FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 1551/2007/(BM)JMA κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ

1. Ο καταγγέλλων είναι εκπρόσωπος της Χ, εμπορικής ένωσης που ενήργησε για λογαριασμό ενός από τα μέλη της, της εταιρείας Υ. Και τα δύο είναι εγκατεστημένα στη χώρα Α. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που υπέβαλε ο καταγγέλλων, η Υ παράγει, πωλεί και εξάγει αυγά τόσο για ανθρώπινη κατανάλωση όσο και για την παρασκευή τροφίμων. Τον Σεπτέμβριο του 2005, μια οικογένεια από τη χώρα Β αρρώστησε με σαλμονέλα. Ισχυρίστηκαν ότι αυτό οφειλόταν στην κατανάλωση μαγιονέζας, η οποία είχε παρασκευαστεί από τοπικό παραγωγό που χρησιμοποιούσε αυγά από την Υ. Συνακόλουθες έρευνες κινήθηκαν τόσο από τις αρχές ασφάλειας τροφίμων της Α όσο και από τη Β. Ως αποτέλεσμα αυτών των ερευνών, η παραγωγή και η εξαγωγή προϊόντων από την Υ ανεστάλησαν. Ωστόσο, στις 26 Σεπτεμβρίου 2005, η Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων της Α κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προέλευση της εστίας δεν προερχόταν από το Υ. Η ίδια η εταιρεία διενήργησε επίσης ορισμένους ελέγχους, οι οποίοι την οδήγησαν στο ίδιο συμπέρασμα. Τον Οκτώβριο του 2005 σημειώθηκε παρόμοιο περιστατικό στη Β και, κατά συνέπεια, τέθηκε σε εφαρμογή νέος συναγερμός υγείας τόσο από τις αρχές της Α όσο και από τις αρχές της Β. Στα τέλη Οκτωβρίου, οι αρχές της Α πιστοποίησαν ότι οι υγειονομικές συνθήκες της Υ ήταν επαρκείς και ότι δεν φαινόταν να υπάρχουν προβλήματα υγείας σχετικά με την παραγωγή της. Στη συνέχεια, οι αρχές της Α επικοινώνησαν με τους ομολόγους τους στη Β, διαβιβάζοντάς τους ορισμένες επιστημονικές αναλύσεις από τις οποίες προέκυπτε ότι τα προϊόντα της Υ δεν αποτελούσαν κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία. Παρά τις πληροφορίες αυτές, η προειδοποίηση για την υγεία κατά των προϊόντων της δεν ήρθη στο σημείο Β.

2.         Στις 25 Ιανουαρίου 2006, ο Χ υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή δύο καταγγελίες, ισχυριζόμενος ότι ο τρόπος με τον οποίο οι αρχές τόσο του Α όσο και του Β χειρίστηκαν τις εικαζόμενες καταγγελίες υγείας κατά του Υ ήταν εσφαλμένος. Στις 4 Δεκεμβρίου 2006, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημέρωσαν τον καταγγέλλοντα ότι δεν είχαν την πρόθεση να κινήσουν διαδικασία επί παραβάσει σε σχέση με τις υποθέσεις και πρότειναν να περατωθούν.

ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

3.         Λαμβάνοντας υπόψη τη θέση της Επιτροπής, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στο Διαμεσολαβητή στις 25 Μαΐου 2007, υποστηρίζοντας ότι η Επιτροπή δεν είχε χειριστεί σωστά τις δύο καταγγελίες του ούτε είχε διερευνήσει την κατάσταση με ικανοποιητικό τρόπο. Ομοίως, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η Επιτροπή άσκησε αδικαιολόγητη πίεση στις αρμόδιες αρχές της Α, προκειμένου να τις εμποδίσει να παρέμβουν στο θέμα.

4.         Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων υπέβαλε τον ακόλουθο ισχυρισμό και ισχυρισμό:

Ισχυρισμός:

Η Επιτροπή δεν χειρίστηκε σωστά τις καταγγελίες του.

Προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή:

α) αγνόησε τα έγγραφα που υπέβαλε ο Χ, ιδίως εκείνα που αφορούν τη συμμόρφωση του Υ με τα σχετικά υγειονομικά πρότυπα του Α·

β) δεν επικοινώνησε με τις αρχές του Β·

γ) δεν ενημέρωσε εγκαίρως τον καταγγέλλοντα σχετικά με την πρόοδο της υπόθεσης·

δ) δεν ζήτησε την παρέμβαση των υπηρεσιών που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 για την ασφάλεια των τροφίμων· και

ε) εμπόδισε τον Οργανισμό για την Ασφάλεια των Τροφίμων στην Α να παρέμβει στο θέμα.

Αίτημα:

Η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει τη θέση της σχετικά με τις καταγγελίες του.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

5.         Με επιστολή της 30ής Ιουλίου 2007, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τον ισχυρισμό και τον ισχυρισμό που προέβαλε ο καταγγέλλων, ζητώντας από την Επιτροπή να υποβάλει γνώμη έως τις 30 Νοεμβρίου 2007. Η Επιτροπή υπέβαλε γνώμη, στην αγγλική γλώσσα, στις 11 Δεκεμβρίου 2007. Στις 21 Δεκεμβρίου 2007, απεστάλη στον καταγγέλλοντα μετάφραση στη γλώσσα Α, ο οποίος υπέβαλε τις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής στις 19 Φεβρουαρίου 2008.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ

Α. Επί του προβαλλόμενου εσφαλμένου χειρισμού των καταγγελιών 2006/4171 και 2006/4172 από την Επιτροπή

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

6.         Στην απάντησή της της 11ης Δεκεμβρίου 2007, η Επιτροπή έκρινε ότι οι εν λόγω φάκελοι καταγγελιών αντιμετωπίστηκαν σωστά και ότι ο καταγγέλλων ενημερωνόταν τακτικά για την έρευνά του.

7.         Η Επιτροπή αναφέρθηκε στον επίσημο χειρισμό των καταγγελιών της Χ και στις επαφές της με τον καταγγέλλοντα. Στις 16 Ιανουαρίου 2006, οι αρχικές καταγγελίες διαβιβάστηκαν στη Γενική Διεύθυνση Επιχειρήσεων (ΓΔ ENTR), η οποία τις διαβίβασε στη συνέχεια στη Γενική Διεύθυνση Γεωργίας (ΓΔ AGRI) στις 31 Ιανουαρίου 2006 και, τέλος, στη Γενική Διεύθυνση Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών (ΓΔ SANCO) τον Μάρτιο του 2006. Οι καταγγελίες καταχωρίστηκαν στις 10 Φεβρουαρίου 2006. Στις 17 Φεβρουαρίου 2006, η ΓΔ AGRI ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για τη διαβίβαση των καταγγελιών του στη ΓΔ ENTR. Κατόπιν αιτήματος του καταγγέλλοντος προς τη ΓΔ SANCO, πραγματοποιήθηκε συνεδρίαση στις 14 Μαρτίου 2006. Η Επιτροπή επισύναψε, μαζί με τη γνώμη της, αντίγραφα όλων των επαφών της με τον καταγγέλλοντα.

8.         Στις 4 Δεκεμβρίου 2006, η ΓΔ SANCO ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατόν να αποδειχθεί παραβίαση του δικαίου της ΕΕ, οι υπηρεσίες της θα πρότειναν στην Επιτροπή να περατώσει τις δύο καταγγελίες. Του δόθηκε τυποποιημένη προθεσμία τεσσάρων εβδομάδων για να παράσχει κάθε νέο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι πράγματι υπήρξε παραβίαση του δικαίου της Ένωσης. Με επιστολή της 19ης Δεκεμβρίου 2006, η οποία αναγνωρίστηκε στις 8 Ιανουαρίου 2007, ο καταγγέλλων υπέβαλε νέα αποδεικτικά στοιχεία εντός της αναφερόμενης προθεσμίας. Κατά συνέπεια, ο φάκελος της παράβασης δεν έκλεισε, παρέχοντας χρόνο για την εξέταση των νέων στοιχείων. Ωστόσο, τον Ιούλιο του 2007, μετά από αξιολόγηση των νέων στοιχείων, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα πρότειναν το κλείσιμο του φακέλου.

9.         Όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης, η Επιτροπή περιέγραψε καταρχάς τα πραγματικά περιστατικά και τη νομική θέση των υπηρεσιών της. Εξήγησε ότι η Β αρνήθηκε την εισαγωγή αυγών από την Α στα τέλη του 2005, λόγω αρκετών περιπτώσεων δηλητηρίασης από σαλμονέλα που προκλήθηκαν, σύμφωνα με τις αρχές της Β, από συγκεκριμένη παρτίδα αυγών καταγωγής Υ. Ως εκ τούτου, οι αρχές της Β δρομολόγησαν σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές (RASFF). Στη συνέχεια, ο Υ επικοινώνησε με τον Χ, ο οποίος υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή κατά των αρχών τόσο του Α όσο και του Β. Ο Χ υποστήριξε ότι, δεδομένου ότι ο συγκεκριμένος τομέας δεν έχει ακόμη εναρμονιστεί σε κοινοτικό επίπεδο, ο Β ήταν υποχρεωμένος να δεχθεί αυγά που ήταν σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία του Α. Ο Χ αντιτάχθηκε στο γεγονός ότι οι αρχές του Α δεν είχαν υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του μέλους του κατά των αρχών του Β.

10.      Η Επιτροπή επισήμανε ότι, σύμφωνα με τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 17ης Μαΐου 2006, η Β ζήτησε από τους παραγωγούς αυγών της Α να εφαρμόσουν τις ίδιες διαδικασίες κατά της σαλμονέλας που ίσχυαν στη Β για την εθνική παραγωγή. Η Β ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχαν επιστημονικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι τα μέτρα που εφαρμόζει επί του παρόντος ο παραγωγός στην Α ήταν αποτελεσματικά για την προστασία της δημόσιας υγείας. Η μόνη ολοκληρωμένη επιστημονική μελέτη της ΕΕ για το θέμα αυτό αποκάλυψε ότι ένα πολύ μικρό ποσοστό των εκμεταλλεύσεων στη Β είχε προσβληθεί από τη νόσο, ενώ στην Α το ποσοστό ήταν πάνω από δέκα φορές υψηλότερο. Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι, δεδομένου ότι ο τομέας αυτός δεν έχει ακόμη εναρμονιστεί σε κοινοτικό επίπεδο, η Β αποφάσισε να κάνει χρήση της αρχής της προφύλαξης που ορίζεται στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 [1] και στο άρθρο 30 της συνθήκης ΕΚ, το οποίο προβλέπει εξαιρέσεις από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Η θέση των αρχών στην υπόθεση Β δεν αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή, δεδομένου ότι βασίστηκε σε αυτό που η Επιτροπή θεώρησε ως κατάλληλη εκτίμηση κινδύνου. Η Επιτροπή διαβίβασε τη θέση αυτή στον καταγγέλλοντα στην επιστολή της 18ης Ιουλίου 2007.

11.      Η Επιτροπή εξήγησε περαιτέρω ότι η εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία στην προκειμένη περίπτωση είναι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2160/2003 για τον έλεγχο της σαλμονέλας και παρόμοιων παραγόντων [2]. Ο κανονισμός θεσπίζει σταδιακά προγράμματα ελέγχου της σαλμονέλας, τα οποία καθορίζουν μια σειρά μέτρων για την παρακολούθηση των αυγών. Τα μέτρα αυτά, ωστόσο, θα τεθούν σε ισχύ μόλις τον Δεκέμβριο του 2009. Μέχρι την ημερομηνία αυτή, τα κράτη μέλη επιτρέπεται να εφαρμόζουν εθνικά μέτρα. Η Επιτροπή έκρινε ότι, λαμβανομένης υπόψη της νομικής κατάστασης και των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, δεν έπρεπε να αμφισβητήσει τη θέση που έλαβε η κυβέρνηση του Β. Σημείωσε επίσης ότι η Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων στην υπόθεση Α δεν είχε αμφισβητήσει ούτε την απόφαση ούτε τις ενέργειες των αρχών του Β.

12.      Όσον αφορά καθένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων, η Επιτροπή απάντησε ως εξής.

α) Όλα τα έγγραφα που υπέβαλε η Χ αναγνωρίστηκαν και αξιολογήθηκαν προσεκτικά από τις υπηρεσίες της.

β) Διατηρούσε συνεχή επαφή με τις αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η θέση των αρχών στο Β ήταν γνωστή στις υπηρεσίες της Επιτροπής, ως αποτέλεσμα της επιστολής που απέστειλαν οι εν λόγω αρχές στον καταγγέλλοντα στις 12 Απριλίου 2006. Επιπλέον, η ΓΔ SANCO διατήρησε συχνές επαφές με τις εθνικές αρχές των δύο ενδιαφερόμενων κρατών μελών στο πλαίσιο της μόνιμης επιτροπής για την τροφική αλυσίδα και την υγεία και άλλων ομάδων εργασίας.

γ) Ενήργησε σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, ιδίως με τον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς [3] και την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου [4]. Δεν είχε την υποχρέωση να ενημερώσει λεπτομερώς τον καταγγέλλοντα για κάθε ενέργεια που αναλήφθηκε στο πλαίσιο της εν εξελίξει έρευνας. Σύμφωνα με τους προαναφερθέντες κανόνες, έχει μόνο την υποχρέωση να ενημερώνει τον καταγγέλλοντα για τις αποφάσεις που λαμβάνει.

δ) Οι αρχές στην Α δεν υποστήριξαν τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος κατά της Β· συνεργάστηκαν τόσο με τις αρχές της Β όσο και με τις υπηρεσίες της Επιτροπής στο πλαίσιο της τρέχουσας προειδοποίησης RASSF, όπως απαιτείται από τη σχετική νομοθεσία. Η Επιτροπή αρνήθηκε επίσης ότι εμπόδισε τις αρχές της Α να παρέμβουν. Ο καταγγέλλων είχε πράγματι ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με τη φύση των διμερών συναντήσεων μεταξύ των εθνικών αρχών των δύο ενδιαφερόμενων κρατών μελών. Η Επιτροπή δεν παρενέβη σε κανένα στάδιο των συζητήσεων αυτών.

13.      Η Επιτροπή εξήγησε επίσης ότι η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) δεν θα μπορούσε να παρέμβει στην υπόθεση, δεδομένου ότι, όπως περιγράφεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002, ο ρόλος της EFSA είναι να παρέχει επιστημονικές συμβουλές και υποστήριξη στα κοινοτικά θεσμικά όργανα και στα κράτη μέλη σε τομείς που έχουν αντίκτυπο στην ασφάλεια των τροφίμων και των ζωοτροφών και να συμβάλλει σε υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης ζωής και υγείας στο πλαίσιο της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς. Κατά την άποψη της Επιτροπής, λαμβανομένων υπόψη των διαθέσιμων πληροφοριών από τα δύο εμπλεκόμενα κράτη μέλη, δεν υπήρχε λόγος να ζητηθούν περαιτέρω επιστημονικά δεδομένα από την EFSA. Ως εκ τούτου, η βασική μελέτη για τον επιπολασμό της σαλμονέλας που εκπονήθηκε από την ΕΑΑΤ μεταξύ 2004 και 2006, η οποία ήταν διαθέσιμη στη ΓΔ SANCO κατά τον χρόνο εξέτασης των καταγγελιών, θεωρήθηκε ότι παρείχε επαρκείς πληροφορίες.

14.      Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι, κατά τον χειρισμό των δύο καταγγελιών που υπέβαλε η Χ, οι υπηρεσίες της τήρησαν τον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς. Κατά την άποψη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την ουσία της απόφασής του να μην κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά των δύο κρατών μελών. Όπως αναγνωρίζεται από τον κοινοτικό δικαστή, μια τέτοια απόφαση εμπίπτει στη διακριτική του ευχέρεια. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι εξήγησε σαφώς τους λόγους που την οδήγησαν να αποφασίσει ότι δεν θα κινήσει διαδικασία επί παραβάσει στο πλαίσιο των δύο καταγγελιών.

15.      Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων επανέλαβε τους ισχυρισμούς του. Θεώρησε ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής, μη ζητώντας από τις αρχές της Β να επιβεβαιώσουν τον τρόπο με τον οποίο κατέληξαν στα συμπεράσματά τους σχετικά με την Υ, δεν ενήργησαν με τη δέουσα επιμέλεια.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

16.      Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 211 της συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή, στο πλαίσιο του ρόλου της ως «θεματοφύλακα της συνθήκης», πρέπει να διασφαλίζει την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.

17.      Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Επιτροπή διερευνά πιθανές παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου, οι οποίες περιέρχονται στην αντίληψή της σε μεγάλο βαθμό ως αποτέλεσμα καταγγελιών πολιτών. Εάν, ως αποτέλεσμα της έρευνάς της, η Επιτροπή κρίνει ότι ένα κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη, το άρθρο 226 της Συνθήκης ΕΚ της παρέχει την εξουσία να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά του υπεύθυνου κράτους μέλους και, ενδεχομένως, να προσφύγει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

18.      Οι διαδικασίες που πρέπει να ακολουθεί η Επιτροπή κατά τη διεκπεραίωση των καταγγελιών, καθώς και οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στους καταγγέλλοντες, καθορίζονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου [5] («η ανακοίνωση»). Το παράρτημα της ανακοίνωσης καθορίζει τις κύριες υποχρεώσεις που πρέπει να τηρεί η Επιτροπή, από τυπική και διαδικαστική άποψη, κατά τη διεκπεραίωση των καταγγελιών, ιδίως όσον αφορά την καταγραφή των καταγγελιών (παράγραφος 3)[6], την απόδειξη παραλαβής (παράγραφος 4)[7], την επικοινωνία με τους καταγγέλλοντες (παράγραφος 7)[8], την προθεσμία εξέτασης των καταγγελιών (παράγραφος 8)[9], και την περάτωση της υπόθεσης (παράγραφος 10)[10].

19.      Προκειμένου να αξιολογήσει κατά πόσον η Επιτροπή χειρίστηκε ορθά τις καταγγελίες που υπέβαλε ο καταγγέλλων, ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει πρώτα αν η διαδικασία που ακολούθησε το θεσμικό όργανο στις έρευνές του διεξήχθη σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις και, δεύτερον, αν η αιτιολόγηση που δόθηκε προς στήριξη της απόφασής του να περατώσει τις υποθέσεις ήταν επαρκής.

20.      Από τις διαθέσιμες πληροφορίες, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στις 10 Φεβρουαρίου 2006, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την παραλαβή της επιστολής που απέστειλε ο καταγγέλλων στις 16 Ιανουαρίου 2006, στην οποία αναφερόταν σε ορισμένες πρακτικές των αρχών τόσο του Α όσο και του Β και ισχυριζόταν ότι ήταν αντίθετες προς το δίκαιο της ΕΕ. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής καταχώρισαν την επιστολή ως δύο χωριστές καταγγελίες, με αριθμούς αναφοράς 2006/4171 και 2006/4172. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι η Επιτροπή κατέγραψε την αλληλογραφία του καταγγέλλοντος ως δύο καταγγελίες και, λίγο αργότερα, επιβεβαίωσε την παραλαβή τους, σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στις παραγράφους 3 και 4 του παραρτήματος της ανακοίνωσης.

21.      Όσον αφορά τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν στον καταγγέλλοντα, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή συναντήθηκε με τον καταγγέλλοντα και βρισκόταν σε συχνή επαφή μαζί του, μέσω τηλεφώνου, ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και επιστολής. Από τις ανταλλαγές αυτές προκύπτει επίσης ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής απάντησαν εγκαίρως στην αλληλογραφία του.

22.      Επιπλέον, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημέρωσαν τον καταγγέλλοντα για καθένα από τα μέτρα που έλαβαν σε απάντηση των καταγγελιών του μετά από κάθε απόφαση της Επιτροπής. Εν προκειμένω, η Επιτροπή ενήργησε σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στην παράγραφο 7 του παραρτήματος της ανακοίνωσης.

23.      Όσον αφορά τον χρόνο που χρειάστηκε η Επιτροπή για να καταλήξει σε συμπέρασμα σχετικά με την ουσία της υπόθεσης, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι, μετά τη διεξαγωγή έρευνας επί του θέματος, η οποία περιλάμβανε σειρά επαφών με τις αρχές των Α και Β, οι υπηρεσίες της Επιτροπής κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε παραβίαση του δικαίου της ΕΕ. Στις 4 Δεκεμβρίου 2006, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για την πρόθεσή της να θέσει την υπόθεση στο αρχείο. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε στις 18 Ιουλίου 2007, αφού η Επιτροπή εξέτασε τις νέες παρατηρήσεις που απέστειλε ο καταγγέλλων. Και οι δύο επιστολές περιείχαν επεξήγηση των λόγων για τους οποίους η Επιτροπή θεωρούσε ότι η υπόθεση έπρεπε να τεθεί στο αρχείο. Εν κατακλείδι, η Επιτροπή έκρινε ότι ούτε ο Α ούτε ο Β είχαν παραβιάσει το δίκαιο της Ένωσης.

24.      Ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι η Επιτροπή, αφού ολοκλήρωσε την εξέταση της καταγγελίας, ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για τους λόγους της θέσης της και του έδωσε την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός ενός έτους από την ημερομηνία καταχώρισης των καταγγελλόντων. Εν προκειμένω, η Επιτροπή ενήργησε σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στις παραγράφους 8 και 10 του παραρτήματος της ανακοίνωσης.

25.      Όσον αφορά τη θέση που έλαβε η Επιτροπή επί της ουσίας των καταγγελιών, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το θεσμικό όργανο περιέγραψε το σκεπτικό του για την περάτωση των εν λόγω καταγγελιών στις επιστολές του προς τον καταγγέλλοντα της 4ης Δεκεμβρίου 2006 και της 18ης Ιουλίου 2007. Στις επιστολές αυτές, η Επιτροπή εξήγησε ότι, ελλείψει εναρμονισμένης νομοθεσίας της ΕΕ σχετικά με το θέμα, ο Β είχε κάνει επαρκή χρήση της εξαίρεσης από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, με βάση την προστασία της ανθρώπινης υγείας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ.

26.      Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε προσεκτικά την ερμηνεία από την Επιτροπή των νομικών διατάξεων που αφορούν την υπόθεση, δηλαδή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2160/2003 [11], καθώς και των άρθρων 28 και 30 της συνθήκης ΕΚ, όπως ερμηνεύονται από τα κοινοτικά δικαστήρια.

27.      Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2160/2003 αποσκοπεί στην εναρμόνιση, σε επίπεδο ΕΕ, του είδους των ελέγχων που μπορούν να εφαρμόζουν τα κράτη μέλη για τον περιορισμό των κινδύνων για την υγεία που ενέχει η σαλμονέλα. Όπως ορίζεται στο άρθρο 4, ο στόχος του κανονισμού είναι η θέσπιση μιας σειράς κοινοτικών στόχων που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της λήψης κατάλληλων και αποτελεσματικών μέτρων για την ανίχνευση και τον έλεγχο της σαλμονέλας και άλλων ζωονοσογόνων παραγόντων. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, το άρθρο 5 απαιτεί από τα κράτη μέλη να αναπτύξουν εθνικά προγράμματα ελέγχου για κάθε ζωονόσο και ζωονοσογόνο παράγοντα. Ωστόσο, σύμφωνα με το τμήμα Δ του παραρτήματος II ,, η εφαρμογή των κοινοτικών στόχων για τον έλεγχο των σμηνών ορνίθων ωοπαραγωγής θα πραγματοποιηθεί μόλις τον Δεκέμβριο του 2009, δηλαδή 72 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού (Δεκέμβριος 2003)[12].

28.      Φαίνεται, επομένως, ότι ορθώς η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι σχετικές διατάξεις του κανονισμού δεν είχαν εφαρμογή στην περίπτωση του Y.

29.      Ελλείψει ειδικής νομοθεσίας της ΕΕ που θα μπορούσε να έχει εναρμονίσει αυτόν τον τομέα, τα γενικά κριτήρια που διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων τα οποία ορίζονται στα άρθρα 28 και 30 της συνθήκης ΕΚ, όπως ερμηνεύονται από τα κοινοτικά δικαστήρια, θα πρέπει να εφαρμοστούν στην παρούσα υπόθεση. Ως εκ τούτου, ενώ η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων απαγορεύει στις εθνικές αρχές να επιβάλλουν ποσοτικούς περιορισμούς στις εισαγωγές ή μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος (άρθρο 28), τα κράτη μέλη μπορούν κατ’ εξαίρεση να το πράττουν για λόγους που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων. Ωστόσο, τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να αποτελούν ούτε μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου (άρθρο 30). Σύμφωνα με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, η εφαρμογή της εξαίρεσης αυτής πρέπει να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με την οποία το εν λόγω μέτρο δεν πρέπει να υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο, να είναι ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο στόχο και να περιορίζει λιγότερο το εμπόριο [13].

30.      Όπως αναφέρεται στις επιστολές της Επιτροπής προς τον καταγγέλλοντα της 4ης Δεκεμβρίου 2006 και της 18ης Ιουλίου 2007, οι αρχές της Β ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι οι ενέργειές τους κατά της Υ βασίζονταν στην εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 30 της συνθήκης ΕΚ, σχετικά με την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων. Όπως έχουν αναγνωρίσει τα κοινοτικά δικαστήρια, ελλείψει εναρμόνισης σε επίπεδο ΕΕ, εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποφασίζουν σχετικά με το επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας που κρίνουν κατάλληλο, λαμβάνοντας υπόψη τις δυνητικές δυσμενείς επιπτώσεις και τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα [14]. Η Επιτροπή αποφάσισε να μην αμφισβητήσει τη θέση των αρχών της Β, με το σκεπτικό ότι φαινόταν να βασίζεται σε κατάλληλη εκτίμηση κινδύνου και, ως εκ τούτου, ήταν σύμφωνη με την αρχή της προφύλαξης [15]. Στο πλαίσιο αυτό, όταν αποφάσισε να μην δώσει συνέχεια στην υπόθεση, η Επιτροπή έλαβε υπόψη το γεγονός ότι οι αρχές του Β είχαν υποστηρίξει τη θέση τους με βάση τα πορίσματα σχετικής επιστημονικής μελέτης σχετικά με την εξάπλωση της σαλμονέλας στην ΕΕ, η οποία αποκάλυψε ότι ένα ελάχιστο ποσοστό εκμεταλλεύσεων στο Β είχε προσβληθεί από τη νόσο, ενώ στο Α το ποσοστό ήταν σημαντικά υψηλότερο.

31.      Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι απέστειλε πληροφορίες στην Επιτροπή, από τις οποίες προκύπτει ότι ο Υ συμμορφωνόταν με τις υγειονομικές απαιτήσεις που ίσχυαν στην Α. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν έλαβε καμία πληροφορία που να αποδεικνύει ότι πληρούνταν πράγματι τα πρότυπα που απαιτούσε η Β, γεγονός που συνεπάγεται ότι οι περιορισμοί στις εξαγωγές που επέβαλαν οι αρχές της Β θα έπρεπε να είχαν αρθεί. Λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης, η Διαμεσολαβήτρια καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η νομική άποψη που υποστηρίζει η Επιτροπή στην παρούσα υπόθεση είναι εύλογη.

32.      Ο καταγγέλλων προέβαλε ορισμένα πρόσθετα επιχειρήματα, προκειμένου να αμφισβητήσει τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή χειρίστηκε τις καταγγελίες του. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι η Επιτροπή δεν ζήτησε την παρέμβαση της EFSA και εμπόδισε τις αρχές της Α που είναι αρμόδιες για την ασφάλεια των τροφίμων να παρέμβουν στην υπόθεση.

33.      Αφού εξέτασε τα επιχειρήματα αυτά, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε στοιχεία που να τεκμηριώνουν τα επιχειρήματά του. Ο ρόλος της EFSA δεν είναι στη διαχείριση του κινδύνου, αλλά μάλλον στην αξιολόγηση του κινδύνου. Πράγματι, η ΕΑΑΤ, όπως ορίζεται στο άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002, πρέπει να παρέχει επιστημονικές συμβουλές και επιστημονική και τεχνική υποστήριξη για τη νομοθεσία και τις πολιτικές της Κοινότητας σε όλους τους τομείς που έχουν άμεσο ή έμμεσο αντίκτυπο στην ασφάλεια των τροφίμων και των ζωοτροφών. Ως εκ τούτου, η EFSA δεν φαίνεται να έχει την εξουσία να παρεμβαίνει στον χειρισμό μεμονωμένων προβλημάτων που σχετίζονται με τα τρόφιμα, όπως στην περίπτωση της Υ.

34.      Το άρθρο 30 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 επιτρέπει στην EFSA να διατυπώνει τις απόψεις της όταν υπάρχει απόκλιση επιστημονικών γνωμών επί συγκεκριμένου επιστημονικού ζητήματος in abstracto. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι δεν έχει λάβει πληροφορίες που να αποδεικνύουν ότι προέκυψαν τέτοιες αποκλίνουσες απόψεις όσον αφορά το θέμα αυτό. Πράγματι, όπως ορίζεται στο άρθρο 60 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002, η EFSA θα μπορούσε να κληθεί να εκδώσει επιστημονική γνώμη εάν οι αρχές της Α είχαν υποβάλει καταγγελία στην Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα που έλαβε η B .. Καμία τέτοια καταγγελία δεν υποβλήθηκε.

35.      Κατά τη διάρκεια της έρευνάς του, ο Διαμεσολαβητής δεν έλαβε καμία πληροφορία που να αποδεικνύει ότι η Επιτροπή άσκησε πίεση στις αρμόδιες αρχές της Α για να τις εμποδίσει να παρέμβουν στην υπόθεση που αφορούσε την Υ ή να υποβάλουν καταγγελία στις υπηρεσίες της.

36.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω διαπιστώσεων, η συλλογιστική που ανέπτυξε η Επιτροπή προς στήριξη της απόφασής της να μην κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά του Α ή του Β φαίνεται εύλογη. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή ενήργησε στο πλαίσιο της νομικής εξουσίας της όταν αποφάσισε να θέσει την υπόθεση στο αρχείο.

37.      Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

Β. Ισχυρισμός ότι η Επιτροπή πρέπει να επανεξετάσει την απόφασή της στις υποθέσεις 2006/4171 και 2006/4172

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

38.      Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει τη θέση της σχετικά με τις καταγγελίες του.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

39.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω διαπιστώσεων, και ιδίως των συμπερασμάτων που συνάγονται στο σημείο 36, σύμφωνα με τα οποία η Επιτροπή ενήργησε στο πλαίσιο της νομικής εξουσίας της όταν αποφάσισε να περατώσει τις καταγγελίες, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος μπορεί να γίνει δεκτός.

Γ. Συμπεράσματα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ

Στρασβούργο, 11 Δεκεμβρίου 2008


[1] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων· ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1-24.

[2] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2160/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Νοεμβρίου 2003, για τον έλεγχο της σαλμονέλας και άλλων συγκεκριμένων τροφιμογενών ζωονοσογόνων παραγόντων· ΕΕ L 325 της 12.12.2003, σ. 1-15.

[3] http://ec.europa.eu/civil_society/code/_docs/code_en.pdf

[4] Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου· COM/2002/0141 τελικό· ΕΕ 244 , 10/10/2002 σ. 5.

[5] ΕΕ 2002, C 244, σ. 5.

[6] "Κάθε αλληλογραφία που ενδέχεται να διερευνηθεί ως καταγγελία καταγράφεται στο κεντρικό μητρώο καταγγελιών που τηρείται από τη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής."

[7] αλληλογραφία που καταχωρίζεται ως καταγγελία αναγνωρίζεται εκ νέου από τη Γενική Γραμματεία‑ εντός ενός μηνός από την ημερομηνία αποστολής της αρχικής επιβεβαίωσης."

[8] "Οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα επικοινωνούν γραπτώς με τους καταγγέλλοντες, μετά από κάθε απόφαση της Επιτροπής (επίσημη ανακοίνωση, αιτιολογημένη γνώμη, προσφυγή στο Δικαστήριο ή περάτωση της υπόθεσης), σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται σε απάντηση της καταγγελίας τους."

[9] "Κατά γενικό κανόνα, οι υπηρεσίες της Επιτροπής διερευνούν τις καταγγελίες με σκοπό την έκδοση απόφασης για την έκδοση προειδοποιητικής επιστολής ή την περάτωση της υπόθεσης το αργότερο εντός ενός έτους από την ημερομηνία καταχώρισης της καταγγελίας από τη Γενική Γραμματεία‑."

[10] "Εάν δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που απαιτούν τη λήψη επειγόντων μέτρων, όταν μια υπηρεσία της Επιτροπής προτίθεται να προτείνει να μην δοθεί συνέχεια σε μια καταγγελία, ειδοποιεί προηγουμένως τον καταγγέλλοντα με επιστολή στην οποία εκθέτει τους λόγους για τους οποίους προτείνει την περάτωση της υπόθεσης και καλεί τον καταγγέλλοντα να υποβάλει τυχόν παρατηρήσεις εντός προθεσμίας τεσσάρων εβδομάδων."

[11] Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 2.

[12] Άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2160/2003.

[13] Υπόθεση 174/82 Officier van Justitie κατά Sandoz BV [1983] Συλλογή 2445, σ. 18-19.

[14] Βλ. υπόθεση 174/82 ανωτέρω· Υπόθεση 42/90 Bellon Συλλογή I-04863 και υπόθεση C-192/01 Επιτροπή κατά Δανίας [2003] Συλλογή I-9693.

[15] Βλ. άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 [βλ. υποσημείωση 1]:

     Αρχή της προφύλαξης

1. Σε ειδικές περιπτώσεις στις οποίες, μετά από αξιολόγηση των διαθέσιμων πληροφοριών, εντοπίζεται η πιθανότητα επιβλαβών επιπτώσεων στην υγεία, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει επιστημονική αβεβαιότητα, μπορούν να ληφθούν προσωρινά μέτρα διαχείρισης του κινδύνου που είναι αναγκαία για την εξασφάλιση του υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας που έχει επιλεγεί στην Κοινότητα, εν αναμονή περαιτέρω επιστημονικών πληροφοριών για μια πιο ολοκληρωμένη αξιολόγηση του κινδύνου.

2. Τα μέτρα που θεσπίζονται βάσει της παραγράφου 1 είναι αναλογικά και δεν περιορίζουν το εμπόριο περισσότερο από όσο απαιτείται για την επίτευξη του υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας που έχει επιλεγεί στην Κοινότητα, λαμβανομένων υπόψη της τεχνικής και οικονομικής σκοπιμότητας και άλλων παραγόντων που θεωρούνται θεμιτοί στο υπό εξέταση θέμα. Τα μέτρα επανεξετάζονται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, ανάλογα με τη φύση του εντοπισθέντος κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία και το είδος των επιστημονικών πληροφοριών που απαιτούνται για την αποσαφήνιση της επιστημονικής αβεβαιότητας και τη διενέργεια πιο ολοκληρωμένης εκτίμησης κινδύνου.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!