# Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνα σχετικά με την καταγγελία 454/2006/(IP)MF κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
- Φωτογράφος: Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής
- Hμερομηνία : null
- [URL](https://www.ombudsman.europa.eu/el/decision/el/3579)
---
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ
---------------------------
1. Στις 20 Ιουλίου 2002, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 226 της συνθήκης ΕΚ[(1)](#(1)){#Footnote1}, κατά των ιταλικών αρχών. Στις 22 Αυγούστου 2002, η Επιτροπή καταχώρισε την καταγγελία με αριθμό αναφοράς 2002/4946.
2. Στην καταγγελία του προς την Επιτροπή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ένα κατασκευαστικό έργο για μια μονάδα επεξεργασίας λυμάτων στο Stintino της Ιταλίας (\<\<το έργο\>\>) εγκρίθηκε από τις ιταλικές αρχές κατά παράβαση των διατάξεων της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ της 27ης Ιουνίου 1985 για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον[(2)](#(2)){#Footnote2} και της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ της 21ης Μαΐου 1992 για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (\<\<οδηγία της ΕΚ για τους οικοτόπους\>\>)[(3).](#(3)){#Footnote3} Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι ιταλικές αρχές ενέκριναν το έργο χωρίς να λάβουν υπόψη τις δυνητικά δυσμενείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις για τις γύρω εκτάσεις. Οι εκτάσεις αυτές προτάθηκαν από την Ιταλία ως τόπος κοινοτικής σημασίας (ΤΚΣ)[(4)](#(4)){#Footnote4} στον κατάλογο που διαβίβασαν στην Επιτροπή οι ιταλικές αρχές[(5),](#(5)){#Footnote5} σύμφωνα με την οδηγία 92/43/ΕΟΚ. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι το έργο θα έπρεπε να είχε υποβληθεί σε πλήρη εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΕΠΕ).
3. Στις 28 Απριλίου 2003, μετά από προκαταρκτική αξιολόγηση της καταγγελίας, η Επιτροπή απέστειλε επιστολή στις ιταλικές αρχές, ζητώντας πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής των διατάξεων των δύο προαναφερόμενων οδηγιών σε σχέση με το έργο.
4. Με βάση τις απαντήσεις των ιταλικών αρχών της 10ης και 14ης Νοεμβρίου 2003, καθώς και τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιουνίου 2003 με τις εν λόγω αρχές, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε παραβίαση των οδηγιών 85/337/ΕΟΚ ή 92/43/ΕΟΚ.
5. Με επιστολή της 10ης Αυγούστου 2004, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για το ανωτέρω συμπέρασμά της και ανέφερε ότι οι υπηρεσίες της σκόπευαν να θέσουν την υπόθεση στο αρχείο. Μεταξύ της 31ης Αυγούστου 2004 και της 25ης Μαρτίου 2005, ο καταγγέλλων απέστειλε στην Επιτροπή πολυάριθμες επιστολές και ηλεκτρονικά μηνύματα (22 συνολικά)[(6),](#(6)){#Footnote6} με σκοπό την επανεξέταση της υπόθεσής του. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή ανέστειλε την απόφασή της να θέσει την υπόθεση στο αρχείο, προκειμένου να αξιολογήσει τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος.
6. Στις 5 και 7 Μαΐου 2005, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην κ. Day, τότε Γενική Διευθύντρια της ΓΔ Περιβάλλοντος, ζητώντας πλήρη εξέταση του φακέλου του καταγγέλλοντος 2002/4946. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής απάντησαν με επιστολές της 25ης Μαΐου και της 10ης Ιουνίου 2005, τονίζοντας ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν δεν περιείχαν νέα στοιχεία που θα τους επέτρεπαν να εντοπίσουν πιθανή παραβίαση της κοινοτικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Ο καταγγέλλων απέστειλε περαιτέρω αλληλογραφία στην Επιτροπή στις 1, 2, 22, 24 και 25 Ιουνίου 2005. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής απάντησαν με επιστολή της 1ης Ιουλίου 2005 επισημαίνοντας ότι, ελλείψει νέων στοιχείων, δεν είχε διαπιστωθεί πιθανή παραβίαση της κοινοτικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
7. Στις 5 Ιουλίου 2005, η Επιτροπή περάτωσε την υπόθεση 2002/4946 και, στις 11 Ιουλίου 2005, ενημέρωσε σχετικά τον καταγγέλλοντα.
8. Ο καταγγέλλων διαφώνησε και πάλι με το συμπέρασμα της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, πραγματοποιήθηκε εκτενής ανταλλαγή επιστολών μεταξύ της Επιτροπής και του καταγγέλλοντος.
9. Με επιστολή της 14ης Οκτωβρίου 2005[(7)](#(7)){#Footnote7}, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, σύμφωνα με τον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς της Επιτροπής - Σχέσεις με το κοινό[(8)](#(8)){#Footnote8}, οι υπηρεσίες της δεν θα απαντούσαν πλέον σε περαιτέρω αλληλογραφία επαναλαμβανόμενου, καταχρηστικού και/ή άσκοπου χαρακτήρα. Ο καταγγέλλων απέστειλε περαιτέρω επιστολές, στις οποίες η Επιτροπή απάντησε στις 17 Νοεμβρίου 2005.
ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
--------------------------
10. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων υπέβαλε τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
1. Η απόφαση της Επιτροπής να περατώσει την καταγγελία 2002/4946 ήταν αδικαιολόγητη και στηριζόταν σε ασυνεπή αιτιολογία·
2. Η Επιτροπή παρέλειψε να απαντήσει στο από 7 Μαΐου 2005 έγγραφό του.
3. Η απόφαση της Επιτροπής της 14ης Οκτωβρίου 2005 να μην απαντά πλέον στην αλληλογραφία του επικαλούμενη το άρθρο 4 του κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς της Επιτροπής ήταν παράτυπη και αδικαιολόγητη· και
4. Η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε με τα άρθρα 8, 9, 10, 12, 14, 15 και 18 του ευρωπαϊκού κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς[(9)](#(9)){#Footnote9}.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
---------
11. Στις 19 Ιουνίου 2006, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τους ανωτέρω ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος.
12. Στις 28 Σεπτεμβρίου 2006, η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της σχετικά με τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος. Η γνώμη της Επιτροπής διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία υπέβαλε στις 17 Νοεμβρίου 2006.
ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ
------------------------------------------
**Α. Ισχυρισμός ότι η απόφαση της Επιτροπής να περατώσει την καταγγελία αριθ. 2002/4946 ήταν αδικαιολόγητη και βασιζόταν σε ασυνεπή αιτιολογία**
<br />
*Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή*
13. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η απόφαση της Επιτροπής να περατώσει την καταγγελία του αριθ. 2002/4946 κατά των ιταλικών αρχών ήταν αδικαιολόγητη και βασιζόταν σε ασυνεπή αιτιολογία.
14. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή κακώς δέχθηκε την απόφαση των ιταλικών αρχών ότι το έργο δεν απαιτούσε προηγούμενη ΕΠΕ. Η Επιτροπή δεν έπρεπε να εμπιστευθεί τις εσφαλμένες πληροφορίες που έλαβε από τις ιταλικές αρχές, δηλαδή την \<\<Relazione*tecnico agronomica di ripristino ambientale del sedime dell'impianto di trattamento reflui di Stintino\>\>* - την \<\<έκθεση Relazione\>\>), διότι η έκθεση αυτή ήταν πλαστή. Αντιθέτως, η Επιτροπή όφειλε να λάβει δεόντως υπόψη τις πληροφορίες που είχε υποβάλει ο καταγγέλλων (Analisi*ambientale di un complesso forestale interessato dalla realizzazione di un sistema integrato di raccolta collettamento e depurazione del abitato e degli insediamenti turistici, affinamento, regolazione idraulica e redistribuzione delle acque usate- scarico degli esuberi da parte del Comune di Stintino* - \<\<γνωμοδότηση εμπειρογνώμονα του Δρ Β\>\>). Η Επιτροπή παρέλειψε επίσης να διενεργήσει τον δικό της επιτόπιο έλεγχο, στηριζόμενη αντ' αυτού στα αποτελέσματα του ελέγχου που διενήργησαν οι ιταλικές αρχές.
15. Η Επιτροπή θεώρησε ότι η αξιολόγηση που διενήργησαν οι ιταλικές αρχές ήταν σύμφωνη με το σχετικό κοινοτικό δίκαιο και το εξήγησε λεπτομερώς στις πολυάριθμες επικοινωνίες της με τον καταγγέλλοντα (και ειδικότερα στην απόφασή της της 19ης Απριλίου 2005 με την οποία περατώθηκε η υπόθεση του καταγγέλλοντος). Η Επιτροπή αποδέχθηκε το συμπέρασμα των ιταλικών αρχών ότι το έργο δεν είχε αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις βάσει i) των αποτελεσμάτων επιτόπιας επιθεώρησης που διενεργήθηκε στο έργο και ii) ορισμένων εγγράφων που υπέβαλαν οι εν λόγω αρχές, μεταξύ των οποίων η προαναφερθείσα έκθεση Relazione. Η Επιτροπή τόνισε ότι η πραγματογνωμοσύνη του ιατρού Β στερείται τυπικής εγκυρότητας, διότι δεν περιέχει ημερομηνία ή επίσημη σφραγίδα.
*Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή*
16. Ο Διαμεσολαβητής κατανοεί τις θέσεις των μερών ως εξής: Η Επιτροπή στήριξε την απόφασή της να κλείσει την υπόθεση του καταγγέλλοντος στο γεγονός ότι οι ιταλικές αρχές είχαν ασκήσει δεόντως τη διακριτική τους ευχέρεια όταν αποφάσισαν να μην πραγματοποιήσουν την ΕΠΕ σχετικά με το έργο. Οι ιταλικές αρχές υπέβαλαν στην Επιτροπή έγγραφα προς στήριξη της απόφασής τους.
17. Ο καταγγέλλων δεν συμφώνησε με το συμπέρασμα της Επιτροπής. *Πρώτον,* θεώρησε ότι οι ιταλικές αρχές δεν συμμορφώθηκαν με το κοινοτικό δίκαιο, δεδομένου ότι η πραγματογνωμοσύνη του ιατρού Β απέδειξε ότι το σχέδιο είχε πράγματι αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Υποστήριξε ότι, ως εκ τούτου, οι ιταλικές αρχές θα έπρεπε να είχαν διενεργήσει πλήρη ΕΠΕ. *Δεύτερον,* υποστήριξε ότι οι εξηγήσεις και τα έγγραφα των ιταλικών αρχών, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων του επιτόπιου ελέγχου, ήταν εσφαλμένα. Η Επιτροπή δεν άσκησε επαρκώς το καθήκον επιμέλειας που υπέχει κατά την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισαν οι ιταλικές αρχές και δεν έλαβε υπόψη τις πληροφορίες που προσκόμισε ο ίδιος.
18. Όσον αφορά την *πρώτη* άποψη του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ, είναι σε θέση να λαμβάνει και να εξετάζει καταγγελίες για κακοδιοίκηση στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Καμία ενέργεια οποιασδήποτε άλλης αρχής δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας σε αυτόν. Ως εκ τούτου, δεν εναπόκειται στον Διαμεσολαβητή να εξετάσει κατά πόσον οι ιταλικές αρχές εφάρμοσαν ορθά το εθνικό ή το ευρωπαϊκό δίκαιο. Στόχος της αξιολόγησης του Διαμεσολαβητή είναι να εξακριβωθεί κατά πόσον η Επιτροπή ενήργησε ορθά όταν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά των ιταλικών αρχών ήταν σύμφωνη με τους ισχύοντες κανόνες για τις εκτιμήσεις περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
19. Όσον αφορά τη *δεύτερη* άποψη του καταγγέλλοντος, δηλαδή τα επιχειρήματά του σχετικά με το καθήκον μέριμνας της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει καταρχάς ότι η διαδικασία ΕΠΕ, όπως απαιτείται από τις οδηγίες ΕΠΕ, θα πρέπει να διενεργείται από τις εθνικές αρχές[(10).](#(10)){#Footnote10} Επιπλέον, όσον αφορά τα έργα που αντιστοιχούν στις κατηγορίες που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας 97/11/ΕΚ για την τροποποίηση της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ[(11),](#(11)){#Footnote11} οι εθνικές αρχές έχουν, βάσει των κριτηρίων που καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙΙ της εν λόγω οδηγίας, τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίζουν εάν η ΕΠΕ είναι αναγκαία ή όχι. Τέλος, το άρθρο 6 παράγραφος 3 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ[(12)](#(12)){#Footnote12} προβλέπει ότι:
> \<\<Κάθε*σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησής του. Με βάση τα συμπεράσματα της εκτίμησης των επιπτώσεων στον τόπο και με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 4, οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν για το σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του οικείου τόπου και, ενδεχομένως, αφού εκφρασθεί πρώτα η γνώμη του ευρέος κοινού.\>\> (Η* υπογράμμιση δική μου)
20. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή δεν θα έπρεπε να έχει εμπιστευθεί τις επιθεωρήσεις και τα συμπεράσματα που συνήγαγαν οι εθνικές αρχές και της διαβίβασαν. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει το αμοιβαίο καθήκον καλόπιστης συνεργασίας που επιβάλλεται στα κοινοτικά θεσμικά όργανα και στα κράτη μέλη της από το άρθρο 10 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ. Τα κοινοτικά δικαστήρια επικαλέστηκαν την αρχή αυτή στο πλαίσιο διαδικασιών επί παραβάσει δυνάμει του άρθρου 226 της συνθήκης ΕΚ[(13).](#(13)){#Footnote13} Και τα δύο άρθρα προβλέπουν ότι τα κράτη μέλη απέχουν από κάθε μέτρο που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων της Συνθήκης.
21. Υπό το πρίσμα της ανωτέρω αρχής, είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή θα μπορούσε i) εύλογα να θεωρήσει ότι οι ιταλικές αρχές συμμορφώθηκαν με τις ισχύουσες νομικές διατάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος κατά τη διενέργεια επιτόπιων επιθεωρήσεων σχετικά με τις πιθανές περιβαλλοντικές επιπτώσεις του έργου και ii) εύλογα να αναμένει ότι οι ιταλικές αρχές της παρείχαν αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή της σχετικής κοινοτικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας στο έργο.
22. Με βάση τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, φαίνεται ότι η Επιτροπή εξέτασε προσεκτικά τις εξηγήσεις και τα δικαιολογητικά έγγραφα που υπέβαλαν οι ιταλικές αρχές. Ακόμη και αν η αυθεντικότητα της έκθεσης Relazione ήταν σε κάποιο βαθμό αμφισβητήσιμη, επειδή, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, ήταν πλαστή, η Επιτροπή ορθώς επισήμανε ότι, εφόσον οι αρμόδιες ιταλικές διοικητικές και νομικές αρχές δεν αποδεικνύουν το αντίθετο, το έγγραφο αυτό εξακολουθεί να είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της Επιτροπής.
23. Επιπλέον, φαίνεται ότι η Επιτροπή εξέτασε όχι μόνο τα έγγραφα που προσκόμισαν οι ιταλικές αρχές (συμπεριλαμβανομένης της προαναφερθείσας έκθεσης Relazione) και τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν κατά τη συνάντηση μαζί τους στις 25 Ιουνίου 2003, αλλά και το συγκεκριμένο έγγραφο (γνωμοδότηση εμπειρογνώμονα του Δρ Β) που προσκομίστηκε από τον καταγγέλλοντα, παρόλο που δεν είχε επίσημο χαρακτήρα διότι, σύμφωνα με την Επιτροπή, δεν περιείχε ημερομηνία και επίσημη σφραγίδα. Στην επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα της 19ης Απριλίου 2005, η Επιτροπή αναφέρθηκε πράγματι, σε αρκετές περιπτώσεις, στα στοιχεία και τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στην πραγματογνωμοσύνη του ιατρού Β και έλαβε θέση επ' αυτών[(14).](#(14)){#Footnote14}
24. Επιπλέον, με βάση τις πολυάριθμες ανταλλαγές επιστολών μεταξύ του καταγγέλλοντος και της ΓΔ Περιβάλλοντος, φαίνεται ότι, παραπέμποντας ρητά στα επιχειρήματα που υπέβαλε ο καταγγέλλων (δηλαδή \<\<Το*επιχείρημα που προβάλατε σχετικά με την εικαζόμενη ρύπανση δεν υποστηρίζεται από συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία\>\>)* [(15),](#(15)){#Footnote15} οι υπηρεσίες της Επιτροπής έλαβαν δεόντως υπόψη όλες τις πληροφορίες που υπέβαλε ο καταγγέλλων.
25. Στην επιστολή της με ημερομηνία 19 Απριλίου 2005, η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι θα εξακολουθούσε να εξετάζει τη δυνατότητα κίνησης νέας διαδικασίας επί παραβάσει, μετά την περάτωση της υπόθεσης του καταγγέλλοντος, σε περίπτωση υποβολής νέων και σχετικών πληροφοριών.
26. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η Επιτροπή ανέστειλε την απόφασή της να θέσει την υπόθεση στο αρχείο, προκειμένου να αναλύσει τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο καταγγέλλων. Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι η Επιτροπή το έπραξε διότι, εάν είχε βρει επαρκή στοιχεία για να θέσει υπό αμφισβήτηση τις πληροφορίες των ιταλικών αρχών, θα είχε επαληθεύσει τις πληροφορίες αυτές διενεργώντας τη δική της επιτόπια επιθεώρηση. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν εντόπισε τέτοια στοιχεία και, ως εκ τούτου, ευλόγως υποστήριξε ότι οι ιταλικές αρχές είχαν διενεργήσει επαρκή επιτόπια έρευνα.
27. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δεν απέδειξε ότι i) η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε με το καθήκον επιμέλειας κατά την εξέταση των εγγράφων και των εξηγήσεων, βάσει των οποίων αποφάσισε να θέσει την υπόθεσή του στο αρχείο, και ii) εμπιστεύτηκε εσφαλμένα τα έγγραφα που παρασχέθηκαν από τις ιταλικές αρχές αντί να δώσει τη δέουσα προσοχή στις πληροφορίες και τα έγγραφα που παρασχέθηκαν από αυτόν.
28. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στην επιστολή της 19ης Απριλίου 2005 προς τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή εξήγησε λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους είχε θέσει την υπόθεσή του στο αρχείο.
29. Όσον αφορά την εικαζόμενη παραβίαση της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ, η Επιτροπή επισήμανε ότι, σύμφωνα με την έκθεση Relazione, η οποία ελήφθη υπόψη από τις ιταλικές αρχές όταν αποφάσισαν να μην πραγματοποιήσουν την ΕΠΕ σε σχέση με το έργο, φαίνεται ότι οι ιταλικές αρχές έλαβαν υπόψη τα κριτήρια που καθορίζονται στο παράρτημα III της εν λόγω οδηγίας.
30. Όσον αφορά την εικαζόμενη παραβίαση της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, σε συνδυασμό με την οδηγία 79/409/ΕΟΚ[(16),](#(16)){#Footnote16} η Επιτροπή παρέπεμψε στη σχετική νομολογία[(17)](#(17)){#Footnote17} και υπενθύμισε ότι τα κατασκευαστικά έργα σε τόπους που προτείνονται από τα κράτη μέλη ως επιλέξιμοι για να χαρακτηριστούν τόποι κοινοτικής σημασίας στον κατάλογο που διαβιβάζεται στην Επιτροπή δεν απαιτούν κατ' ανάγκη ΕΠΕ έως ότου εγκριθεί ο κατάλογος από την Επιτροπή. Εν τω μεταξύ, ωστόσο, σύμφωνα με την οδηγία 92/43/ΕΟΚ, τα κράτη μέλη πρέπει να εγκρίνουν κατάλληλα μέτρα για την προστασία των τόπων που περιλαμβάνονται στον προτεινόμενο κατάλογο. Η Επιτροπή εξήγησε σαφώς ότι οι ιταλικές αρχές θα είχαν παραβιάσει την οδηγία 93/43/ΕΟΚ εάν δεν είχαν λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του εν λόγω τόπου, αλλά το έπραξαν.
31. Τέλος, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι ιταλικές αρχές διενήργησαν ΕΠΕ σε δύο άλλους τόπους που προτάθηκαν στον κατάλογο (τον ΤΚΣ \<\<ITB010043 *Coste e Isolette nord ovest della Sardegna\>\>* και \<\<ITB010002 Stagno*di Pilo e Stagno di Casaraccio\>\>),* μολονότι δεν ήταν υποχρεωμένες να το πράξουν . Μετά την αξιολόγηση αυτών των δύο προστατευόμενων περιοχών, οι ιταλικές αρχές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το επίμαχο έργο *δεν* θα είχε σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στην ακεραιότητα των εν λόγω τόπων Natura 2000, κατά την έννοια των διατάξεων των οδηγιών 92/43/ΕΟΚ και 79/409/ΕΟΚ.
32. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι, στην επιστολή της 19ης Απριλίου 2005 προς τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή της να κλείσει τον φάκελο του καταγγέλλοντος.
33. Επιπλέον, στη γνωμοδότησή της σχετικά με την καταγγελία, η Επιτροπή συμπλήρωσε εξαντλητικά την αιτιολογία της, επαναλαμβάνοντας τους νομικούς λόγους για την απόφασή της να περατώσει την καταγγελία του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 226.
34. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό.
**Β. Η εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να απαντήσει στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 7ης Μαΐου 2005**
<br />
*Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή*
35. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στην επιστολή του της 7ης Μαΐου 2005.
36. Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι, δεδομένου ότι η επιστολή της 7ης Μαΐου 2005 ήταν η ίδια με εκείνη που απευθύνθηκε στη ΓΔ Περιβάλλοντος στις 5 Μαΐου 2005, στην οποία απεστάλη απάντηση στις 25 Μαΐου 2005, η Επιτροπή απάντησε στην επιστολή αυτή. Εν πάση περιπτώσει, στην επιστολή της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα επειδή δεν απάντησε επισήμως στην επιστολή του της 7ης Μαΐου 2005.
*Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή*
37. Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε την εν λόγω αλληλογραφία, η οποία του υποβλήθηκε από τον καταγγέλλοντα και την Επιτροπή.
38. Στην επιστολή του προς τη ΓΔ Περιβάλλοντος της 5ης Μαΐου 2005, ο καταγγέλλων επανέλαβε την άποψή του ότι υπήρξε παραβίαση της κοινοτικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας από τις ιταλικές αρχές.
Στην επιστολή του της 7ης Μαΐου 2005[(18),](#(18)){#Footnote18} ο καταγγέλλων ζήτησε την επανεξέταση ολόκληρου του φακέλου 2002/4946.
Στην απάντησή της της 25ης Μαΐου 2005, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν δεν περιείχαν νέα στοιχεία που θα επέτρεπαν στην Επιτροπή να εντοπίσει πιθανή παραβίαση της κοινοτικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
39 Επομένως, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, δεν φαίνεται παράλογο να θεωρηθεί ότι οι δύο επιστολές του καταγγέλλοντος αφορούσαν κατ' ουσίαν το ίδιο ζήτημα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αποδέχεται την άποψη της Επιτροπής ότι η απάντησή της της 25ης Μαΐου 2005 θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αναφέρεται επίσης στο αντικείμενο της επιστολής του καταγγέλλοντος της 5ης Μαΐου 2005 και της 7ης Μαΐου 2005.
40. Επιπλέον, η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για την παράλειψη επίσημης απάντησής του στην επιστολή του της 7ης Μαΐου 2005.
41. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν φαίνεται να υπάρχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.
**Γ. Ισχυρισμός σχετικά με την απόφαση της Επιτροπής της 8ης Οκτωβρίου 2005 να μην απαντά πλέον στην αλληλογραφία του καταγγέλλοντος επικαλούμενη το άρθρο 4 του κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς της Επιτροπής Επιχειρήματα**
<br />
*που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή*
42. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η απόφαση της Επιτροπής της 14ης Οκτωβρίου 2005 (δηλαδή η επιστολή της Επιτροπής της εν λόγω ημερομηνίας) να μην απαντήσει πλέον στην αλληλογραφία του επικαλούμενη το άρθρο 4 του κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς της Επιτροπής ήταν ανάρμοστη και αδικαιολόγητη.
43 Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι η απόφαση της ΓΔ Περιβάλλοντος να διακόψει την επαναλαμβανόμενη, καταχρηστική ή άσκοπη αλληλογραφία με τον καταγγέλλοντα ελήφθη σύμφωνα με τον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς της Επιτροπής, λόγω του επαναλαμβανόμενου και άσκοπου χαρακτήρα των επιστολών που απηύθυνε συνεχώς ο καταγγέλλων στη ΓΔ Περιβάλλοντος (τόσο στις υπηρεσίες της όσο και στον γενικό διευθυντή), στον Επίτροπο Δήμα και στον Πρόεδρο Barroso. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή παρατήρησε ότι \<\<είχε*την υποχρέωση να κάνει καλή χρήση των χρημάτων των φορολογουμένων\>\>.*
*Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή*
44. Το άρθρο 4 του κώδικα ορθής διοικητικής πρακτικής της Επιτροπής ορίζει τα εξής:
> \<\<Απάντηση*σε επιστολή που απευθύνεται στην Επιτροπή αποστέλλεται εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της επιστολής από την αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής (...)*
>
> *Εάν η απάντηση δεν μπορεί να αποσταλεί εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας και σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες η απάντηση απαιτεί άλλες σχετικές εργασίες, όπως διυπηρεσιακή διαβούλευση ή μετάφραση, το αρμόδιο μέλος του προσωπικού θα πρέπει να αποστείλει ενδιάμεση απάντηση, αναφέροντας την ημερομηνία έως την οποία ο αποδέκτης μπορεί να αναμένει να του αποσταλεί απάντηση υπό το πρίσμα αυτών των πρόσθετων εργασιών, λαμβάνοντας υπόψη τον σχετικό επείγοντα χαρακτήρα και την πολυπλοκότητα του θέματος (...)*
>
> *Οι κανόνες αυτοί δεν ισχύουν για την αλληλογραφία που μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ακατάλληλη, για παράδειγμα, επειδή είναι επαναλαμβανόμενη, καταχρηστική και/ή άσκοπη. Στη συνέχεια, η Επιτροπή επιφυλάσσεται του δικαιώματος να διακόψει κάθε τέτοια ανταλλαγή αλληλογραφίας*\>\>.(Η υπογράμμιση δική μου)
45. Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί ότι η Επιτροπή έχει πράγματι το καθήκον να κάνει ορθή χρήση των κονδυλίων που της διατίθενται για την εκτέλεση των διοικητικών καθηκόντων της και την αποτελεσματική χρήση των ανθρώπινων πόρων της. Ωστόσο, αυτό δεν θα πρέπει να την εμποδίζει να χειρίζεται σωστά την αλληλογραφία των πολιτών, σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης, όπως ορίζονται στον δικό της κώδικα και στον ευρωπαϊκό κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς.
46. Τίθεται, ωστόσο, το ερώτημα κατά πόσον η απόφαση της Επιτροπής στη συγκεκριμένη περίπτωση να μην απαντά πλέον στην επαναλαμβανόμενη και καταχρηστική αλληλογραφία του καταγγέλλοντος ήταν αποδεκτή και ορθή στο πλαίσιο των σχέσεών της με τους ευρωπαίους πολίτες. Ο Διαμεσολαβητής είναι γενικά της άποψης ότι αυτό θα συνέβαινε, εάν η Επιτροπή ενημέρωνε τον συντάκτη της αλληλογραφίας ότι θα την θεωρούσε επαναλαμβανόμενη, ότι δεν θα στέλνονταν περαιτέρω απαντήσεις εκτός εάν παρέχονταν νέα στοιχεία. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή θα αποδείκνυε ότι δεν χαρακτηρίζει αυτομάτως την αλληλογραφία ως επαναλαμβανόμενη, βασιζόμενη, για παράδειγμα, στο κριτήριο του συντάκτη, αλλά μόνον αφού εξετάσει το περιεχόμενό της προκειμένου να εξακριβώσει αν εμφανίζονται νέα στοιχεία.
47. Με βάση τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία στην παρούσα υπόθεση, είναι προφανές ότι ο καταγγέλλων είχε αποστείλει στην Επιτροπή σημαντικό αριθμό επιστολών και ηλεκτρονικών μηνυμάτων σχετικά με το ίδιο ακριβώς θέμα. Συνοπτικά, όλοι υποστήριξαν ότι η απόφαση της Επιτροπής να περατώσει τη διαδικασία επί παραβάσει ήταν εσφαλμένη. Η Επιτροπή απάντησε επανειλημμένα στις ίδιες ανησυχίες του καταγγέλλοντος.
48. Στην επιστολή της με ημερομηνία 14 Οκτωβρίου 2005, αντίγραφο της οποίας δόθηκε από την Επιτροπή στη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, σύμφωνα με τον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς, οι υπηρεσίες της δεν θα απαντούσαν πλέον σε περαιτέρω αλληλογραφία επαναλαμβανόμενου, καταχρηστικού και/ή άσκοπου χαρακτήρα και δήλωσε ότι θα εφάρμοζε τη διάταξη αυτή του κώδικα της \<\<εκτός εάν προβάλλονταν νέα στοιχεία\>\>[(19).](#(19)){#Footnote19}
49. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, η θέση της Επιτροπής, όπως εκφράζεται στην ανωτέρω επιστολή της 14ης Οκτωβρίου 200, φαίνεται να είναι σύμφωνη με τους δικούς της κανόνες και, ως εκ τούτου, να βασίζεται σε ορθή αιτιολογία.
50. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, μετά την επιστολή της 14ης Οκτωβρίου 2005, η Επιτροπή απάντησε στις 17 Νοεμβρίου 2005 στις περαιτέρω επιστολές του καταγγέλλοντος της 17ης, 21ης και 25ης Οκτωβρίου 2005. Στην εν λόγω επιστολή, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι, σύμφωνα με τον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς της, δεν θα δώσει συνέχεια σε περαιτέρω αλληλογραφία που θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί καταχρηστική, λόγω του επαναλαμβανόμενου, ζημιογόνου ή αβάσιμου χαρακτήρα της. Επιπλέον, ανέφερε ότι, εάν λάμβανε νέες πληροφορίες που θα δικαιολογούσαν την έναρξη έρευνας για το ίδιο θέμα, η υπόθεση θα ανοίγονταν εκ νέου και θα διερευνούνταν εκ νέου.
51 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό.
**Δ. Η εικαζόμενη μη συμμόρφωση της Επιτροπής με τα άρθρα 8, 9, 10, 12, 14, 15 και 18 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς*Επιχειρήματα*
<br />
που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή**
52. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε με το άρθρο 8 (Αμεροληψία και ανεξαρτησία)· Άρθρο 9 (Αντικειμενικότητα)· Άρθρο 10 (Νόμιμες προσδοκίες, συνέπεια και συμβουλές)· Άρθρο 12 (Ευγένεια)· Άρθρο 14 (Απόδειξη παραλαβής και μνεία του αρμόδιου υπαλλήλου)· Άρθρο 15 (Υποχρέωση διαβίβασης στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα) και άρθρο 18 (Υποχρέωση αιτιολόγησης των αποφάσεων) του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς.
53. Στη γνώμη της, η Επιτροπή δήλωσε ότι η αναφορά του καταγγέλλοντος στη μη τήρηση από την Επιτροπή αρκετών άρθρων του ευρωπαϊκού κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς ήταν αβάσιμη.
54. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων διευκρίνισε τον ισχυρισμό του αναφέροντας ότι η παράλειψη της ΓΔ Περιβάλλοντος να διαβιβάσει στη ΓΔ Εσωτερικής Αγοράς τα έγγραφα σχετικά με τη δεύτερη καταγγελία του στην Επιτροπή, με ημερομηνία 4 Δεκεμβρίου 2002, συνιστούσε σαφή απόδειξη της ακατάλληλης συμπεριφοράς των οικείων υπαλλήλων, οι οποίοι ενήργησαν κατά παράβαση του κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς της Επιτροπής, παραβιάζοντας έτσι θεμελιώδεις οργανωτικούς κανόνες.
*Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή*
55. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων δεν έκανε καμία συγκεκριμένη αναφορά στον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή παραβίασε κάθε επιμέρους άρθρο του κώδικα στο οποίο αναφέρεται, εκτός από την παράλειψη της ΓΔ Περιβάλλοντος να διαβιβάσει τα σχετικά έγγραφα στη ΓΔ Εσωτερικής Αγοράς (δηλαδή, αναφέρθηκε στο άρθρο 15 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς[(20).](#(20)){#Footnote20}
56. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα αξιολογήσει μόνο το ζήτημα αυτό.
57. Από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν προκύπτει ότι, με επιστολές της 4ης και της 15ης Δεκεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων υπέβαλε στην Επιτροπή δεύτερη καταγγελία βάσει του άρθρου 226 σχετικά με πλημμελή εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων. Ωστόσο, η νέα αυτή καταγγελία αφορούσε την (πρώτη) καταγγελία του προς την Επιτροπή στην οποία αναφέρεται η παρούσα απόφαση.
Στις 21 Μαρτίου 2003, η ΓΔ Εσωτερικής Αγοράς καταχώρισε τη δεύτερη καταγγελία του καταγγέλλοντος με αριθμό αναφοράς 2003/4372.
Στις 4 Απριλίου 2003, η ΓΔ Εσωτερικής Αγοράς ζήτησε από τη ΓΔ Περιβάλλοντος να της διαβιβάσει αντίγραφα των εγγράφων που απέστειλε ο καταγγέλλων στο πλαίσιο της πρώτης καταγγελίας του (αριθμός αναφοράς 2002/4946), καθώς και κάθε άλλη χρήσιμη πληροφορία σχετικά με την υπόθεσή του. Τα έγγραφα αυτά διαβιβάστηκαν στη συνέχεια από τη ΓΔ Περιβάλλοντος στη ΓΔ Εσωτερικής Αγοράς με επιστολή της 14ης Απριλίου 2003.
58. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 15 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς δεν μπορεί να γίνει δεκτός και, ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση και σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό.
**Ε. Συμπεράσματα**
Βάσει των ερευνών που διενεργήθηκαν σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά τον πρώτο, τον τρίτο και τον τέταρτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος. Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, δεν υπάρχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση. Ο καταγγέλλων και ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
Στρασβούργο, 20 Νοεμβρίου 2008
*** ** * ** ***
[(1)](#Footnote1){#(1)} Το άρθρο 226 της συνθήκης ΕΚ έχει ως εξής:
> \<\<Εάν*η Επιτροπή κρίνει ότι ένα κράτος μέλος έχει παραβεί υποχρέωσή του εκ της παρούσας Συνθήκης, διατυπώνει αιτιολογημένη γνώμη επί του θέματος, αφού δώσει στο ενδιαφερόμενο κράτος τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.*
>
> *Εάν το ενδιαφερόμενο κράτος δεν συμμορφωθεί με τη γνώμη αυτή εντός της προθεσμίας που τάσσει η Επιτροπή, η τελευταία μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο.\>\>*
[(2)](#Footnote2){#(2)} Οδηγία 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ 1985, L 175, σ. 40).
[(3)](#Footnote3){#(3)} Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ 1992, L 206, σ. 7).
[(4)](#Footnote4){#(4)} Σύμφωνα με την οδηγία 92/43/ΕΟΚ, ως \<\<τόπος*κοινοτικής σημασίας\>\> νοείται ένας τόπος ο οποίος, στη βιογεωγραφική περιοχή ή περιοχές στις οποίες ανήκει, συμβάλλει σημαντικά στη διατήρηση ή την αποκατάσταση σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης ενός τύπου φυσικού οικοτόπου του παραρτήματος Ι ή ενός είδους του παραρτήματος ΙΙ και μπορεί επίσης να συμβάλει σημαντικά στη συνοχή του Natura 2000 που αναφέρεται στο άρθρο 3 ή/και να συμβάλει σημαντικά στη διατήρηση της βιολογικής ποικιλότητας εντός της ή των σχετικών βιογεωγραφικών περιοχών.*
*Για τα ζωικά είδη που εκτείνονται σε ευρείες περιοχές, οι τόποι κοινοτικής σημασίας αντιστοιχούν στους τόπους της φυσικής κατανομής των ειδών αυτών, οι οποίοι παρουσιάζουν τους φυσικούς ή βιολογικούς παράγοντες που είναι απαραίτητοι για τη ζωή και την αναπαραγωγή τους.\>\>*
[(5)](#Footnote5){#(5)} Το άρθρο 4 παράγραφος 1 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ έχει ως εξής: \<\<Με*βάση τα κριτήρια που ορίζονται στο παράρτημα III (στάδιο 1) και τις σχετικές επιστημονικές πληροφορίες, κάθε κράτος μέλος προτείνει κατάλογο τόπων στον οποίο αναφέρονται οι τύποι φυσικών οικοτόπων του παραρτήματος I και τα αυτόχθονα στο έδαφός του είδη του παραρτήματος II (...).\>\>*
[(6)](#Footnote6){#(6)} Ο καταγγέλλων απέστειλε ηλεκτρονικά μηνύματα στις 31 Αυγούστου, 20 Σεπτεμβρίου, 19 Νοεμβρίου, 3, 7, 18 και 20 Δεκεμβρίου 2004, καθώς και στις 10, 16, 17 Ιανουαρίου και 1 Μαρτίου 2005. Απέστειλε επιστολές (ταχυδρομικώς, με τηλεομοιοτυπία και με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο) στις 27 και 29 Αυγούστου, την 1η Σεπτεμβρίου, τις 19 Νοεμβρίου, τις 3, 6 και 20 Δεκεμβρίου 2004, καθώς και στις 8 και 16 Ιανουαρίου και την 1η και 25 Μαρτίου 2005.
[(7)](#Footnote7){#(7)} Στη γνωμοδότησή της, η Επιτροπή επισήμανε ότι η επιστολή της 14ης Οκτωβρίου 2005 χαρακτηρίστηκε εσφαλμένα από τον καταγγέλλοντα, στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ως \<\<η*απόφαση \[της*Επιτροπής\]* της 8ης Οκτωβρίου 2005\>\>.* Ως εκ τούτου, η ημερομηνία 14 Οκτωβρίου 2005 θα χρησιμοποιηθεί καθ' όλη τη διάρκεια της παρούσας απόφασης για την παραπομπή στην παρούσα επιστολή.
[(8)](#Footnote8){#(8)} Ο Κώδικας Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς-Σχέσεις της Επιτροπής με το κοινό είναι διαθέσιμος στην ακόλουθη διεύθυνση: <http://ec.europa.eu/civil_society/code/index_en.htm>.
[(9)](#Footnote9){#(9)} Ο Ευρωπαϊκός Κώδικας Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς είναι διαθέσιμος στην ακόλουθη διεύθυνση: <http://www.ombudsman.europa.eu/code/en/default.htm>.
(10) Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της, η οδηγία 85/337/ΕΟΚ αποσκοπεί στη θέσπιση γενικών αρχών για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων με σκοπό τη συμπλήρωση και τον συντονισμό των \<\<διαδικασιών χορήγησης άδειας\>\> που διέπουν τα δημόσια και ιδιωτικά έργα τα οποία ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον.{#(10)}
Για το σκοπό αυτό, το άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ ορίζει την \<\<άδεια\>\> ως την απόφαση της αρμόδιας αρχής ή αρχών που δίνει το δικαίωμα στον κύριο του έργου να προχωρήσει σε ένα έργο.
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει τα εξής: \<\<Τα*κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε, πριν από τη χορήγηση της άδειας, τα έργα που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον λόγω, μεταξύ άλλων, της φύσης, του μεγέθους ή της θέσης τους, να υποβάλλονται σε εκτίμηση των επιπτώσεών τους. Τα έργα αυτά ορίζονται στο άρθρο 4.\>\>*
[(11)](#Footnote11){#(11)} Οδηγία 97/11/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997, για την τροποποίηση της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 73, σ. 5). Το άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 3 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι:
> \<\<Άρθρο*4*
>
> *2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 2 παράγραφος 3, για τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ, τα κράτη μέλη καθορίζουν:*
>
> *α) κατά περίπτωση εξέταση, ή*
>
> *β) κατώτατα όρια ή κριτήρια που καθορίζονται από το κράτος μέλος*
>
> *κατά πόσον το έργο θα υποβληθεί σε εκτίμηση σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10.*
>
> *Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να εφαρμόσουν και τις δύο διαδικασίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β). (Η υπογράμμιση δική μου)*
>
> *3. Όταν διενεργείται κατά περίπτωση εξέταση ή καθορίζονται κατώτατα όρια ή κριτήρια για τους σκοπούς της παραγράφου 2, λαμβάνονται υπόψη τα σχετικά κριτήρια επιλογής που ορίζονται στο παράρτημα III.* \<\<(Η υπογράμμιση δική μου)
[(12)](#Footnote12){#(12)} Βλ. υποσημείωση 3 ανωτέρω.
[(13)](#Footnote13){#(13)} Βλέπε υπόθεση C-10/00, *Επιτροπή κατά Ιταλίας,* Συλλογή 2002, σ. I-2357, σκέψη 88.
[(14)](#Footnote14){#(14)} Για παράδειγμα:
(α) "*\[η* πραγματογνωμοσύνη του Δρ Β*\] δεν έρχεται απαραιτήτως σε αντίθεση με τη \<\<Relazione\>\>, καθώς αναφέρεται στην επιφάνεια που υπόκειται σε απαλλοτρίωση και όχι στην περιοχή που εμπλέκεται άμεσα στις εργασίες του έργου*".
(Στην αρχική ιταλική γλώσσα το παραπάνω απόσπασμα έχει ως εξής. "*Tra le altre cose, almeno per quanto riguarda le superfici, essa non è necessariamente in contraddizione con la Relazione di ripristino in quanto si riferisce alla superficie oggetto di espropriazione e non a quella direttamente interessata da lavori*".)
β) \<\<Ωστόσο,*ακόμη και αν υποτεθεί ότι τα στοιχεία της πραγματογνωμοσύνης του Δρ Β είναι ορθά, πρέπει να ειπωθεί ότι οι επιπτώσεις του έργου δεν είναι σημαντικές για τον τόπο και ότι, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει παραβίαση της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και δεν υπάρχει ανάγκη λήψης αντισταθμιστικών μέτρων.\>\>*
(Στην αρχική ιταλική γλώσσα, το παραπάνω απόσπασμα έχει ως εξής. "*Tuttavia, il punto essenziale da chiarire è che, anche prendendo per validi i dati presenti nella* "*Perizia* " *del dr. B., si deve concludere che l'incidenza dell'opera non è significativa per il sito e che, pertanto, non c'è violazione della direttiva 92/43/CEE e non c'è neanche necessità di adottare misure di compensazione*").
[(15)](#Footnote15){#(15)} Στην αρχική ιταλική γλώσσα: "*La Sua argomentazione tesa a dimostrare un possibile inquinamento non è supportata da nessun elemento concreto*".
[(16)](#Footnote16){#(16)} Οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49).
[(17)](#Footnote17){#(17)} Βλ. υπόθεση C-374/98, *Επιτροπή κατά Γαλλίας,* Συλλογή 2000, σ. I-10799, σκέψεις 25 και 26: \<\<Θα*πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο κατάλογος των περιοχών που έχουν μεγάλη σημασία για τη διατήρηση των άγριων πτηνών, ο οποίος είναι ευρύτερα γνωστός με το ακρωνύμιο IBA (Inventory of Important Bird Areas in the European Community) περιλαμβάνει την εν λόγω περιοχή. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο κατάλογος αυτός, μολονότι δεν είναι νομικώς δεσμευτικός για τα οικεία κράτη μέλη, περιέχει επιστημονικά στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να εκτιμηθεί αν ένα κράτος μέλος τήρησε την υποχρέωσή του να κατατάξει σε ΖΕΠ* (ζώνες ειδικής προστασίας)*τα εδάφη που είναι τα πλέον κατάλληλα, σε αριθμό και επιφάνεια, για τη διατήρηση των προστατευόμενων ειδών (απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1998, C-3/96, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1998, σ. I-3031, σκέψεις 69 και 70).*
*Από τη γενική οικονομία του άρθρου 4 της οδηγίας για τα πτηνά προκύπτει ότι, όταν μια συγκεκριμένη ζώνη πληροί τα κριτήρια χαρακτηρισμού της ως ΖΕΠ, πρέπει να υπόκειται σε μέτρα ειδικής διατηρήσεως ικανά να διασφαλίσουν, μεταξύ άλλων, την επιβίωση και την αναπαραγωγή των ειδών πτηνών που αναφέρονται στο παράρτημα I της οδηγίας αυτής \>\>.*
Βλ. ιδίως σημεία 25 και 26:
"Πρέπει*επίσης να σημειωθεί ότι ο κατάλογος των περιοχών που έχουν μεγάλη σημασία για τη διατήρηση των άγριων πτηνών, ο οποίος είναι ευρύτερα γνωστός με το ακρωνύμιο IBA (Inventory of Important Bird Areas in the European Community) περιλαμβάνει την εν λόγω περιοχή. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο κατάλογος αυτός, μολονότι δεν είναι νομικώς δεσμευτικός για τα οικεία κράτη μέλη, περιέχει επιστημονικά στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να εκτιμηθεί αν ένα κράτος μέλος τήρησε την υποχρέωσή του να κατατάξει σε ΖΕΠ τα εδάφη που είναι τα πλέον κατάλληλα, σε αριθμό και επιφάνεια, για τη διατήρηση των προστατευόμενων ειδών (απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Απριλίου 1998, C-3/96, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1998, σ. I-3031, σκέψεις 69 και 70).*
*Από τη γενική οικονομία του άρθρου 4 της οδηγίας για τα πτηνά προκύπτει ότι, όταν μια συγκεκριμένη ζώνη πληροί τα κριτήρια χαρακτηρισμού της ως ΖΕΠ, πρέπει να υπόκειται σε μέτρα ειδικής διατηρήσεως ικανά να διασφαλίσουν, μεταξύ άλλων, την επιβίωση και την αναπαραγωγή των ειδών πτηνών που αναφέρονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας αυτής.\>\>*
[(18)](#Footnote18){#(18)} Στην επιστολή του της 7ης Μαΐου 2005 προς τον Γενικό Διευθυντή της ΓΔ Περιβάλλοντος, ο καταγγέλλων έγραψε τα εξής (αγγλικό πρωτότυπο):
> \<\<Θα*ήθελα να σας ενημερώσω για την ανώμαλη \<\<συμπεριφορά\>\> της Ενότητας Α2, η οποία αναφέρεται στην παράβαση 2002/4946. Κατά τη γνώμη μου, οι εξωτερικές παρεμβάσεις μπορεί να έχουν παρουσιάσει την Ενότητα από την εκτέλεση της δέουσας εργασίας. Ως εκ τούτου, υπό την ιδιότητά μου ως ευρωπαίου πολίτη, σας ζητώ να αναθεωρήσετε τον σχετικό φάκελο\>\>.*
[(19)](#Footnote19){#(19)} Μετάφραση των υπηρεσιών του Διαμεσολαβητή από το πρωτότυπο ιταλικό κείμενο:
> \<\<*Le ricordo ancora una volta che ove la Commissione venisse in possesso di ulteriori informazioni e notizie suscettibili di giustificare l'apertura di una procedura avente il medesimo oggetto, il caso verrebbe riaperto e nuovamente istruito. Tuttavia, Le ricordo che, ai sensi del Codice di buona condotta amministrativa, la Commissione non darà seguito a ulteriore corrispondenza che possa ragionevolmente essere considera abusiva per il suo carattere ripetitivo, ingiurioso o infondato.\>\>*(Η υπογράμμιση δική μου).
[(20)](#Footnote20){#(20)} Το άρθρο 15 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς έχει ως εξής:
> \<\<Υποχρέωση*διαβίβασης στην αρμόδια υπηρεσία του θεσμικού οργάνου:*
>
> *1. Εάν επιστολή ή καταγγελία προς το θεσμικό όργανο απευθύνεται ή διαβιβάζεται σε Γενική Διεύθυνση, Διεύθυνση ή Μονάδα που δεν είναι αρμόδια για την εξέτασή της, οι υπηρεσίες του διασφαλίζουν ότι ο φάκελος διαβιβάζεται αμελλητί στην αρμόδια υπηρεσία του θεσμικού οργάνου.*
>
> *2. Η υπηρεσία που έλαβε αρχικά την επιστολή ή την καταγγελία ενημερώνει τον συντάκτη για τη διαβίβαση αυτή και αναφέρει το όνομα και τον αριθμό τηλεφώνου του υπαλλήλου στον οποίο διαβιβάστηκε ο φάκελος.*
>
> *3. Ο υπάλληλος ειδοποιεί το μέλος του κοινού ή του οργανισμού για τυχόν σφάλματα ή παραλείψεις σε έγγραφα και παρέχει τη δυνατότητα διόρθωσής τους.\>\>*