# Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 1962/2005/IP κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
- Φωτογράφος: Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής
- Hμερομηνία : null
- [URL](https://www.ombudsman.europa.eu/el/decision/el/3723)
---
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ
---------------------------

1. Η καταγγέλλουσα είναι η ιταλική περιβαλλοντική ένωση *Comitato Monte Oro*. Στις 3 Οκτωβρίου 2002, υπέβαλε καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (καταγγελία 2002/5191), σύμφωνα με το άρθρο 226 της συνθήκης ΕΚ. Η καταγγελία αφορούσε έργο οδικής σύνδεσης μεταξύ των ιταλικών πόλεων Rovereto και Riva del Garda.

2. Στην καταγγελία του προς την Επιτροπή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι ιταλικές αρχές στην επαρχία του Trento είχαν παραβιάσει την οδηγία 85/337/ΕΟΚ[\[1\]](#_ftn1){#_ftnref1} (\<\<οδηγία ΕΠΕ\>\>). Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, οι εν λόγω αρχές είχαν εγκρίνει, με απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2000, την κατασκευή παρακαμπτηρίου γύρω από τη Riva del Garda χωρίς να έχουν διενεργήσει την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΕΠΕ) που απαιτείται από το άρθρο 4 παράγραφος 2 της οδηγίας ΕΠΕ[\[2\].](#_ftn2){#_ftnref2}

3. Η παράκαμψη Riva del Garda αποτελούσε μέρος των εργασιών που αποσκοπούσαν στη βελτίωση της συνολικής οδικής σύνδεσης μεταξύ Rovereto και Riva del Garda. Το συνολικό αυτό σχέδιο αποτελούνταν από τρία επιμέρους τμήματα. Το τμήμα μεταξύ των πόλεων Linfano και S. Giovanni υποβλήθηκε σε ΕΠΕ, ενώ τα δύο άλλα τμήματα, συμπεριλαμβανομένου του τμήματος που περιέχει την παράκαμψη Riva del Garda, δεν υποβλήθηκαν σε ΕΠΕ.

4. Στις 28 Ιανουαρίου 2004, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για την πρόθεσή της να θέσει την υπόθεση στο αρχείο και του έδωσε προθεσμία ενός μηνός για να υποβάλει τυχόν παρατηρήσεις. Με βάση τις ογκώδεις πληροφορίες που διαβίβασε στη συνέχεια ο καταγγέλλων στις 27 Φεβρουαρίου 2004, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι θα αναστείλει την απόφασή της να θέσει την υπόθεση στο αρχείο έως ότου αξιολογήσει όλα τα νέα αποδεικτικά στοιχεία.

5. Στις 7 Οκτωβρίου 2004, η Επιτροπή περάτωσε την υπόθεση με την αιτιολογία ότι δεν υπήρξε παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από την Ιταλία.

6. Στις 3 Φεβρουαρίου 2005, ο καταγγέλλων απέστειλε νέα επιστολή στην Επιτροπή, επαναλαμβάνοντας τον ισχυρισμό του ότι οι ιταλικές αρχές είχαν παραβιάσει την οδηγία ΕΠΕ όσον αφορά την κατασκευή της παράκαμψης Riva del Garda.

7. Στην απάντησή της της 22ας Μαρτίου 2005, η Επιτροπή δήλωσε ότι ο καταγγέλλων δεν είχε υποβάλει νέα \<\<στοιχεία\>\> που θα δικαιολογούσαν την επανέναρξη της διαδικασίας.

8. Στις 10 Μαΐου 2005, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.

ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
--------------------------

9. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με τους ισχυρισμούς αυτούς.

θ) Η Επιτροπή περάτωσε αδικαιολόγητα την υπόθεση 2002/5191, δεδομένου ότι στήριξε την απόφασή της σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του έργου μόνο σε αξιολόγηση της βιωσιμότητάς του, η οποία, ωστόσο, πραγματοποιήθηκε μετά την έγκριση του έργου, κατά παράβαση του άρθρου 2 παράγραφος 1 της οδηγίας ΕΠΕ.

ii) Η Επιτροπή δεν εξέτασε δεόντως την επιστολή του καταγγέλλοντος της 3ης Φεβρουαρίου 2005 προς την Επιτροπή.

10. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την απόφασή της σχετικά με την καταγγελία που υπέβαλε ο καταγγέλλων.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ
---------

11. Αφού έλαβε την καταγγελία στις 26 Μαΐου 2005, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα στις 13 Ιουλίου 2005. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 25 Νοεμβρίου 2005, την οποία ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε στον καταγγέλλοντα, καλώντας τον να υποβάλει παρατηρήσεις. Ο καταγγέλλων υπέβαλε τις πρώτες παρατηρήσεις του στον Διαμεσολαβητή στις 13 Ιανουαρίου 2006 και περαιτέρω παρατηρήσεις στις 26 Αυγούστου 2006.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ
------------------------------------------

### Α. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

12. Η παρούσα καταγγελία αφορά τον χειρισμό από την Επιτροπή καταγγελίας που της υποβλήθηκε κατά κράτους μέλους για εικαζόμενη παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Η Επιτροπή, κατά την άσκηση του ρόλου της ως θεματοφύλακα της Συνθήκης, έχει την υποχρέωση να διασφαλίζει ότι οι εθνικές αρχές συμμορφώνονται με το κοινοτικό δίκαιο. Στο πλαίσιο αυτό, μπορεί να κινεί και να κινεί διαδικασίες επί παραβάσει κατά κράτους μέλους δυνάμει του άρθρου 226 της συνθήκης ΕΚ.

13. Σκοπός της διαδικασίας του άρθρου 226 είναι να παράσχει στην Επιτροπή τα μέσα για να εξασφαλίσει ότι τα κράτη μέλη τηρούν το κοινοτικό δίκαιο σε περίπτωση που η Επιτροπή κρίνει ότι έχει διαπραχθεί παράβαση του κοινοτικού δικαίου.

14. Όπως επισήμανε η Επιτροπή στη γνωμοδότησή της και ο Διαμεσολαβητής στις προηγούμενες αποφάσεις του[\[3\]](#_ftn3){#_ftnref3}, η νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ορίζει ότι η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια δυνάμει του άρθρου 226 της συνθήκης ΕΚ[\[4\]](#_ftn4){#_ftnref4}. Αυτή η διακριτική ευχέρεια αποκλείει το δικαίωμα των ιδιωτών i) να απαιτήσουν από την Επιτροπή να λάβει συγκεκριμένη θέση και ii) να ασκήσουν προσφυγή κατά της Επιτροπής επειδή αρνήθηκε να ενεργήσει σε συγκεκριμένη υπόθεση.

15. Ωστόσο, δεδομένου ότι η διακριτική ευχέρεια δεν ταυτίζεται με την αυθαίρετη εξουσία, η Επιτροπή πρέπει να ενεργεί εντός των ορίων της νομικής εξουσίας της όταν ασκεί τη διακριτική της ευχέρεια.

16. Η ανακοίνωση της Επιτροπής του 2002 προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή (\<\<η ανακοίνωση\>\>)[\[5\]](#_ftn5){#_ftnref5} καθορίζει το διαδικαστικό πλαίσιο που πρέπει να ακολουθεί η Επιτροπή όσον αφορά τις καταγγελίες σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής του άρθρου 226. Ειδικότερα, η ανακοίνωση απαιτεί, ειδικότερα, από την Επιτροπή να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για την πρόθεσή της να προτείνει να μην δοθεί συνέχεια σε καταγγελία βάσει του άρθρου 226 και να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να θέσει την υπόθεση στο αρχείο.

17. Οι έρευνες του Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο αυτό περιορίζονται στη διερεύνηση του κατά πόσον, κατά τον χειρισμό καταγγελίας βάσει του άρθρου 226, η Επιτροπή ενήργησε σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές που τη δεσμεύουν, εντός των ορίων της νόμιμης εξουσίας της, και κατά πόσον έδωσε στον καταγγέλλοντα εύλογη απάντηση στην καταγγελία της, συμπεριλαμβανομένης της αιτιολόγησης της απόφασής της.

18. Δεδομένου ότι οι δύο ισχυρισμοί συνδέονται στενά, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι είναι σκόπιμο να εξεταστούν από κοινού.

### Α. Οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή περάτωσε αδικαιολόγητα την υπόθεση 2002/5191 και δεν εξέτασε δεόντως την επιστολή του καταγγέλλοντος της 3ης Φεβρουαρίου 2005

*Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή από τον καταγγέλλοντα*

19. Η ισχύουσα εθνική νομοθεσία ορίζει ότι όλες οι επαρχιακές και κρατικές οδοί θα πρέπει να υπόκεινται σε ΕΠΕ όταν το μήκος της οδού υπερβαίνει το ελάχιστο όριο των 3,5 km[\[6\].](#_ftn6){#_ftnref6} Επιπλέον, τα έργα για αγροτικές οδούς, τα οποία δεν έχουν υποβληθεί σε ΕΠΕ, θα πρέπει (τουλάχιστον) να υποβάλλονται σε \<\<έλεγχο\>\> όταν το μήκος της προτεινόμενης οδού υπερβαίνει το 1,5 km[\[7\].](#_ftn7){#_ftnref7}

20. Σύμφωνα με τη σχετική επαρχιακή νομοθεσία[\[8\],](#_ftn8){#_ftnref8} θα έπρεπε να είχε διενεργηθεί ΕΠΕ σε σχέση με την παράκαμψη Riva del Garda, διότι υπερέβαινε το όριο των 3,5 km. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ένα έγγραφο που συνέταξε η εταιρεία SWS Engineering με τίτλο \<\<Μη τεχνική περίληψη της ΕΠΕ σχετικά με το τμήμα Linfano-S. Giovanni\>\> επιβεβαίωσε την άποψη αυτή. Η περίληψη του εγγράφου αυτού ανέφερε τα εξής:

"*\[Τ* *\]η υπό εξέταση οδός πρέπει να αξιολογηθεί ακόμη και αν υποδιαιρείται σε τμήματα μικρότερα των 3,5 χιλιομέτρων, διότι το άρθρο 2 παράγραφος 6 του νόμου καλύπτει επίσης έργα τα οποία, ενώ υποδιαιρούνται σε διάφορα τμήματα, λειτουργούν ως ενιαίο οδικό σύστημα και προορίζονται να αποτελέσουν ενιαίο οδικό σύστημα (...)* "[\[9\]](#_ftn9){#_ftnref9}.

21. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η παράκαμψη Riva del Garda ήταν αδικαιολόγητα \<\<χωρισμένη\>\> σε δύο μικρότερα τμήματα, έτσι ώστε κάθε τμήμα, μεμονωμένα, να πέσει κάτω από το όριο των 3,5 km. Το πρώτο τμήμα ήταν ένας νέος δρόμος μήκους 2,7 χιλιομέτρων. Το δεύτερο τμήμα, μήκους 1,9 χλμ., ήταν ένας υφιστάμενος δρόμος που επρόκειτο να υποστεί μια σειρά ουσιαστικών αλλαγών. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, βάσει της νομολογίας, τα κράτη μέλη πρέπει να ερμηνεύουν ευρέως τις έννοιες της \<\<σώρευσης*με άλλα έργα\>\>,* *των \<\<τροποποιήσεων και επεκτάσεων\>\> και των* \<\<άμεσων*και έμμεσων επιπτώσεων\>\>* [\[10\]](#_ftn10){#_ftnref10}. Οι παρατηρήσεις αυτές θα πρέπει επίσης να ισχύουν για τα μεγάλα έργα τα οποία, αν ληφθούν μεμονωμένα κάτω από το όριο, έχουν σημαντικό αντίκτυπο στο περιβάλλον, όταν λαμβάνονται συλλογικά. Υπό το πρίσμα αυτό, ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι αναγκαία η διενέργεια ΕΠΕ, ακόμη και αν οι επιμέρους φάσεις ενός έργου είναι χαμηλότερες από τα εθνικά κατώτατα όρια ή θα μπορούσαν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στο περιβάλλον. Οι επιπτώσεις του εν λόγω έργου στο περιβάλλον θα μπορούσαν να έχουν αξιολογηθεί μόνο με ΕΠΕ ή προσυμπτωματικό έλεγχο. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, εφόσον το πλήρες έργο, με όλες τις οδούς του, δεν υποβλήθηκε σε ΕΠΕ ή έλεγχο, δεν ήταν δυνατόν να αποκλειστεί ότι θα είχε σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.

22. Όσον αφορά την εκτίμηση σχετικά με την παράκαμψη Riva del Garda, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι περιοριζόταν σε μια σύντομη παράγραφο που περιλαμβάνεται στην ΕΠΕ για το τμήμα Lifano-S. Giovanni του έργου. Η παράγραφος έχει ως εξής.

\<\<*(...) Ο δήμος Riva del Garda, αν και δεν διασχίζεται από κανένα από τα έργα που αναλύθηκαν, συμμετείχε ενεργά στους προτεινόμενους δρόμους (...) Το καλοκαίρι είναι μια άλλη κρίσιμη περίοδος, ιδίως κατά τη διάρκεια των διακοπών, όταν οι υφιστάμενοι δρόμοι πρέπει να επωμιστούν την κίνηση των διακοπών που εισέρχεται και εξέρχεται προς την κατεύθυνση του Rovereto-Riva del Garda. Αυτό προκαλεί τεράστια κυκλοφοριακή συμφόρηση κατά μήκος του δρόμου SS 240 που ξεκινά από το Nago και το Torbole μέχρι το Mori (...)* "[\[11\]](#_ftn11){#_ftnref11}.

23. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 5 παράγραφος 1 \[12\], το άρθρο 6[\[13\]](#_ftn14){#_ftnref14} και το άρθρο 9 \[14\] της οδηγίας ΕΠΕ δεν είχαν τηρηθεί από τις εν λόγω ιταλικές αρχές.{#_ftnref13}

*Τα επιχειρήματα της Επιτροπής*

24. Η οδηγία ΕΠΕ ορίζει ότι τα έργα που εμπίπτουν στον κατάλογο του παραρτήματος Ι πρέπει να υποβάλλονται σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10 της οδηγίας ΕΠΕ. Ωστόσο, τα κράτη μέλη πρέπει να καθορίζουν, είτε κατά περίπτωση είτε βάσει κατώτατων ορίων ή κριτηρίων, κατά πόσον απαιτείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων για τα είδη έργων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ.

25. Προς επίρρωση των ανωτέρω, η Επιτροπή επισήμανε ότι το άρθρο 2 παράγραφος 1 της οδηγίας ΕΠΕ ορίζει ότι:

\<\<Τα*κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι, πριν από τη χορήγηση της άδειας, τα έργα που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον λόγω, μεταξύ άλλων, της φύσης, του μεγέθους ή της θέσης τους, υπόκεινται σε υποχρέωση χορήγησης άδειας και εκτίμησης των επιπτώσεών τους. Τα έργα αυτά ορίζονται στο άρθρο 4.\>\>*

Το άρθρο 4, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής:

\<\<Με*την επιφύλαξη του άρθρου 2 παράγραφος 3, τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα 1 υποβάλλονται σε εκτίμηση σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10.\>\>*

Το άρθρο 4 παράγραφος 2 ορίζει ότι:

\<\<Με*την επιφύλαξη του άρθρου 2 παράγραφος 3, για τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ, τα κράτη μέλη καθορίζουν μέσω: α) κατά περίπτωση εξέταση ή β) κατώτατα όρια ή κριτήρια που καθορίζονται από το κράτος μέλος σχετικά με το αν το έργο θα υποβληθεί σε εκτίμηση σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να εφαρμόσουν και τις δύο διαδικασίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).\>\>*

26. Στο πλαίσιο της καταγγελίας παράβασης που υποβλήθηκε στις 3 Οκτωβρίου 2002, η Επιτροπή ζήτησε πληροφορίες από τις ιταλικές αρχές στις 12 Φεβρουαρίου 2003. Η Επιτροπή και οι ιταλικές αρχές συζήτησαν επίσης την καταγγελία κατά τη διάρκεια συνεδρίασης στη Ρώμη στις 25 Ιουνίου 2003. Με την ευκαιρία αυτή, οι ιταλικές αρχές τόνισαν ότι το έργο συμπεριλήφθηκε στην κατηγορία 10 στοιχείο ε) του παραρτήματος II[\[15\]](#_ftn15){#_ftnref15} της οδηγίας ΕΠΕ και ότι δεν υποβλήθηκε σε πλήρη ΕΠΕ επειδή έπεσε κάτω από το όριο που είχε καθοριστεί για αυτό το είδος έργου.

27. Δεδομένου ότι η επανεξέταση που διενήργησαν οι ιταλικές αρχές κρίθηκε επαρκής, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα στις 28 Ιανουαρίου 2004 για την πρόθεσή της να περατώσει την εξέταση της υπόθεσης 2002/5191.

28. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε ογκώδεις συμπληρωματικές πληροφορίες στις 27 Φεβρουαρίου 2004, η Επιτροπή αποφάσισε να αναστείλει την πρότασή της για περάτωση της υπόθεσης έως ότου αξιολογήσει τα νέα αποδεικτικά στοιχεία. Οι πρόσθετες παρατηρήσεις ανέφεραν ότι i) η παράκαμψη Riva del Garda αποτελούσε, στην πραγματικότητα, μέρος τροποποίησης της ήδη υφιστάμενης οδικής σύνδεσης μεταξύ Rovereto και Riva del Garda και ii) η οδική σύνδεση Rovereto έως Riva del Garda στο σύνολό της ενέπιπτε στην κατηγορία 13, πρώτη περίπτωση, του παραρτήματος II της οδηγίας ΕΠΕ.

29. Στις 6 Ιουλίου 2004, οι ιταλικές αρχές επιβεβαίωσαν ότι η παράκαμψη Riva del Garda αποτελούσε μέρος των εργασιών που αποσκοπούσαν στη βελτίωση της συνολικής οδικής σύνδεσης μεταξύ Rovereto και Riva del Garda. Το συνολικό αυτό έργο αποτελούνταν από τρία επιμέρους τμήματα, καθένα από τα οποία ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ΕΠΕ. Ένα τμήμα μεταξύ των πόλεων Linfano και S. Giovanni υποβλήθηκε σε πλήρη ΕΠΕ, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ, τα δύο άλλα τμήματα, συμπεριλαμβανομένης της παρακαμπτήριας οδού Riva del Garda, δεν υποβλήθηκαν σε πλήρη ΕΠΕ. Οι ιταλικές αρχές επιβεβαίωσαν, ωστόσο, ότι το συνολικό σχέδιο τροποποίησης της οδικής σύνδεσης μεταξύ Rovereto και Riva del Garda δεν θα προκαλούσε σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Πράγματι, η ΕΠΕ για το τμήμα Linfano-S. Giovanni κατέδειξε ότι η τροποποιημένη σύνδεση Rovereto-Riva del Garda δεν θα είχε, στο σύνολό της, σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Αντίθετα, θα είχε ως αποτέλεσμα την αποσυμφόρηση των υφιστάμενων δρόμων, οδηγώντας σε συνολική βελτίωση του περιβάλλοντος.

30. Η Επιτροπή επισήμανε ότι η παράκαμψη Riva del Garda θεωρήθηκε ως ολόκληρο έργο που εμπίπτει στην κατηγορία 10 του παραρτήματος II της οδηγίας ΕΠΕ. Ωστόσο, ακόμη και αν δεν θεωρούνταν συνολικό έργο, αλλά τροποποίηση της οδικής σύνδεσης μεταξύ Rovereto και Riva del Garda που εμπίπτει στην κατηγορία 13, πρώτη περίπτωση, του παραρτήματος II της οδηγίας ΕΠΕ, φάνηκε, σε κάθε περίπτωση, ότι η οδηγία ΕΠΕ είχε εφαρμοστεί ορθά από τις ιταλικές αρχές. Πράγματι, είχε αποκλειστεί η ύπαρξη σημαντικών δυσμενών επιπτώσεων στο περιβάλλον για το σύνολο του έργου. Στο πλαίσιο αυτό, τα άρθρα 5 έως 10 της οδηγίας ΕΠΕ εφαρμόζονται *μόνο* στα έργα που ορίζονται στο παράρτημα I ή στα έργα που ορίζονται στο παράρτημα II για τα οποία τα αποτελέσματα του ελέγχου καταδεικνύουν την ανάγκη διενέργειας ΕΠΕ. Αυτό δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Ως εκ τούτου, δεν απαιτούνταν πλήρης ΕΠΕ, η οποία να καλύπτει τις πτυχές που ορίζονται στο προαναφερθέν άρθρο της οδηγίας ΕΠΕ.

31. Στις 6 Αυγούστου 2004, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για την πρόθεσή της να περατώσει την υπόθεση 2002/5191. Η υπόθεση περατώθηκε στις 7 Οκτωβρίου 2004.

32. Στην επιστολή της 22ας Μαρτίου 2005, απαντώντας στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 3ης Φεβρουαρίου 2005, η Επιτροπή δήλωσε ότι η ΕΠΕ που διενεργήθηκε στο τμήμα Lifano - S. Giovanni επιβεβαίωσε ότι το έργο στο σύνολό του δεν είχε σημαντικές αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Ακόμη και αν, από τυπική άποψη, η παράκαμψη Riva del Garda είχε πράγματι εγκριθεί πριν από την επιβεβαίωση της απουσίας σημαντικών δυσμενών περιβαλλοντικών επιπτώσεων, οι ιταλικές αρχές είχαν τελικά λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με την οδηγία ΕΠΕ. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε ενέργεια της Επιτροπής σχετικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης θα ήταν ακατάλληλη (δεν θα είχε εκπληρώσει κανένα χρήσιμο σκοπό). Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι σκοπός της διαδικασίας επί παραβάσει δεν είναι η επιβολή κυρώσεων στα κράτη μέλη κάθε φορά που υπάρχει παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, αλλά η διασφάλιση ότι τα κράτη μέλη προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους ώστε να είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο.

33. Στη συνέχεια, η Επιτροπή σημείωσε ότι, αμφισβητώντας την ουσία της απόφασής της στο πλαίσιο της διαδικασίας επί παραβάσει 2002/5191, η καταγγέλλουσα αμφισβήτησε τη διακριτική ευχέρεια του θεσμικού οργάνου να αποφασίσει εάν θα κινήσει ή όχι διαδικασία επί παραβάσει σύμφωνα με το άρθρο 226 της συνθήκης ΕΚ.

34. Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι ο καταγγέλλων ενημερωνόταν αμέσως και τακτικά για όλες τις αποφάσεις που αφορούσαν την υπόθεσή του. Ωστόσο, φαίνεται ότι, παρά την έντονη ανταλλαγή επιστολών και τις επανειλημμένες γραπτές εξηγήσεις από τις υπηρεσίες της Επιτροπής, ο καταγγέλλων δεν κατανόησε σωστά το νόημα και τις επιπτώσεις της οδηγίας ΕΠΕ.

*Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή*

35. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ ορίζει τα εξής:

\<\<Τα*κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι, πριν από τη χορήγηση της άδειας, τα έργα που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον λόγω, μεταξύ άλλων, της φύσης, του μεγέθους ή της θέσης τους, υπόκεινται σε υποχρέωση χορήγησης άδειας και εκτίμησης των επιπτώσεών τους. Τα έργα αυτά ορίζονται στο άρθρο 4.\>\>*

Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ ορίζει τα εξής:

\<\<Με*την επιφύλαξη του άρθρου 2 παράγραφος 3, τα έργα των κατηγοριών που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι υποβάλλονται σε εκτίμηση σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 10.\>\>*

Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ ορίζει τα εξής:

\<\<Με*την επιφύλαξη του άρθρου 2 παράγραφος 3, για τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ, τα κράτη μέλη καθορίζουν μέσω: α) κατά περίπτωση εξέταση ή β) κατώτατα όρια ή κριτήρια που καθορίζονται από το κράτος μέλος σχετικά με το αν το έργο θα υποβληθεί σε εκτίμηση σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να εφαρμόσουν και τις δύο διαδικασίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β)\>\>.*

36. Ως εκ τούτου, το παράρτημα I της οδηγίας ΕΠΕ προσδιορίζει τα είδη έργων που ενδέχεται να έχουν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον. Τα έργα αυτά πρέπει *πάντα* να υποβάλλονται σε ΕΠΕ σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10 της οδηγίας ΕΠΕ.

37. Ωστόσο, τα είδη έργων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας ΕΠΕ *δεν έχουν πάντοτε* σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον και, ως εκ τούτου, δεν απαιτούν πάντοτε ΕΠΕ. Τα κράτη μέλη πρέπει να καθορίζουν, είτε κατά περίπτωση είτε βάσει κατώτατων ορίων ή άλλων κριτηρίων, εάν ένα έργο που εμπίπτει στο παράρτημα ΙΙ θα πρέπει να υποβληθεί σε ΕΠΕ.

38. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι το έργο που περιλαμβάνει την παράκαμψη Riva del Garda δεν είναι έργο περιλαμβανόμενο στο παράρτημα I της οδηγίας ΕΠΕ για το οποίο θα ήταν υποχρεωτική η διενέργεια ΕΠΕ. Πρόκειται μάλλον για έργο που εμπίπτει στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας ΕΠΕ

39. Ενώ τα έργα που εμπίπτουν στο παράρτημα ΙΙ δεν απαιτούν πάντοτε ΕΠΕ, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να επαληθεύουν, είτε κατά περίπτωση είτε βάσει κατώτατων ορίων ή κριτηρίων, αν υπάρχει κίνδυνος να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Η αξιολόγηση αυτή αναφέρεται γενικά ως \<\<έλεγχος\>\>.

40. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η παράκαμψη Riva del Garda δεν υποβλήθηκε σε καμία ειδική δοκιμή πριν από την έγκρισή της από τις αρμόδιες αρχές. Αντιθέτως, η θέση των ιταλικών αρχών, η οποία έγινε δεκτή από την Επιτροπή, είναι ότι η επακόλουθη ΕΠΕ για το έργο Lifano - S. Giovanni ήταν επαρκής στο πεδίο εφαρμογής της ώστε να αποτελέσει επίσης \<\<έλεγχο\>\> για το σύνολο της σύνδεσης μεταξύ Rovereto και Riva del Garda, η οποία περιλάμβανε την παράκαμψη Riva del Garda.

41. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η θέση της Επιτροπής θα πρέπει να αξιολογηθεί i) από διαδικαστική άποψη (κατά πόσον το χρονοδιάγραμμα του ελέγχου διαλογής ήταν επαρκές) και ii) από ουσιαστική άποψη (κατά πόσον ο έλεγχος διαλογής ήταν επαρκής).

*Χρονοδιάγραμμα του ελέγχου διαλογής*

42. Όσον αφορά το χρονοδιάγραμμα του ελέγχου διαλογής, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το Δικαστήριο, σε προδικαστική απόφαση σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 6 της οδηγίας 92/43 του Συμβουλίου[\[16\],](#_ftn16){#_ftnref16} έκρινε ότι:

\<\<Η**διάταξη αυτή* θεσπίζει, επομένως, διαδικασία που αποσκοπεί να διασφαλίσει, μέσω προκαταρκτικής εξετάσεως, ότι ένα σχέδιο το οποίο δεν συνδέεται άμεσα με τη διαχείριση του οικείου τόπου ή δεν είναι αναγκαίο για τη διαχείρισή του, αλλά ενδέχεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις σε αυτόν, εγκρίνεται μόνον κατά το μέτρο που δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου αυτού.*

(...)

*Λαμβανομένης ιδίως υπόψη της αρχής της προφύλαξης, η οποία αποτελεί ένα από τα θεμέλια του υψηλού επιπέδου προστασίας που επιδιώκει η κοινοτική πολιτική στον τομέα του περιβάλλοντος (...), *υφίσταται τέτοιος κίνδυνος* \[να έχει ένα σχέδιο σημαντικές επιπτώσεις στον οικείο τόπο\] εάν δεν μπορεί να αποκλειστεί βάσει αντικειμενικών πληροφοριών ότι το σχέδιο θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στον οικείο τόπο.\>\>* [\[17\]](#_ftn17){#_ftnref17}

43. Κατ' αναλογία, η ίδια αρχή θα πρέπει να εφαρμόζεται στη διαδικασία ελέγχου που προβλέπεται για τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας ΕΠΕ. Οι ιταλικές αρχές σαφώς δεν ενήργησαν αναλόγως, δεδομένου ότι δεν διενήργησαν τουλάχιστον προκαταρκτικό έλεγχο πριν από την έγκριση του τμήματος που περιλάμβανε την παράκαμψη Riva del Garda.

44. Η Επιτροπή παραδέχεται ότι ο έλεγχος θα έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί *πριν από* την έγκριση του έργου. Η θέση της Επιτροπής είναι ότι, μολονότι οι ιταλικές αρχές υπέπεσαν σε τυπικό σφάλμα όσον αφορά τον *χρόνο διενέργειας* του \<\<ελέγχου\>\>, οποιαδήποτε ενέργεια εκ μέρους της βάσει του άρθρου 226 της συνθήκης ΕΚ θα ήταν, στο στάδιο αυτό, ακατάλληλη, δεδομένου ότι δεν θα εξυπηρετούσε κανέναν πρακτικό σκοπό.

45. Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί, ωστόσο, ότι σκοπός της διαδικασίας επί παραβάσει δεν είναι η επιβολή κυρώσεων στα κράτη μέλη κάθε φορά που υπάρχει παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, αλλά η διασφάλιση ότι τα κράτη μέλη προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους ώστε να είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο. Τα κοινοτικά δικαστήρια και ο Διαμεσολαβητής αναγνώρισαν ότι η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια όταν αποφασίζει κατά πόσον η ύπαρξη συγκεκριμένης περίπτωσης μη συμμόρφωσης με το κοινοτικό δίκαιο θα πρέπει να οδηγήσει την Επιτροπή να αναλάβει περαιτέρω δράση σύμφωνα με το άρθρο 226 της συνθήκης ΕΚ.

46. Όπως επισημάνθηκε στο σημείο 16 των παρουσών προτάσεων, η ανακοίνωση απαιτεί, μεταξύ άλλων, από την Επιτροπή να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να περατώσει μια καταγγελία. Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή ενημέρωσε πράγματι τον καταγγέλλοντα για τους λόγους της απόφασής της να μην ενεργήσει κατά της Ιταλίας, παρά το γεγονός ότι οι ιταλικές αρχές δεν είχαν διενεργήσει έλεγχο *πριν* εγκρίνουν το σχετικό τμήμα του έργου. Πράγματι, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν θα λάβει μέτρα σχετικά με την περίπτωση του καταγγέλλοντος παρά το σφάλμα αυτό της Ιταλίας, διότι τα μέτρα αυτά δεν θα εξυπηρετούν πλέον κανένα πρακτικό σκοπό. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η προσέγγιση της Επιτροπής σε αυτή την πτυχή της υπόθεσης εμπίπτει στις αρμοδιότητές της.

*Η επάρκεια του ελέγχου διαλογής*

47. Όσον αφορά την ουσιαστική πτυχή του ελέγχου της παράκαμψης Riva del Garda, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι τα κοινοτικά δικαστήρια έχουν θεσπίσει συγκεκριμένες αρχές σχετικά με τη φύση μιας τέτοιας διαδικασίας ελέγχου.

48. Το Δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση *WWF* ότι:[\[18\]](#_ftn18){#_ftnref18}

\<\<Το άρθρο 4, παράγραφος 2,*δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας παρέχει στα κράτη μέλη διακριτική ευχέρεια για τον καθορισμό ορισμένων τύπων σχεδίων που θα υποβληθούν σε εκτίμηση ή για τον καθορισμό των εφαρμοστέων κριτηρίων ή κατώτατων ορίων. Ωστόσο, τα όρια αυτής της διακριτικής ευχέρειας απορρέουν από την υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, σύμφωνα με την οποία τα έργα που ενδέχεται, μεταξύ άλλων, λόγω της φύσης, του μεγέθους ή της θέσης τους, να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον πρέπει να υποβάλλονται σε εκτίμηση επιπτώσεων.\>\>*

49. Αυτό σημαίνει ότι, εάν ένα κράτος μέλος:

\<\<\[ε*\]θεσπίζει κριτήρια ή κατώτατα όρια σε τέτοιο επίπεδο ώστε, στην πράξη, μια ολόκληρη κατηγορία έργων να εξαιρείται εκ των προτέρων από την απαίτηση διενέργειας εκτίμησης επιπτώσεων ώστε να υπερβαίνει τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 1 και του άρθρου 4 παράγραφος 2 της οδηγίας, εκτός εάν όλα τα έργα που εξαιρούνται θα μπορούσαν, στο σύνολό τους, να θεωρηθούν ότι δεν ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.\>\>* [\[19\]](#_ftn19){#_ftnref19}

50. Επιπλέον, όπως έκρινε το Δικαστήριο, ο έλεγχος πρέπει να είναι πλήρης[\[20\]](#_ftn20){#_ftnref20} και επαρκής:

\<\<\[*\] απόφαση με την οποία η αρμόδια εθνική αρχή κρίνει ότι τα χαρακτηριστικά ενός έργου δεν απαιτούν να υποβληθεί το έργο σε εκτίμηση των επιπτώσεών του στο περιβάλλον πρέπει να περιέχει ή να συνοδεύεται από όλες τις πληροφορίες που επιτρέπουν να εξακριβωθεί ότι βασίζεται σε κατάλληλο έλεγχο, ο οποίος διενεργείται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας 85/337\>\>* [\[21\]](#_ftn21){#_ftnref21}

51. Ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να αποκλείσει ότι μια πλήρης ΕΠΕ, η οποία διενεργείται σε συγκεκριμένο τμήμα ενός έργου, μπορεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, να επαρκεί για την \<\<προβολή\>\> άλλου τμήματος του εν λόγω έργου. Στην παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να αποκλείσει ότι η πλήρης ΕΠΕ που διενεργήθηκε στο τμήμα Linfano-S. Giovanni της οδικής σύνδεσης μεταξύ Rovereto και Riva del Garda συνιστά επαρκή έλεγχο για την παράκαμψη Riva del Garda. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή θα πρέπει να παράσχει συγκεκριμένες και ρητές πληροφορίες στον καταγγέλλοντα που να αποδεικνύουν ότι αυτό όντως συμβαίνει.

52. Κατά την εξέταση καταγγελίας σχετικά με εικαζόμενη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από κράτος μέλος, η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει αν θα κινήσει ή όχι διαδικασία επί παραβάσει ή αν θα παραπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο. Ωστόσο, οι αρχές της χρηστής διοίκησης εν γένει, και η ανακοίνωση ειδικότερα όσον αφορά το άρθρο 226 των καταγγελιών, απαιτούν από ένα θεσμικό όργανο να αιτιολογεί τις αποφάσεις του. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να είναι επαρκείς και συνεπείς.

53. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, για να δικαιολογήσει το κλείσιμο της υπόθεσης 2002/5191, η Επιτροπή αναφέρθηκε μόνο γενικά στο γεγονός ότι οι ιταλικές αρχές είχαν τελικά διενεργήσει ΕΠΕ στο τμήμα Linfano-S. Giovanni και ότι από την εν λόγω ΕΠΕ προέκυψε ότι το έργο στο σύνολό του (συμπεριλαμβανομένης της παράκαμψης Riva del Garda) δεν είχε σημαντικές δυσμενείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Ωστόσο, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 22 ανωτέρω, οι έμμεσες αναφορές στη Riva del Garda και στην παράκαμψη Riva del Garda στο πλαίσιο της ΕΠΕ που διενεργήθηκε στο τμήμα Linfano-S. Giovanni ήταν εξαιρετικά περιορισμένες.

54. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η εξήγηση της Επιτροπής σχετικά με τους λόγους για τους οποίους περάτωσε την καταγγελία 2002/5191 δεν είναι επαρκής και συνεκτική. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε τους λόγους αυτούς όταν απάντησε στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 3ης Φεβρουαρίου 2005. Αυτό αποτέλεσε περίπτωση κακοδιοίκησης και ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει επικριτική παρατήρηση.

55. Ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι το συμπέρασμα αυτό δεν συνεπάγεται ότι η Επιτροπή είχε την υποχρέωση να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ιταλίας, αλλά μάλλον ότι δεν παρέσχε επαρκή και συνεκτική εξήγηση όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να μην κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ιταλίας.

### Β. Ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή πρέπει να επανεξετάσει την απόφασή της να περατώσει την καταγγελία 2002/5191

*Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή*

56. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, κατά τη γνώμη του, η Επιτροπή δεν διατύπωσε συγκεκριμένες παρατηρήσεις σχετικά με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, πέραν εκείνων που διατυπώθηκαν σχετικά με τους ισχυρισμούς του.

57. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δεν αναφέρθηκε συγκεκριμένα στον ισχυρισμό του.

*Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή*

58. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, υπό το πρίσμα των συμπερασμάτων που συνάγονται στην παράγραφο 55 ανωτέρω, ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος δεν μπορεί να γίνει δεκτός.

### Γ. Συμπεράσματα

Αφού ανέλυσα διεξοδικά και αξιολόγησα προσεκτικά τις πληροφορίες που μου υποβλήθηκαν, αποφάσισα να περατώσω την έρευνά μου με μια επικριτική παρατήρηση:

{#CR47/2008}

Κατά την εξέταση καταγγελίας σχετικά με εικαζόμενη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από κράτος μέλος, η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την κίνηση ή μη διαδικασίας επί παραβάσει. Ωστόσο, οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν από ένα θεσμικό όργανο να αιτιολογεί τις αποφάσεις του. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να είναι επαρκείς και συνεπείς. Ελλείψει περαιτέρω συγκεκριμένων εξηγήσεων, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί επαρκείς και συνεκτικές τις εξηγήσεις της Επιτροπής σχετικά με τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να περατώσει την εξέταση της καταγγελίας 2002/5191.

Θα ενημερώσω τον καταγγέλλοντα και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την απόφαση αυτή.

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ

Στρασβούργο, 18 Δεκεμβρίου 2008

*** ** * ** ***

[\[1\]](#_ftnref1){#_ftn1} Οδηγία 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 175, σ. 40). Η οδηγία αυτή τροποποιήθηκε στη συνέχεια με την οδηγία 97/11/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997 (ΕΕ 1997, L 73, σ. 5).

[\[2\]](#_ftnref2){#_ftn2} Το σχέδιο τροποποιήθηκε με αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου 2001 και της 3ης Σεπτεμβρίου 2004.

[\[3\]](#_ftnref3){#_ftn3} Αποφάσεις του Διαμεσολαβητή στις υποθέσεις 480/2004/TN και 3255/2005/IP, διαθέσιμες στη διεύθυνση: [http://www.ombudsman.europa.eu](/)

[\[4\]](#_ftnref4){#_ftn4} Βλ. υπόθεση C-200/88, *Επιτροπή κατά Ελλάδας,* Συλλογή \[1990\] I-4299, σκέψη 9.

[\[5\]](#_ftnref5){#_ftn5} Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου \[COM(2002) 141 τελικό\]· ΕΕ 2002, C 244, σ. 5.

[\[6\]](#_ftnref6){#_ftn6} Ιταλικός νόμος 28/88 και εκτελεστικός κανονισμός D.P.G.P. No.13-11/Leg/1989.

[\[7\]](#_ftnref7){#_ftn7} D.P.G.P. No.13-11/Leg/1989.

[\[8\]](#_ftnref8){#_ftn8} Επαρχιακός νόμος αριθ. 28 της 29ης Αυγούστου 1988, όπως τροποποιήθηκε με τα ακόλουθα διατάγματα: 13-11/Leg της 22ας Νοεμβρίου 1989, 7-21/Leg της 10ης Μαΐου 1995 και 5-56/Leg της 13ης Μαρτίου 2001. Εφεξής, \<\<ο επαρχιακός νόμος\>\>.

[\[9\]](#_ftnref9){#_ftn9} Μετάφραση από τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή.

[\[10\]](#_ftnref10){#_ftn10} Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην υπόθεση C-392/96 *Επιτροπή κατά Ιρλανδίας* \[1999\] Συλλογή I-5901.

[\[11\]](#_ftnref11){#_ftn11} Δεδομένου ότι οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος ήταν στα ιταλικά, το κείμενο μεταφράστηκε από τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή.

[\[12\]](#_ftnref12){#_ftn12} "Στην*περίπτωση έργων τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 4, πρέπει να υποβάλλονται σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι ο κύριος του έργου παρέχει με την κατάλληλη μορφή τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα ΙΙΙ, εφόσον:*

*α) τα κράτη μέλη θεωρούν ότι οι πληροφορίες αφορούν ένα δεδομένο στάδιο της διαδικασίας αδειοδότησης και τα ειδικά χαρακτηριστικά ενός συγκεκριμένου έργου ή τύπου έργου και τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά που ενδέχεται να επηρεαστούν·*

*β) τα κράτη μέλη θεωρούν ότι μπορεί εύλογα να απαιτηθεί από τον κύριο του έργου να συγκεντρώσει τις πληροφορίες αυτές λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τις τρέχουσες γνώσεις και μεθόδους αξιολόγησης.\>\>*

[\[13\]](#_ftnref13){#_ftn13} "Τα*κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι οι αρχές τις οποίες ενδέχεται να αφορά το έργο, λόγω των ειδικών περιβαλλοντικών αρμοδιοτήτων τους, έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν τη γνώμη τους σχετικά με την αίτηση χορήγησης άδειας. Τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρχές των οποίων πρέπει να ζητείται η γνώμη για τον σκοπό αυτό με γενικούς όρους ή σε κάθε περίπτωση κατά την υποβολή της αίτησης συγκατάθεσης. Οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 5 διαβιβάζονται στις εν λόγω αρχές. Οι λεπτομέρειες των διαβουλεύσεων καθορίζονται από τα κράτη μέλη (...)\>\>*

[\[14\]](#_ftnref14){#_ftn14} "*1. Όταν έχει ληφθεί απόφαση για τη χορήγηση ή την άρνηση χορήγησης άδειας, η αρμόδια αρχή ή οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν σχετικά το κοινό σύμφωνα με τις κατάλληλες διαδικασίες και θέτουν στη διάθεση του κοινού τις ακόλουθες πληροφορίες:*

*- το περιεχόμενο της απόφασης και τους τυχόν όρους που συνδέονται με αυτήν,*

*- τους κύριους λόγους και τις εκτιμήσεις στις οποίες βασίζεται η απόφαση,*

*- περιγραφή, όπου απαιτείται, των κυριότερων μέτρων για την αποφυγή, τη μείωση και, ει δυνατόν, την αντιστάθμιση των κυριότερων δυσμενών επιπτώσεων.*

*2. Η αρμόδια αρχή ή αρχές ενημερώνουν κάθε κράτος μέλος του οποίου ζητήθηκε η γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 7, διαβιβάζοντάς του τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1.\>\>*

[\[15\]](#_ftnref15){#_ftn15} Κατασκευή οδών, λιμένων και λιμενικών εγκαταστάσεων, συμπεριλαμβανομένων των αλιευτικών λιμένων - έργα που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι.

[\[16\]](#_ftnref16){#_ftn16} Οδηγία 92/43/ΕΟΚ, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ 1992, L 206, σ. 7).

[\[17\]](#_ftnref17){#_ftn17} Υπόθεση C-127/02, *Landelijke Vereniging tot Behoud van de Waddenzee, Nederlandse Vereniging tot Bescherming van Vogels κατά Staatssecretaris van Landbouw, Natuurbeheer en Visserij,* Συλλογή 2004, σ. I-7405, σκέψεις 34 και 44.

[\[18\]](#_ftnref18){#_ftn18} Υπόθεση C-435/97 ***World Wildlife Fund (WWF) κ.λπ. κατά Autonome Provinz Bozen κ.λπ.,*** Συλλογή 1999, σ. I-5403, σκέψη 36.

[\[19\]](#_ftnref19){#_ftn19} Υπόθεση C-435/97 ανωτέρω, σκέψη 38· Υπόθεση C-72/95 ανωτέρω, σκέψη 53.

[\[20\]](#_ftnref20){#_ftn20} Υπόθεση C-87/02, *Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας,* Συλλογή \[2004\] I-05975, σκέψη 44.

[\[21\]](#_ftnref21){#_ftn21} Υπόθεση C-87/02 ανωτέρω, σκέψη 49.