FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνα σχετικά με την καταγγελία 1200/2008/BU κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ

1. Ο καταγγέλλων, δικηγόρος που εκπροσωπεί ένωση («η ένωση»), υπέβαλε καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 2 του κανονισμού 659/1999 του Συμβουλίου (1) σχετικά με εικαζόμενη παράνομη κρατική ενίσχυση που χορήγησε κράτος μέλος σε ζυθοποιείο. Χρησιμοποίησε το έντυπο καταγγελίας της Επιτροπής για να υποβάλει την καταγγελία του («καταγγελία περί κρατικών ενισχύσεων»).

2. Στην καταγγελία για τις κρατικές ενισχύσεις επισυνάφθηκε πληρεξούσιο για τον καταγγέλλοντα («εξουσία δικηγόρου»), με το οποίο ο Σύλλογος τον εξουσιοδότησε να τον εκπροσωπεί σε όλες τις νομικές πράξεις που σχετίζονται με την υποβολή της καταγγελίας για τις κρατικές ενισχύσεις, καθώς και «να αποδέχεται όλα τα παραδιδόμενα έγγραφα».

3. Με επιστολή της 17ης Αυγούστου 2007 προς τον πρόεδρο της ένωσης («επιστολή 1»), η Επιτροπή (Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού) πληροφόρησε την ένωση ότι δεν επρόκειτο να εξετάσει την εικαζόμενη κρατική ενίσχυση όσον αφορά την μπίρα. Ωστόσο, η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης θα ερευνούσε την εικαζόμενη κρατική ενίσχυση όσον αφορά τη βύνη. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι, εάν η ένωση δεν αμφισβητούσε τη διαπίστωσή της εντός 20 εργάσιμων ημερών, θα θεωρούσε ότι η καταγγελία για κρατική ενίσχυση αποσύρθηκε όσον αφορά την μπίρα. Η Επιτροπή δεν απέστειλε στον καταγγέλλοντα το πρωτότυπο της επιστολής 1, ούτε αντίγραφο της εν λόγω επιστολής.

4. Με επιστολή της 27ης Αυγούστου 2007, ο καταγγέλλων ενημέρωσε την Επιτροπή ότι ήταν ο εξουσιοδοτημένος νόμιμος εκπρόσωπος της ένωσης και της ζήτησε να του παράσχει, στο μέλλον, πρωτότυπα ή αντίγραφα τυχόν κοινοποιήσεων που αποστέλλει στην ένωση σχετικά με την καταγγελία περί κρατικών ενισχύσεων.

5. Με επιστολή της 6ης Σεπτεμβρίου 2007, η καταγγέλλουσα υπέβαλε πρόσθετα επιχειρήματα στην Επιτροπή σχετικά με τους λόγους για τους οποίους θα έπρεπε επίσης να διερευνήσει την εικαζόμενη κρατική ενίσχυση όσον αφορά την μπίρα.

6. Στο ηλεκτρονικό της μήνυμα της 19ης Σεπτεμβρίου 2007, η Επιτροπή ρώτησε τον καταγγέλλοντα αν η δήλωση που περιλαμβανόταν στην καταγγελία για τις κρατικές ενισχύσεις, σύμφωνα με την οποία δεν ήταν εμπιστευτική, ίσχυε και για τις ανωτέρω πρόσθετες πληροφορίες που είχε εν τω μεταξύ παράσχει.

7. Στη συνέχεια, στις 8 Απριλίου 2008, η Επιτροπή απηύθυνε νέα επιστολή στην ένωση («επιστολή 2»), ενημερώνοντάς την ότι η εν λόγω ενίσχυση δεν συνιστά παράνομη κρατική ενίσχυση όσον αφορά την μπίρα, και εξηγώντας το σκεπτικό της διαπίστωσης αυτής. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι, εάν η ένωση δεν αμφισβητήσει τη διαπίστωση αυτή εντός 20 εργάσιμων ημερών, θα θεωρήσει ότι η καταγγελία για κρατική ενίσχυση αποσύρθηκε όσον αφορά την μπίρα.

8. Η Επιτροπή δεν απέστειλε ούτε την επιστολή 2 στον καταγγέλλοντα.

ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

9. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή της 23ης Απριλίου 2008, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν του διαβίβασε επίσημες ανακοινώσεις σχετικά με τον χειρισμό της καταγγελίας περί κρατικών ενισχύσεων που είχε υποβάλει εξ ονόματος της Ένωσης, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας.

Ως εκ τούτου, ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να εξετάσει την καταγγελία του, να διατυπώσει κατάλληλες συστάσεις για επανόρθωση και να τον ενημερώσει για το αποτέλεσμα.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

10. Την 1η Σεπτεμβρίου 2008, η Επιτροπή υπέβαλε γνωμοδότηση σχετικά με την έρευνα του Διαμεσολαβητή. Ο καταγγέλλων απέστειλε τις παρατηρήσεις του στις 22 Σεπτεμβρίου 2008.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ

Α. Εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να διαβιβάσει στον καταγγέλλοντα επίσημες ανακοινώσεις σχετικά με τον εκ μέρους της χειρισμό της καταγγελίας περί κρατικών ενισχύσεων που είχε υποβάλει εξ ονόματος της Ένωσης

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

11. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν του διαβίβασε τις επίσημες ανακοινώσεις, οι οποίες αφορούσαν τον εκ μέρους της χειρισμό της καταγγελίας περί κρατικών ενισχύσεων που είχε υποβάλει εξ ονόματος της ένωσης, η οποία ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας. Επισήμανε ότι, μαζί με την καταγγελία του, είχε υποβάλει το πληρεξούσιο που του είχε παράσχει ο Σύλλογος και σύμφωνα με το οποίο ήταν ο δεόντως εξουσιοδοτημένος νόμιμος εκπρόσωπος του Συλλόγου. Αυτό του επέτρεψε, μεταξύ άλλων, να αποδεχθεί όλα τα έγγραφα που παραδόθηκαν σχετικά με την καταγγελία για κρατική ενίσχυση. Με την παραχώρηση του πληρεξουσίου στον καταγγέλλοντα, ο Σύνδεσμος εξέφρασε την επιθυμία να του παραδοθούν όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με τον χειρισμό της καταγγελίας περί κρατικών ενισχύσεων.

12. Τόνισε επίσης τη σημασία των επιστολών 1 και 2, οι οποίες ορίζουν προθεσμίες για την Ένωση προκειμένου να αμφισβητήσει τα πορίσματα της Επιτροπής σχετικά με την μπίρα. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή, παραλείποντας να του αποστείλει τις ανωτέρω επιστολές, δημιούργησε τον κίνδυνο η ένωση να μην είναι σε θέση να αντιδράσει δεόντως σε αυτές.

13. Η Εpiιτροpiή piαρέθεσε το άρθρο 20 piαράγραφο 2 του κανονισού 659/1999 του Συβουλίου (2) και αναφέρθηκε στι εσωτερικέ διαδικασίε τη Γενική ∆ιεύθυνση Ανταγωνισού σχετικά ε την εξέταση των καταγγελιών για κρατικέ ενισχύσει. Σύμφωνα με τις διαδικασίες αυτές, η απάντηση του κράτους μέλους στην καταγγελία μπορεί, με προηγούμενη συμφωνία του εν λόγω κράτους μέλους, να διαβιβαστεί στον καταγγέλλοντα για υποβολή παρατηρήσεων. Εάν ο καταγγέλλων δεν αντιδράσει εντός 20 εργάσιμων ημερών, η καταγγελία θεωρείται αποσυρθείσα.

14. Η Επιτροπή τόνισε ότι το έντυπο καταγγελίας για κρατικές ενισχύσεις που χρησιμοποίησε η ένωση την προσδιόρισε σαφώς ως καταγγέλλουσα. Το έντυπο αυτό δεν περιείχε κανένα αίτημα για τη διατήρηση της εμπιστευτικότητας της ταυτότητας του Συλλόγου ή για την αποστολή αλληλογραφίας αποκλειστικά στον δικηγόρο του Συλλόγου.

15. Κατά την άποψη της Επιτροπής, αποτελεί συνήθη πρακτική να απευθύνεται η αλληλογραφία σχετικά με την ουσία των καταγγελιών για κρατικές ενισχύσεις απευθείας στον καταγγέλλοντα που προσδιορίζεται στο σχετικό έντυπο καταγγελίας. Ενημερώνοντας απευθείας τον Σύνδεσμο, η Επιτροπή διασφάλισε την ταχεία εξέταση της καταγγελίας για τις κρατικές ενισχύσεις και την πλήρη ενημέρωση του καταγγέλλοντος σχετικά με την αξιολόγηση της υπόθεσης.

16. Η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι είχε απευθύνει στον πρόεδρο της ένωσης μόνο τις σημαντικές επιστολές 1 και 2, στις οποίες εξηγούσε την εκτίμησή της επί της ουσίας της υπόθεσης. Ωστόσο, είχε επίσης πάντοτε ενημερώσει τηλεφωνικά τον καταγγέλλοντα κατά την έρευνα του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εξέταση της υπόθεσης.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

17. Η παρούσα υπόθεση εγείρει ένα διαδικαστικό ζήτημα σε σχέση με τον χειρισμό καταγγελιών για κρατικές ενισχύσεις βάσει του άρθρου 20 παράγραφος 2 του κανονισμού 659/1999. Όταν ένας ενδιαφερόμενος παρέχει πληρεξούσιο σε δικηγόρο και το υποβάλλει μαζί με την καταγγελία για κρατική ενίσχυση, υποχρεούται η Επιτροπή να αποστείλει όλη τη σχετική αλληλογραφία αποκλειστικά στον ενδιαφερόμενο, αποκλειστικά στον δικηγόρο του ή και στους δύο;

18. Καταρχάς, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να επισημάνει ότι ο ίδιος ο σκοπός του πληρεξουσίου είναι να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία ότι ο εντολέας έχει εξουσιοδοτήσει τον δικηγόρο του να συναλλάσσεται με τρίτους εξ ονόματός του.

19. Επιπλέον, όπως ορθώς υποστήριξε ο καταγγέλλων, η υποβολή του πληρεξουσίου μαζί με την καταγγελία περί κρατικών ενισχύσεων αποτελεί αυτή καθαυτή την έκφραση της βούλησης/επιθυμίας του ενδιαφερόμενου μέρους να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο σε διαδικασία κρατικών ενισχύσεων.

20. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, οι ισχύοντες νομικοί κανόνες και οι εσωτερικές διαδικασίες στις οποίες αναφέρεται η Επιτροπή δεν την εμποδίζουν να λάβει υπόψη τη βούληση αυτή αποστέλλοντας την ουσιαστική αλληλογραφία σχετικά με τις καταγγελίες για κρατικές ενισχύσεις στον δικηγόρο στον οποίο χορηγείται το πληρεξούσιο από τον ενδιαφερόμενο. Στην ιδανική περίπτωση, εάν το πληρεξούσιο υποβάλλεται μαζί με την καταγγελία για κρατική ενίσχυση, η Επιτροπή θα μπορούσε να αποστείλει τη σχετική αλληλογραφία τόσο στον ενδιαφερόμενο όσο και στον δικηγόρο του, εκτός εάν το πληρεξούσιο προβλέπει διαφορετικά.

21. Εν προκειμένω, η Επιτροπή απέστειλε την αλληλογραφία επί της ουσίας μόνο στον ενδιαφερόμενο (τον Σύλλογο). Η Επιτροπή φαίνεται να υποστηρίζει ότι θα είχε αποστείλει τέτοια ουσιαστική αλληλογραφία στον δικηγόρο μόνον εάν το πληρεξούσιο περιείχε i) αίτημα να αποσταλεί η αλληλογραφία αποκλειστικά στον δικηγόρο και/ή ii) εάν ο καταγγέλλων είχε ζητήσει εμπιστευτικότητα.

22. Όσον αφορά το επιχείρημα i), ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στο εν λόγω πληρεξούσιο, δεν υποβλήθηκε ούτε αίτημα αποστολής της αλληλογραφίας αποκλειστικά στον Σύνδεσμο. Όσον αφορά το επιχείρημα (ii), και όπως ορθώς επισήμανε ο καταγγέλλων, αν είχε ζητήσει εμπιστευτικότητα, αυτό δεν θα δημιουργούσε υποχρέωση της Επιτροπής να του αποστείλει την αλληλογραφία.

23. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε ευλόγως τους λόγους για τους οποίους δεν απέστειλε τις επιστολές 1 και 2 στον καταγγέλλοντα. Η παράλειψη αυτή συνέβη παρά το γεγονός ότι ο καταγγέλλων είχε υποβάλει την καταγγελία για τις κρατικές ενισχύσεις εξ ονόματος της ένωσης και είχε προσαρτήσει σε αυτήν το πληρεξούσιο. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής δεν αντιλαμβάνεται τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή παρέλειψε να αποστείλει την επιστολή 2 στον καταγγέλλοντα, παρά το γεγονός ότι, στην επιστολή του της 27ης Αυγούστου 2007 προς την Επιτροπή, ο καταγγέλλων επανέλαβε ότι ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της Ένωσης και ζήτησε συγκεκριμένα από το θεσμικό όργανο να αποστείλει μελλοντικές ανακοινώσεις σχετικά με την καταγγελία περί κρατικών ενισχύσεων και σε αυτόν.

24. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Επιτροπή θα ήταν χρηστή διοίκηση να αποστείλει αντίγραφα των επιστολών 1 και 2 και στον καταγγέλλοντα. Η παράλειψη της Επιτροπής να το πράξει συνιστά κακοδιοίκηση.

25. Δεδομένου ότι ο Πρόεδρος του Συνδέσμου υπέβαλε τις επιστολές 1 και 2 στον καταγγέλλοντα, ο οποίος θα μπορούσε στη συνέχεια να προβεί στις σχετικές ενέργειες εξ ονόματος του Συνδέσμου στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας κρατικών ενισχύσεων, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι δικαιολογείται φιλική λύση ή σχέδιο σύστασης υπό το πρίσμα της ανωτέρω διαπίστωσης κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, θα κάνει μια κριτική παρατήρηση παρακάτω.

Β. Συμπεράσματα

Με βάση τις έρευνές του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει την ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:

Στην παρούσα υπόθεση, ο καταγγέλλων υπέβαλε την καταγγελία για τις κρατικές ενισχύσεις εξ ονόματος της ένωσης, μαζί με το πληρεξούσιο με το οποίο η ένωση τον εξουσιοδότησε να την εκπροσωπεί σε όλες τις σχετικές νομικές πράξεις, καθώς και «να αποδέχεται όλα τα έγγραφα που παραδόθηκαν».

Ωστόσο, η Επιτροπή απέστειλε τις σημαντικές επιστολές της της 17ης Αυγούστου 2007 και της 8ης Απριλίου 2008, οι οποίες περιείχαν την αξιολόγηση της ουσίας της καταγγελίας περί κρατικών ενισχύσεων, μόνο στην ένωση. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ

Στρασβούργο, 20 Νοεμβρίου 2008


(1) Κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 [νυν άρθρου 88] της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1).

Το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού έχει ως εξής: «Κάθε ενδιαφερόμενο μέρος μπορεί να ενημερώσει την Επιτροπή για κάθε εικαζόμενη παράνομη ενίσχυση και για κάθε εικαζόμενη κατάχρηση ενίσχυσης. Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι, βάσει των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή της, δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να αποφανθεί επί της υπόθεσης, ενημερώνει σχετικά τον ενδιαφερόμενο. Όταν η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση σχετικά με υπόθεση που αφορά το αντικείμενο των παρεχόμενων πληροφοριών, αποστέλλει αντίγραφο της απόφασης αυτής στον ενδιαφερόμενο.»

(2) Βλ. υποσημείωση 1 ανωτέρω.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!