεσιών που είχε συναφθεί με το Cedefop. Αντιθέτως, αποτελούσε αυτοτελές έργο του W. Το Cedefop προσέθεσε ότι ο W. μπορεί, βεβαίως, να διεκδικήσει την πατρότητα του έργου αυτού. Αντίθετα, οι εξωτερικοί ανάδοχοι, συμπεριλαμβανομένου του καταγγέλλοντος, υπόκεινται στις διατάξεις των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών που έχουν συνάψει με το Cedefop. Με άλλα λόγια, οι συνεισφορές τους είναι το αποτέλεσμα των ακριβών οδηγιών και ενδείξεων που ορίζονται στη σύμβαση παροχής υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης της καθοδήγησης, της επανεξέτασης και των διορθώσεων από το προσωπικό του Cedefop. Επομένως, η συμβολή του προσωπικού του Cedefop στο έργο αυτό είναι αδιαμφισβήτητη.
39. Το Cedefop επέστησε την προσοχή του Διαμεσολαβητή στο γεγονός ότι ο καταγγέλλων απέστειλε επτά επιστολές καταγγελίας στο Cedefop. Το Cedefop απάντησε εκτενώς σε κάθε μία, παρά το γεγονός ότι οι επιστολές αυτές ήταν επαναλαμβανόμενες και περιείχαν πολλούς αβάσιμους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς.
40. Το Cedefop εξέφρασε την έκπληξή του για το γεγονός ότι ο καταγγέλλων δεν φαίνεται να εκτιμά το γεγονός ότι η συμβολή του αποτυπώθηκε δεόντως στο τμήμα της δημοσιευμένης έκθεσης που αφορά τις αναγνωρίσεις. Επισημαίνει ότι η χρήση τέτοιων αναγνωρίσεων αποτελεί κοινή πρακτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
41. Δεδομένου ότι οι συμβατικές διατάξεις, οι οποίες ήταν σαφείς και συγκεκριμένες και τις οποίες το Cedefop ακολούθησε κατά γράμμα, αποτελούσαν τη μόνη σχετική νομική βάση, το Cedefop δεν συμφώνησε με την πρόταση για φιλική λύση.
42. Το Cedefop εξέφρασε τη λύπη του για το γεγονός ότι ο καταγγέλλων είχε αβάσιμες και παράλογες προσδοκίες. Δήλωσε επίσης ότι ο τόνος και το περιεχόμενο της αλληλογραφίας του είχαν εγείρει σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με το ενδιαφέρον του καταγγέλλοντος για την εξεύρεση φιλικής λύσης στο θέμα αυτό.
43. Εν κατακλείδι, το Cedefop ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να επανεξετάσει την εκτίμησή του και να ολοκληρώσει την έρευνά του με τη διαπίστωση ότι δεν συντρέχει περίπτωση κακοδιοίκησης.
44. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Διαμεσολαβητής διαθέτει όλες τις πληροφορίες για να λάβει απόφαση.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης
45. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι το Cedefop στήριξε τα επιχειρήματά του για την άρνησή του να αποδεχθεί την πρότασή του για φιλική λύση αποκλειστικά στα συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις του καταγγέλλοντος.
46. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι οι συμβάσεις που συνήφθησαν με τον καταγγέλλοντα το 2004 και το 2006 είναι πανομοιότυπες. Καμία από τις δύο συμβάσεις δεν παρείχε στον καταγγέλλοντα το συμβατικό δικαίωμα να αναφέρεται το όνομά του ως συντάκτης μιας δημοσίευσης. Ωστόσο, ούτε οι συμβάσεις υποχρέωναν το Cedefop να μην αναφέρει τον καταγγέλλοντα ως συντάκτη μιας δημοσίευσης. Πράγματι, το Cedefop εκμεταλλεύτηκε αυτή τη συμβατική ευελιξία επιλέγοντας πρώτα να αναφέρει τον καταγγέλλοντα ως συντάκτη της έκθεσης του 2004 και αργότερα να εκδώσει νέους κανόνες παραπομπής το 2007, οι οποίοι ανέφεραν ότι καμία έκθεση που πληρώθηκε από το Cedefop δεν θα ανέφερε τους συντάκτες. Καμία από τις επιλογές που επέλεξε το Cedefop δεν οδήγησε σε παραβίαση της σύμβασης από το Cedefop (ή από τον καταγγέλλοντα).
47. Δεδομένου ότι η απόφαση του Cedefop να αναφέρει τον καταγγέλλοντα ως συντάκτη της έκθεσης του 2004 δεν ήταν αντίθετη προς τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών του 2004, ο καταγγέλλων δεν έσφαλε θεωρώντας ότι η έκθεση του 2006, την οποία υπέβαλε σύμφωνα με πανομοιότυπη σύμβαση παροχής υπηρεσιών, επέτρεπε επίσης στο Cedefop να αναφέρει τον καταγγέλλοντα ως συντάκτη της έκθεσης του 2006.
48. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ήταν εύλογο για τον καταγγέλλοντα να πιστεύει, καλή τη πίστει, ότι το Cedefop θα μπορούσε, όπως είχε πράξει με την έκθεση του 2004, να επιλέξει να τον αναφέρει ως συντάκτη της έκθεσης του 2006. Υπενθυμίζει, εν προκειμένω, ότι η έκθεση του 2006 υποβλήθηκε από τον καταγγέλλοντα τον Μάρτιο του 2007, δηλαδή επτά μήνες πριν το Cedefop γνωστοποιήσει τη νέα πολιτική του για τις παραπομπές. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, το Cedefop δεν θα πρέπει να προδικάζει τους συγγραφείς που βασίστηκαν στην παλαιά πρακτική κατά την εκπόνηση και την υποβολή των μελετών τους.
49. Ενώ ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ήταν εύλογο για τον καταγγέλλοντα να βασιστεί στην υφιστάμενη πρακτική του Cedefop όταν, τον Μάρτιο του 2007, υπέβαλε την έκθεση του 2006, ο Διαμεσολαβητής έπρεπε να υπογραμμίσει ότι η πολιτική που ίσχυε πριν από τον Οκτώβριο του 2007 δεν απαιτούσε από το Cedefop να αναφέρει, σε κάθε περίπτωση, το όνομα ενός συγγραφέα στο εξώφυλλο των δημοσιεύσεών του. Όπως επισήμανε το Cedefop, πριν από τον Οκτώβριο του 2007, οι αποφάσεις σχετικά με την παραπομπή συγγραφέων λαμβάνονταν κατά περίπτωση. Ως εκ τούτου, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, το Cedefop είχε τη διακριτική ευχέρεια να αναφέρει τα ονόματα των συγγραφέων στο εξώφυλλο των δημοσιεύσεών του ή να μην το πράξει. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι η διακριτική ευχέρεια δεν είναι το ίδιο με την αυθαίρετη εξουσία. Μια διοίκηση που διαθέτει διακριτική ευχέρεια θα πρέπει πάντοτε να είναι σε θέση να δικαιολογεί, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων , τους λόγους για τους οποίους επιλέγει μια συγκεκριμένη επιλογή. Ως εκ τούτου, εάν το Cedefop, πριν από τον Οκτώβριο του 2007, ελάμβανε αποφάσεις κατά περίπτωση όσον αφορά την επίκληση ή μη επίκληση συγγραφέων, θα έπρεπε να διασφαλίσει ότι θα ήταν σε θέση να δικαιολογήσει, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, τις αποφάσεις αυτές. Η σημασία της δυνατότητας δικαιολογήσεως των αποφάσεων αυτών βάσει αντικειμενικών κριτηρίων έγκειται στο ότι η διοίκηση μπορεί έτσι να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις της όσον αφορά την επίκληση των δημιουργών δεν θα είναι ούτε μεροληπτικές ούτε δυσανάλογες. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, το Cedefop δεν προέβαλε αντικειμενικούς λόγους για τους οποίους δεν ανέφερε τον καταγγέλλοντα ως συντάκτη της έκθεσης του 2006.[8] Αντιθέτως, στηρίζεται (λανθασμένα) μόνο στη νέα πολιτική παραπομπών και σε εσφαλμένη ερμηνεία των συμβατικών του υποχρεώσεων για να δικαιολογήσει τη θέση του έναντι του καταγγέλλοντος. Όπως προαναφέρθηκε, i) η νέα πολιτική παραπομπών δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται αναδρομικά σε εκθέσεις που υποβλήθηκαν κατά την περίοδο κατά την οποία εξακολουθούσε να ισχύει η παλαιά πολιτική παραπομπών και ii) οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών δεν υποχρεώνουν το Cedefop να μην αναφέρει συγγραφείς στο εξώφυλλο των δημοσιεύσεών του.
50. Ο Διαμεσολαβητής απέρριψε τον ισχυρισμό του Cedefop ότι ο καταγγέλλων ενήργησε κακόπιστα όταν αμφισβήτησε την εφαρμογή των κανόνων παραπομπής του 2007 στην έκθεση του 2006 (βλ. παράγραφο 30 ανωτέρω). Το Cedefop στήριξε τον ισχυρισμό του ότι ο καταγγέλλων ενήργησε κακόπιστα στο γεγονός ότι οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών χορηγούν ρητώς και πλήρως τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας στο Cedefop. Ισχυρίστηκε ότι, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων γνώριζε σαφώς τους όρους των συμβάσεων, δεν πρέπει να ενήργησε καλόπιστα. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι ο καταγγέλλων γνώριζε τις συμβατικές διατάξεις της σύμβασης παροχής υπηρεσιών του 2004 όταν υπέβαλε την έκθεση του 2004. Η σύμβαση αυτή, η οποία παρείχε στο Cedefop τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας σε σχέση με την έκθεση του 2004, δεν εμπόδιζε το Cedefop να επιλέξει να αναφέρει τον καταγγέλλοντα ως συντάκτη της εν λόγω έκθεσης. Το Cedefop εκμεταλλεύτηκε αυτή τη συμβατική ευελιξία για να αναφέρει τον καταγγέλλοντα ως συντάκτη της έκθεσης του 2004. Η σύμβαση παροχής υπηρεσιών του 2006 ήταν πανομοιότυπη με τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών του 2004. Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε κανένας λόγος για τον οποίο ο καταγγέλλων δεν θα καταλάβαινε, καλή τη πίστει, ότι το Cedefop θα μπορούσε, και μάλιστα θα τον ανέφερε επίσης ως συντάκτη της έκθεσης του 2006.
51. Όσον αφορά τις «σοβαρές αμφιβολίες» του Cedefop σχετικά με το ενδιαφέρον του καταγγέλλοντος για φιλική λύση (βλ. παράγραφο 42 ανωτέρω), ο Διαμεσολαβητής ήταν της άποψης ότι, αντί να έχει αμφιβολίες σχετικά με το ενδιαφέρον του καταγγέλλοντος για την έγκριση συμβιβαστικού ψηφίσματος, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι ο καταγγέλλων, όταν ενημερώθηκε για την πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση, εξέφρασε τη συμφωνία του με την πρόταση.
52. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής έκρινε αναγκαίο να επιβεβαιώσει τα προκαταρκτικά του πορίσματα περί κακοδιοίκησης (βλ. σκέψη 30 ανωτέρω) και να υποβάλει σχέδιο σύστασης στο Cedefop, προκειμένου να εξαλειφθεί η περίπτωση κακοδιοίκησης που διαπιστώθηκε στην παρούσα υπόθεση.
ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ
Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε το ακόλουθο σχέδιο σύστασης:
Το Cedefop θα πρέπει να αναγνωρίσει την ιδιότητα του καταγγέλλοντος ως συντάκτη της έκθεσης του 2006 με τους ίδιους όρους που αναγνωρίστηκε στην έκθεση του 2004 και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να εισαγάγει διορθωτικό σε όλες τις εκδόσεις της μελέτης που θα διανεμηθούν στο μέλλον.
Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά το σχέδιο σύστασής του
53. Το Cedefop αποδέχθηκε το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή και συμφώνησε να το εφαρμόσει από τις 20 Ιανουαρίου 2010 με την προσθήκη διορθωτικού σε όλα τα αντίγραφα της μελέτης που διανεμήθηκαν μετά την ημερομηνία αυτή.
54. Ο καταγγέλλων ήταν ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα και ευχαρίστησε ειλικρινά τον Διαμεσολαβητή και την ομάδα του.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά το σχέδιο σύστασής του
Ο Διαμεσολαβητής χαιρετίζει την αποδοχή του σχεδίου σύστασής του από το Cedefop.
Β. Συμπέρασμα
Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Το Cedefop αποδέχθηκε το σχέδιο σύστασης και έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για την εφαρμογή του.
Ο καταγγέλλων και το Cedefop θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
Στρασβούργο, 8 Απριλίου 2010
[1] Πολιτικές προσανατολισμού στην κοινωνία της γνώσης: Trends, challenges and responses across Europe (Τάσεις, προκλήσεις και απαντήσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη), A Cedefop Synthesis Report (Συγκεφαλαιωτική έκθεση του Cedefop), [ο καταγγέλλων, κ. S.], Cedefop Panorama series· 85, 2004 Λουξεμβούργο.
[2] Σύμβαση παροχής υπηρεσιών αριθ. 2006-0078/AO/B/JWA/-RLAR/CouncilRes/011/06.
[3] Από την πολιτική στην πράξη, Μια συστημική αλλαγή στη διά βίου καθοδήγηση στην Ευρώπη, σειρά Cedefop Panorama· 149, 2008, Λουξεμβούργο.
[4] Βλ., εν προκειμένω, υπόθεση 159/82, Verli-Wallace κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 2711, σκέψη 8· Υπόθεση T-123/89, Chomel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. II-131, σκέψη 34, υπόθεση T-197/99, Gooch κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I-A-271 και II-1247, σκέψη 53 και υπόθεση T-251/00, Lagardère SCA και Canal+ SA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 2002, σ. II-4825, σκέψη 139.
[5] Υπόθεση T-20/91 Holtbecker κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II-2599, σκέψη 53.
[6] Υπόθεση C-188/88, NMB (Deutschland) GmbH κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. I-1689, σκέψη 53.
[7] Υπόθεση C-107/97 Rombi &· Arkopharama [2000] Συλλογή I-3367, σκέψη 66.
[8] Ελλείψει αντικειμενικών λόγων εκ μέρους του Cedefop, ο Διαμεσολαβητής εκτιμά ότι δεν υφίστανται τέτοιοι αντικειμενικοί λόγοι. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, αντιθέτως, το Cedefop προέβαλε αντικειμενικούς λόγους σε παρόμοια υπόθεση που παραπέμφθηκε στον Διαμεσολαβητή, και συγκεκριμένα στην υπόθεση 1874/2008/BB.