Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 296/2009/OV κατά του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Απόφαση
Υπόθεση 296/2009/OV - Εκκίνηση έρευνας στις Παρασκευή | 27 Φεβρουαρίου 2009 - Απόφαση στις Παρασκευή | 05 Μαρτίου 2010
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ
1. Ο καταγγέλλων είναι πελάτης του βελγικού υποκαταστήματος («Kaupthing Belgium») της Kaupthing Bank Luxembourg. Ως αποτέλεσμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης το φθινόπωρο του 2008, οι λογαριασμοί ταμιευτηρίου της δεσμεύτηκαν από τις 9 Οκτωβρίου 2008.
2. Στις 7 Οκτωβρίου 2008, κατά τη διάρκεια συνόδου του Ecofin, το Συμβούλιο συζήτησε τη χρηματοπιστωτική κρίση και τα αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπισή της. Υιοθέτησε αυτό που ονόμασε «άμεσες απαντήσεις στη χρηματοπιστωτική αναταραχή». Τα συμπεράσματα του Συμβουλίου είχαν ως εξής:
«Στην τρέχουσα ταραγμένη κατάσταση στον χρηματοπιστωτικό τομέα, ..., συμφωνούμε ότι προτεραιότητα είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και της εύρυθμης λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Συμφωνήσαμε να στηρίξουμε τα συστημικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. «Όλοι δεσμευόμαστε να λάβουμε όλα τα απαραίτητα μέτρα για να ενισχύσουμε την ευρωστία και τη σταθερότητα του τραπεζικού μας συστήματος και να προστατεύσουμε τις καταθέσεις των μεμονωμένων αποταμιευτών.
Αρκετά κράτη μέλη αύξησαν πρόσφατα το επίπεδο κάλυψης των εθνικών συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων. Συμφωνήσαμε ότι όλα τα κράτη μέλη, για αρχική περίοδο τουλάχιστον ενός έτους, θα παρέχουν προστασία εγγύησης καταθέσεων για ιδιώτες για ποσό τουλάχιστον 50 000 EUR, αναγνωρίζοντας ότι πολλά κράτη μέλη αποφασίζουν να αυξήσουν το ελάχιστο ποσό τους σε 100 000 EUR. Χαιρετίζουμε την πρόθεση της Επιτροπής να υποβάλει επειγόντως κατάλληλη πρόταση για την προώθηση της σύγκλισης των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων ...».
3. Στις 7 Ιανουαρίου 2009, η καταγγέλλουσα υπέβαλε στο Συμβούλιο «καταγγελία κατά του Συμβουλίου για μη τήρηση του λόγου του και παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης». Στην καταγγελία της, δήλωσε ότι, στις 24 Νοεμβρίου 2008, υπέβαλε καταγγελία κατά των λουξεμβουργιανών αρχών στον Επίτροπο Kroes. Στη συνέχεια, παραθέτει μέρος της απάντησης της Επιτροπής της 23ης Δεκεμβρίου 2008, η οποία αφορούσε την απόφαση που ελήφθη κατά τη σύνοδο του Συμβουλίου Ecofin της 7ης Οκτωβρίου 2008 σχετικά με την αύξηση του ελάχιστου εγγυημένου ποσού εξοικονόμησης από 20 000 ευρώ σε 50 000 ευρώ. Στην απάντησή της, η Επιτροπή θεώρησε ότι η σχετική δήλωση ήταν μια πολιτική δήλωση που δεν ήταν νομικά δεσμευτική. Στη συνέχεια, εξήγησε ότι είχε εγκρίνει πρόταση τροποποίησης της οδηγίας 94/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2004, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων [1]. Η πρόταση αυτή προέβλεπε αναδρομική αύξηση, από τις 15 Οκτωβρίου 2008, του ελάχιστου εγγυημένου ποσού προστατευόμενης εξοικονόμησης από 20 000 ευρώ σε 50 000 ευρώ. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι, μετά από διαπραγματεύσεις, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αύξηση της προτεινόμενης κάλυψης έπρεπε να εφαρμοστεί έως τις 30 Ιουνίου 2009. Στην καταγγελία της προς το Συμβούλιο, η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι το Συμβούλιο Ecofin όρισε τις δηλώσεις του της 7ης Οκτωβρίου 2008 ως «άμεσες απαντήσεις στη χρηματοπιστωτική αναταραχή» και ότι οι δηλώσεις αυτές αποσκοπούσαν στο να καθησυχάσουν τους αποταμιευτές. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι οι δηλώσεις αυτές δεν ήταν υπό όρους και ότι η δυνατότητα εφαρμογής τους δεν υπόκειτο σε συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο. Δεδομένου ότι, κατά την άποψή της, το Συμβούλιο αποστασιοποιήθηκε στη συνέχεια από τις δηλώσεις του, η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι το Συμβούλιο ήταν ένοχο για «εξαπάτηση των ευρωπαίων πολιτών». Ισχυρίστηκε ότι το Συμβούλιο, μη τηρώντας τις δεσμεύσεις που ανέλαβε στις 7 Οκτωβρίου 2008, παραβίασε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
4. Στην απάντησή του της 22ας Ιανουαρίου 2009, το Συμβούλιο επισήμανε ότι το άρθρο 7 παράγραφος 1 της οδηγίας 94/19/ΕΚ προβλέπει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να εγγυώνται λογαριασμούς ταμιευτηρίου για ποσό τουλάχιστον 20 000 ευρώ. Στη συνέχεια, το Συμβούλιο παρέπεμψε στη σύνοδο του Ecofin της 7ης Οκτωβρίου 2008, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν αναγκαία μια ολόκληρη σειρά μέτρων για τη βελτίωση της εμπιστοσύνης των πολιτών στον τραπεζικό τομέα. Ειδικότερα, το Συμβούλιο δήλωσε ότι, στα συμπεράσματά του, τα οποία δεν ήταν νομικώς δεσμευτικά, καθόρισε γενικές κατευθυντήριες γραμμές για πρόταση οδηγίας με στόχο την ενίσχυση των κανόνων σχετικά με την εγγύηση των καταθέσεων. Δήλωσε επίσης ότι η Επιτροπή είχε τότε υποβάλει πρόταση τροποποίησης της οδηγίας 94/19/ΕΚ, η οποία προέβλεπε αρχική αύξηση της ελάχιστης εγγύησης σε 50 000 EUR και περαιτέρω αύξηση σε 100 000 EUR μετά από ένα έτος. Το Συμβούλιο εξήγησε ότι η πρόταση αυτή διέπεται από τη διαδικασία συναπόφασης και ότι η οδηγία που θα προκύψει από αυτήν θα πρέπει να εκδοθεί το πρώτο εξάμηνο του 2009. Κατέληξε δηλώνοντας ότι, εάν η καταγγέλλουσα θεωρούσε ότι το Συμβούλιο είχε διαπράξει κακοδιοίκηση σε σχέση με το θέμα αυτό, θα μπορούσε να υποβάλει καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή («si vous estimez que le Conseil ... a commis, par rapport à ce dossier, un cas de mauvaise administration, vous pouvez déposer plainte auprès du médiateur européen ...»).
ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
5. Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα διατύπωσε τους ακόλουθους δύο ισχυρισμούς:
- Το Συμβούλιο, παραλείποντας να πράξει αυτό που ανακοίνωσε κατά τη σύνοδο του Ecofin της 7ης Οκτωβρίου 2008 όσον αφορά την προστασία των αποταμιεύσεων των τραπεζών στην ΕΕ, παρέλειψε να τηρήσει τον λόγο του, εξαπάτησε τους ευρωπαίους πολίτες και παραβίασε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
- Διακρίνοντας μεταξύ δύο κατηγοριών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (συστημικών και μη), τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 7ης Οκτωβρίου 2008 συνεπάγονταν στρέβλωση του ανταγωνισμού.
6. Στην επιστολή του της 27ης Φεβρουαρίου 2009 για την έναρξη της παρούσας έρευνας, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από το Συμβούλιο να υποβάλει γνώμη σχετικά με τον πρώτο ισχυρισμό. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν είχε προβεί σε κατάλληλες προηγούμενες διοικητικές ενέργειες προς το Συμβούλιο όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν απαράδεκτος και ενημέρωσε σχετικά τον καταγγέλλοντα και το Συμβούλιο. Στις 9 Απριλίου 2009, ο καταγγέλλων απέστειλε εκ νέου επιστολή στον Διαμεσολαβητή. Τον ενημέρωσε ότι είχε εν τω μεταξύ υποβάλει τον δεύτερο ισχυρισμό της στο Συμβούλιο, το οποίο απάντησε στις 2 Απριλίου 2009. Ως εκ τούτου, πρότεινε στον Διαμεσολαβητή να συμπεριλάβει τον δεύτερο ισχυρισμό της στην έρευνά του. Στις 19 Μαΐου 2009, ο Διαμεσολαβητής απάντησε στην καταγγέλλουσα ενημερώνοντάς την ότι θεωρούσε προτιμότερο να περιμένει τη γνώμη του Συμβουλίου, καθώς και τις παρατηρήσεις της επ’ αυτής, προτού αποφασίσει σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης του δεύτερου ισχυρισμού της.
7. Αφού εξέτασε τη γνώμη του Συμβουλίου και τις σχετικές παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο δεύτερος ισχυρισμός δεν αφορούσε πιθανή κακοδιοίκηση. Απευθύνθηκε στην ουσία των συμπερασμάτων της συνεδρίασης του Ecofin της 7ης Οκτωβρίου 2008, τα οποία έχουν πολιτικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτουν στην εντολή του. Με επιστολές της 22ας Οκτωβρίου 2009, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα και το Συμβούλιο ότι δεν θα συμπεριλάμβανε τον δεύτερο ισχυρισμό στην έρευνά του. Δεδομένου ότι ο δεύτερος ισχυρισμός δεν εμπίπτει στην εντολή του Διαμεσολαβητή, η παρούσα έρευνα αφορά μόνο τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
8. Η καταγγελία διαβιβάστηκε στο Συμβούλιο για γνωμοδότηση. Το Συμβούλιο διατύπωσε τη γνώμη του στις 19 Ιουνίου 2009. Η γνώμη διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα, οι παρατηρήσεις του οποίου ελήφθησαν από το γραφείο του Διαμεσολαβητή στις 6 Ιουλίου 2009.
9. Στη γνώμη του, το Συμβούλιο έκρινε ότι η καταγγελία δεν ενέπιπτε στο πεδίο αρμοδιοτήτων του Διαμεσολαβητή. Στις 22 Οκτωβρίου 2009, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε το Συμβούλιο ότι συμφωνεί με την άποψή του, δεδομένου ότι τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε κατά τη συνεδρίαση του Ecofin της 7ης Οκτωβρίου 2008 είχαν πολιτικό χαρακτήρα. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι, στον πρώτο ισχυρισμό της, η καταγγέλλουσα δεν αμφισβήτησε τα συμπεράσματα αυτά καθαυτά, αλλά ισχυρίστηκε ότι το Συμβούλιο διέπραξε κακοδιοίκηση παραλείποντας να τα εφαρμόσει και, ως εκ τούτου, δεν τήρησε τον λόγο του, εξαπάτησε τους ευρωπαίους πολίτες και παραβίασε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι τα ζητήματα αυτά ενέπιπταν στην εντολή του. Ως εκ τούτου, επανέλαβε το αίτημά του προς το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει επί της ουσίας του πρώτου ισχυρισμού του καταγγέλλοντος.
10. Στις 5 Νοεμβρίου 2009, το Συμβούλιο εξέδωσε συμπληρωματική γνώμη επί του πρώτου ισχυρισμού. Στη συνέχεια διαβιβάστηκε στην καταγγέλλουσα, η οποία απέστειλε τις παρατηρήσεις της στις 27 Νοεμβρίου 2009.
ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ
Α. Εικαζόμενη παράλειψη παρακολούθησης των δηλώσεων που έγιναν κατά τη συνεδρίαση του Ecofin της 7ης Οκτωβρίου 2008
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
11. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το Συμβούλιο παρέλειψε να πράξει ό,τι είχε ανακοινώσει κατά τη συνεδρίαση του Ecofin της 7ης Οκτωβρίου 2008 σχετικά με την προστασία των αποταμιεύσεων των τραπεζών στην ΕΕ. Ως εκ τούτου, δεν τήρησε τον λόγο της, εξαπάτησε τους ευρωπαίους πολίτες και παραβίασε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
12. Στην πρώτη του γνώμη, το Συμβούλιο υποστήριξε ότι ο πρώτος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ήταν απαράδεκτος. Το Συμβούλιο υπενθύμισε τη διατύπωση του άρθρου 195 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 228 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και δήλωσε ότι η εντολή του Διαμεσολαβητή περιορίζεται στις δραστηριότητες των θεσμικών οργάνων υπό τη διοικητική τους ιδιότητα. Υποστήριξε ότι η πολιτική και νομοθετική δραστηριότητα του Συμβουλίου δεν μπορεί να οδηγήσει σε περίπτωση κακοδιοίκησης και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτει στην εντολή του Διαμεσολαβητή.
13. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα απέρριψε την άποψη του Συμβουλίου και υποστήριξε ότι, εάν οι πράξεις των θεσμικών οργάνων δεν μπορούσαν ποτέ να θεωρηθούν διοικητικού χαρακτήρα, δεν θα υπόκειντο ποτέ σε διαμεσολάβηση κατά την άσκηση των βασικών καθηκόντων τους.
14. Στις 22 Οκτωβρίου 2009, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε το Συμβούλιο για την άποψή του ότι ο πρώτος ισχυρισμός ενέπιπτε στην εντολή του. Επανέλαβε επίσης το αίτημά του για γνωμοδότηση επί της ουσίας του ισχυρισμού αυτού. Στη δεύτερη γνώμη του, το Συμβούλιο ενέμεινε στη θέση του ότι η καταγγελία δεν εμπίπτει στην εντολή του Διαμεσολαβητή. Επισήμανε ότι ο Διαμεσολαβητής είχε συμφωνήσει ότι τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε κατά τη συνεδρίαση του Ecofin της 7ης Οκτωβρίου 2008 είχαν πολιτικό χαρακτήρα. Επιπλέον, υποστήριξε ότι τα συμπεράσματα αυτά: i) αντικατόπτριζε το γεγονός ότι το Συμβούλιο είχε λάβει πολιτική θέση υπέρ της αύξησης των εγγυήσεων καταθέσεων των ιδιωτών· και ii) υπό την προϋπόθεση ότι τα αναγκαία εκτελεστικά μέτρα θα ληφθούν σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στις Συνθήκες, δηλαδή βάσει πρότασης της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο δεν συμμερίζεται την άποψη του Διαμεσολαβητή ότι η εικαζόμενη μη τήρηση των δεσμεύσεων που περιγράφονται στα συμπεράσματα του Ecofin εμπίπτει στη διοικητική του δραστηριότητα. Στη συνέχεια, τόνισε ότι η εφαρμογή των συμπερασμάτων αυτών απαιτεί την έκδοση νομοθετικής πράξης που θα τροποποιήσει την οδηγία 94/19/ΕΚ προκειμένου να αυξηθεί το επίπεδο της ελάχιστης προστασίας της εγγύησης των καταθέσεων σε 50 000 EUR. Δεδομένων των περιστάσεων αυτών, η δυνατότητα του Διαμεσολαβητή να χειρίζεται την υπόθεση του καταγγέλλοντος θα του επέτρεπε εμμέσως να ασκεί έλεγχο επί: i) τη λειτουργία του Συμβουλίου ως νομοθέτη όταν λαμβάνει πρόταση της Επιτροπής· και ii) την εξουσία πρωτοβουλίας της Επιτροπής.
15. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα δέχθηκε ότι οι ίδιες οι αποφάσεις του Συμβουλίου εμπίπτουν στην πολιτική του δραστηριότητα, αλλά υποστήριξε ότι η μέθοδος και οι όροι που χρησιμοποιούνται για την κοινοποίησή τους στους πολίτες εμπίπτουν στη διοικητική του δραστηριότητα. Δηλώνει ότι, για να γίνει κατανοητή η καταγγελία της, πρέπει να ληφθεί υπόψη το ιστορικό πλαίσιο της συνέντευξης Τύπου που ακολούθησε τη σύνοδο του Συμβουλίου της 7ης Οκτωβρίου 2008. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το Συμβούλιο Ecofin χαρακτήρισε τα συμπεράσματά του ως «άμεσες απαντήσεις στη χρηματοπιστωτική αναταραχή», ήταν σαφές ότι στόχος τους ήταν να καθησυχάσουν τους αποταμιευτές ώστε να μην σπεύσουν να αποσύρουν τις αποταμιεύσεις τους από τράπεζες σε ολόκληρη την ΕΕ. Ως αποτέλεσμα αυτής της συνέντευξης Τύπου, ορισμένοι αποταμιευτές άφησαν τις αποταμιεύσεις τους σε μη συστημικές τράπεζες όπως η Kaupthing Bank Luxembourg. Ορισμένοι αποταμιευτές αύξησαν μάλιστα τις καταθέσεις τους στην τελευταία αυτή τράπεζα, η οποία χρησιμοποίησε τις δηλώσεις του Συμβουλίου για σκοπούς εμπορικής προώθησης. Δεδομένου ότι οι εν λόγω αποταμιευτές δεν υπέστησαν ζημίες, η καταγγέλλουσα υπογράμμισε ότι η καταγγελία της ήταν καθαρά συμβολική και υποβλήθηκε προς το συμφέρον των πολιτών.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
16. Στην επιστολή του προς το Συμβούλιο της 22ας Οκτωβρίου 2009, ο Διαμεσολαβητής επιβεβαίωσε ότι τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε κατά τη συνεδρίαση του Ecofin της 7ης Οκτωβρίου 2008 είχαν πολιτικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, δεν ενέπιπταν στην εντολή του. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο δεύτερος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος, ο οποίος αφορούσε την ουσία αυτών των συμπερασμάτων, ήταν εκτός της εντολής του.
17. Ωστόσο, ο πρώτος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος δεν αφορούσε την ουσία των συμπερασμάτων που συνήχθησαν κατά τη συνεδρίαση του Ecofin. Αντιθέτως, επισήμανε ότι το Συμβούλιο, παραλείποντας να πράξει ό,τι είχε ανακοινώσει κατά τη σύνοδο αυτή, δεν τήρησε τον λόγο του, εξαπάτησε τους ευρωπαίους πολίτες και παραβίασε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Ως εκ τούτου, ο πρώτος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος αφορούσε την εφαρμογή των συμπερασμάτων του Συμβουλίου Ecofin.
18. Οι δεσμεύσεις που ανέλαβε το Συμβούλιο κατά τη σύνοδο του Ecofin, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: i) η προστασία της εγγύησης των καταθέσεων θα παρέχεται σε ιδιώτες για ποσό τουλάχιστον 50 000 EUR· ii) αυτό θα ισχύει για όλα τα κράτη μέλη· iii) η προστασία θα είναι εγγυημένη για αρχική περίοδο τουλάχιστον ενός έτους· και iv) η προστασία θα χορηγηθεί αμέσως.
19. Η θέση που ενέκρινε το Συμβούλιο κατά τη σύνοδο του Ecofin της 7ης Οκτωβρίου 2008 αποτελεί σαφώς πολιτική επιλογή. Ο Διαμεσολαβητής δεν είναι σε θέση να εξετάσει καταγγελίες κατά μιας πολιτικής επιλογής αυτής καθαυτής, για παράδειγμα μια καταγγελία που ισχυρίζεται ότι το ποσό των 50 000 ευρώ που πρότεινε το Συμβούλιο ήταν ανεπαρκές.
20. Ωστόσο, ο πρώτος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος δεν αφορά την πολιτική απόφαση αυτή καθαυτή, αλλά μάλλον το ζήτημα κατά πόσον το Συμβούλιο δεν εφάρμοσε την εν λόγω απόφαση και, με τον τρόπο αυτό, παρέλειψε να τηρήσει τον λόγο του, εξαπάτησε τους πολίτες και παραβίασε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Ο Διαμεσολαβητής εξακολουθεί να είναι της γνώμης ότι πρόκειται για ζητήματα τα οποία, κατ’ αρχήν, μπορεί να διερευνήσει. Ωστόσο, είναι προφανές ότι μια τέτοια αιτίαση μπορεί να είναι βάσιμη μόνον αν το Συμβούλιο είχε πράγματι αναλάβει συγκεκριμένες δεσμεύσεις και στη συνέχεια δεν τις είχε τηρήσει.
21. Το Συμβούλιο υποστήριξε ότι η αποδοχή της εντολής του Διαμεσολαβητή σε μια υπόθεση όπως η παρούσα θα του επέτρεπε εμμέσως να ασκεί έλεγχο επί: i) τη λειτουργία του ως νομοθέτη όταν λαμβάνει πρόταση της Επιτροπής· και ii) την εξουσία πρωτοβουλίας της Επιτροπής. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι κανένα από τα επιχειρήματα αυτά δεν είναι βάσιμο. Καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι η παρούσα έρευνα αφορά το Συμβούλιο και όχι την Επιτροπή. Επιπλέον, οι δηλώσεις που περιέχονται στα συμπεράσματα της συνεδρίασης του Ecofin της 7ης Οκτωβρίου 2008 έγιναν πριν από την υποβολή οποιασδήποτε πρότασης της Επιτροπής [2] στο Συμβούλιο. Ως εκ τούτου, η απόφαση που ελήφθη ήταν απόφαση του Συμβουλίου, και μόνο του Συμβουλίου. Το μόνο ζήτημα που μπορεί να εξετάσει ο Διαμεσολαβητής είναι κατά πόσον το Συμβούλιο συμμορφώθηκε στη συνέχεια με τις συγκεκριμένες δεσμεύσεις που είχε αναλάβει - κατά την άποψη του καταγγέλλοντος - στις 7 Οκτωβρίου 2008.
22. Στην επιστολή του της 22ας Ιανουαρίου 2009, το Συμβούλιο ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι, εάν θεωρούσε ότι το Συμβούλιο είχε διαπράξει κακοδιοίκηση σε σχέση με το θέμα αυτό, θα μπορούσε να υποβάλει καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Εάν ο Διαμεσολαβητής δεν έχει πράγματι καμία αρμοδιότητα σε αυτόν τον τομέα, όπως υποστηρίζει τώρα το Συμβούλιο, τότε η συμβουλή που έδωσε το Συμβούλιο στην επιστολή του της 22ας Ιανουαρίου 2009 θα ήταν εσφαλμένη και παραπλανητική. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν θα πρέπει να τεκμαίρεται ότι ένα θεσμικό όργανο της Ένωσης θα παρείχε εσκεμμένα στους πολίτες εσφαλμένες και παραπλανητικές συμβουλές.
23. Η επακόλουθη τροποποίηση της οδηγίας 94/19/ΕΚ μέσω της οδηγίας 2009/14/ΕΚ [3] εισήγαγε προστασία της εγγύησης των καταθέσεων σε επίπεδο ΕΕ ύψους τουλάχιστον 50 000 EUR. Η προστασία αυτή έπρεπε να παρασχεθεί από τα κράτη μέλη έως τις 30 Ιουνίου 2009 (άρθρο 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/14/ΕΚ) και θα συνεχιζόταν για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Η ανωτέρω νομοθεσία εφαρμόζει τα σχετικά συμπεράσματα της συνεδρίασης του Ecofin της 7ης Οκτωβρίου 2008. Η μόνη εξαίρεση είναι ότι η αλλαγή στην προστασία της εγγύησης των καταθέσεων δεν εισήχθη από τις 7 Οκτωβρίου 2008, αλλά μάλλον από τις 30 Ιουνίου 2009. Ως εκ τούτου, τα πρόσωπα που τηρούν λογαριασμούς ταμιευτηρίου σε κράτη μέλη στα οποία το επίπεδο κάλυψης ήταν χαμηλότερο από 50 000 ευρώ πριν από την 1η Ιουλίου 2009 κινδύνευαν να χάσουν χρήματα εάν οι τράπεζές τους είχαν καταστεί αφερέγγυες μεταξύ Οκτωβρίου 2008 και τέλους Ιουνίου 2009.
24. Στην πρότασή της για την οδηγία 2009/14/ΕΚ, η Επιτροπή αιτιολόγησε την προτεινόμενη αναδρομική αύξηση του επιπέδου προστασίας αναφερόμενη, μεταξύ άλλων, στις «θεμιτές προσδοκίες όλων των ενδιαφερόμενων μερών». Επομένως, φαίνεται ότι η Επιτροπή έκρινε ότι το σημείο iv) των συμπερασμάτων (βλ. σκέψη 18 ανωτέρω) μπορούσε να δημιουργήσει τέτοια δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.
25. Το Συμβούλιο φαίνεται να αναφέρει στις γνώμες του ότι τα συμπεράσματα ενημέρωσαν το κοινό ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αναλάβει νομοθετική δράση με σκοπό την ενίσχυση της προστασίας των αποταμιευτών. Δεδομένου ότι η νομοθεσία στον εν λόγω τομέα μπορεί να εγκριθεί μόνο βάσει πρότασης της Επιτροπής και ότι το Συμβούλιο δεν αποφασίζει μόνο για τις προτάσεις αυτές, αλλά από κοινού με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μια τέτοια ερμηνεία θα είχε νόημα. Ωστόσο, το γεγονός ότι τα μέτρα που καθορίζονται στα συμπεράσματα θα πρέπει να κατοχυρωθούν στη νομοθεσία της Ένωσης δεν προκύπτει από τα εν λόγω συμπεράσματα τόσο σαφώς όσο θα περίμενε κανείς σε μια τέτοια περίπτωση. Η διατύπωση που χρησιμοποιείται εκεί («Συμφωνούμε...») υποδηλώνει ότι είχε ήδη ληφθεί απόφαση επί της ουσίας και ότι η προστασία που περιγράφεται στα συμπεράσματα θα χορηγούνταν από τα κράτη μέλη, έστω και «για αρχική περίοδο ενός έτους».
26. Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το ζήτημα έχει καταστεί άνευ σημασίας, δεδομένου ότι οι αποταμιευτές δεν φαίνεται να έχουν υποστεί ζημίες πριν από την 1η Ιουλίου 2009. Η ίδια η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι η καταγγελία της έχει αποκτήσει μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον και ότι η ενέργειά της ήταν συμβολική. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με την παρούσα καταγγελία.
Β. Συμπεράσματα
Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Δεν υπάρχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με την παρούσα καταγγελία.
Ο καταγγέλλων και το Συμβούλιο θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
Στρασβούργο, 5 Μαρτίου 2010
[1] ΕΕ 1994, L 135, σ. 5.
[2] Η πρόταση της Επιτροπής εγκρίθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2008, μία εβδομάδα μετά τη συνεδρίαση του Ecofin της 7ης Οκτωβρίου 2008.
[3] Οδηγία 2009/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009, για την τροποποίηση της οδηγίας 94/19/ΕΚ περί των συστημάτων εγγυήσεως των καταθέσεων όσον αφορά το επίπεδο κάλυψης και την προθεσμία εκταμίευσης (ΕΕ 2009, L 68, σ. 4).