Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 1640/2007/GG κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 1640/2007/GG - Εκκίνηση έρευνας στις Πέμπτη | 05 Ιουλίου 2007 - Απόφαση στις Τετάρτη | 23 Ιουλίου 2008
Στρασβούργο, 23 Ιουλίου 2008
Αξιότιμη κυρία B.,
Στις 12 Ιουνίου 2007, ενεργώντας εξ ονόματος της B. (εταιρείας), υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τον χειρισμό καταγγελίας περί ανταγωνισμού από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Στις 5 Ιουλίου 2007, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Ενημερωθήκατε σχετικά την ίδια ημέρα.
Την 1η Οκτωβρίου 2007, μου διαβιβάσατε περαιτέρω πληροφορίες. Απάντησα στην επιστολή σας στις 12 Οκτωβρίου 2007.
Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 6 (αγγλικό πρωτότυπο) και στις 14 Νοεμβρίου 2007 (γερμανική μετάφραση). Σας τη διαβίβασα στις 16 Νοεμβρίου 2007 με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις.
Στις 7 Ιανουαρίου 2008, διατυπώσατε ορισμένες παρατηρήσεις. Με ενημερώσατε επίσης ότι επιθυμείτε να αναμείνετε την απάντηση της Επιτροπής σε ερώτηση βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πριν διατυπώσετε περαιτέρω παρατηρήσεις. Στην απάντησή μου της 1ης Φεβρουαρίου 2008, σας ζήτησα να μου υποβάλετε έως τις 31 Μαρτίου 2008 τυχόν περαιτέρω παρατηρήσεις σας.
Στις 28 Φεβρουαρίου 2008, η Επιτροπή με πληροφόρησε ότι ανέμενε την απάντησή σας σχετικά με το αν θα έπρεπε να προβεί σε τελική απόφαση. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι είχατε κληθεί να παράσχετε τις πληροφορίες αυτές έως το τέλος Φεβρουαρίου 2008.
Στις 26 Μαρτίου 2008, με ενημερώσατε ότι η κατάσταση της υγείας σας δεν σας επέτρεπε να διατυπώσετε περαιτέρω παρατηρήσεις εκείνη την περίοδο. Προσθέσατε, ωστόσο, ότι τα σχόλια θα γίνουν σύντομα. Στην απάντησή μου της 7ης Απριλίου 2008, εξέφρασα την ελπίδα ότι τα προβλήματα υγείας στα οποία είχε αναφερθεί η επιστολή σας θα έπαυαν σύντομα. Σας χορήγησα επίσης προθεσμία έως τις 31 Μαΐου 2008 για να διατυπώσετε περαιτέρω παρατηρήσεις.
Στις 10 Απριλίου 2008, υποβάλατε συμπληρωματικές παρατηρήσεις.
Στις 17 Απριλίου 2008, η Υπηρεσία μου τηλεφώνησε στην Επιτροπή προκειμένου να εξακριβώσει σε ποιο στάδιο είχε φθάσει η έρευνα της τελευταίας. Με την ευκαιρία αυτής της τηλεφωνικής συνομιλίας, η Επιτροπή επισήμανε ότι είχε εκδώσει την απόφασή της στην παρούσα υπόθεση και ότι θα μου διαβιβαζόταν αντίγραφο.
Στις 7 Μαΐου 2008, η Επιτροπή παρέσχε συμπληρωματικές πληροφορίες και μου διαβίβασε αντίγραφο της απόφασής της της 15ης Απριλίου 2008 σχετικά με την καταγγελία σας περί ανταγωνισμού.
Στις 20 Μαΐου 2008, επέστησα την προσοχή σας στην απόφαση αυτή και σας κάλεσα να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας. Υποβάλατε παρατηρήσεις στις 23 Ιουνίου 2008.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΙστορικόΗ καταγγέλλουσα είναι γερμανική εταιρεία που δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο τούβλων.
Με απόφαση που εκδόθηκε στις 29 Απριλίου 1994 (1) («απόφαση»), η Επιτροπή χορήγησε, υπό διάφορες προϋποθέσεις και για περίοδο πέντε ετών (1992-1997), απαλλαγή βάσει των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ σε συμφωνία μεταξύ Ολλανδών παραγωγών τούβλων που αποσκοπούσε στη μείωση της παραγωγικής ικανότητας ώστε να εξισορροπηθεί η αγορά.
Τον Σεπτέμβριο του 1999, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Επιτροπής («ΓΔ Ανταγωνισμού»), στην οποία ισχυριζόταν ότι οι σχετικές ολλανδικές εταιρείες και η ένωσή τους είχαν διαπράξει αρκετές σοβαρές παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, απώλεσε όλα τα περιουσιακά του στοιχεία λόγω των εν λόγω παραβάσεων.
Στην καταγγελία αυτή, ο καταγγέλλων έθεσε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα ζητήματα:
- Το σημείο 2 της αποφάσεως είχε ως εξής (η υπογράμμιση δική μου): «Τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο της συμφωνίας είναι τα αργιλικά τούβλα κατασκευής που καίγονται σε κλίβανους, εξαιρουμένων των ακριβότερων τούβλων που στρέφονται προς τα εμπρός και των τούβλων μηχανικής. Κατά γενικό κανόνα, μπορούν να διακριθούν τρεις τύποι τούβλων από την πλευρά της ζήτησης, δηλαδή τα κοινά τούβλα, τα τούβλα με όψη και τα τούβλα μηχανικής· τα κοινά τούβλα χρησιμοποιούνται γενικά στις γενικές οικοδομικές εργασίες, τα τούβλα που αντιμετωπίζουν είναι ακριβότερα και γίνονται ειδικά ή επιλέγονται για να δώσουν μια ελκυστική εμφάνιση στους τοίχους, και τα τούβλα εφαρμοσμένης μηχανικής είναι ανθεκτικότερα και ανθεκτικά. Μπορούν, ωστόσο, σε πολύ μεγάλο βαθμό να αντικατασταθούν το ένα από το άλλο από την πλευρά της προσφοράς και, ως εκ τούτου, η γενική αγορά τούβλων θεωρείται ως η σχετική αγορά." Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ωστόσο, η συμφωνία είχε εφαρμοστεί στα τούβλα με όψη.
- Το σημείο 2 της αποφάσεως είχε ως εξής: "Ωστόσο, η εφαρμογή της συμφωνίας δεν θα πρέπει να οδηγεί σε ανταλλαγές πληροφοριών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εναρμονισμένες πρακτικές που απαγορεύονται από το άρθρο 85 της συνθήκης· Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να απαιτείται από τις επιχειρήσεις που είναι μέρη της συμφωνίας να μην κοινοποιούν στα άλλα μέρη μεμονωμένα στοιχεία σχετικά με την παραγωγή και τις παραδόσεις τούβλων εκάστου μέρους, είτε απευθείας μεταξύ τους είτε μεταξύ ορισμένων εξ αυτών, είτε μέσω καταπιστευματικού οργανισμού ή τρίτου μέρους." Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι οι επιχειρήσεις που είναι μέρη της συμφωνίας που απαλλάσσεται από την Επιτροπή είχαν προβεί σε εκτεταμένη ανταλλαγή πληροφοριών.
- Μολονότι η συμφωνία που απαλλάχθηκε από την Επιτροπή υποτίθεται ότι εξυπηρετούσε τον σκοπό της μείωσης της παραγωγικής ικανότητας, δημιουργήθηκε περαιτέρω παραγωγική ικανότητα σε μια εγκατάσταση στο Βέλγιο που βρισκόταν κοντά στα σύνορα με τις Κάτω Χώρες. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι, επιπλέον, και κατά τη διάρκεια της περιόδου απαλλαγής, δημιουργήθηκε νέα παραγωγική ικανότητα στις Κάτω Χώρες το 1996/1997.
Σε καταγγελία που υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή τον Φεβρουάριο του 2001 (καταγγελία 227/2001/GG), ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε την καταγγελία του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα, η οποία περατώθηκε με τη διαπίστωση ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση τον Ιούνιο του 2001, με την αιτιολογία ότι η Επιτροπή ήταν σε θέση να αποδείξει ότι ασχολούνταν ενεργά με την υπόθεση.
Περαιτέρω αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και του καταγγέλλοντοςΣτις 24 Απριλίου 2003, η Επιτροπή απηύθυνε λεπτομερή επιστολή στον καταγγέλλοντα. Στην επιστολή της, η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι η διατύπωση του σημείου 2 της απόφασής της θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρανοήσεις και ότι θα μπορούσε να στηρίξει την άποψη του καταγγέλλοντος ότι δεν είχε χορηγηθεί απαλλαγή όσον αφορά τα τούβλα με όψη. Ωστόσο, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι η ολλανδική βιομηχανία τούβλων είχε μειώσει την παραγωγική της ικανότητα με τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής. Κατά την Επιτροπή, τούτο προκύπτει σαφώς από τον φάκελό της και από την απόφασή της. Η Επιτροπή παρέπεμψε επίσης σε έγγραφο που της απέστειλαν το 1992 τα μέρη που συμμετείχαν στη συμφωνία. Σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή, η προτεινόμενη αναδιάρθρωση «αφορούσε αποκλειστικά τα τούβλα (gevelbakstenen) και κανένα άλλο προϊόν ή ομάδα προϊόντων που συνδεόταν ή δεν συνδεόταν με αυτά». Η Επιτροπή διευκρίνισε επίσης ότι η επίμαχη συμφωνία δεν εμπόδιζε τα μέρη να αυξήσουν την παραγωγική τους ικανότητα εκτός των Κάτω Χωρών, για παράδειγμα στο Βέλγιο. Προσέθεσε ότι η συμφωνία προέβλεπε επίσης ότι οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών θα έληγαν «το αργότερο στις 30 Σεπτεμβρίου 1997».
Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να γίνει δεκτή η αίτηση του καταγγέλλοντος, αλλά ότι θα εκδώσει οριστική απόφαση μόνο αφού λάβει τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος.
Στις 25 Ιουνίου 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του σχετικά με την επιστολή αυτή. Ο καταγγέλλων επανέλαβε την άποψή του ότι τα τούβλα με όψη δεν καλύπτονταν από την απόφαση και εξέφρασε την άποψη ότι οι εξηγήσεις της Επιτροπής σχετικά με το θέμα αυτό ήταν ανάξιες ενός ευρωπαϊκού εκτελεστικού οργάνου. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η συμφωνία, όπως εφαρμόστηκε στην πράξη, είχε ως αποτέλεσμα ζημίες για τους καταναλωτές ύψους 675 εκατ. EUR. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι η προσθήκη νέας παραγωγικής ικανότητας κατά τη διάρκεια της περιόδου απαλλαγής, τόσο στις Κάτω Χώρες όσο και στο Βέλγιο, κατέστησε τη συμφωνία παράλογη. Επισήμανε επίσης ότι, παρά την αύξηση των αποθεμάτων κατά την εξεταζόμενη περίοδο, οι τιμές δεν μειώθηκαν, αλλά αυξήθηκαν. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι τιμές μιας από τις εμπλεκόμενες εταιρείες αυξήθηκαν κατά περίπου 71 % σε πέντε έτη και το περιθώριο κέρδους ανήλθε σε περίπου 40 %. Ο καταγγέλλων παρέπεμψε επίσης σε επιστολή των δικηγόρων ενός από τα μέρη της συμφωνίας της 22ας Μαΐου 2001. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η εν λόγω επιστολή, η οποία είχε υποβληθεί στην Επιτροπή, κατέδειξε ότι η συμφωνία είχε ως στόχο την πρόκληση προβλημάτων παράδοσης και, ως εκ τούτου, είχε αποδεχθεί εγκύρως τη ζημία τρίτων μερών που δραστηριοποιούνται στην αγορά. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μπορούσε να χορηγηθεί απαλλαγή. Ο καταγγέλλων επισήμανε εκ νέου την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των επιχειρήσεων που ήταν συμβαλλόμενα μέρη της σχετικής συμφωνίας. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών ήταν προδήλως αντίθετη προς τους όρους που επέβαλε η Επιτροπή κατά την απαλλαγή της συμφωνίας. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι η μείωση της παραγωγικής ικανότητας είχε ήδη εφαρμοστεί το 1990. Ως εκ τούτου, το ζήτημα είχε αντιμετωπιστεί προ πολλού όταν τα ενδιαφερόμενα μέρη γνωστοποίησαν τη συμφωνία τους στην Επιτροπή.
Σε επιστολή που απέστειλε στις 22 Απριλίου 2005, η Επιτροπή εξήγησε εκ νέου στον καταγγέλλοντα τους λόγους για τους οποίους δεν θεωρούσε ότι υπήρχαν λόγοι για να δραστηριοποιηθεί. Η Επιτροπή σημείωσε ότι η επιστολή της συμπλήρωσε την επιστολή της 24ης Απριλίου 2003 και εξέτασε τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 25ης Ιουνίου 2003. Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι τα μέρη της σχετικής συμφωνίας αύξησαν την παραγωγική τους ικανότητα, σε αντίθεση με τον σκοπό της εν λόγω συμφωνίας, η Επιτροπή έκρινε ότι αυτό ήταν ζήτημα που έπρεπε να επιλύσουν τα ίδια τα μέρη. Όσον αφορά τα προϊόντα που καλύπτονται από τη συμφωνία, η Επιτροπή υποστήριξε, βάσει της τελευταίας περιόδου του σημείου 2 της αποφάσεώς της, ότι η μείωση της παραγωγικής ικανότητας ενός τύπου τούβλων συνεπαγόταν μείωση της παραγωγικής ικανότητας και για άλλα τούβλα. Όσον αφορά τη συνεργασία μεταξύ των μερών της συμφωνίας, η Επιτροπή εξήγησε ότι δεν ήταν σε θέση να αποδείξει ότι υπήρξε παράνομη ανταλλαγή πληροφοριών. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η ανταλλαγή πληροφοριών που πραγματοποιήθηκε δεν ήταν παράνομη, δεδομένου ότι ανταλλάχθηκαν μόνο συγκεντρωτικά αριθμητικά στοιχεία και δεδομένου ότι οι πληροφορίες αυτές δεν επέτρεψαν στα μέρη να ελέγξουν την αμοιβαία συμπεριφορά τους. Όσον αφορά την αύξηση των τιμών κατά την εξεταζόμενη περίοδο, η Επιτροπή υποστήριξε ότι μπορούσε επίσης να εξηγηθεί από την οικοδομική άνθηση στα νέα ομόσπονδα κράτη της Γερμανίας εκείνη την περίοδο. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι υπήρξε θύμα μποϊκοτάζ από τα μέρη της σχετικής συμφωνίας, η Επιτροπή επισήμανε ότι ο καταγγέλλων είχε ήδη υποβάλει το ζήτημα αυτό στα εθνικά δικαστήρια. Επομένως, κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν υπήρχε κοινοτικό συμφέρον για την εξέταση του ζητήματος αυτού.
Όπως και στην επιστολή της 24ης Απριλίου 2003, η Επιτροπή τόνισε ότι οριστική απόφαση θα ληφθεί μόνο αφού ληφθούν υπόψη τυχόν παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος.
Στις 19 Μαΐου 2005, η καταγγέλλουσα υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με την επιστολή αυτή, στις οποίες τόνιζε ότι επιθυμούσε να εμμείνει στην καταγγελία της. Ο καταγγέλλων επανέλαβε την άποψή του ότι η μείωση της παραγωγικής ικανότητας είχε εφαρμοστεί πριν από την κοινοποίηση της συμφωνίας. Υποστήριξε ότι οι απαλλαγές που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορούν να έχουν αναδρομική ισχύ πέραν της ημερομηνίας κοινοποιήσεως. Συνεπώς, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η απόφαση ήταν άκυρη. Ο καταγγέλλων τόνισε επίσης ότι, λόγω της αύξησης των τιμών, οι καταναλωτές δεν είχαν λάβει δίκαιο μερίδιο από τα οφέλη που απορρέουν από τη σχετική συμφωνία, όπως απαιτεί το άρθρο 81 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ.
Ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να ανακαλέσει την απόφασή της ή, εναλλακτικά, να μεριμνήσει για την εφαρμογή της εν λόγω απόφασης και των όρων στους οποίους υπόκειται. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το πρόσθετο κέρδος που είχαν αποκομίσει οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις θα έπρεπε, στον βαθμό που υπερέβαινε το ποσοστό πληθωρισμού, να επιστραφεί στους καταναλωτές.
Καταγγελία 3065/2005/GGΣτις 20 Σεπτεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε εκ νέου στον Διαμεσολαβητή (καταγγελία 3065/2005/GG). Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων ζήτησε τη βοήθεια του Διαμεσολαβητή, η επιστολή καταχωρίστηκε ως νέα καταγγελία. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να καλέσει την Επιτροπή «να διορθώσει τις αποφάσεις που έχει λάβει μέχρι στιγμής», φάνηκε ότι ο καταγγέλλων ήταν δυσαρεστημένος με την ουσία της θέσης της Επιτροπής και όχι με το γεγονός ότι είχαν παρέλθει έξι έτη από την υποβολή της καταγγελίας του.
Ωστόσο, οι επιστολές της Επιτροπής της 24ης Απριλίου 2003 και της 22ας Απριλίου 2005 διευκρίνιζαν ότι η Επιτροπή δεν είχε ακόμη λάβει οριστική απόφαση επί της καταγγελίας περί ανταγωνισμού. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν υπήρχαν επαρκείς λόγοι για τη διεξαγωγή έρευνας.
Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι είχε τη δυνατότητα να ανανεώσει την καταγγελία του (1) εάν η Επιτροπή απέρριπτε την καταγγελία του περί ανταγωνισμού ή (2) εάν θεωρούσε ότι η Επιτροπή δεν ασχολήθηκε με το θέμα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
Επί της υπό κρίση αιτιάσεωςΣτις 12 Ιουνίου 2007, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι η Επιτροπή δεν είχε ακόμη απαντήσει στην επιστολή της 19ης Μαΐου 2005. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να επιληφθεί της υπόθεσης.
Συμπληρωματική επιστολή του καταγγέλλοντοςΣτις 5 Ιουλίου 2007, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να γνωμοδοτήσει επί της καταγγελίας. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε κατ’ ουσίαν ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε την καταγγελία του σχετικά με τον ανταγωνισμό εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, αφού έλαβε την επιστολή της 19ης Μαΐου 2005. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε σχετικά την ίδια ημέρα.
Την 1η Οκτωβρίου 2007, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι είχε λάβει επιστολή της Επιτροπής με ημερομηνία 3 Σεπτεμβρίου 2007. Στην επιστολή αυτή, η Επιτροπή απάντησε στα επιχειρήματα που είχε προβάλει ο καταγγέλλων στην επιστολή του της 19ης Μαΐου 2005 και επανέλαβε την άποψή της ότι δεν υπήρχαν επαρκείς λόγοι για να γίνει δεκτή η αίτηση του καταγγέλλοντος ή να διενεργηθούν περαιτέρω έρευνες. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να διευκρινίσει αν επιθυμούσε να εμμείνει στα επιχειρήματά του και αν επέμενε στην έκδοση επίσημης απόφασης σχετικά με την καταγγελία του.
Στην επιστολή του προς τον Διαμεσολαβητή της 1ης Οκτωβρίου 2007, ο καταγγέλλων εξήγησε ότι δεν θεωρούσε ικανοποιητική τη θέση της Επιτροπής. Επισημαίνοντας ότι ο Διαμεσολαβητής ήταν η τελευταία του ελπίδα, ο καταγγέλλων ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να χρησιμοποιήσει όλες τις δυνατότητες για να επηρεάσει την απόφαση της Επιτροπής. Ο καταγγέλλων πρότεινε επίσης συνάντηση για να συζητηθεί το θέμα.
Στην απάντησή του της 12ης Οκτωβρίου 2007, ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε στον καταγγέλλοντα ότι η παρούσα υπόθεση αφορούσε την παράλειψη της Επιτροπής να εξετάσει την καταγγελία περί ανταγωνισμού εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και ότι θα ήταν σε θέση να επανεξετάσει την ουσία της θέσης της Επιτροπής μόνον αφού η τελευταία θα είχε αποφανθεί επί της υπόθεσης. Ο Διαμεσολαβητής επεσήμανε επίσης ότι ο ρόλος του είναι να εξετάζει πιθανές περιπτώσεις κακοδιοίκησης, αλλά όχι να προσπαθεί να επηρεάσει τις αποφάσεις που η Επιτροπή βρίσκεται στη διαδικασία έγκρισης.
Ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, ως εκ τούτου, θα ήταν χρήσιμο να ζητήσει από την Επιτροπή να εκδώσει επίσημη, τελική απόφαση σχετικά με την υπόθεση. Προσέθεσε ότι ο καταγγέλλων θα μπορούσε να αξιοποιήσει την ευκαιρία αυτή για να υποβάλει εκ νέου τα επιχειρήματά του στην Επιτροπή. Ωστόσο, εάν η Επιτροπή αποφασίσει να απορρίψει την καταγγελία ανταγωνισμού, η απόφαση αυτή θα μπορούσε στη συνέχεια να προσβληθεί δικαστικά ή να αποτελέσει αντικείμενο περαιτέρω καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή.
Ο Διαμεσολαβητής πρόσθεσε ότι, με βάση τα ανωτέρω, θεωρεί ότι δεν φαίνεται να είναι αναγκαία επί του παρόντος συνάντηση με τον καταγγέλλοντα.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Αφού έλαβε την καταγγελία ανταγωνισμού του καταγγέλλοντος της 17ης Σεπτεμβρίου 1999, η ΓΔ Ανταγωνισμού ζήτησε τη γνώμη της ολλανδικής αρχής ανταγωνισμού και απέστειλε επίσημες αιτήσεις παροχής πληροφοριών στην KNB, την ολλανδική ένωση παραγωγών πλίνθων (τρεις φορές), καθώς και σε μεμονωμένους κατασκευαστές πλίνθων στις Κάτω Χώρες (48), στο Βέλγιο (16) και στη Γερμανία (55).
Στις 24 Απριλίου 2003, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για τα πορίσματα της έρευνάς της και για την πρόθεσή της να απορρίψει την καταγγελία. Ο καταγγέλλων απάντησε στις 25 Ιουνίου 2003, αμφισβητώντας τα συμπεράσματα της Επιτροπής.
Στις 22 Απριλίου 2005, η Επιτροπή απέστειλε συμπληρωματική επιστολή, απαντώντας στα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος. Η Επιτροπή ενημέρωσε εκ νέου τον καταγγέλλοντα για την πρόθεσή της να απορρίψει την καταγγελία. Ο καταγγέλλων απάντησε στις 19 Μαΐου 2005.
Η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι δεν απάντησε στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 19ης Μαΐου 2005, μολονότι το περιεχόμενο της επιστολής αυτής ήταν σε μεγάλο βαθμό πανομοιότυπο με εκείνο της προηγούμενης επιστολής της 25ης Ιουνίου 2003 και ο καταγγέλλων είχε ήδη πλήρη επίγνωση της πρόθεσης της Επιτροπής να απορρίψει την καταγγελία.
Στις 3 Σεπτεμβρίου 2007, η Επιτροπή απάντησε στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 19ης Μαΐου 2005 και ρώτησε τον καταγγέλλοντα αν επέμενε στην έκδοση επίσημης απόφασης σχετικά με την καταγγελία του.
Στις 20 Σεπτεμβρίου 2007, η ΓΔ Ανταγωνισμού είχε τηλεφωνική διάσκεψη με τον καταγγέλλοντα. Η αρμόδια υπηρεσία εξήγησε στον καταγγέλλοντα ότι σχεδίαζε να προτείνει στην Επιτροπή απόφαση απόρριψης της καταγγελίας. Στις 28 Σεπτεμβρίου 2007, η Επιτροπή έκανε δεκτό το αίτημα του καταγγέλλοντος για παράταση της προθεσμίας έως τις 31 Δεκεμβρίου 2007 προκειμένου να αποφασίσει εάν επιθυμεί ή όχι να λάβει τελική απόφαση.
Ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή ζήτησε αρχικά επιβεβαίωση ότι ο καταγγέλλων επιθυμούσε τελική απόφαση επί της καταγγελίας του ήταν ότι, σε πολλές περιπτώσεις, οι καταγγέλλοντες στην πραγματικότητα δεν επιθυμούν να λάβουν επίσημη απόφαση (απόρριψης), δεδομένου ότι μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να τους εμποδίσει σε αστικές διαδικασίες. Σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης (2), οι εθνικοί δικαστές δεν μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις που αντιβαίνουν σε απόφαση της Επιτροπής.
Εάν ο καταγγέλλων δεν την ενημέρωνε έως τις 31 Δεκεμβρίου 2007 ότι δεν επιθυμούσε να λάβει επίσημη απόφαση, η Επιτροπή θα ανέμενε να εκδώσει τελική απόφαση και να την κοινοποιήσει στον καταγγέλλοντα στις αρχές του 2008.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις 7 Ιανουαρίου 2008, ο καταγγέλλων υπέβαλε ορισμένες παρατηρήσεις στον Διαμεσολαβητή, στις οποίες υποστήριζε ότι η Επιτροπή γνώριζε ήδη από τον Οκτώβριο του 1999 ότι η απαλλαγή του εφαρμοζόταν καταχρηστικά στα τούβλα μετωπικής όψης. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι είχε ήδη αποδείξει τον Ιούνιο του 2001 ότι οι επιχειρήσεις που ήταν μέρη της σχετικής συμφωνίας είχαν πολύ περιορισμένη παραγωγή όσον αφορά τα προϊόντα που καλύπτονται από την απόφαση απαλλαγής, δηλαδή τα κοινά τούβλα. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, είχε επίσης αποδειχθεί στην Επιτροπή τον Οκτώβριο του 2001 ότι η συμφωνία είχε ως στόχο να προκαλέσει προβλήματα παράδοσης. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η τομεακή έρευνα που διεξήγαγε η Επιτροπή ήταν επομένως περιττή και είχε απορροφήσει πολύτιμους πόρους.
Στις 10 Απριλίου 2008, ο καταγγέλλων υπέβαλε περαιτέρω παρατηρήσεις.
Στις παρατηρήσεις αυτές, ο καταγγέλλων υπέβαλε, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
- Η απόφαση ανέφερε ότι τα τούβλα με όψη προς τα έξω δεν καλύπτονταν από αυτήν. Το σημείο 7 της Αποφάσεως, στο οποίο αναφερόταν η μείωση της καταναλώσεως, περιελάμβανε την ακόλουθη εξήγηση: «Η τάση εξακολουθεί να είναι πτωτική, κυρίως επειδή τα εναλλακτικά υλικά είναι φθηνότερα και παρέχουν καλύτερα τεχνικά αποτελέσματα· Αυτό εξηγεί την αυξανόμενη τάση αντικατάστασης των τοίχων εδράνων που κατασκευάζονται με τούβλα από σκυρόδεμα και χάλυβα και χρήσης λαμαρινών αντί άλλων μορφών πλινθοδομής." Αυτό αναφέρεται σαφώς στα κοινά τούβλα ("Mauerwerksziegel"), δεδομένου ότι μόνο αυτά τα τούβλα ανταγωνίζονται τα προαναφερθέντα άλλα δομικά υλικά.
- Εάν τα τούβλα με όψη είχαν συμπεριληφθεί στη συμφωνία, η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε συμπεριλάβει στην ανάλυσή της τουλάχιστον τις γειτονικές αγορές τούβλων στη Γερμανία και ολόκληρη τη βελγική αγορά, δεδομένου ότι τα τούβλα με όψη προσφέρονταν και διακινούνταν εντός ακτίνας 700 χιλιομέτρων στην ΕΕ. Επιπλέον, τα κοινά τούβλα και τα τούβλα με όψη δεν ήταν σαφώς υποκατάστατα από την άποψη των καταναλωτών.
- Αντίθετα προς ό,τι αναφέρεται στην απόφαση, η ανάπτυξη της βιομηχανίας πλίνθων κατά τη δεκαετία του 1980 ήταν εξαιρετική. Οι πωλήσεις ολλανδικών τούβλων αυξήθηκαν συνεχώς από 1.138 εκατομμύρια το 1985 σε 1.554 εκατομμύρια το 1990. Μια πρώτη αύξηση των τιμών, η οποία εφαρμόστηκε στα τέλη της περιόδου 1990/1991 και ανερχόταν σε 7,1 %, είχε αιτιολογηθεί σε σχέση με το κόστος της αναδιάρθρωσης. Μια δεύτερη αύξηση των τιμών, η οποία εφαρμόστηκε στα τέλη του 1991/1992 και η οποία ανήλθε σε 7,3 %, είχε επίσης αιτιολογηθεί σε σχέση με το κόστος αναδιάρθρωσης. Από το 1990 έως το 1993, οι τιμές αυξήθηκαν κατά 30,2 %. Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε ανάγκη για συμφωνία που να περιορίζει τον ανταγωνισμό. Η Επιτροπή δεν είχε επαληθεύσει τα σχετικά στοιχεία.
- Η απαλλαγή είχε ζητηθεί στις 10 Σεπτεμβρίου 1992, δηλαδή δύο έτη μετά τη μείωση της παραγωγικής ικανότητας.
Αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες
Στις 28 Φεβρουαρίου 2008, η Επιτροπή είχε ενημερώσει τον Διαμεσολαβητή ότι εξακολουθούσε να αναμένει απάντηση από τον καταγγέλλοντα σχετικά με το αν θα έπρεπε να προβεί σε τελική απόφαση. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι ο καταγγέλλων είχε κληθεί να παράσχει τις πληροφορίες αυτές έως το τέλος Φεβρουαρίου 2008.
Στις 17 Απριλίου 2008, και ελλείψει περαιτέρω πληροφοριών σχετικά με το θέμα αυτό, το Γραφείο του Διαμεσολαβητή κάλεσε την Επιτροπή προκειμένου να εξακριβώσει σε ποιο στάδιο είχε φθάσει η έρευνα της τελευταίας. Με την ευκαιρία αυτής της τηλεφωνικής συνομιλίας, η Επιτροπή επισήμανε ότι είχε εκδώσει την απόφασή της στην παρούσα υπόθεση και ότι αντίγραφο θα διαβιβαζόταν στον Διαμεσολαβητή.
Επιστολή της Επιτροπής της 7ης Μαΐου 2008Στις 7 Μαΐου 2008, η Επιτροπή ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι στις 20 Φεβρουαρίου 2008 ο καταγγέλλων επιβεβαίωσε την επιθυμία του να λάβει τελική απόφαση. Η Επιτροπή διαβίβασε επίσης στον Διαμεσολαβητή αντίγραφο της απόφασής της της 15ης Απριλίου 2008 σχετικά με την καταγγελία του καταγγέλλοντος περί ανταγωνισμού.
Στην απόφασή της της 15ης Απριλίου 2008, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν υπήρχε κοινοτικό συμφέρον για περαιτέρω έρευνες σχετικά με την εν λόγω υπόθεση και ότι, ως εκ τούτου, απέρριψε την καταγγελία της περί ανταγωνισμού. Στην απόφασή της, η Επιτροπή υποστήριξε, μεταξύ άλλων, i) ότι η καταγγέλλουσα δεν είχε προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για να τεκμηριώσει το επιχείρημά της ότι οι μειώσεις της παραγωγικής ικανότητας είχαν ήδη πραγματοποιηθεί το 1990, ii) ότι η καταγγέλλουσα δεν είχε συμμετάσχει στη διαδικασία που οδήγησε στην απόφαση του 1994, μολονότι αυτό θα ήταν δυνατό, και iii) ότι η υπόθεση αφορούσε ζήτημα που χρονολογείται από το 1994.
Στις 20 Μαΐου 2008, ο Διαμεσολαβητής επέστησε την προσοχή του καταγγέλλοντος στην απόφαση αυτή και τον κάλεσε να υποβάλει παρατηρήσεις.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων κατέστησε σαφές ότι δεν συμφωνεί με την απόφαση που εξέδωσε η Επιτροπή.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά1.1 Η καταγγέλλουσα είναι γερμανική εταιρεία που δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο τούβλων.
1.2 Με απόφαση που εκδόθηκε στις 29 Απριλίου 1994 (3) (η «απόφαση»), η Επιτροπή χορήγησε, υπό διάφορες προϋποθέσεις και για περίοδο πέντε ετών (1992-1997), απαλλαγή βάσει των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ σε συμφωνία μεταξύ Ολλανδών παραγωγών τούβλων που αποσκοπούσε στη μείωση της παραγωγικής ικανότητας ώστε να εξισορροπηθεί η αγορά.
1.3 Τον Σεπτέμβριο του 1999, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Επιτροπής ("ΓΔ Ανταγωνισμού"), στην οποία ισχυριζόταν ότι οι σχετικές ολλανδικές εταιρείες και η ένωσή τους είχαν διαπράξει αρκετές σοβαρές παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ.
1.4 Σε καταγγελία που υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή τον Φεβρουάριο του 2001 (καταγγελία 227/2001/GG), ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε την καταγγελία του περί ανταγωνισμού εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα η οποία περατώθηκε με τη διαπίστωση ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση τον Ιούνιο του 2001, με την αιτιολογία ότι η Επιτροπή ήταν σε θέση να αποδείξει ότι ασχολείτο ενεργά με την υπόθεση.
1.5 Στις 24 Απριλίου 2003, η Επιτροπή απηύθυνε λεπτομερή επιστολή στον καταγγέλλοντα. Στην επιστολή της, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν υπήρχαν επαρκείς λόγοι για να γίνει δεκτή η αίτηση του καταγγέλλοντος, αλλά ότι θα εξέδιδε οριστική απόφαση μόνον αφού θα είχε λάβει τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος.
1.6 Στις 25 Ιουνίου 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του σχετικά με την εν λόγω επιστολή και επανέλαβε την άποψή του ότι είχαν παραβιαστεί οι κανόνες ανταγωνισμού της ΕΕ.
1.7 Σε επιστολή που απέστειλε στις 22 Απριλίου 2005, η Επιτροπή εξήγησε εκ νέου στον καταγγέλλοντα ότι, κατά την άποψή της, δεν υπήρχε κοινοτικό συμφέρον για την εξέταση του θέματος. Όπως και στην επιστολή της 24ης Απριλίου 2003, η Επιτροπή τόνισε ότι η οριστική απόφαση θα ληφθεί μόνο αφού ληφθούν υπόψη τυχόν παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος.
1.8 Στις 19 Μαΐου 2005, η καταγγέλλουσα υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με την επιστολή αυτή, στις οποίες τόνιζε ότι επιθυμούσε να εμμείνει στην καταγγελία της.
1.9 Στις 20 Σεπτεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε εκ νέου στον Διαμεσολαβητή (καταγγελία 3065/2005/GG). Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να καλέσει την Επιτροπή «να διορθώσει τις αποφάσεις που έχει λάβει μέχρι στιγμής», φάνηκε ότι ο καταγγέλλων ήταν δυσαρεστημένος με την ουσία της θέσης της Επιτροπής και όχι με το γεγονός ότι είχαν παρέλθει έξι έτη από την υποβολή της καταγγελίας του. Ωστόσο, οι επιστολές της Επιτροπής της 24ης Απριλίου 2003 και της 22ας Απριλίου 2005 διευκρίνιζαν ότι η Επιτροπή δεν είχε ακόμη λάβει οριστική απόφαση επί της καταγγελίας περί ανταγωνισμού. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν υπήρχαν επαρκείς λόγοι για τη διεξαγωγή έρευνας. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι είχε τη δυνατότητα να ανανεώσει την καταγγελία του (1) εάν η Επιτροπή απέρριπτε την καταγγελία του περί ανταγωνισμού ή (2) εάν θεωρούσε ότι η Επιτροπή δεν ασχολήθηκε με το θέμα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
1.10 Στις 12 Ιουνίου 2007, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι η Επιτροπή δεν είχε ακόμη απαντήσει στην επιστολή της 19ης Μαΐου 2005. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να επιληφθεί της υπόθεσης.
2 Επί του περιεχομένου της παρούσας έρευνας2.1 Ο Διαμεσολαβητής θεώρησε ότι ο καταγγέλλων ισχυριζόταν κατ' ουσίαν ότι η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει την καταγγελία του σχετικά με τον ανταγωνισμό εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από την παραλαβή της επιστολής της 19ης Μαΐου 2005. Ως εκ τούτου, αποφάσισε να κινήσει έρευνα σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε σχετικά την ίδια ημέρα.
2.2 Στις 15 Απριλίου 2008, η Επιτροπή εξέδωσε επίσημη απόφαση με την οποία απέρριψε την καταγγελία ανταγωνισμού του καταγγέλλοντος. Στις παρατηρήσεις του που εστάλησαν στις 23 Ιουνίου 2008, ο καταγγέλλων κατέστησε σαφές ότι δεν συμφωνεί με την απόφαση που εξέδωσε η Επιτροπή.
2.3 Υπό το φως των αποδεικτικών στοιχείων που του έχουν υποβληθεί μέχρι στιγμής, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι μια έρευνα επί της ουσίας της απόφασης της Επιτροπής θα ήταν δικαιολογημένη. Ωστόσο, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, δεν θα ήταν σκόπιμο να εξεταστεί το θέμα αυτό στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας, η οποία επικεντρώθηκε στον χρόνο που χρειάστηκε η Επιτροπή για να εξετάσει την καταγγελία περί ανταγωνισμού του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα καταχωρίσει την επιστολή του καταγγέλλοντος της 23ης Ιουνίου 2008 ως νέα καταγγελία.
2.4 Ως εκ τούτου, η παρούσα έρευνα θα ασχοληθεί μόνο με τον ισχυρισμό για τον οποίο ζητήθηκε από την Επιτροπή να γνωμοδοτήσει στην επιστολή του Διαμεσολαβητή για την έναρξη της έρευνας.
3 Εικαζόμενη μη εξέταση της καταγγελίας περί ανταγωνισμού εντός κατάλληλης προθεσμίας3.1 Στην καταγγελία της προς το Διαμεσολαβητή της 12ης Ιουνίου 2007, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε την καταγγελία της περί ανταγωνισμού εντός εύλογης προθεσμίας, αφού έλαβε την επιστολή της 19ης Μαΐου 2005.
3.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι δεν απάντησε στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 19ης Μαΐου 2005, αλλά επισήμανε ότι το περιεχόμενο της επιστολής αυτής ήταν σε μεγάλο βαθμό πανομοιότυπο με εκείνο της προηγούμενης επιστολής της της 25ης Ιουνίου 2003 και ότι ο καταγγέλλων είχε ήδη πλήρη επίγνωση της πρόθεσης της Επιτροπής να απορρίψει την καταγγελία. Στη συνέχεια, η Επιτροπή ανέφερε ότι είχε απευθύνει επιστολή στον καταγγέλλοντα στις 3 Σεπτεμβρίου 2007 προκειμένου να απαντήσει στην επιστολή της 19ης Μαΐου 2005 και να ρωτήσει τον καταγγέλλοντα αν επέμενε να ληφθεί επίσημη απόφαση σχετικά με την καταγγελία του.
Η Επιτροπή εξήγησε ότι ο λόγος για τον οποίο ζήτησε αρχικά να επιβεβαιωθεί ότι ο καταγγέλλων επιθυμούσε ή θα επιθυμούσε ενδεχομένως να λάβει οριστική απόφαση επί της καταγγελίας του ήταν ότι, σε πολλές περιπτώσεις, οι καταγγέλλοντες στην πραγματικότητα δεν επιθυμούν να λάβουν επίσημη απόφαση (απόρριψης), δεδομένου ότι μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να τους εμποδίσει στο πλαίσιο αστικής διαδικασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης (4), οι εθνικοί δικαστές δεν μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις που αντιβαίνουν σε απόφαση της Επιτροπής.
3.3 Στις 28 Φεβρουαρίου 2008, η Επιτροπή πληροφόρησε τον Διαμεσολαβητή ότι εξακολουθούσε να αναμένει απάντηση από τον καταγγέλλοντα σχετικά με το αν θα έπρεπε να προβεί σε τελική απόφαση. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι ο καταγγέλλων είχε κληθεί να παράσχει τις πληροφορίες αυτές έως το τέλος Φεβρουαρίου 2008.
3.4 Στις 7 Μαΐου 2008, η Επιτροπή ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι ο καταγγέλλων είχε επιβεβαιώσει, στις 20 Φεβρουαρίου 2008, την επιθυμία του να λάβει τελική απόφαση. Η Επιτροπή διαβίβασε επίσης στον Διαμεσολαβητή αντίγραφο της απόφασής της της 15ης Απριλίου 2008 σχετικά με την καταγγελία του καταγγέλλοντος περί ανταγωνισμού.
3.5 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δεν διατύπωσε συγκεκριμένες παρατηρήσεις όσον αφορά τον χρόνο που χρειάστηκε η Επιτροπή για να εκδώσει την εν λόγω απόφαση.
3.6 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει με ικανοποίηση ότι η Επιτροπή ενήργησε ταχέως μετά την κοινοποίηση της παρούσας καταγγελίας. Είναι αληθές ότι παρήλθαν αρκετοί ακόμη μήνες μέχρις ότου η Επιτροπή εξέδωσε τελικά, στις 15 Απριλίου 2008, την απόφασή της επί της καταγγελίας περί ανταγωνισμού του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, η Επιτροπή εξέθεσε τους λόγους βάσει των οποίων έκρινε αναγκαίο, καταρχάς, να εξακριβώσει ότι ο καταγγέλλων επιθυμούσε πράγματι να λάβει επίσημη απόφαση επί της καταγγελίας του περί ανταγωνισμού. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η εξήγηση της Επιτροπής είναι εύλογη. Σημειώνει επίσης ότι ο καταγγέλλων δεν αντιτάχθηκε στην προσέγγιση της Επιτροπής.
3.7 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι είναι πολύ δύσκολο να γίνει κατανοητός ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή δεν δραστηριοποιήθηκε πολύ νωρίτερα. Στην επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα της 22ας Απριλίου 2005, η Επιτροπή τόνισε ότι η οριστική απόφαση θα ληφθεί μόνο αφού ληφθούν υπόψη τυχόν παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος. Ο καταγγέλλων απέστειλε τις παρατηρήσεις του στις 19 Μαΐου 2005. Μόλις έλαβε την επιστολή αυτή, η Επιτροπή ήταν συνεπώς σε θέση να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εκδώσει τελική απόφαση σχετικά με την καταγγελία ανταγωνισμού του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, φαίνεται ότι δεν ελήφθησαν τέτοια μέτρα έως ότου ο Διαμεσολαβητής θέσει την παρούσα καταγγελία υπόψη της Επιτροπής.
3.8 Η Επιτροπή δεν υπέβαλε καμία εξήγηση που θα μπορούσε να δικαιολογήσει αυτή την καθυστέρηση. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστέρηση που σημειώθηκε. Ωστόσο, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική αντίδραση. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, όταν, όπως στην παρούσα υπόθεση, σημειώνονται σημαντικές καθυστερήσεις, οι αρχές της ορθής διοικητικής πρακτικής απαιτούν τουλάχιστον να ζητείται συγγνώμη από τον ενδιαφερόμενο πολίτη.
3.9 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι οι ανησυχίες του καταγγέλλοντος φαίνεται να επικεντρώνονται στην ουσία της απόφασης της Επιτροπής και όχι σε διαδικαστικές πτυχές. Δεδομένου ότι η ουσία της απόφασης της Επιτροπής θα εξεταστεί στο πλαίσιο χωριστής έρευνας, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν χρειάζεται να αναληφθεί περαιτέρω δράση όσον αφορά την παρούσα υπόθεση.
4 ΣυμπέρασμαΜε βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν χρειάζεται να αναληφθεί περαιτέρω δράση όσον αφορά την παρούσα υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) ΕΕ 1994, L 131, σ. 15.
(2) ΕΕ 2003, L 1, σ. 1.
(3) ΕΕ 1994, L 131, σ. 15.
(4) ΕΕ 2003, L 1, σ. 1.