FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 1564/2006/(PB)(BM)VIK κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ

1.         Η παρούσα καταγγελία αφορά εντολή ανάκτησης που εκδόθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε σχέση με έργο X. Η καταγγελία υποβλήθηκε για λογαριασμό εταιρείας που δραστηριοποιείται στον τομέα των κοινωνικών επιστημών, η οποία ήταν εταίρος σε κοινοπραξία που συστάθηκε για την υλοποίηση του ανωτέρω έργου. Στόχος του έργου ήταν να προτείνει μακροπρόθεσμες λύσεις ικανές να επιτρέψουν στις οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα να έχουν πρόσβαση σε επαρκή στέγαση.

2.         Η υλοποίηση του εν λόγω έργου επρόκειτο να χρηματοδοτηθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ έξι οίκοι επίδειξης επρόκειτο να κατασκευαστούν σε 3 διαφορετικά κράτη μέλη της ΕΕ. Οι εργασίες για το έργο επρόκειτο να πραγματοποιηθούν μέσω εννέα λεγόμενων «πακέτων εργασίας» («ΠΕ»). Ο καταγγέλλων επρόκειτο να συμμετάσχει σε τρεις από αυτές. Οι αρμοδιότητές της ήταν οι εξής:

α) διενεργεί ανάλυση των αναγκών των ατόμων χαμηλού εισοδήματος πριν από τον σχεδιασμό των κατοικιών (WP1)·

β) να εκπονεί και να διενεργεί έρευνες σχετικά με τους κατοίκους των κτιρίων (ΠΕ7)· και

γ) αξιολογεί το έργο και τη χρησιμότητα των αποτελεσμάτων του (ΠΕ8).

Η παρούσα καταγγελία αφορά μόνο το έργο του καταγγέλλοντος στο πλαίσιο του WP1 και του WP7.

3.         Το εν λόγω έργο διεπόταν από σύμβαση, η οποία υπεγράφη από τη Γενική Διεύθυνση Ενέργειας και Μεταφορών της Επιτροπής και τους εταίρους της κοινοπραξίας. το παράρτημα I (μέρος Α) της σύμβασης συνίστατο σε οικονομικά έντυπα· Το παράρτημα Ι (μέρος Β) περιείχε περιγραφή των εργασιών που έπρεπε να εκτελέσουν οι εταίροι («Περιγραφή των εργασιών»). Στο παράρτημα II καθορίζονταν οι γενικοί όροι υλοποίησης του σχεδίου (στο εξής: γενικοί όροι).

4.         Λόγω των διοικητικών προβλημάτων που ανέκυψαν κατά την υλοποίηση του έργου, κατέστη προφανές ότι τα σπίτια επίδειξης δεν μπορούσαν να ανεγερθούν. Λόγω της μη κατασκευής των κατοικιών, η σύμβαση έπρεπε να καταγγελθεί και η Επιτροπή έπρεπε να εκτιμήσει το ποσό της κοινοτικής ενίσχυσης που έπρεπε να επιστραφεί από τους εταίρους της κοινοπραξίας. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα ανακτούσε από όλους τους εταίρους ένα ορισμένο χρηματικό ποσό το οποίο είχε προηγουμένως μεταβιβαστεί σε αυτούς από την Επιτροπή. Όσον αφορά τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή αποφάσισε ότι έπρεπε να ανακτήσει ποσό ύψους 36 250,54 ευρώ.

5.         Ο καταγγέλλων διαφώνησε έντονα με την απόφαση της Επιτροπής. Προκειμένου να αποσαφηνίσει την κατάσταση, απηύθυνε πρώτα τις αιτιάσεις της στον συντονιστή του έργου. Ο συντονιστής απάντησε στον καταγγέλλοντα, ενημερώνοντάς τον ότι κατανοεί την κατάσταση. Υποστήριξε ότι ο αρμόδιος για το έργο υπάλληλος της Επιτροπής (στο εξής: τεχνικός υπάλληλος) είχε δύο επιλογές: i) είτε για τη διενέργεια λεπτομερούς ανάλυσης των εργασιών του έργου που ολοκληρώθηκαν από καθέναν από τους εταίρους της κοινοπραξίας, είτε ii) για την επίτευξη συμβιβαστικής λύσης. Η διενέργεια λεπτομερούς ανάλυσης των εργασιών που ολοκληρώθηκαν θα ήταν μια πιο περίπλοκη και χρονοβόρα επιλογή. Θα συνεπαγόταν επίσης τον κίνδυνο περαιτέρω μείωσης της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Επιτροπής. Η συμβιβαστική λύση, από την άλλη πλευρά, ήταν μια ταχεία λύση στην οποία τα πακέτα εργασίας από το πρόγραμμα εργασίας θα λαμβάνονταν στην ονομαστική τους αξία. Σύμφωνα με τον συντονιστή, η Επιτροπή επέλεξε τη συμβιβαστική λύση. Στο πλαίσιο αυτό, δήλωσε επίσης ότι οι εταίροι της κοινοπραξίας είχαν τρεις επιλογές: i) «όλοι οι εταίροι αρνούνται την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ζητούν λεπτομερή ανάλυση των προαναφερθέντων κινδύνων»· ii) «όλοι οι εταίροι αποδέχονται τον συμβιβασμό της ΕΚ»· ή iii) «κάθε εταίρος μπορεί να φθάσει στην ΕΚ στο δικό του [sic] και να συζητήσει με [τον υπάλληλο της Επιτροπής]».

6.         Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον τεχνικό υπάλληλο της Επιτροπής και διαμαρτυρήθηκε έντονα για το συμπέρασμα της Επιτροπής. Υποστήριξε ότι είχε αναλάβει και ολοκληρώσει περισσότερες εργασίες στο πλαίσιο του WP1 και εξέθεσε λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίο οι εργασίες είχαν μετατοπιστεί μεταξύ των εταίρων. Ο καταγγέλλων επέμεινε ότι παρείχε πάντοτε τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα για την εργασία του και ζήτησε ουσιαστικά λεπτομερή ανάλυση της εργασίας και των δικαιωμάτων των μεμονωμένων εταίρων. Ο καταγγέλλων επανέλαβε τη διαφωνία του με την απόφαση της Επιτροπής σε δύο επιστολές που απηύθυνε στην Επιτροπή στις 20 Μαΐου 2005 και στις 5 Σεπτεμβρίου 2005 [1].

7.         Στις 13 Απριλίου 2006, ο καταγγέλλων υπέβαλε επίσημη καταγγελία στην Επιτροπή για παραβίαση του ευρωπαϊκού κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι δεν είχε λάβει ακόμη απάντηση στην προαναφερθείσα επιστολή που εστάλη στις 5 Σεπτεμβρίου 2005. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτό συνιστούσε σαφή παραβίαση του άρθρου 14 του προαναφερθέντος κώδικα [2]. Επισήμανε επίσης ρητώς, μεταξύ άλλων, ότι είχε ζητήσει πληροφορίες σχετικά με πιθανές μορφές επανόρθωσης.

8.        Στις 26 Μαΐου 2006, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.

9.        Στις 29 Μαΐου 2006, η Επιτροπή απάντησε στην επιστολή του καταγγέλλοντος που εστάλη στις 5 Σεπτεμβρίου 2005. Η απάντηση της Επιτροπής, η οποία έδωσε την τελική θέση του θεσμικού οργάνου επί του θέματος, ανέφερε τα εξής:

«Σε συνέχεια της επιστολής σας της 5ης Σεπτεμβρίου 2005, η Επιτροπή απάντησε στον συντονιστή της σύμβασης στις 28 Νοεμβρίου 2005 και στις 6 Φεβρουαρίου 2006, όπως προβλέπεται στις συμβατικές ρήτρες. Στις απαντήσεις τους, οι υπηρεσίες της Επιτροπής επιβεβαίωσαν τις αποφάσεις που ελήφθησαν σχετικά με την αξιολόγηση της τελικής έκθεσης, καθώς δεν υπήρχαν νέα στοιχεία για την επανεξέταση των όρων της αξιολόγησης. Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή προέβη στην ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων προκαταβολών.

Σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 της σύμβασης: το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και, σε περίπτωση αναιρέσεως, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι το μόνο αρμόδιο να αποφαίνεται επί των διαφορών μεταξύ της Κοινότητας, αφενός, και των αντισυμβαλλομένων, αφετέρου, όσον αφορά το κύρος, την εφαρμογή ή την ερμηνεία της παρούσας σύμβασης.

[...] Οι λόγοι για την απόρριψη μέρους των δαπανών που δηλώθηκαν από [τον καταγγέλλοντα] αφορούν την ευκαιρία και τον οριστικό χαρακτήρα των δηλωθεισών εργασιών και των συναφών δαπανών και όχι το ίδιο το γεγονός των δαπανών. Είναι σαφές για την Επιτροπή ότι [ο καταγγέλλων] πραγματοποίησε δαπάνες για δαπάνες προσωπικού [sic] μολονότι ήταν προφανές ότι το έργο δεν επρόκειτο να υλοποιηθεί όπως είχε προγραμματιστεί.

Η σύμβαση αποτελεί επιχορήγηση και όχι παροχή υπηρεσιών. Είναι αποδεδειγμένο ότι [ο καταγγέλλων] γνώριζε πολύ καλά την έλλειψη της αναγκαίας άδειας για την ανέγερση των κτιρίων, δεδομένου ότι τα προβλήματα αυτά αντικατοπτρίζονται σαφώς στα πρακτικά των διαφόρων συνεδριάσεων συντονισμού που πραγματοποίησε η κοινοπραξία. Ενώ οι άλλοι εταίροι σταμάτησαν τις εργασίες τους, [η καταγγέλλουσα] προφανώς αποφάσισε να συνεχίσει να εργάζεται για δράσεις που δεν ήταν χρήσιμες, θεωρώντας ότι τα κτίρια δεν επρόκειτο να ανεγερθούν. Η Επιτροπή δεν ευθύνεται για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο [ο καταγγέλλων] ισχυρίζεται ότι [ο καταγγέλλων ] εκτέλεσε καθήκοντα τα οποία δεν είχαν κανένα σκοπό. Εφαρμόζοντας την αρχή της καλής πίστης, η Επιτροπή αποδέχθηκε όλες τις δηλωθείσες δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν πριν από οποιαδήποτε απόδειξη εγκατάλειψης του έργου, αλλά δεν μπορεί να αποδεχθεί καμία απαίτηση για δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν στη συνέχεια.»

10.      Σύμφωνα με τη συνοπτική παρουσίαση των επιλέξιμων δαπανών για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2000 έως τις 15 Δεκεμβρίου 2003, το συνολικό κόστος που ζήτησε ο καταγγέλλων για τις εργασίες του σχεδίου ανερχόταν σε 93 984,59 ευρώ. Το ποσό αυτό περιλάμβανε δαπάνες προσωπικού, οδοιπορικά και έξοδα διαμονής, έμμεσες δαπάνες και προσαρμογές.

11.      Πριν από την εντολή ανάκτησης, η Επιτροπή είχε καταβάλει στον καταγγέλλοντα 80 950,54 ευρώ. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η Επιτροπή είχε ανακτήσει εσφαλμένα 36 250,74 ευρώ [3] από αυτόν. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή της όφειλε πρόσθετο ποσό ύψους 8 733,44 ευρώ για τις εργασίες που είχε ολοκληρώσει για το έργο. Ο καταγγέλλων υπολόγισε τη συνολική απαίτησή του μετά την εντολή ανάκτησης σε 44 984,18 EUR. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονταν τα έξοδα ταξιδίου και διαμονής, καθώς και τα έμμεσα έξοδα.

12.      Όσον αφορά τις εργασίες στο πλαίσιο του WP1, η Επιτροπή δέχθηκε να καταβάλει στον καταγγέλλοντα 35 500 EUR, ποσό που ήταν το μέγιστο ποσό που προβλεπόταν για τις εργασίες του στο πλαίσιο του WP1. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε, ωστόσο, ότι, δεδομένου ότι είχε ολοκληρώσει περισσότερες εργασίες στο πλαίσιο του WP1, είχε το δικαίωμα να λάβει υψηλότερο ποσό. Κατά την άποψή της, η Επιτροπή έπρεπε να καταβάλει συνολικό ποσό 45 300 EUR για τις εργασίες της στο πλαίσιο του WP1.

13.      Όσον αφορά το WP7, η Επιτροπή δέχθηκε να καταβάλει το 20 % (9 200 EUR) του μέγιστου ποσού που προβλέπεται για τις εργασίες του καταγγέλλοντος στο πλαίσιο του WP7 (46.000 EUR). Ωστόσο, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι είχε ολοκληρώσει σχεδόν το 50 % των εργασιών στο πλαίσιο του WP7 και, ως εκ τούτου, ισχυρίστηκε ότι θα έπρεπε να είχε λάβει 21 150 EUR από την Επιτροπή για τις εργασίες του στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος εργασίας.

ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

14.      Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο Διαμεσολαβητής εντόπισε τους ακόλουθους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς.

15.      Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή είχε εσφαλμένα αποφασίσει να ανακτήσει τα ποσά που καταβλήθηκαν στον καταγγέλλοντα. Στο πλαίσιο αυτό, υποστήριξε τα εξής:

α) ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν έλαβε υπόψη ότι οι σχετικές δαπάνες είχαν πραγματοποιηθεί προτού καταστεί σαφές ότι τα σπίτια επίδειξης δεν θα κατασκευάζονταν·

β) ότι η Επιτροπή κακώς παρέλειψε να στηρίξει την απόφασή της περί ανακτήσεως στο πραγματικό και όχι στο εκτιμώμενο κόστος, μολονότι ο σχετικός εφαρμοστέος κοινοτικός κανονισμός απαιτεί το αποδεκτό κόστος να είναι πραγματικό κόστος·

γ) ότι η Επιτροπή κακώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μεταφορά εργασιών μεταξύ των «πακέτων εργασιών» του σχεδίου δεν είχε εγκριθεί (ρητά ή σιωπηρά) από την Επιτροπή.

16.      Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή αρχικά δεν του παρείχε πληροφορίες σχετικά με τα πιθανά ένδικα μέσα (άρθρο 19 του ευρωπαϊκού κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς).

17.      Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να ανακαλέσει την απόφασή της για ανάκτηση και να την καταβάλει στο ακέραιο για τις πραγματικές ώρες εργασίας του προσώπου που εκτέλεσε άμεσα τις επιστημονικές εργασίες και παρήγαγε τα παραδοτέα που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή.

18.      Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στην επιστολή της 5ης Σεπτεμβρίου 2005 και, ως εκ τούτου, παραβίασε το άρθρο 14 του ευρωπαϊκού κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς. Δεδομένου ότι, στις 6 Ιουνίου 2006, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι η Επιτροπή είχε, εν τω μεταξύ, απαντήσει στην ανωτέρω επιστολή, ο Διαμεσολαβητής, σύμφωνα με το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ, έκρινε ότι δεν συνέτρεχε πλέον λόγος να εξεταστεί ο ισχυρισμός αυτός.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

19.      Με επιστολή της 8ης Αυγούστου 2006, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τους ισχυρισμούς και τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, οι οποίοι εκτίθενται στις παραγράφους 15-17 ανωτέρω. Ως εκ τούτου, ζήτησε από την Επιτροπή να γνωμοδοτήσει επί του θέματος, πράγμα που έπραξε στις 6 Μαρτίου 2007. Η γνώμη διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία υπέβαλε στις 19 Απριλίου 2007.

20.      Αφού εξέτασε τη γνώμη της Επιτροπής και τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής έκρινε αναγκαίο να διεξαγάγει περαιτέρω έρευνες, ζητώντας ορισμένες διευκρινίσεις από την Επιτροπή. Η περαιτέρω γνώμη της Επιτροπής σχετικά με τα ερωτήματα που έθεσε ο Διαμεσολαβητής διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα για παρατηρήσεις, τις οποίες ο τελευταίος απέστειλε στις 9 Ιουνίου 2008.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του ελέγχου του Διαμεσολαβητή

21.      Σύμφωνα με το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έχει την εξουσία να λαμβάνει καταγγελίες "σχετικά με περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης του οργάνου ή των οργανισμών της Κοινότητας." Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι κακοδιοίκηση συντρέχει όταν ένας δημόσιος οργανισμός παραλείπει να ενεργήσει σύμφωνα με κανόνα ή αρχή που τον δεσμεύει. Επομένως, κακοδιοίκηση μπορεί επίσης να διαπιστωθεί όταν πρόκειται για την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τα όργανα ή τους οργανισμούς των Κοινοτήτων.

22.      Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το πεδίο του ελέγχου που μπορεί να διενεργήσει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αναγκαστικά περιορισμένο. Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι δεν θα πρέπει να επιδιώκει να διαπιστώσει αν υπήρξε παραβίαση της σύμβασης από οποιοδήποτε από τα μέρη, εάν το ζήτημα αμφισβητείται. Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο από αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να ακούσει τα επιχειρήματα των διαδίκων σχετικά με το σχετικό εθνικό δίκαιο και να αξιολογήσει αντικρουόμενα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τυχόν αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά.

23.      Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, σε υποθέσεις που αφορούν συμβατικές διαφορές, δικαιολογείται να περιοριστεί η έρευνά του στην εξέταση του κατά πόσον το θεσμικό όργανο ή ο οργανισμός της Κοινότητας του παρέσχε συνεκτική και εύλογη εικόνα της νομικής βάσης των πράξεών του και των λόγων για τους οποίους θεωρεί ότι η άποψή του σχετικά με τη συμβατική θέση είναι δικαιολογημένη. Στην περίπτωση αυτή, ο Διαμεσολαβητής θα συμπεράνει ότι από την έρευνά του δεν προέκυψε περίπτωση κακοδιοίκησης. Το συμπέρασμα αυτό δεν θίγει το δικαίωμα των μερών να εξεταστεί η συμβατική διαφορά τους και να διευθετηθεί έγκυρα από αρμόδιο δικαστήριο.

Όσον αφορά τις καταγγελίες που φέρονται να υπέβαλαν άλλα μέλη της κοινοπραξίας

24.      Στην περαιτέρω γνώμη της, η Επιτροπή παρατήρησε ότι κανένα από τα άλλα μέλη της κοινοπραξίας δεν είχε προβλήματα με την εντολή ανάκτησης της Επιτροπής ούτε υποστήριξε τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος. Στις περαιτέρω παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η δήλωση αυτή αποτελούσε εσκεμμένη προσπάθεια της Επιτροπής να παραπλανήσει τον Διαμεσολαβητή, δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε, στην πραγματικότητα, λάβει καταγγελίες και από τέσσερις άλλους εταίρους της κοινοπραξίας. Μολονότι οι εν λόγω ανάδοχοι είχαν υποβάλει καταγγελία στην Επιτροπή, μόνο ο καταγγέλλων αποφάσισε τελικά να προσβάλει την απόφαση της Επιτροπής ενώπιον του Διαμεσολαβητή.

25.      Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το προαναφερθέν ζήτημα δεν είναι άμεσα συναφές για την εξέταση της παρούσας καταγγελίας. Επίσης, δεν είναι σαφές αν ο καταγγέλλων επιθυμούσε να διατυπώσει περαιτέρω ισχυρισμούς σχετικά με το θέμα αυτό. Σε κάθε περίπτωση, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαίο να εξετάσει τη σχέση μεταξύ της Επιτροπής και άλλων μελών της κοινοπραξίας, δεδομένου ότι η σχέση αυτή σαφώς δεν εμπίπτει στο πεδίο της παρούσας έρευνας. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι το ζήτημα που εγείρει ο καταγγέλλων δεν χρειάζεται να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας. Ωστόσο, κάθε προσπάθεια ενός κοινοτικού θεσμικού οργάνου ή οργανισμού να παραπλανήσει τον Διαμεσολαβητή θα συνιστούσε σαφώς σοβαρή περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα ζητήσει από την Επιτροπή να του παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με το θέμα αυτό, ώστε να μπορέσει να αποφασίσει εάν απαιτείται περαιτέρω δράση.

Όσον αφορά την προσέγγιση του Διαμεσολαβητή

26.      Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο πρώτος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος αποτελείται από 3 σειρές επιχειρημάτων. Τα δύο πρώτα, που παρουσιάζονται στην παράγραφο 15 στοιχεία α) και β), φαίνεται να αφορούν το έργο του καταγγέλλοντος στο πλαίσιο της WP7. Η τελευταία, η οποία συνοψίζεται στην παράγραφο 15 στοιχείο γ), αφορά τον μεγαλύτερο φόρτο εργασίας που ισχυρίστηκε ο καταγγέλλων στο πλαίσιο του WP1. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι θα πρέπει να εξετάσει τον ισχυρισμό αυτό εξετάζοντας πρώτα τα επιχειρήματα που προέβαλαν ο καταγγέλλων και η Επιτροπή σχετικά με την WP1 και, στη συνέχεια, τα επιχειρήματα που σχετίζονται με την WP7.

Α. Σχετικά με το ΠΕ1 και τη μεταφορά εργασιών μεταξύ δεσμών εργασιών (παράγραφος 15 στοιχείο γ) ανωτέρω)

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

27.      Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι οι σχετικές με την εργασία μετατοπίσεις μεταξύ γραμμών του προϋπολογισμού και δεσμών εργασιών επιτρέπονται βάσει του άρθρου 22 παράγραφος 5 των γενικών όρων. Υποστήριξε ότι είχε εκτελέσει το μεγαλύτερο μέρος των εργασιών στο πλαίσιο του WP1 και ότι αυτό αποτυπώθηκε δεόντως στα πρακτικά της εναρκτήριας συνεδρίασης της κοινοπραξίας της 14ης Ιανουαρίου 2000, καθώς και στα οικονομικά έγγραφα, στα παραδοτέα που προσκόμισε ο καταγγέλλων και στο σχέδιο τεχνολογικής εφαρμογής.

28.      Στις 20 Μαΐου 2005, η Επιτροπή απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στους εταίρους της κοινοπραξίας. Στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, εξήγησε ότι δεν θα μπορούσαν να γίνουν δεκτές αποκλίσεις από το ΠΕ1 εκτός εάν είχε υποβληθεί προηγουμένως αίτημα στην Επιτροπή και είχε γίνει δεκτό από αυτήν. Η Επιτροπή τόνισε ότι δεν έλαβε ποτέ τέτοιο αίτημα. Στο πλαίσιο αυτό, επισήμανε την τροποποίηση της σύμβασης, στην οποία η κοινοπραξία δεν πρότεινε τροποποιήσεις στην WP1.

29.      Στην απάντησή της στο ανωτέρω ηλεκτρονικό μήνυμα, η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι η μεταφορά των εργασιών μεταξύ των δεσμών εργασιών πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες. Δεδομένου ότι η απόκλιση των εργασιών στο πλαίσιο του ΠΕ1 ήταν ήσσονος σημασίας (ανερχόμενη σε περίπου 12 %), δεν χρειαζόταν επιστολή από τον συντονιστή του έργου για να δικαιολογηθεί η μεταβίβαση ή η τροποποίηση της σύμβασης. Η διαδικασία αυτή εφαρμοζόταν μόνο για αποκλίσεις άνω του 20 %. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι, δεδομένου ότι δεν απαιτείται άδεια της Επιτροπής για τέτοιες ήσσονος σημασίας αποκλίσεις, η Επιτροπή θα έπρεπε απλώς να αναλύσει το πραγματικό έργο που επιτέλεσε κάθε εταίρος. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή δεν το έπραξε. Ως εκ τούτου, ορισμένοι εταίροι δεν πληρώθηκαν για τις εργασίες που ολοκλήρωσαν, ενώ άλλοι εταίροι πληρώθηκαν για εργασίες που δεν εκτέλεσαν ποτέ.

30.      Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι οι εισαγωγικές παρατηρήσεις σχετικά με τα τέσσερα παραδοτέα στο πλαίσιο του WP1, οι οποίες υποβλήθηκαν στην Επιτροπή στις 11 Ιουνίου 2001, κατέδειξαν σαφώς ότι είχε προσκομίσει και τα τέσσερα από αυτά.

31.      Η Επιτροπή έκρινε ότι:

«δεν [ήταν] δυνατόν στο παρόν στάδιο να γίνουν δεκτές περισσότερες δαπάνες από εκείνες που αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στη σύμβαση και αφορούσαν το WP1 &amp· 2 δεδομένου ότι δεν υποβλήθηκε τέτοιο αίτημα για μετατόπιση του προϋπολογισμού στην Επιτροπή κατά τη διάρκεια της σύμβασης. Πρέπει να καταστεί σαφές ότι σε περίπτωση απόκλισης μικρότερης του 20 % σε σχέση με τον προϋπολογισμό του δικαιούχου δεν υπάρχει ανάγκη τροποποίησης, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει ανάγκη προκαταρκτικής προκήρυξης, όπως εξηγείται στο άρθρο 22.5 του παραρτήματος ΙΙ της σύμβασης, Γενικοί όροι»(επιστολή της Επιτροπής της 20ής Ιουλίου 2005).

32.      Η Επιτροπή υπενθύμισε επίσης ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 της σύμβασης [4], έπρεπε να χρηματοδοτήσει τις επιλέξιμες δαπάνες του έργου έως ένα μέγιστο ποσό που καθοριζόταν στη σύμβαση.

33.      Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή εσκεμμένα απέφυγε να αναφερθεί στα πρακτικά των πρώτων συνεδριάσεων του σχεδίου, για παράδειγμα, στα πρακτικά της εναρκτήριας συνεδρίασης της 14ης Ιανουαρίου 2000. Τα πρακτικά αυτά αποτελούσαν έγκυρο και νομικό εργαλείο για την ενημέρωση της Επιτροπής σχετικά με αποκλίσεις από τις προγραμματισμένες εργασίες. Παραδεχόμενη την ύπαρξη του εν λόγω εγγράφου, η Επιτροπή θα είχε αναγνωρίσει ότι είχε ενημερωθεί πλήρως σχετικά με την απόκλιση και τον μεγαλύτερο όγκο εργασιών που ολοκλήρωσε ο καταγγέλλων στο πλαίσιο του WP1. Τα πρακτικά των συνεδριάσεων, οι περιοδικές εκθέσεις προόδου και τα παραδοτέα που έγιναν δεκτά από την Επιτροπή ήταν επαρκή για την ενημέρωση της Επιτροπής σχετικά με τις σχετικές βάρδιες που σχετίζονται με την εργασία. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν ανέλυσε δεόντως την εν λόγω τεκμηρίωση. Ως εκ τούτου, κακώς αποφάσισε να πληρώσει ορισμένους εταίρους για εργασία που ποτέ δεν έκαναν και ποτέ δεν ισχυρίστηκαν και παρέλειψαν να πληρώσουν τον καταγγέλλοντα για την πρόσθετη εργασία που ολοκλήρωσε και ορθώς ισχυρίστηκε στο πλαίσιο του WP1.

34.      Μετά την ανάλυση των πληροφοριών που παρασχέθηκαν, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι απαιτούνται περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με αυτή την πτυχή της καταγγελίας. Ως εκ τούτου, ζητήθηκε από την Επιτροπή να απαντήσει στο ακόλουθο ερώτημα:

Θα μπορούσε η Επιτροπή να σχολιάσει τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος ότι είχε ενημερωθεί δεόντως (σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 5 των γενικών όρων) για τις βάρδιες που σχετίζονται με την εργασία στο πλαίσιο του WP1 και για το μεγαλύτερο έργο που επιτέλεσε ο καταγγέλλων στο πλαίσιο αυτό μέσω πρακτικών συνεδριάσεων, εκθέσεων προόδου, οικονομικών εγγράφων και του σχεδίου τεχνολογικής εφαρμογής;

35.      Στη συμπληρωματική γνώμη της, η Επιτροπή επανέλαβε ότι, σε αντίθεση με το άρθρο 22 παράγραφος 5 των γενικών όρων, οι ανάδοχοι δεν την ενημέρωσαν για τυχόν αποκλίσεις που σχετίζονται με τις εργασίες.

36.      Στις περαιτέρω παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στο άρθρο 4 των γενικών όρων, το οποίο υποχρεώνει τον συντονιστή να υποβάλλει περιοδικές εκθέσεις που περιέχουν πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο των εργασιών, τους χρησιμοποιούμενους πόρους, τις αποκλίσεις από το χρονοδιάγραμμα και τα αποτελέσματα. Τα πρακτικά των συνεδριάσεων, οι περιοδικές εκθέσεις προόδου, τα οικονομικά έγγραφα και το σχέδιο τεχνολογικής εφαρμογής υποβλήθηκαν δεόντως στην Επιτροπή. Το άρθρο 4 ορίζει ότι «ελλείψει παρατηρήσεων από την Επιτροπή, τα παραδοτέα του έργου (...) θεωρείται ότι έχουν εγκριθεί εντός δύο μηνών από την παραλαβή τους». Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή θα είχε παραβιάσει τις δικές της διαδικασίες, εάν είχε αποδεχθεί το έγγραφο ολοκλήρωσης του έργου, δηλαδή το σχέδιο τεχνολογικής εφαρμογής, χωρίς να εξετάσει τις εργασίες που είχαν πραγματοποιηθεί από κάθε μεμονωμένο εταίρο του έργου. Η Επιτροπή αποδέχθηκε όλα τα σχετικά έγγραφα του έργου, από τα πρακτικά των συνεδριάσεων έως το σχέδιο τεχνολογικής εφαρμογής.

37.      Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η ερμηνεία του άρθρου 3 της σύμβασης από την Επιτροπή ήταν εσφαλμένη, δεδομένου ότι το μέγιστο ποσό που ορίστηκε εκεί για τη συνεισφορά της Κοινότητας δεν αναφερόταν στις επιμέρους δέσμες εργασιών, αλλά στη σύμβαση στο σύνολό της.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

38.      Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ευθύς εξαρχής ότι, σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 5 των γενικών όρων της σύμβασης, οι αντισυμβαλλόμενοι εξουσιοδοτούνται να μεταφέρουν μεταξύ τους τον προϋπολογισμό που παρατίθεται στον πίνακα ενδεικτικής κατανομής των εκτιμώμενων επιλέξιμων δαπανών, υπό την προϋπόθεση ότι: (i) «ενημερώνουν την Επιτροπή για τις μεταφορές αυτές κατά την υπογραφή συμφωνίας που επιβεβαιώνει ότι το πεδίο εφαρμογής του έργου και οι όροι συμμετοχής (...) δεν τροποποιούνται ριζικά»· και ότι ii) «τα συνολικά μεταφερόμενα ποσά δεν υπερβαίνουν το 20 % του ποσού που διατίθεται στον δικαιούχο στον πίνακα ενδεικτικής κατανομής των εκτιμώμενων επιλέξιμων δαπανών.»

39.      Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) των γενικών όρων, ο συντονιστής ήταν υπεύθυνος για τον διοικητικό συντονισμό του έργου. Ειδικότερα, ο ρόλος του συντονιστή ήταν να ενημερώνει την Επιτροπή για τις «μεταφορές στον προϋπολογισμό που παρατίθενται στον πίνακα ενδεικτικής κατανομής των εκτιμώμενων επιλέξιμων δαπανών μεταξύ αναδόχων και μεταξύ κατηγοριών που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 5 του παρόντος παραρτήματος κατόπιν κοινοποίησης στους ενδιαφερομένους».

40.      Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο στ) των γενικών όρων, οι αντισυμβαλλόμενοι θα έπρεπε να «ενημερώνουν τον συντονιστή για τις μεταφορές πιστώσεων στον προϋπολογισμό που παρατίθεται στον πίνακα της ενδεικτικής κατανομής των εκτιμώμενων επιλέξιμων δαπανών μεταξύ τους και μεταξύ κατηγοριών, μόλις πραγματοποιήσουν τις μεταφορές αυτές σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 22 παράγραφος 5» των γενικών όρων.

41.      Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε προσεκτικά τα πρακτικά της συνεδρίασης της 14ης Ιανουαρίου 2000, τα οποία περιλαμβάνουν σύντομη περιγραφή των εργασιών που επρόκειτο να εκτελεστούν από τον καταγγέλλοντα στο πλαίσιο του WP1. Σύμφωνα με τα πρακτικά αυτά, ο καταγγέλλων έπρεπε να «διεξαγάγει εξωτερική ανάλυση (...) σε μακροοικονομικό επίπεδο σε καθεμία από τις 3 χώρες» και να «επιτύχει την εσωτερική ανάλυση σε κάθε χώρα» με τη βοήθεια άλλων εταίρων.

42.      Σύμφωνα με τον κατάλογο των παραδοτέων που επρόκειτο να παραχθούν από την κοινοπραξία στο πλαίσιο της ΔΕ1, ο καταγγέλλων ήταν υπεύθυνος μόνο για την «περίληψη της ανάλυσης αναγκών στις τρεις χώρες τις οποίες αφορούσε το πείραμα», η οποία ήταν ένα από τα τέσσερα παραδοτέα στο πλαίσιο της ΔΕ1. Τα άλλα τρία παραδοτέα στο πλαίσιο του WP1 ήταν οι αναλύσεις αναγκών που έπρεπε να διενεργηθούν στις τρεις ενδιαφερόμενες χώρες. Προβλεπόταν ότι η διεξαγωγή αυτών των αναλύσεων θα ήταν καθήκον άλλων εταίρων του σχεδίου. Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι ο καταγγέλλων όντως πραγματοποίησε περισσότερες εργασίες στο πλαίσιο του WP1 από ό,τι είχε αρχικά προβλεφθεί. Ωστόσο, τα εν λόγω πρακτικά δεν περιέχουν καμία ρητή αναφορά στο γεγονός ότι οι εργασίες που προβλέπονταν από άλλους εταίρους του έργου ανατέθηκαν εκ νέου στον καταγγέλλοντα και ότι ο προϋπολογισμός έπρεπε να προσαρμοστεί αναλόγως.

43.      Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει περαιτέρω ότι οι ρητές πληροφορίες σχετικά με τις αποκλίσεις που σχετίζονται με την εργασία μεταξύ των εταίρων στο πλαίσιο της ΔΕ1 δεν περιλαμβάνονται επίσης στις εισαγωγικές παρατηρήσεις των τεσσάρων παραδοτέων της ΔΕ1, τα οποία ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι προσκόμισε. Επιπλέον, δεν περιλαμβάνεται στην περιγραφή των αποτελεσμάτων που επιτυγχάνονται στο σχέδιο τεχνικής εφαρμογής. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή ενημερώθηκε δεόντως για τις αποκλίσεις που σχετίζονται με την εργασία μέσω των οικονομικών εγγράφων που εγκρίθηκαν και έγιναν δεκτά από την τελευταία. Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν έχει παράσχει καμία συγκεκριμένη αναφορά σε συγκεκριμένο οικονομικό έγγραφο προς υποστήριξη της δήλωσής του.

44.      Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι η Επιτροπή δεν ενημερώθηκε επαρκώς από τον συντονιστή του έργου σχετικά με τις εργασίες και τις αλλαγές που σχετίζονται με τον προϋπολογισμό στο πλαίσιο της ΔΕ1, όπως απαιτείται από το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) και το άρθρο 22 παράγραφος 5 των γενικών όρων. Επιπλέον, δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδηλώνουν ότι ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον συντονιστή του έργου, ενημερώνοντάς τον σχετικά με τις αποκλίσεις των εργασιών στο πλαίσιο του WP1 και ζητώντας να διαβιβαστούν οι πληροφορίες αυτές στην Επιτροπή, όπως προβλέπεται στο προαναφερθέν άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο στ) των γενικών όρων.

45.      Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η άποψη του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή ενημερώθηκε δεόντως για τις αποκλίσεις που σχετίζονται με τις εργασίες στο πλαίσιο του WP1 και ότι το τελευταίο ενέκρινε (ρητά ή σιωπηρά) τη μεταβίβαση των εργασιών μεταξύ των δεσμών εργασιών του έργου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει τεκμηριωθεί.

46.      Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί εύλογο το συμπέρασμα της Επιτροπής σχετικά με το κατά πόσον ενημερώθηκε δεόντως για τις σχετικές με την εργασία μεταφορές στο πλαίσιο του WP1 μεταξύ των εταίρων. Δεδομένων των περιστάσεων αυτών, η απόφαση της Επιτροπής να καταβάλει στον καταγγέλλοντα το 100 % των προβλεπόμενων δαπανών (35 500 EUR), αλλά όχι το υψηλότερο ποσό που ζήτησε ο καταγγέλλων (45 300 EUR), φαίνεται επίσης εύλογη.

Β. Σχετικά με το ΠΕ7

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

Όσον αφορά το χρονοδιάγραμμα των εκτελούμενων εργασιών (παράγραφος 15 στοιχείο α) ανωτέρω)

47.      Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι η απόφαση της Επιτροπής να ανακτήσει κεφάλαια από αυτήν ήταν εσφαλμένη, δεδομένου ότι δεν έλαβε υπόψη ότι οι σχετικές δαπάνες είχαν πραγματοποιηθεί προτού καταστεί σαφές ότι τα σπίτια επίδειξης δεν θα κατασκευάζονταν.

48.      Η θέση της Επιτροπής συνοψίζεται ως εξής.

49.      Στα τέλη του 2001 και στις αρχές του 2002, ήταν σαφές ότι δεν είχε χορηγηθεί πολεοδομική άδεια για τα κτίρια στην τοποθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου. Τον Ιούνιο του 2002, ήταν σαφές ότι υπήρχαν ορισμένα προβλήματα με τις γαλλικές και φινλανδικές εγκαταστάσεις· Το πιο σημαντικό είναι ότι δεν είχαν ξεκινήσει οι εργασίες για κανένα από αυτά. Ήταν προφανές ότι χωρίς παράταση της σύμβασης, οι εργασίες δεν θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν εντός της προθεσμίας που προβλεπόταν από τη σύμβαση [5]. Όλοι οι αντισυμβαλλόμενοι γνώριζαν ότι μια θετική απόφαση σχετικά με την παράταση της σύμβασης από την Επιτροπή δεν ήταν βέβαιη. Από τη συνεδρίαση συντονισμού που πραγματοποιήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2002, κατέστη σαφές ότι δεν είχαν πραγματοποιηθεί κατασκευαστικές εργασίες.

50.      Στις 28 Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή συμφώνησε να υποστηρίξει αίτηση παράτασης, υπό τον όρο ότι τα διοικητικά προβλήματα που σχετίζονται με την κατασκευή όλων των εργοταξίων (στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία και τη Φινλανδία) θα επιλυθούν γρήγορα. Ήταν σαφές ότι οι προβλεπόμενες από τη σύμβαση εργασίες δεν θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν χωρίς την εν λόγω παράταση. Εκείνη την εποχή, δεν είχε νόημα να εκτελεστούν εργασίες για το έργο έως ότου εγκριθεί επίσημα η τροποποίηση της σύμβασης που αφορούσε την παράταση. Ωστόσο, ο καταγγέλλων συνέχισε να εκτελεί ορισμένες εργασίες. Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι δαπάνες που δηλώθηκαν από τον καταγγέλλοντα σχετικά με τις εν λόγω εργασίες πραγματοποιήθηκαν αφού κατέστη σαφές ότι τα σπίτια επίδειξης δεν θα κατασκευάζονταν. Δεδομένου αυτού του γεγονότος, ήταν αδύνατο να διενεργηθούν οι έρευνες σχετικά με τους κατοίκους των κτιρίων [6]· Ως εκ τούτου, ήταν άχρηστο να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για την προετοιμασία τους. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή απέστειλε επιστολή πριν από την περάτωση της διαδικασίας στις 5 Ιουνίου 2003. Η Επιτροπή παρατήρησε στο πλαίσιο αυτό ότι δεν είχε νόημα να ολοκληρωθεί ένα παραδοτέο που δεν θα είχε τον επιθυμητό αντίκτυπο, μόνο για να εξασφαλιστεί ότι θα επιτευχθεί η μέγιστη κοινοτική συνεισφορά. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνη για την απόφαση του καταγγέλλοντος να προβεί σε ενέργειες που δεν θα οδηγούσαν πουθενά. Τον Οκτώβριο του 2003, η Επιτροπή ενημέρωσε τους αναδόχους για την καταγγελία της σύμβασης. Σημείωσε επίσης ότι ο καταγγέλλων δεν την ενημέρωσε για τυχόν εν εξελίξει εργασίες πριν από την υποβολή της τελικής έκθεσης.

51.      Κατόπιν των ανωτέρω, η Επιτροπή έκρινε ότι αυτό το μέρος του πρώτου ισχυρισμού του καταγγέλλοντος ήταν αβάσιμο.

52.      Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα προέβαλε τα ακόλουθα επιχειρήματα.

53.      Ο καταγγέλλων δεν μπορούσε να ενημερώσει την Επιτροπή για τυχόν εν εξελίξει εργασίες πριν από την υποβολή της τελικής έκθεσης, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 4 των γενικών όρων, ο συντονιστής του έργου ήταν αρμόδιος να διαβιβάσει στην Επιτροπή όλα τα έγγραφα και την αλληλογραφία που σχετίζονταν με το έργο. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θα είχε παραβιάσει τη σύμβαση και τις σχετικές διαδικασίες, εάν είχε ενημερώσει την Επιτροπή για τυχόν εν εξελίξει εργασίες.

54.      Απαντώντας στην παρατήρηση της Επιτροπής ότι, μετά τα προβλήματα με την υλοποίηση του έργου, ο καταγγέλλων θα έπρεπε να γνωρίζει ότι ήταν εξαιρετικά απίθανο να συνεχιστούν ή να ολοκληρωθούν οι εργασίες, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η Επιτροπή "δεν συμβούλευσε ούτε καν έδωσε υπόδειξη στην κοινοπραξία να σταματήσει τις εργασίες στα μέσα του 2002." Αντίθετα, τον Ιανουάριο του 2003, η Επιτροπή συμβούλευσε την κοινοπραξία να ζητήσει παράταση 9 μηνών και "ακόμη και σε αυτό το σημείο η Επιτροπή δεν πρότεινε την αναστολή όλων των εργασιών για το έργο". Η επίσημη κοινοποίηση της υπαναχώρησης από τη σύμβαση εκδόθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2003. Ο καταγγέλλων αποφάσισε, με δική του απόφαση, να περατώσει τις εργασίες του για το έργο στις 24 Φεβρουαρίου 2003, δηλαδή έξι μήνες πριν από την επίσημη ακύρωση του έργου.

55.      Μετά την ανάλυση των πληροφοριών που παρασχέθηκαν, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι απαιτούνται περαιτέρω έρευνες σχετικά με αυτή την πτυχή της καταγγελίας. Προς τούτο, ζήτησε από την Επιτροπή να σχολιάσει το ακόλουθο ερώτημα.

Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η Επιτροπή φαίνεται να έχει αποδεχθεί την αίτηση παράτασης του έργου στις 28 Ιανουαρίου 2003 και ότι ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι έπαυσε να εργάζεται για το έργο στις 24 Φεβρουαρίου 2003 με δική του πρωτοβουλία, θα μπορούσε η Επιτροπή να διευκρινίσει πότε ακριβώς ο καταγγέλλων θα έπρεπε να γνωρίζει ότι το έργο δεν θα είχε υλοποιηθεί και, κατά συνέπεια, θα έπρεπε να είχε σταματήσει να εργάζεται για αυτό;

56.      Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή επανέλαβε ότι, με το από 28 Ιανουαρίου 2003 έγγραφό της, είχε πράγματι υποστηρίξει αίτημα επεκτάσεως της συμβάσεως. Ωστόσο, αυτό υπό τον όρο ότι τα υφιστάμενα διοικητικά προβλήματα θα επιλυθούν γρήγορα. Δεδομένου ότι ο όρος αυτός δεν πληρούνταν, η παράταση δεν χορηγήθηκε και η σύμβαση λύθηκε. Η Επιτροπή επανέλαβε την άποψή της ότι ο καταγγέλλων γνώριζε ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την έναρξη των εργασιών στους σχετικούς χώρους. Στις 7 και 8 Μαρτίου 2002, ο καταγγέλλων συμμετείχε σε συνεδρίαση συντονισμού κατά την οποία, όπως αναφέρεται στα σχετικά πρακτικά, τα προβλήματα αυτά ήταν ήδη γνωστά. Στις 10 Ιουνίου 2002, ο καταγγέλλων, μαζί με όλους τους άλλους αναδόχους, γνώριζε ότι η πιθανότητα παράτασης της σύμβασης ήταν πολύ μικρή. Όλοι οι άλλοι ανάδοχοι ενήργησαν με σύνεση και διέκοψαν τις εργασίες για το έργο εκείνη την περίοδο, με εξαίρεση ορισμένα καθήκοντα συντονισμού και διαχείρισης συμβάσεων, τα οποία δεν συνδέονταν με τον καταγγέλλοντα. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι, τον Δεκέμβριο του 2002, ήταν προφανές ότι ο καταγγέλλων δεν είχε ολοκληρώσει καμία άλλη εργασία εκτός από τις προπαρασκευαστικές εργασίες, οι οποίες έγιναν δεκτές και πληρώθηκαν από την Επιτροπή. Τον Ιανουάριο του 2003, εξακολουθούσε να είναι σαφές ότι δεν είχε νόημα να εκτελεστούν εργασίες έως ότου επιλυθούν τα προβλήματα σχετικά με τις διοικητικές άδειες για όλα τα εργοτάξια. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι είχε εκτελέσει το έργο σε χρονική στιγμή κατά την οποία δεν ήταν λογικό να το πράξει.

57.      Στις περαιτέρω παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δεν τερμάτισε το έργο το 2001 και τους λόγους για τους οποίους συνέχισε να το χρηματοδοτεί για τα επόμενα δύο έτη. Ο καταγγέλλων υπογράμμισε ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι η Επιτροπή κατήγγειλε τη σύμβαση μόλις τον Οκτώβριο του 2003 και όχι νωρίτερα, δηλαδή το 2001 ή το 2002.

58.      Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στο άρθρο 7 παράγραφος 6 των γενικών όρων, το οποίο ορίζει ότι «οι κύριοι αντισυμβαλλόμενοι λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να ακυρώσουν ή να μειώσουν τις δεσμεύσεις τους, μόλις λάβουν την επιστολή της Επιτροπής με την οποία τους κοινοποιείται η καταγγελία της σύμβασης (...)». Η κοινοποίηση της ακύρωσης της σύμβασης είχε ημερομηνία 15 Οκτωβρίου 2003. Ο καταγγέλλων σταμάτησε να εργάζεται για το έργο τον Φεβρουάριο του 2003.

59.      Ο καταγγέλλων διαφώνησε επίσης με τη δήλωση της Επιτροπής ότι «όλοι οι άλλοι ανάδοχοι σταμάτησαν τις εργασίες ήδη στις 10 Ιουνίου 2002». Κατά την άποψή της, η παράταση της σύμβασης δεν ζητήθηκε στις 10 Ιουνίου 2002, ούτε καν υπαινίχθηκε η Επιτροπή το 2002 την πιθανή καταγγελία της σύμβασης για τεχνικούς λόγους. Επιπλέον, δεν υπήρχε απόφαση της Επιτροπής της 10ης Ιουνίου 2002. Την ημερομηνία αυτή, η κοινοπραξία πραγματοποίησε την τακτική ετήσια συνεδρίασή της, κατά την οποία οι εταίροι συζήτησαν προβλήματα σχετικά με τον χώρο του Ηνωμένου Βασιλείου. Η αίτηση για την παράταση του σχεδίου υποβλήθηκε τον Φεβρουάριο του 2003, μετά από συνάντηση στις εγκαταστάσεις της Επιτροπής στις Βρυξέλλες, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2003. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτή ήταν η χρονική στιγμή κατά την οποία οι εταίροι του έργου πάγωσαν τις δραστηριότητες που σχετίζονται με τα εργοτάξια. Μέχρι τότε, ο καταγγέλλων είχε ήδη ολοκληρώσει τις εργασίες του και περίμενε την απόφαση της Επιτροπής.

Όσον αφορά το πραγματικό και το εκτιμώμενο κόστος (παράγραφος 15 στοιχείο β) ανωτέρω)

60.      Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι όλες οι δαπάνες του σχετικά με το έργο ήταν πραγματικές δαπάνες και ότι η Επιτροπή, σύμφωνα με τους δικούς της κανόνες, θα έπρεπε να είχε επιστρέψει στον καταγγέλλοντα τις δαπάνες αυτές.

61.      Η Επιτροπή εξήγησε ότι μπορούσε να χρηματοδοτήσει μόνο τις επιλέξιμες δαπάνες του έργου. Αυτά ορίζονται στα άρθρα 22 και 23 των Γενικών Όρων. Για να είναι επιλέξιμες, οι δαπάνες έπρεπε να είναι «απαραίτητες» για το έργο. Η Επιτροπή επισήμανε ότι η επιστροφή των εξόδων δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση αυτόματη διαδικασία πληρωμής τυχόν εξόδων που ζητούνται. Ο αρμόδιος τεχνικός υπάλληλος πρέπει πάντα να αξιολογεί την αναγκαιότητα των δαπανών που πραγματοποιούνται για την υλοποίηση του έργου. Σύμφωνα με την Επιτροπή, «η υιοθέτηση διαφορετικής προσέγγισης θα αντέβαινε στην αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, υπό την έννοια ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να αναγνωρίσει και να επιστρέψει κάθε πραγματική δαπάνη, δηλαδή κάθε δαπάνη στην οποία ο αντισυμβαλλόμενος ισχυρίστηκε ότι υποβλήθηκε».

62.      Η Επιτροπή έκρινε ότι οι δαπάνες που δηλώθηκαν από τον καταγγέλλοντα ήταν απλώς μια δήλωση σχετικά με τον χρόνο που διέθεσε ο τελευταίος για την εκτέλεση των καθηκόντων και ότι ο καταγγέλλων «δεν είχε αποδείξει τις δηλωθείσες πραγματικές δαπάνες». Δεν υπήρχε τρόπος να ελεγχθεί θετικά η ακρίβεια του ισχυρισμού, αλλά υπήρχαν δύο στοιχεία που επέτρεπαν στην Επιτροπή να υποθέσει ότι ο ισχυρισμός ήταν υπερβολικός. Πρόκειται για τα ακόλουθα: i) η δέσμη εργασιών προέβλεπε την ολοκλήρωση πολύ μεγαλύτερου αριθμού καθηκόντων για τον ίδιο προϋπολογισμό και τα περισσότερα από τα καθήκοντα δεν αναλήφθηκαν ποτέ· και ii) κατά τη σύγκριση της ποιότητας των ερωτηματολογίων που υποβλήθηκαν με εκείνα που υποβλήθηκαν σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, φάνηκε ότι ο καταγγέλλων χρειαζόταν πολύ λίγο χρόνο για να τα προσκομίσει.

63.      Όπως επισημαίνεται στην παράγραφο 13 ανωτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε να δεχθεί το 20 % (9 200 EUR) των προβλεπόμενων δαπανών στο πλαίσιο του WP7 (46 000 EUR) σε καλόπιστη βάση, «υπό την προϋπόθεση» ότι ο καταγγέλλων θα μπορούσε να έχει δαπανήσει το σχετικό χρονικό διάστημα κατά τον σχεδιασμό δράσης την οποία στη συνέχεια δεν εκτέλεσε.

64.      Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα προέβαλε τα ακόλουθα επιχειρήματα.

65.      Το σύνολο των δαπανών του ήταν «απαραίτητο» για το έργο καθ’ όλη τη διάρκεια του 2000, του 2001, του 2002 και έως τις 24 Φεβρουαρίου 2003. Ο τεχνικός υπεύθυνος του έργου δεν διατύπωσε ούτε μία παρατήρηση σχετικά με τα παραδοτέα ή τις οικονομικές απαιτήσεις το 2000, το 2001 ή το 2002, και το γεγονός ότι ο καταγγέλλων δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει τις εργασίες του το 2003 δεν είχε καμία σχέση με τον ρόλο του στο έργο, αλλά αφορούσε μόνο το γεγονός ότι άλλοι εταίροι δεν είχαν ανεγείρει τα σπίτια επίδειξης.

66.      Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε τυπικό σφάλμα δηλώνοντας ότι ο καταγγέλλων ζήτησε 46 000 EUR για το WP7. Υποστήριξε ότι αυτό υποδήλωνε σαφώς ότι η Επιτροπή παρέλειψε να αναλύσει δεόντως τα οικονομικά έγγραφα. Το ποσό που ζήτησε ο καταγγέλλων για το ΠΕ7 ήταν στην πραγματικότητα 21 150 EUR· αυτό το πραγματικό σφάλμα υπονόμευσε σοβαρά την αξιοπιστία κάθε υπολογισμού που πραγματοποίησε η Επιτροπή σε σχέση με τις δαπάνες που έγιναν δεκτές και τις αιτήσεις επιστροφής. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι έχει υλοποιήσει περίπου το 49 % των εργασιών που έπρεπε να εκτελέσει στο πλαίσιο της ΔΕ7, δεδομένου ότι, κατά την άποψή του, η ανάπτυξη κοινωνιολογικών ερευνών γενικά απαιτεί τουλάχιστον τον ίδιο χρόνο με τη συγκριτική ανάλυση των δεδομένων παρακολούθησης. Σύμφωνα με τις εργασίες που προβλέπονται στο πλαίσιο του ΠΕ7, η υλοποίηση των ερευνών και η εθνική ανάλυση έπρεπε να πραγματοποιηθούν από άλλους εταίρους. Αυτό που έπρεπε να κάνει ο καταγγέλλων, αλλά δεν μπόρεσε για λόγους πέραν του ελέγχου του, ήταν η συγκριτική ανάλυση των δεδομένων μετά την ολοκλήρωση των προαναφερόμενων εθνικών εκθέσεων από άλλους εταίρους. Ως εκ τούτου, το συμπέρασμα της Επιτροπής να δεχθεί μόνο το 20 % των προβλεπόμενων δαπανών ήταν, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, εντελώς αυθαίρετο.

67.      Ο καταγγέλλων παρατήρησε περαιτέρω ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι υπολογισμοί της για τις δαπάνες που έγιναν δεκτές και τα ποσά που πρέπει να επιστραφούν βασίζονταν σε «πραγματικές» και όχι σε «εκτιμώμενες» δαπάνες. Παραδείγματος χάριν, η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι ο καταγγέλλων έπρεπε να παρίσταται σε συνεδριάσεις με άλλους αναδόχους και έπρεπε να ταξιδεύει ορισμένες ημέρες, αλλά παρέλειψε να αναφερθεί σε οποιοδήποτε αριθμητικό στοιχείο σχετικά με τις δαπάνες αυτές και στον τρόπο υπολογισμού τους σε σχέση με το αποδεκτό ποσό των 9 200 EUR. Έπρεπε να αναγνωριστεί ότι οι εν λόγω δαπάνες για ταξίδια ήταν πραγματικές και είχαν καταχωριστεί δεόντως στους οικονομικούς λογαριασμούς της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων επανέλαβε ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε αποδεχθεί τις σχετικές δαπάνες στις οποίες είχε υποβληθεί για τα παραδοτέα, τα έξοδα ταξιδίου και τις έμμεσες δαπάνες (γενικά έξοδα).

68.      Ο καταγγέλλων διαφώνησε έντονα με το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι δεν υπήρχε τρόπος θετικού ελέγχου της ακρίβειας του ισχυρισμού και δήλωσε ότι το άρθρο 25 των γενικών όρων εξηγούσε σαφώς τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να είχε καθοριστεί η αιτιολόγηση των δαπανών.

69.      Μετά την ανάλυση των πληροφοριών που παρασχέθηκαν, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι απαιτούνται περαιτέρω έρευνες σχετικά με αυτό το μέρος της καταγγελίας. Ως εκ τούτου, ζητεί από την Επιτροπή να απαντήσει στις ακόλουθες ερωτήσεις:

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων διαφώνησε με τη γνώμη της Επιτροπής ότι «δεν υπήρχε τρόπος να ελεγχθεί θετικά η ακρίβεια του ισχυρισμού» που υπέβαλε. Θα μπορούσε η Επιτροπή, σας παρακαλώ, να σχολιάσει το θέμα αυτό;

Θα μπορούσε η Επιτροπή να σχολιάσει επίσης την παρατήρηση του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή είχε διαπράξει τυπικό σφάλμα όσον αφορά το ποσό που ζήτησε ο καταγγέλλων; Στο πλαίσιο αυτό, θα μπορούσε η Επιτροπή να σχολιάσει τις αποκλίσεις μεταξύ των αριθμητικών στοιχείων που παρασχέθηκαν από τον καταγγέλλοντα και εκείνων της Επιτροπής;

70.      Στη συμπληρωματική γνώμη της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η οικονομική απαίτηση του καταγγέλλοντος συνίστατο σε δήλωση σχετικά με τον αριθμό των εργατοωρών που ο τελευταίος δαπάνησε για το έργο. Η Επιτροπή μπορούσε να ελέγξει την αίτηση μόνο εκ των υστέρων. Το μεγαλύτερο μέρος των εργασιών για τις οποίες υποβλήθηκε αίτηση βασιζόταν στον χρόνο εργασίας του καταγγέλλοντος και δεν υπήρχαν πιστοποιημένα δελτία καταγραφής του χρόνου εργασίας, τιμολόγια ή άλλα στοιχεία βάσει των οποίων η Επιτροπή θα μπορούσε να ελέγξει τις πραγματικές δαπάνες. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή μπορούσε να αξιολογήσει τον δηλωθέντα φόρτο εργασίας μόνο βάσει των εργασιών που παρουσιάστηκαν και βάσει των εκτιμήσεων που περιλαμβάνονταν στο πρόγραμμα εργασίας της σύμβασης.

71.      Όσον αφορά τις εργασίες που ισχυρίστηκε ο καταγγέλλων, η Επιτροπή επισήμανε ότι από το ερωτηματολόγιο που υπέβαλε ο καταγγέλλων προέκυψε ότι όλες οι ερωτήσεις που ανέπτυξε ήταν γενικές εκτός από μία (ερώτηση 003). Η προστιθέμενη αξία των εργασιών θα έπρεπε να είναι η ερμηνεία των ερωτηματολογίων, μετά την παραλαβή όλων των απαντήσεων. Τα ερωτηματολόγια προφανώς δεν συμπληρώθηκαν ποτέ από κανέναν επειδή δεν υπήρχε κανείς να τα λάβει. Ως εκ τούτου, δεν είχε νόημα να απαιτηθούν δαπάνες σχετικές με την εργασία για τον σκοπό αυτό. Ο ισχυρισμός των 423 εργατοωρών ήταν, κατά την άποψη της Επιτροπής, εντελώς απαράδεκτος.

72.      Όσον αφορά τους υπολογισμούς, η Επιτροπή υποστήριξε ότι δεν είχε διαπράξει κανένα τυπικό σφάλμα, δεδομένου ότι είχε συμφωνήσει να καταβάλει στον καταγγέλλοντα κατ’ αποκοπή ποσό για προπαρασκευαστικά καθήκοντα που εκτελέστηκαν στο πλαίσιο της ΔΕ7. Όσο για το υπόλοιπο έργο, δεν υπήρχε καμία απόδειξη ότι είχε ολοκληρωθεί.

73.      Στις περαιτέρω παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επανέλαβε ότι η Επιτροπή δεν χρησιμοποίησε το πραγματικό κόστος για την αξιολόγηση των εργασιών που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του έργου, αλλά βασίστηκε σε εκτιμήσεις. Δεν ήταν σαφής ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή μπορούσε να εκτιμήσει ότι το έργο του καταγγέλλοντος αντιστοιχούσε στο 20 % της αξίας του WP7, χωρίς να λάβει υπόψη τα πιστοποιημένα δελτία χρόνου εργασίας.

74.      Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε επίσης στα άρθρα 23 και 25 των γενικών όρων, τα οποία καθορίζουν τις υποχρεώσεις των αναδόχων και τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή πρέπει να ασκεί τον έλεγχό της.

           Το άρθρο 23 παράγραφος 1 στοιχείο α) έχει ως εξής:

«Όλος ο χρόνος εργασίας που καταλογίζεται στη σύμβαση πρέπει να καταγράφεται καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου ή, στην περίπτωση του συντονιστή, το αργότερο δύο μήνες μετά τη λήξη της διάρκειας του έργου, και να πιστοποιείται τουλάχιστον μία φορά το μήνα από τον υπεύθυνο των εργασιών που έχει ορίσει ο αντισυμβαλλόμενος (...) ή από τον δεόντως εξουσιοδοτημένο αρμόδιο οικονομικό υπάλληλο του αντισυμβαλλομένου.»

           Το άρθρο 25 έχει ως εξής:

«Οι επιλέξιμες δαπάνες επιστρέφονται εφόσον αιτιολογούνται από τον αντισυμβαλλόμενο. Για τον σκοπό αυτό, ο αντισυμβαλλόμενος τηρεί, σε τακτική βάση και σύμφωνα με τις συνήθεις λογιστικές συμβάσεις του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένος, τους λογαριασμούς του έργου και την κατάλληλη τεκμηρίωση για την υποστήριξη και την αιτιολόγηση, ιδίως, των δαπανών και του χρόνου που αναφέρονται στις καταστάσεις του. Η τεκμηρίωση αυτή πρέπει να είναι ακριβής, πλήρης και αποτελεσματική.»

75.      Ο καταγγέλλων διαφώνησε έντονα με το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι δεν διέθετε πιστοποιημένα δελτία καταγραφής του χρόνου εργασίας. Υποστήριξε ότι τα φύλλα καταγραφής του χρόνου εργασίας της είχαν πιστοποιηθεί, σύμφωνα με τους κανόνες της Επιτροπής, από τον υπεύθυνο των εργασιών και από τον δεόντως εξουσιοδοτημένο δημοσιονομικό υπάλληλο. Ο καταγγέλλων επέμεινε ότι συμμορφώθηκε πλήρως με τις υποχρεώσεις του βάσει της σύμβασης και τηρούσε πιστοποιημένα δελτία καταγραφής του χρόνου εργασίας, τα οποία θα μπορούσαν να έχουν επαληθευτεί από την Επιτροπή ανά πάσα στιγμή, κατά τη διάρκεια και μετά το έργο. Ο καταγγέλλων παρατήρησε περαιτέρω ότι η Επιτροπή είχε επιλέξει να μην επαληθεύσει τα πιστοποιημένα δελτία καταγραφής του χρόνου εργασίας των εταίρων του έργου. Η Επιτροπή αρνήθηκε να το πράξει, ακόμη και όταν ο καταγγέλλων το ζήτησε ειδικά το 2005. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή είχε επιλέξει να βασίσει την απόφασή της σε εκτιμήσεις, χωρίς σαφείς κανόνες και χωρίς κατάλληλη και έγκαιρη αξιολόγηση από ομοτίμους. Δεν έλαβε καν υπόψη τα ειδικά έξοδα ταξιδίου για τις συνεδριάσεις του έργου, τα οποία τεκμηριώνονταν με αεροπορικά και σιδηροδρομικά εισιτήρια. Η συνολική εκτίμηση της Επιτροπής ήταν μια γρήγορη λύση, η οποία, στην πραγματικότητα, επέβαλε κυρώσεις στον μικρότερο εταίρο της κοινοπραξίας, δηλαδή στον καταγγέλλοντα, τόσο σε απόλυτους όσο και σε σχετικούς όρους.

76.      Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι μπορούσε να αξιολογήσει τον φόρτο εργασίας μόνο με βάση τα παραδοτέα και τις εκτιμήσεις που περιέχονται στο πρόγραμμα εργασίας του αναδόχου. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι χρησιμοποίησε τις εκτιμώμενες δαπάνες και όχι τις πραγματικές δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν κατά την υλοποίηση του έργου. Ωστόσο, οι πραγματικές δαπάνες ήταν η μόνη νομική βάση για την αποδοχή των δαπανών από την Επιτροπή [7]. Η παράλειψη της Επιτροπής να εφαρμόσει τους κανόνες σχετικά με το πραγματικό κόστος ήταν ο βασικός λόγος της παρούσας καταγγελίας.

77.      Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή διέπραξε πραγματικό σφάλμα στην αρχική της γνώμη σχετικά με την καταγγελία, επιβεβαιώνοντας ότι ο καταγγέλλων είχε ζητήσει 46 000 EUR για το WP7 και ότι το ποσό αυτό ήταν «άνω του συνολικού ποσού που προβλεπόταν σε περίπτωση εκτέλεσης του συνόλου των εργασιών». Στην περαιτέρω γνώμη της, η Επιτροπή δεν εξήγησε τα προηγούμενα σφάλματα υπολογισμού της.

78.      Οι εργασίες που πραγματοποίησε ο καταγγέλλων στο πλαίσιο του WP7 δεν αξιολογήθηκαν από ομοτίμους εντός του χρόνου που προβλεπόταν από τις διαδικασίες της Επιτροπής. Πέντε έτη μετά την περάτωση του έργου, η Επιτροπή επιχείρησε να ξεκινήσει συζήτηση σχετικά με την ποιότητα των εργασιών του καταγγέλλοντος, δηλαδή σχετικά με τις συγκεκριμένες ερωτήσεις του ερωτηματολογίου που ανέπτυξε ο καταγγέλλων στο πλαίσιο της WP7. Εάν η Επιτροπή είχε ανησυχίες σχετικά με το περιεχόμενο του ερωτηματολογίου, είχε στη διάθεσή της 60 ημέρες για να τις εκφράσει και όχι πέντε έτη. Εντός αυτών των 60 ημερών, η Επιτροπή θα μπορούσε να είχε απορρίψει τις μεθοδολογικές εργασίες στο πλαίσιο του ΠΕ7, αλλά δεν το έπραξε.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

79.      Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ευθύς εξαρχής ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α) των γενικών όρων, η Επιτροπή μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση «για μείζονες τεχνικούς ή οικονομικούς λόγους που επηρεάζουν ουσιωδώς το έργο (...)» Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το κείμενο του άρθρου 7 παράγραφος 6 των γενικών όρων, η χρηματοδοτική συνεισφορά της Κοινότητας καλύπτει «τις επιλέξιμες δαπάνες που αφορούν τα παραδοτέα στοιχεία του έργου που έχουν εγκριθεί από την Επιτροπή» και «τις επιλέξιμες δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν στη συνέχεια καλή τη πίστει» πριν από την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης.

80.      Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι, λόγω της καταγγελίας της σύμβασης, δεν ολοκληρώθηκαν παραδοτέα στο πλαίσιο του WP7. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα σπίτια των διαδηλωτών δεν ανεγέρθηκαν. Κατά συνέπεια, δεν ζούσαν κάτοικοι σε αυτές και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να διενεργηθούν κοινωνιολογικές έρευνες [8]. Σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 7 παράγραφος 6, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να επιδιώξει να καθορίσει εάν, συνεχίζοντας τις εργασίες για το σχέδιο μεταξύ Ιουνίου 2002 και Φεβρουαρίου 2003, οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο καταγγέλλων πραγματοποιήθηκαν «καλή τη πίστει» και εάν ήταν «επιλέξιμες» για το σχέδιο.

Σχετικά με το θέμα της καλής πίστης

81.      Η Επιτροπή υποστήριξε ότι οι εταίροι, ενεργώντας καλόπιστα, είχαν ήδη τερματίσει τις εργασίες τους για το σχέδιο τον Ιούνιο του 2002, μετά τη συνεδρίαση της κοινοπραξίας που πραγματοποιήθηκε στις 10 Ιουνίου 2002. Ο καταγγέλλων διαφώνησε και παρατήρησε ότι οι εταίροι συνέχισαν να εργάζονται τουλάχιστον μέχρι τον Φεβρουάριο του 2003, όταν υποβλήθηκε η αίτηση παράτασης του σχεδίου. Ο καταγγέλλων τόνισε ότι τερμάτισε τις εργασίες του για το σχέδιο στις 24 Φεβρουαρίου 2003 και ότι, ως εκ τούτου, όλες οι δαπάνες του πραγματοποιήθηκαν πριν από την επίσημη ακύρωση του σχεδίου από την Επιτροπή.

82.      Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 6 των γενικών όρων (βλ. παράγραφο 58 ανωτέρω), οι εταίροι του έργου, συμπεριλαμβανομένου του καταγγέλλοντος, δεν είχαν καμία επίσημη υποχρέωση να παύσουν να εργάζονται για το έργο πριν από την επίσημη ακύρωσή του (15 Οκτωβρίου 2003), της οποίας προηγήθηκε η επιστολή της Επιτροπής πριν από την περάτωση (5 Ιουνίου 2003).

83.      Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής ανέλυσε προσεκτικά τα πρακτικά των συνεδριάσεων των εταίρων του έργου και σημειώνει ότι, κατά τη συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στις 10 Ιουνίου 2002, ήταν σαφές ότι «το έργο [δεν είχε] λάβει και πάλι πολεοδομική έγκριση» για τον χώρο του Ηνωμένου Βασιλείου και ότι θα ασκηθεί προσφυγή κατά της απόφασης άρνησης χορήγησης πολεοδομικής άδειας. Η διαδικασία προσφυγής αναμενόταν να διαρκέσει αρκετούς μήνες και ο εταίρος του Ηνωμένου Βασιλείου επιφυλάχθηκε του δικαιώματος να αποσυρθεί από το έργο εάν η προσφυγή αποδειχθεί ανεπιτυχής. Εξετάστηκε το ενδεχόμενο να ζητηθεί παράταση της σύμβασης λόγω των δυσκολιών με τον χώρο του Ηνωμένου Βασιλείου. Σημειώθηκε, ωστόσο, ότι η αίτηση παράτασης της σύμβασης ήταν «μια πολύ μακρά διαδικασία και δεν είναι βέβαιο ότι θα επιτύχει». Όσον αφορά την κατασκευή των γαλλικών και φινλανδικών χώρων, το συμπέρασμα ήταν ότι η επέκταση «δεν ήταν υποχρεωτική, αλλά θα μπορούσε να είναι μια ανάσα» για αυτούς. Οι εταίροι συμφώνησαν καταρχήν να ζητήσουν παράταση της σύμβασης, αλλά αποφάσισαν να περιμένουν 6 μήνες πριν λάβουν επίσημη απόφαση. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η παράταση 6-9 μηνών θα ήταν καλύτερη από την παράταση 12 μηνών.

84.      Στα πρακτικά της συνεδρίασης που πραγματοποιήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2002, επισημάνθηκε ότι «αναμένεται τώρα παράταση εννέα μηνών» τόσο για τις γαλλικές όσο και για τις φινλανδικές εγκαταστάσεις και ότι απαιτείται παράταση 12 μηνών για τις εγκαταστάσεις του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι εταίροι του σχεδίου αποφάσισαν να συναντηθούν με την Επιτροπή προκειμένου να συζητήσουν την πιθανή επέκταση της επαφής. Κατά την επόμενη συνεδρίαση, που πραγματοποιήθηκε στις 28 Ιανουαρίου 2003, συμφωνήθηκε επισήμως να ζητηθεί παράταση από την Επιτροπή.

85.      Ωστόσο, η παράταση της σύμβασης από την Επιτροπή, η οποία συζητήθηκε ήδη τον Ιούνιο του 2002, δεν ήταν καθόλου βέβαιη. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι οι εταίροι του έργου θα έπρεπε να είναι προσεκτικοί πριν αναλάβουν περαιτέρω δαπάνες για το έργο, διότι η επιτυχής ολοκλήρωσή του δεν ήταν πλέον βέβαιη. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των περαιτέρω εργασιών του καταγγέλλοντος φαίνεται να εξαρτάται από την ανέγερση των οίκων επίδειξης και ότι δεν είχε αρχίσει καμία κατασκευή σε κανέναν από τους χώρους. Ο καταγγέλλων ορθώς υποστήριξε ότι εκείνη τη χρονική στιγμή, δηλαδή στα μέσα του 2002, δεν υπήρξε συζήτηση σχετικά με την ακύρωση του έργου, η οποία πραγματοποιήθηκε μόλις τον Οκτώβριο του 2003. Ωστόσο, η επιτυχής υλοποίηση του σχεδίου ήταν σαφώς αμφίβολη ήδη από τον Ιούνιο του 2002. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θα έπρεπε να είχε εξετάσει προσεκτικά κατά πόσον ήταν πράγματι σκόπιμο να διενεργηθούν περαιτέρω εργασίες, λαμβάνοντας υπόψη την πιθανότητα να μην επιλυθούν τα προβλήματα και να μην υλοποιηθεί το έργο.

86.      Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, ωστόσο, ότι δεν χρειάζεται να αποφασιστεί κατά πόσον είναι δικαιολογημένη η υπόδειξη της Επιτροπής ότι ο καταγγέλλων δεν ενήργησε καλόπιστα κατά τη συνέχιση των εργασιών του πέραν του δεύτερου εξαμήνου του 2002. Η Επιτροπή δεν φαίνεται να έχει απορρίψει όλες τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο καταγγέλλων μετά τα μέσα του 2002. Αντ’ αυτού, αποδέχθηκε μέρος των δαπανών που είχε δηλώσει ο καταγγέλλων. Στη συνέχεια εξετάζεται κατά πόσον η προσέγγιση που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του ποσού που πρέπει να γίνει δεκτό ήταν ορθή (βλέπε σημεία 87 και εξής).

Σχετικά με την επιλεξιμότητα των δαπανών

87.      Από τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι ένα από τα κύρια ζητήματα που αμφισβητούνται στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσον η Επιτροπή ήταν σε θέση να στηρίξει την απόφασή της σε σύγκριση μεταξύ των προβλεπόμενων εργασιών και των εργασιών που όντως παρήγαγε ο καταγγέλλων στο πλαίσιο του WP7 και να αποδεχθεί μόνο ένα μέρος των δαπανών που δηλώθηκαν ή κατά πόσον έπρεπε να διενεργήσει λεπτομερή έλεγχο των εργασιών του καταγγέλλοντος.

88.      Όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 22 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η έκταση του ελέγχου που μπορεί να ασκήσει σε υποθέσεις συμβάσεων είναι κατ’ ανάγκην περιορισμένη. Ως εκ τούτου, θα επιδιώξει απλώς να εξακριβώσει αν η Επιτροπή εκθέτει κατά τρόπο συνεκτικό και εύλογο τη θέση της.

89.      Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η απόφαση της Επιτροπής να αποδεχθεί μέρος των δαπανών που δηλώθηκαν από τον καταγγέλλοντα, βάσει σύγκρισης των εργασιών που ολοκληρώθηκαν και των προβλεπόμενων εργασιών, ελήφθη όταν ήταν σαφές ότι η υλοποίηση του έργου είχε αποτύχει. Είναι επίσης σαφές ότι δεν παρήχθησαν παραδοτέα στο πλαίσιο του WP7 και ότι πραγματοποιήθηκαν μόνο ορισμένες προπαρασκευαστικές εργασίες. Η Επιτροπή δέχθηκε να πληρώσει για τις προαναφερθείσες προπαρασκευαστικές εργασίες, παρόλο που οι εργασίες στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος εργασίας σαφώς δεν είχαν ολοκληρωθεί. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η απόφαση της Επιτροπής να αποζημιώσει τον καταγγέλλοντα για τις προπαρασκευαστικές εργασίες της στο πλαίσιο του WP7 (δηλαδή για την ανάπτυξη των ερωτηματολογίων), προβαίνοντας σε συνολική αξιολόγηση των εργασιών που πραγματοποιήθηκαν σε σχέση με τις προβλεπόμενες εργασίες, ήταν θεμιτή.

90.      Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι οι εργασίες δεν μπόρεσαν να ολοκληρωθούν δεδομένου ότι οι άλλοι ανάδοχοι δεν είχαν ανεγείρει τις κατοικίες, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 των γενικών όρων, η Κοινότητα δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για πράξεις ή παραλείψεις που διαπράχθηκαν από τους αναδόχους που συμμετείχαν στην εκτέλεση της εν λόγω σύμβασης [9].

91.      Όσον αφορά το πραγματικό ποσό που έγινε δεκτό, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός των 423 εργατοωρών για την ανάπτυξη των ερωτηματολογίων δεν ήταν δικαιολογημένος. Έκρινε ότι μπορούσε να δεχθεί μόνο το 20 % του συνολικού ποσού που προβλεπόταν στο πλαίσιο του WP7 (συμπεριλαμβανομένων των γενικών εξόδων και των εξόδων ταξιδίου). Ο καταγγέλλων διαφώνησε με το ανωτέρω συμπέρασμα και εξέφρασε την άποψη ότι το έργο που είχε επιτελέσει στο πλαίσιο του WP7 ανερχόταν σε περίπου 49 %[10]. Ζήτησε να της επιστραφούν χωριστά τα έξοδα ταξιδίου και διαμονής.

92.      Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι τα μέρη διαφωνούν σχετικά με το ποσοστό των δαπανών που δήλωσε ο καταγγέλλων ότι θα έπρεπε να είχε γίνει δεκτό από την Επιτροπή. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή για να δικαιολογήσει την απόφασή της να αποδεχθεί μόνο το 20 % (9200 EUR) του συνολικού ποσού που προβλέπεται στο πλαίσιο του WP7, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή έχει παρουσιάσει μια εύλογη και συνεκτική περιγραφή της προσέγγισής της.

93.      Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο πρώτος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος, δηλαδή ότι η Επιτροπή εσφαλμένα αποφάσισε να ανακτήσει τα ποσά που καταβλήθηκαν στον καταγγέλλοντα, δεν έχει αποδειχθεί.

Γ. Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος

94.      Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή αρχικά δεν του παρείχε πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τα πιθανά ένδικα μέσα. Η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι μπορούσε να προσφύγει στο Πρωτοδικείο. Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι δεν ανέφερε τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή και δέχθηκε ότι θα μπορούσε να είναι πληρέστερη στις πληροφορίες της σχετικά με τα ένδικα μέσα.

95.      Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ικανοποιημένος από την αναγνώριση της Επιτροπής ότι δεν ανέφερε τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

96.      Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει αναγνωρίσει την παράλειψή της να συμπεριλάβει τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή ως ένα από τα ένδικα μέσα που έχει στη διάθεσή του ο καταγγέλλων, και δεδομένου ότι ο τελευταίος είχε εκφράσει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή αναγνώρισε την εν λόγω παράλειψη, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν απαιτούνται περαιτέρω έρευνες σχετικά με αυτή την πτυχή της καταγγελίας.

Δ. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος

97.      Η Επιτροπή ενέμεινε στη θέση της όσον αφορά την απόφαση περί ανακτήσεως.

98.      Ο καταγγέλλων ενέμεινε στον ισχυρισμό του και ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να ζητήσει από την Επιτροπή να καταβάλει το καθαρό υπόλοιπο ύψους 44 984,18 EUR υπέρ του.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

99.      Με βάση τα συμπεράσματα που συνάγονται στις σκέψεις 46 και 93 ανωτέρω, ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος πρέπει να απορριφθεί.

Ε. Συμπεράσματα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος και τον σχετικό ισχυρισμό του. Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες.

Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ

Στρασβούργο, 15 Δεκεμβρίου 2008


[1] Η επιστολή αυτή φέρει ημερομηνία 2 Σεπτεμβρίου 2005, αλλά εστάλη μόλις στις 5 Σεπτεμβρίου 2005.

[2] Ο Ευρωπαϊκός Κώδικας Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς είναι διαθέσιμος στον ιστότοπο του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή: http://www.ombudsman.europa.eu.

[3] Το ποσό στο οποίο αναφέρεται ο καταγγέλλων, δηλαδή 36 250,74 ευρώ, διαφέρει ελαφρώς από εκείνο που φαίνεται να έχει ανακτηθεί από την Επιτροπή, δηλαδή 36 250,54 ευρώ.

[4] Το άρθρο 3 παράγραφος 2 της σύμβασης έχει ως εξής:

«Η Κοινότητα χρηματοδοτεί τις επιλέξιμες δαπάνες του έργου σύμφωνα με τον πίνακα ενδεικτικής κατανομής των εκτιμώμενων επιλέξιμων δαπανών που έπεται των υπογραφών της παρούσας σύμβασης, μέχρι ανώτατου ποσού 600.000,00 ευρώ (εξακόσιες χιλιάδες ευρώ).»

[5] Η διάρκεια της σύμβασης έπρεπε να είναι 48 μήνες, αρχής γενομένης από την 1η Ιανουαρίου 2000.

[6] Στόχος των ερευνών ήταν η εκ των υστέρων αξιολόγηση της καταλληλότητας των κατοικιών και του βαθμού ικανοποίησης των ενοικιαστών ή των ιδιοκτητών τους. Για τον σκοπό αυτό, έπρεπε να αναπτυχθεί ένα πλαίσιο συνεντεύξεων (αποτελούμενο από τρεις επακόλουθες συνεντεύξεις), κοινό και για τις τρεις χώρες και στη συνέχεια να προσαρμοστεί σε κάθε χώρα.

[7] Η αναφορά στις «πραγματικές δαπάνες» γίνεται στο άρθρο 23 (άμεσες δαπάνες) και στο άρθρο 24 (έμμεσες δαπάνες) των γενικών όρων. Επιλέξιμες δαπάνες ήταν οι δαπάνες που ορίζονται στα δύο ανωτέρω άρθρα, οι οποίες συμμορφώνονται επίσης με τις γενικές αρχές των επιλέξιμων δαπανών που ορίζονται στο άρθρο 22 των γενικών όρων.

[8] Σύμφωνα με τη λεπτομερή περιγραφή του έργου, έπρεπε να παραχθούν τρία παραδοτέα στο πλαίσιο του ΠΕ7 (L19, L20 και L21). Αυτά τα παραδοτέα ήταν οι έρευνες που έπρεπε να διεξαχθούν στις τρεις διαφορετικές χώρες.

[9] Το άρθρο 6, παράγραφος 3, της συμβάσεως έχει ως εξής: «Η Κοινότητα δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για πράξεις και παραλείψεις που διαπράττονται από τους αντισυμβαλλομένους που εκτελούν την παρούσα σύμβαση (...)»

[10] Όπως αναφέρεται στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 20ής Μαΐου 2005.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!