Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 760/2009/JMA κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 760/2009/JMA - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 27 Απριλίου 2009 - Απόφαση στις Τετάρτη | 13 Ιανουαρίου 2010
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ
1. Στις 19 Ιουνίου 2008, οι καταγγέλλοντες έλαβαν μέρος σε σειρά εξετάσεων που πραγματοποιήθηκαν στις Βρυξέλλες και διοργανώθηκαν από ολλανδικό γραφείο ευρέσεως εργασίας (στο εξής: γραφείο) επιφορτισμένο με την επιλογή των κατάλληλων προσωρινά απασχολουμένων για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προκειμένου να εξεταστούν για προσωρινή απασχόληση στο εν λόγω θεσμικό όργανο.
2. Λίγο αργότερα, ο οργανισμός τους ενημέρωσε ότι είχαν επιτύχει στις δοκιμές και ότι, προκειμένου να ληφθούν υπόψη για τυχόν προσωρινές θέσεις εντός της Επιτροπής, έπρεπε να υποβάλλουν περιοδικά τα βιογραφικά τους σημειώματα. Σύμφωνα με τις οδηγίες, από τον Ιούνιο του 2008 και μετά, οι καταγγέλλοντες απέστειλαν περιοδικά στον οργανισμό επικαιροποιημένες εκδόσεις των βιογραφικών τους σημειωμάτων.
3. Στις 5 Ιανουαρίου 2009, ο οργανισμός ενημέρωσε τους καταγγέλλοντες ότι, μολονότι αμφότεροι είχαν επιτύχει σε ορισμένες από τις δοκιμές, στην πραγματικότητα απέτυχαν στις αντίστοιχες λογικές δοκιμές τους. Ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για ενδιάμεση θέση εντός της Επιτροπής. Ο οργανισμός πρόσθεσε ότι, για να ξανακάνουν αυτό το τεστ, θα πρέπει να περιμένουν ένα χρόνο.
4. Οι καταγγέλλοντες αμφισβήτησαν τη νέα θέση του οργανισμού. Απαντώντας, ο οργανισμός τους πληροφόρησε ότι οι βαθμολογίες στον υπολογιστή ήταν αλάνθαστες και ότι η μόνη επιλογή που είχαν στη διάθεσή τους ήταν να επαναλάβουν τη δοκιμασία στο μέλλον.
5. Στις 7 Ιανουαρίου 2009, οι καταγγέλλοντες υπέβαλαν καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, η οποία στρεφόταν τόσο κατά του οργανισμού όσο και κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Καταχωρίστηκε με αριθμό αναφοράς 60/2009/JD. Όσον αφορά την Επιτροπή, οι καταγγέλλοντες θεώρησαν ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο ήταν τελικά υπεύθυνο για την κατάσταση, διότι ο οργανισμός ενεργούσε ως αντιπρόσωπός του. Ως εκ τούτου, το ίδρυμα θα πρέπει να εξηγήσει την αντιεπαγγελματική συμπεριφορά του οργανισμού και να του προσφέρει κατάλληλη αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη. Οι καταγγέλλοντες απέστειλαν επίσης αντίγραφο της καταγγελίας τους στον Διαμεσολαβητή τόσο στην Επιτροπή όσο και στον οργανισμό.
6. Την ίδια ημέρα, ο οργανισμός απάντησε τόσο στον Διαμεσολαβητή όσο και στους καταγγέλλοντες δηλώνοντας ότι, παρά τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν, ήταν σαφές από τις βαθμολογίες των υπολογιστών ότι και οι δύο καταγγέλλοντες απέτυχαν στη λογική δοκιμή.
7. Σε άλλο ηλεκτρονικό μήνυμα της 7ης Ιανουαρίου 2009 προς τον Διαμεσολαβητή, οι καταγγέλλοντες εξέφρασαν τη διαφωνία τους με τα επιχειρήματα του οργανισμού και ζήτησαν οικονομική αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστησαν.
8. Αφού εξέτασε την κατάσταση, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι οι ισχυρισμοί που διατύπωσαν οι καταγγέλλοντες κατά του οργανισμού δεν πληρούσαν τις απαιτήσεις που ορίζονται στο Καταστατικό του. Ο ισχυρισμός κατά του Οργανισμού δεν αφορούσε προσφυγές θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ, όπως απαιτείται από το άρθρο 2 παράγραφος 1 του Οργανισμού. Επιπλέον, όσον αφορά τον ισχυρισμό κατά της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι πριν από αυτή την πτυχή της καταγγελίας δεν είχαν προηγηθεί κατάλληλες διοικητικές προσεγγίσεις, όπως απαιτείται από το άρθρο 2 παράγραφος 4 του Καταστατικού του.
9. Ως εκ τούτου, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, ο Διαμεσολαβητής κήρυξε την υπόθεση απαράδεκτη. Στην επιστολή του προς τους καταγγέλλοντες που περατώνουν την υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής τους ενημέρωσε ότι, όσον αφορά τον ισχυρισμό τους κατά της Επιτροπής, θα μπορούσαν να εξετάσουν το ενδεχόμενο να απευθύνουν επιστολή στις αρμόδιες υπηρεσίες της (ΓΔ ADMIN). Εάν θεωρούσαν ότι η απάντηση της Επιτροπής δεν ήταν ικανοποιητική, θα μπορούσαν στη συνέχεια να υποβάλουν νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.
10. Μετά από πρόταση του Διαμεσολαβητή, οι καταγγέλλοντες απέστειλαν επιστολή στην Επιτροπή. Στην απάντησή της της 13ης Μαρτίου 2009, η Επιτροπή εξήγησε ότι είχε επικοινωνήσει με τον οργανισμό, ο οποίος, λόγω της εμφανούς παρανόησης που προέκυψε από την κοινοποίηση των αποτελεσμάτων των δοκιμών στους καταγγέλλοντες, συμφώνησε να τους καλέσει να συμμετάσχουν εκ νέου στη δοκιμή. Στην απάντησή της, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι είχε ενημερώσει τον οργανισμό σχετικά με τις ανησυχίες της όσον αφορά τη δίκαιη και κατάλληλη μεταχείριση που θα πρέπει να διασφαλίζεται για όλους τους δυνητικούς υποψηφίους. Η Επιτροπή ελπίζει ότι τα μέτρα που θα λάβει ο οργανισμός θα είναι ικανοποιητικά και τους εύχεται κάθε επιτυχία για το μέλλον.
11. Οι καταγγέλλοντες έκριναν ότι η απάντηση της Επιτροπής της 13ης Μαρτίου 2009 δεν ήταν ικανοποιητική. Στις 22 Μαρτίου 2009, υπέβαλαν νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Η καταγγελία καταχωρίστηκε με αριθμό αναφοράς 760/2009/JMA και αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας έρευνας.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
12. Στην καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής εντόπισε τον ακόλουθο ισχυρισμό και ισχυρισμό:
Οι καταγγέλλοντες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή παρέλειψε να εποπτεύσει δεόντως μια ιδιωτική υπηρεσία προσλήψεων η οποία διοργανώνει δοκιμασίες για λογαριασμό της Επιτροπής. Προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού, ισχυρίστηκαν ότι ο οργανισμός τους παρείχε παραπλανητικές πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα των δοκιμών που πραγματοποίησαν στις 19 Ιουνίου 2008 για ενδιάμεση εργασία με την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, υπέστησαν ζημίες.
Οι καταγγέλλοντες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή θα πρέπει να τους παράσχει αποζημίωση για τα έξοδα και τις ζημίες που υπέστησαν ως αποτέλεσμα των ενεργειών στις οποίες προέβη ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
13. Στις 27 Απριλίου 2009, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα και απέστειλε την καταγγελία στην Επιτροπή ζητώντας γνωμοδότηση. Στις 29 Ιουλίου 2009, η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της, η οποία στη συνέχεια διαβιβάστηκε στους καταγγέλλοντες με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων. Στις 27 Σεπτεμβρίου 2009, οι καταγγέλλοντες διαβίβασαν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής.
ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ
Α. Επί της φερομένης παραλείψεως της Επιτροπής να εποπτεύσει προσηκόντως ένα γραφείο ευρέσεως εργασίας και επί της σχετικής αξιώσεως
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
14. Οι καταγγέλλοντες θεώρησαν ότι η Επιτροπή δεν απάντησε δεόντως στα επιχειρήματά τους. Θεώρησαν ότι η προσφορά του οργανισμού να επαναλάβει τη δοκιμασία δεν ήταν ικανοποιητική, δεδομένου ότι, κατά την άποψή τους, αφού πέρασαν όλες τις δοκιμασίες, άξιζαν να εργαστούν για την Επιτροπή. Δήλωσαν ότι ο οργανισμός, ο οποίος εργάζεται για την Επιτροπή και εξετάζει τους υποψηφίους «για λογαριασμό» του θεσμικού οργάνου, δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι τα αποτελέσματα των λογικών δοκιμασιών τους ήταν ανεπαρκή.
15. Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε ότι, προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να προσλαμβάνει προσωρινά απασχολούμενους για σύντομα χρονικά διαστήματα, προκήρυξε σχετικό διαγωνισμό. Ως αποτέλεσμα του εν λόγω διαγωνισμού, συνήψε σύμβαση παροχής υπηρεσιών με το εν λόγω πρακτορείο και δύο άλλες εταιρείες.
16. Βάσει της ανωτέρω σύμβασης, οι εταιρείες προσωρινής απασχόλησης παρέχουν στην Επιτροπή κατάλληλους υποψηφίους για προσωρινές θέσεις εντός του θεσμικού οργάνου. Οι υποψήφιοι αυτοί δεν απασχολούνται από την Επιτροπή, αλλά από την εν λόγω εταιρεία προσωρινής απασχόλησης, η οποία συνάπτει σύμβαση με αυτούς βάσει του τοπικού δικαίου. Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι, όπως αναγνωρίζεται από τα κοινοτικά δικαστήρια, δεν υφίσταται κανένας συμβατικός ή νόμιμος δεσμός μεταξύ των προσωρινά απασχολουμένων και της Επιτροπής.
17. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, η Επιτροπή έκρινε ότι οι καταγγέλλοντες δεν μπορούσαν να επικαλεστούν κακοδιοίκηση εκ μέρους της. Εάν προκύψει οποιαδήποτε παρανόηση μεταξύ των καταγγελλόντων και του πιθανού μελλοντικού εργοδότη τους, δηλαδή του οργανισμού, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί από αυτά τα δύο μέρη. Η Επιτροπή επισήμανε ότι, σύμφωνα με το άρθρο II. 1.5 και ΙΙ. 1.6 της σύμβασης της Επιτροπής με τον οργανισμό, ο τελευταίος υποχρεούται να ενημερώνει το προσωπικό που αποστέλλεται για να εργαστεί στην Επιτροπή ότι δεν ανήκει στην ευρωπαϊκή δημόσια διοίκηση και ότι η Επιτροπή δεν είναι ο εργοδότης του.
18. Στις 6 Φεβρουαρίου 2009, η Επιτροπή ενημερώθηκε για τα προβλήματα και τις παρανοήσεις μεταξύ των καταγγελλόντων και του οργανισμού. Λόγω των ανησυχιών της σχετικά με τη δίκαιη και ίση μεταχείριση όλων των δυνητικών υποψηφίων, η Επιτροπή επικοινώνησε με τον οργανισμό και του ζήτησε να επανεξετάσει την κατάσταση των καταγγελλόντων. Ως αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του, ο οργανισμός συμφώνησε να επιτρέψει στους καταγγέλλοντες να επαναλάβουν τις εξετάσεις. Με επιστολή της 13ης Μαρτίου 2009, η Επιτροπή ενημέρωσε τους καταγγέλλοντες για τα αποτελέσματα των ενεργειών της έναντι του οργανισμού.
19. Η Επιτροπή κατέληξε υπογραμμίζοντας ότι ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να κηρύξει την καταγγελία απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του Καταστατικού του.
20. Στις παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες επανέλαβαν τους ισχυρισμούς τους. Τόνισαν ότι οι αρχικές πληροφορίες από τον οργανισμό επιβεβαίωσαν ότι είχαν περάσει τις δοκιμές. Κατά την άποψή τους, η Επιτροπή έφερε την ευθύνη για την κατάσταση, δεδομένου ότι ο οργανισμός ενήργησε ως εντολοδόχος της Επιτροπής. Επισήμαναν ότι δεν είναι δυνατόν να προσληφθεί κανείς στην Επιτροπή ως προσωρινός εργαζόμενος χωρίς να έχει προσληφθεί από ειδικευμένο γραφείο προσλήψεων. Οι οργανισμοί αυτοί πρέπει να ακολουθούν ανά πάσα στιγμή τις διαδικασίες που έχει θεσπίσει η Επιτροπή. Επιπλέον, οι όροι εργασίας δεν καθορίζονται από τον οργανισμό προσλήψεων, αλλά από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει να απαντά όταν ο οργανισμός διαπράττει αδίκημα.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
21. Καταρχάς, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των διαφόρων μερών που εμπλέκονται σε εργασίες ενδιάμεσου τύπου, δηλαδή της Επιτροπής, των καταγγελλόντων και του εμπλεκόμενου οργανισμού, απορρέουν από δύο χωριστές έννομες σχέσεις. Η μία είναι μεταξύ της Επιτροπής και του οργανισμού, η οποία ορίζεται βάσει σύμβασης-πλαισίου, και η δεύτερη είναι μεταξύ του οργανισμού και των καταγγελλόντων. Λαμβανομένων υπόψη των ισχυρισμών που διατύπωσαν οι καταγγέλλοντες, το επίμαχο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσον οι καταγγέλλοντες, δεδομένης της νομικής τους θέσης, μπορούν να έχουν δικαιώματα έναντι της Επιτροπής.
22. Η φύση αυτού του είδους των σχέσεων εξετάστηκε από το τότε Πρωτοδικείο, το οποίο, σε σχετική απόφαση [1], αναγνώρισε ότι η σχέση που αφορά τους προσωρινά απασχολούμενους που εργάζονται για τα θεσμικά όργανα της ΕΕ φαίνεται να είναι τριπλή. Περιλαμβάνει τρία μέρη, δηλαδή τον προσωρινά απασχολούμενο, την επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης και τον χρήστη. Οι σχέσεις τους βασίζονται συνήθως στη σύναψη δύο συμβάσεων: μία μεταξύ της εταιρείας προσωρινής απασχόλησης και του χρήστη και μία δεύτερη μεταξύ του προσωρινά απασχολούμενου και της επιχείρησης προσωρινής απασχόλησης.
23. Αφού αξιολόγησε τους σχετικούς κοινοτικούς κανόνες που αφορούν τις σχέσεις προσωρινής απασχόλησης [2] και την εφαρμοστέα νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο πραγματοποιήθηκαν οι σχέσεις αυτές, δηλαδή τη βελγική νομοθεσία [3], το τότε Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο δεσμός μεταξύ του προσωρινά απασχολούμενου και του χρήστη συνιστά απλώς πραγματική σχέση. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι μόνο η επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης έχει το δικαίωμα να ασκεί την εξουσία που έχει ανατεθεί στους εργοδότες επί των εργαζομένων [4].
24. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο προσωρινά απασχολούμενος ο οποίος ασκεί τα καθήκοντά του για λογαριασμό θεσμικού οργάνου της Ένωσης δεν έχει άμεση νομική σχέση με το θεσμικό αυτό όργανο, από την οποία θα μπορούσε να συναχθεί έννομο δικαίωμα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο προσωρινά απασχολούμενος έχει συμβατική σχέση μόνο με την επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης [5].
25. Λαμβάνοντας υπόψη την ανωτέρω απόφαση, ο Διαμεσολαβητής επανεξέτασε προσεκτικά τη σύμβαση μεταξύ του οργανισμού και της Επιτροπής. Όπως αναφέρεται στο άρθρο II.1.5, και σε αντίθεση με όσα πιστεύουν οι καταγγέλλοντες, τα μέρη συμφώνησαν ότι ο οργανισμός δεν θα μπορούσε ούτε να εκπροσωπεί την Επιτροπή ούτε να συμπεριφέρεται κατά τρόπο που να δίνει μια τέτοια εντύπωση.
26. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, οι εποπτικές εξουσίες της Επιτροπής επί του οργανισμού αφορούν τον έλεγχο του πρώτου επί της συμμόρφωσης του οργανισμού με τις συμβατικές διατάξεις. Πράγματι, η σύμβαση προέβλεπε ορισμένους όρους υπό τους οποίους η Επιτροπή μπορούσε να καταγγείλει τη σύμβαση. Σε αυτές περιλαμβάνεται, για παράδειγμα, η σοβαρή παράλειψη του οργανισμού σε επαγγελματικά θέματα, η οποία προβλεπόταν στο άρθρο II.15 παράγραφος 1 στοιχείο γ).
27. Τα μέρη συμφώνησαν ότι ο οργανισμός θα πρέπει να διασφαλίσει ότι οι προσωρινά απασχολούμενοι που αποστέλλονται στην Επιτροπή μετά από ατομικό αίτημα της τελευταίας σχετικά με το θέμα αυτό ("Persons prenant part à l'execution du Contract") διαθέτουν τα προσόντα και την επαγγελματική πείρα που απαιτούνται για τη σχετική θέση (άρθρο II.1.6).
28. Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι η απαίτηση αυτή θα πρέπει να ισχύει και για την πρώτη επιλογή υποψηφίων από τον οργανισμό για την κατάρτιση «εφεδρικού πίνακα» από τον οποίο θα μπορούσαν να επιλεγούν οι προσωρινά απασχολούμενοι.
29. Ακόμη και αν η σύμβαση δεν περιέχει κανένα στοιχείο σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να γίνει αυτή η επιλογή, η φύση και ο σκοπός της σύμβασης υποδηλώνουν ότι η Επιτροπή θα πρέπει να απαιτεί από τον εν λόγω οργανισμό, κατά την επιλογή του, να τηρεί τις βασικές αρχές της χρηστής διοίκησης, όπως αυτές της δικαιοσύνης και της διαφάνειας.
30. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια αναγνωρίζει και εκφράζει την ικανοποίησή της για τις επαφές που πραγματοποίησε η Επιτροπή με τον οργανισμό προκειμένου να διασφαλίσει τη δίκαιη μεταχείριση των υποψηφίων, και σημειώνει ότι οι επαφές αυτές την οδήγησαν να ζητήσει την επανεξέταση της κατάστασης των καταγγελλόντων.
31. Ωστόσο, παραμένει ανεπίλυτο το ζήτημα αν οι ίδιοι οι υποψήφιοι, ως τρίτοι στη σύμβαση, έχουν την εξουσία να ζητήσουν απευθείας από την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι η επιλογή τους από τον οργανισμό πραγματοποιείται με δίκαιο και διαφανή τρόπο. Δεδομένου ότι, στη σύμβαση μεταξύ της Επιτροπής και του οργανισμού, οι προσωρινά απασχολούμενοι που προσλαμβάνονται από τον οργανισμό δεν θα έχουν δικαιώματα έναντι της Επιτροπής [6], η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι αρνητική. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το παράρτημα Ι της σύμβασης σχετικά με τους όρους της πρόσκλησης υποβολής προσφορών, η σύμβαση πρέπει να τηρεί την ισχύουσα βελγική νομοθεσία. Επομένως, εναπόκειται στα βελγικά δικαστήρια να ερμηνεύσουν τη σύμβαση σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ των μερών.
32. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο ισχυρισμός των καταγγελλόντων σχετικά ειδικά με την παράλειψη της Επιτροπής να εποπτεύσει τον οργανισμό, καθώς και ο σχετικός ισχυρισμός, δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί.
33. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής έχει επίγνωση του γεγονότος ότι οι καταγγέλλοντες, όπως και όλοι οι πολίτες, έχουν το δικαίωμα να ζητούν και να λαμβάνουν όσο το δυνατόν πληρέστερες και ακριβέστερες πληροφορίες απαντώντας στα ερωτήματα που υποβάλλουν στην Επιτροπή. Στην περίπτωση αυτή, φαίνεται εύλογο για τους καταγγέλλοντες να αναμένουν ότι, μετά τις επαφές της με τον προαναφερόμενο οργανισμό, η Επιτροπή θα τους είχε ενημερώσει για τους λόγους για τους οποίους τους είχε αρχικά ενημερωθεί ότι είχαν εγγραφεί σε εφεδρικό πίνακα προσλήψεων, αλλά αργότερα ενημερώθηκαν ότι είχαν πράγματι αποτύχει στις δοκιμές. Η διαφορά αυτή προκάλεσε πραγματική ανησυχία στους καταγγέλλοντες, γεγονός που τους οδήγησε να αμφισβητήσουν τον δίκαιο χαρακτήρα και τη διαφάνεια ολόκληρης της διαδικασίας επιλογής.
34. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, κατά τις επαφές της με τον οργανισμό, η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε επιμείνει στη λήψη κατάλληλων εξηγήσεων, ώστε να είναι σε θέση να τις διαβιβάσει στους καταγγέλλοντες. Δεδομένου ότι η απάντησή του προς τους καταγγέλλοντες της 13ης Μαρτίου 2009 δεν παρείχε τέτοιες εξηγήσεις, ο Διαμεσολαβητής θα απευθύνει περαιτέρω παρατήρηση στην Επιτροπή.
Γ. Συμπέρασμα
Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή.
Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Περαιτέρω παρατήρηση
Η Επιτροπή θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο να επικοινωνήσει εκ νέου με τον οργανισμό για να λάβει τις κατάλληλες εξηγήσεις που θα της επιτρέψουν να ενημερώσει σαφέστερα τους καταγγέλλοντες σχετικά με τους λόγους για τους οποίους ο οργανισμός τους ενημέρωσε αρχικά ότι είχαν επιτύχει και, στη συνέχεια, έξι μήνες αργότερα, τους ενημέρωσε ότι είχαν αποτύχει στις δοκιμές.
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
Στρασβούργο, 13 Ιανουαρίου 2010
[1] Υπόθεση T-127/00 Michael Nevin κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I-A-149 και II-781, σκέψεις 52-57.
[2] Οδηγία 91/383/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1991, για τη συμπλήρωση των μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εργαζομένων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σχέση πρόσκαιρης εργασίας· ΕΕ 1991, L 206, σ. 19-21.
[3] Νόμος του Βελγίου της 24ης Ιουλίου 1987.
[4] Βλ. ανωτέρω υπόθεση T-127/00 Nevin, σκέψη 57.
[5] Βλ. ανωτέρω υπόθεση T-127/00 Nevin, σκέψη 58.
[6] Βλέπε άρθρο II.1.6: "... ce dernier s'engage a n' invoquer a l'egard de la Commission aucun droit resultant de la relation contractuelle contre la Commission et le Contractant"