FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 1015/2007/MHZ κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 14 Δεκεμβρίου 2007

Αξιότιμη κ. S.,

Στις 11 Απριλίου 2007, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Στις 16 Μαΐου 2007, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής.

Στις 23 Ιουλίου 2007, η Επιτροπή απέστειλε γνώμη σχετικά με την καταγγελία σας και, την επόμενη ημέρα, με ενημέρωσε ότι η γνώμη που είχε αποστείλει αντιπροσώπευε εσφαλμένη έκδοση και ότι διορθωμένη έκδοση θα διαβιβαζόταν τις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου 2007.

Στις 8 Αυγούστου 2007, καλέσατε τις υπηρεσίες μου και, στις 5 Σεπτεμβρίου 2007, αποστείλατε επιστολή με την οποία με ενημερώνατε ότι, στις 23 Μαΐου 2007, είχατε κινήσει διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στις 15 Οκτωβρίου 2007, η Επιτροπή ενημέρωσε τις υπηρεσίες μου, με επιστολή, ότι πληροφορήθηκε ότι είχατε κινήσει την ανωτέρω διαδικασία και, ως εκ τούτου, αποφάσισε να μην αποστείλει τη διορθωμένη γνώμη της.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά συνοψίζονται ως εξής:

Ο καταγγέλλων είναι υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Από τις 7 Ιουλίου 2005 εργάζεται στη Γενική Διεύθυνση της Επιτροπής («ΓΔ») για την Κοινωνία της Πληροφορίας και τα Μέσα Ενημέρωσης («ΓΔ INFSO»).

Η καταγγελία της αφορούσε τη δοκιμαστική της περίοδο στη ΓΔ Επιχειρήσεων («ΓΔ ENTR») (από την 1η Οκτωβρίου 2003 έως τις 28 Φεβρουαρίου 2005). Ο καταγγέλλων εργάστηκε στη ΓΔ ENTR ως νομικός σύμβουλος, σε προσωρινή θέση. Η πρώτη της ενδιάμεση έκθεση ήταν θετική.

Στη συνέχεια, λόγω της αναδιοργάνωσης της μονάδας της, η οποία μεταφέρθηκε από το Λουξεμβούργο στις Βρυξέλλες, ο προϊστάμενός της άλλαξε. Η καταγγέλλουσα διαπίστωσε ότι οι νέες συνθήκες εργασίας δεν της επέτρεπαν να εκτελεί σωστά τα καθήκοντά της λόγω i) των αντιφατικών εντολών που της είχαν δοθεί· ii) αλλαγές στο προφίλ εργασίας της χωρίς τη συγκατάθεσή της (στο πλαίσιο του νέου προφίλ δεν μπορούσε να αναπτύξει τις επαγγελματικές της ικανότητες)· iii) μη ενημέρωσή της σχετικά με επιχειρηματικά θέματα· και iv) γενικές δυσκολίες επικοινωνίας με τους νέους προϊσταμένους και συναδέλφους της. Ζητεί, ως εκ τούτου, τη μετάθεσή της σε άλλη μονάδα της ίδιας ΓΔ. Οι ανώτεροί της δεν συμφώνησαν με το αίτημα αυτό.

Τον Αύγουστο του 2004, η καταγγέλλουσα έλαβε τη δεύτερη ενδιάμεση έκθεσή της, η οποία ήταν αρνητική. Στη συνέχεια, οι συνθήκες εργασίας της επιδεινώθηκαν. Ο προϊστάμενος μονάδας ενημέρωσε το σύνολο του προσωπικού σχετικά με τη δεύτερη ενδιάμεση έκθεση του καταγγέλλοντος κατά τη διάρκεια συνεδρίασης. Επιπλέον, δεν συμφώνησε με την πρόταση της καταγγέλλουσας σχετικά με τις ημερομηνίες για τη θερινή άδειά της και το αίτημά της για κατάρτιση ή για αποστολή της σε αποστολές στο εξωτερικό. Επιπλέον, έστειλε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στους συναδέλφους της, τα οποία περιείχαν αρνητικά σχόλια σχετικά με την απόδοσή της. Τα καθήκοντα της καταγγέλλουσας ανακατανεμήθηκαν μεταξύ των άλλων εργαζομένων και η πρόσβασή της στον κοινό δίσκο «S» περιορίστηκε. Τέλος, η προϊσταμένη μονάδας κίνησε τη διαδικασία αξιολόγησης των επιδόσεών της βάσει του άρθρου 34, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε απόλυση πριν από τη λήξη της δοκιμαστικής περιόδου.

Η καταγγέλλουσα θεώρησε ότι η ανωτέρω συμπεριφορά του προϊσταμένου της μονάδας της συνιστούσε ηθική παρενόχληση. Στο πλαίσιο αυτό, επισύναψε στην καταγγελία της τη γνώμη δικηγόρου και τη γνώμη ψυχολόγου.

Ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στην επιτροπή προσωπικού, στις συνδικαλιστικές οργανώσεις και στον διευθυντή ανθρώπινων πόρων της ΓΔ ENTR.

Ξεκίνησε επίσης την άτυπη διαδικασία που θέσπισε η Επιτροπή για τα θύματα παρενόχλησης. Προσέγγισε δύο έμπιστους συμβούλους και τον διαμεσολαβητή της Επιτροπής, οι οποίοι την συμβούλευσαν και την βοήθησαν κατά τη διάρκεια συναντήσεων με τους ανωτέρους της καταγγέλλουσας.

Στις 26 Οκτωβρίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε επίσημη αίτηση συνδρομής δυνάμει του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η οποία προβλέπεται για κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι είναι θύμα παρενόχλησης. Η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι υπέστη «παρενόχληση» και ζήτησε την αναστολή της αξιολόγησης των επιδόσεών της βάσει του άρθρου 34 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και, εκ νέου, τη μετάθεσή της σε άλλη ΓΔ.

Στις 20 Ιουλίου 2005, η ΓΔ Διοίκησης και Προσωπικού («ΓΔ ADMIN») απάντησε στην αίτηση συνδρομής του καταγγέλλοντος δυνάμει του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Επισήμανε ότι, βάσει των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων, η μονάδα της ΓΔ ADMIN που είναι αρμόδια για τις καταγγελίες παρενόχλησης δεν διαπίστωσε ότι οι σχετικές περιστάσεις συνιστούσαν περίπτωση παρενόχλησης και, ως εκ τούτου, δεν κινήθηκε η ειδική διοικητική έρευνα.

Εν τω μεταξύ, στις 15 Ιανουαρίου 2005, ολοκληρώθηκε η έκθεση αξιολόγησης της καταγγέλλουσας («η έκθεση») που συντάχθηκε βάσει του άρθρου 34 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και προτάθηκε η απόλυσή της. Ωστόσο, η επιτροπή εκθέσεων δεν συμφώνησε με τη σύσταση αυτή και πρότεινε στη ΓΔ ADMIN να ολοκληρώσει η καταγγέλλουσα τη δοκιμαστική της περίοδο σε άλλη ΓΔ για περαιτέρω περίοδο έξι μηνών. Ως εκ τούτου, η ΓΔ ADMIN μετέφερε την καταγγέλλουσα στη ΓΔ INFSO και άρχισε την εξάμηνη αυτή περίοδο τον Μάρτιο του 2005.

Η καταγγέλλουσα δεν ήταν ικανοποιημένη από τη νέα της θέση και υπέβαλε αίτηση για θέσεις της Επιτροπής στο εξωτερικό (στη Νέα Υόρκη). Η αίτησή της δεν ήταν επιτυχής. Ζητεί την παρέμβαση του διαμεσολαβητή της Επιτροπής στο θέμα αυτό. Διαπίστωσε ότι η αρνητική απόφαση για την απόσπασή της στο εξωτερικό οφειλόταν στην έκθεση και στο γεγονός ότι υπέβαλε καταγγελίες κατά των ανωτέρων της.

Ως εκ τούτου, στις 17 Αυγούστου 2005, η καταγγέλλουσα υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, αίτηση αποζημίωσης που έπρεπε να της καταβληθεί ως θύμα παρενόχλησης.

Επίσης, άσκησε προσφυγή δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, κατά των συμπερασμάτων της εκθέσεως (να απορριφθεί χωρίς να συμπληρώσει τη δοκιμαστική της περίοδο) και ζήτησε την ακύρωσή της. Στις 19 Δεκεμβρίου 2005, η ΓΔ ADMIN διαπίστωσε ότι, δεδομένου ότι η καταγγέλλουσα είχε, εν τω μεταξύ, συσταθεί ως υπάλληλος, δεν υπήρχε λόγος να συνεχίσει την προσφυγή της κατά των ανωτέρω συμπερασμάτων της έκθεσης.

Στις 20 Ιανουαρίου 2006, η καταγγέλλουσα απευθύνθηκε στον Πρόεδρο της Επιτροπής και διαμαρτυρήθηκε για τη συμπεριφορά των προϊσταμένων της στη ΓΔ ENTR. Την υποδέχθηκε επίσης ο Επίτροπος Kallas. Ο κ. Kallas απηύθυνε επίσης επιστολή στην καταγγέλλουσα, απαντώντας στην επιστολή της προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής, με την οποία ο κ. Kallas απέρριψε την καταγγελία της.

Στις 13 Μαρτίου 2006, η καταγγέλλουσα άσκησε νέα προσφυγή δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης κατά της απόφασης της 19ης Δεκεμβρίου 2005 σχετικά με το αίτημά της για αποζημίωση. Ζήτησε επίσης πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα από τον προσωπικό της φάκελο.

Στις 17 Μαΐου 2006, η προσφυγή της απορρίφθηκε και μόνο ένα έγγραφο δόθηκε στη δημοσιότητα.

Στη συνέχεια, απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων («ΕΕΠΔ»), ο οποίος την βοήθησε με το αίτημά της για πρόσβαση σε έγγραφα. Όταν έλαβε γνώση νέων εγγράφων, θεώρησε ότι ορισμένα άλλα έγγραφα από τον φάκελό της αφαιρέθηκαν ή τροποποιήθηκαν εν αγνοία της.

Στη συνέχεια, στις 8 Νοεμβρίου 2006, ο καταγγέλλων άσκησε προσφυγή δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 και ζήτησε αποζημίωση δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 1. Υποστήριξε ότι στην περίπτωσή της υπήρχε ένας «παράλληλος» προσωπικός φάκελος και ότι η έκθεση συντάχθηκε χωρίς να της δοθεί η δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό της.

Η ΓΔ ADMIN απάντησε στις 13 Φεβρουαρίου 2007 και απέρριψε την προσφυγή και το αίτημά της. Διαπίστωσε ότι τα στοιχεία του φακέλου της τα οποία η καταγγέλλουσα θεώρησε νέα δεν παρείχαν επαρκείς λόγους για την επαναξιολόγηση της έκθεσής της και ότι δεν υπήρχε «παράλληλος» ατομικός φάκελος. Δήλωσε επίσης ότι η προσφυγή του καταγγέλλοντος ήταν «επαναληπτική».

Επιπλέον, στις 19 Δεκεμβρίου 2006, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στην OLAF. Τον Φεβρουάριο του 2007, η OLAF διαπίστωσε ότι δεν ήταν αρμόδια να εξετάσει την υπόθεσή της.

Στις 11 Απριλίου 2007, η καταγγελία υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.

Ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε δεόντως τους ισχυρισμούς της περί παρενόχλησης.

Ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει i) να της παράσχει πληροφορίες σχετικά με όλες τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν εντός της ΓΔ ENTR σε σχέση με την υπόθεσή της και ii) να θεσπίσει αποτελεσματικά, προληπτικά μέτρα κατά της παρενόχλησης, καθώς και αποτελεσματικά μέσα έννομης προστασίας σε περιπτώσεις παρενόχλησης.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Το πεδίο της έρευνας του Διαμεσολαβητή

Στην εναρκτήρια επιστολή έρευνας, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι οι έρευνές του σχετικά με καταγγελίες για παρενόχληση στον χώρο εργασίας περιορίζονται στον προσδιορισμό του κατά πόσον οι σχετικές εσωτερικές διαδικασίες εφαρμόστηκαν ορθά από το οικείο θεσμικό όργανο.

Γνώμη της Επιτροπής σχετικά με τις επιστολές της Επιτροπής της 23ης και 24ης Ιουλίου 2007

Στις 23 Ιουλίου 2007, η Επιτροπή απέστειλε γνώμη σχετικά με την καταγγελία και, την επόμενη ημέρα, ενημέρωσε τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή ότι η γνώμη που είχε αποστείλει αντικατόπτριζε εσφαλμένη έκδοση και ότι διορθωμένη έκδοση θα διαβιβαζόταν κατά τις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου 2007.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος (τηλεφωνική επικοινωνία του καταγγέλλοντος της 8ης Αυγούστου 2007 και επιστολή του καταγγέλλοντος της 5ης Σεπτεμβρίου 2007)

Στις 8 Αυγούστου 2007, η καταγγέλλουσα ενημέρωσε τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή ότι, στις 23 Μαΐου 2007, είχε κινήσει νομικές διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης (υπόθεση F-49/07 R κατά Επιτροπής) βάσει των γεγονότων που καταγγέλλονταν στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή.

Στη μεταγενέστερη επιστολή της με ημερομηνία 5 Σεπτεμβρίου 2007, η καταγγέλλουσα υποστήριξε καταρχάς ότι η καταγγελία της στο Δικαστήριο ΔΔ αφορά την ακύρωση των πράξεων οι οποίες, κατά την άποψή της, έχουν επιζήμιες συνέπειες γι’ αυτήν. Μεταξύ των πράξεων αυτών περιλαμβάνεται η απόφαση της ΓΔ ADMIN, της 20ής Ιουλίου 2005, με την οποία απορρίφθηκε η από 26 Οκτωβρίου 2004 αίτησή της αρωγής δυνάμει του άρθρου 24 του ΚΥΚ και η οποία μνημονεύεται στον ατομικό της φάκελο. Στην ένστασή της, ζήτησε από το Δικαστήριο ΔΔ να «καθορίσει την ευθύνη της Κοινότητας για όλες τις παράνομες αποφάσεις, πράξεις και συμπεριφορές της Επιτροπής» και για την αποζημίωση ύψους 2 500 000 ευρώ για ζημίες που υπέστη ως αποτέλεσμα της ηθικής παρενόχλησης.

Δεύτερον, η καταγγέλλουσα φαίνεται να θεωρεί, κατ’ ουσίαν, ότι η Διαμεσολαβήτρια θα πρέπει i) να συνεχίσει την έρευνα σχετικά με την καταγγελία της, παράλληλα με τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης ή ii) να κινήσει αυτεπάγγελτη έρευνα σχετικά με τα ζητήματα παρενόχλησης εντός της Επιτροπής βάσει των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται. Ζήτησε επίσης από τον Διαμεσολαβητή να μεριμνήσει με την Επιτροπή ώστε, προτού το Δικαστήριο αποφανθεί επί της υπόθεσής της, να μεταφερθεί σε άλλο θεσμικό όργανο.

Ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να αναζητήσει από κοινού με την Επιτροπή φιλική λύση προκειμένου να «εξαλειφθεί η περίπτωση κακοδιοίκησης» ή να ενθαρρυνθεί η Επιτροπή να συμμετάσχει σε διαδικασία συνδιαλλαγής ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ.

Τέλος, ανέφερε ότι, εν τω μεταξύ, την 1η Μαΐου 2007, είχε μετατεθεί σε άλλη μονάδα («Διεθνείς σχέσεις») εντός της ίδιας ΓΔ και έκρινε ότι η εν λόγω μετάθεση ήταν καταχρηστική και ότι η αιτιολογία της αποφάσεως σχετικά με την εν λόγω μετάθεση ήταν ανεπαρκής.

Επιστολή της Επιτροπής της 15ης Οκτωβρίου 2007

Η Επιτροπή δήλωσε ότι είχε υποσχεθεί να αποστείλει διόρθωση της γνώμης της 23ης Ιουλίου 2007 σχετικά με την καταγγελία, αλλά όταν η διορθωμένη γνώμη της ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2007, πληροφορήθηκε ότι, εν τω μεταξύ, ο καταγγέλλων είχε ασκήσει αναίρεση ενώπιον του Πρωτοδικείου (1) βάσει των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν αντικείμενο της έρευνας του Διαμεσολαβητή. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε να μην αποστείλει στον Διαμεσολαβητή τη διορθωμένη γνώμη.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

1.1 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στην επιστολή της 5ης Σεπτεμβρίου 2007, η καταγγέλλουσα τον ενημέρωσε ότι, την 1η Μαΐου 2007, μετατέθηκε σε άλλη μονάδα («Διεθνείς σχέσεις») εντός της ίδιας Γενικής Διεύθυνσης («ΓΔ») και έκρινε ότι η εν λόγω μετάθεση ήταν καταχρηστική και ότι η αιτιολογία της απόφασης σχετικά με την εν λόγω μετάθεση ήταν ανεπαρκής.

Στον βαθμό που η άποψη του καταγγέλλοντος θα μπορούσε να αποτελέσει νέο ισχυρισμό, εάν τεκμηριωθεί δεόντως, δεν φαίνεται ότι ο καταγγέλλων έχει συμμορφωθεί με το άρθρο 2 παράγραφος 8 του καθεστώτος του Διαμεσολαβητή (2) όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα και έχει εξαντλήσει εν προκειμένω τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν ασχολείται με το ζήτημα αυτό στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας. Ωστόσο, ο καταγγέλλων μπορεί να υποβάλει νέα καταγγελία σχετικά με το θέμα αυτό αφού εξαντλήσει τη διαδικασία του άρθρου 90.

1.2 Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής κατανοεί ότι η επιστολή του καταγγέλλοντος της 5ης Σεπτεμβρίου 2007 υποδηλώνει ότι ο Διαμεσολαβητής θα μπορούσε να διεξαγάγει αυτεπάγγελτη έρευνα σχετικά με το γενικό ζήτημα του χειρισμού των υποθέσεων παρενόχλησης από την Επιτροπή. Ο Διαμεσολαβητής δεν διαθέτει στοιχεία που θα μπορούσαν να υποδηλώνουν συστημική κακοδιοίκηση εν προκειμένω και, ως εκ τούτου, η έναρξη αυτεπάγγελτης έρευνας δεν φαίνεται προς το παρόν χρήσιμη. Εάν ο Διαμεσολαβητής θεωρούσε στο μέλλον ότι θα μπορούσε να υπάρξει συστημική κακοδιοίκηση σε σχέση με τα ζητήματα αυτά, θα εξέταζε στη συνέχεια κατά πόσον θα ήταν σκόπιμο να κινήσει μια τέτοια έρευνα.

2 Αρχικοί ισχυρισμοί και ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος

2.1 Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή της 11ης Απριλίου 2007, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε δεόντως τους ισχυρισμούς της περί παρενόχλησης.

Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει i) να την ενημερώσει σχετικά με όλες τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν εντός της ΓΔ Επιχειρήσεων σε σχέση με την υπόθεσή της και ii) να θεσπίσει αποτελεσματικά, προληπτικά μέτρα κατά της παρενόχλησης, καθώς και αποτελεσματικά μέσα έννομης προστασίας σε περιπτώσεις παρενόχλησης.

2.2 Στη συνέχεια, σε τηλεφωνική συνομιλία της 8ης Αυγούστου 2007 και σε χωριστή επιστολή της 5ης Σεπτεμβρίου 2007, η καταγγέλλουσα ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι, στις 23 Μαΐου 2007, είχε κινήσει νομικές διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.3 Η Επιτροπή επιβεβαίωσε τις ανωτέρω πληροφορίες στην επιστολή της προς το Διαμεσολαβητή της 15ης Οκτωβρίου 2007 και δήλωσε ότι η προσφυγή του καταγγέλλοντος ενώπιον του Δικαστηρίου βασίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που αποτελούν το αντικείμενο της έρευνας του Διαμεσολαβητή.

2.4 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι το άρθρο 195 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας εξουσιοδοτεί τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή να λαμβάνει καταγγελίες " (...) σχετικά με περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των κοινοτικών θεσμικών οργάνων ή οργανισμών (...) εκτός εάν τα καταγγελλόμενα γεγονότα αποτελούν ή έχουν αποτελέσει αντικείμενο δικαστικών διαδικασιών." Επιπλέον, το άρθρο 2 παράγραφος 7 του καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή προβλέπει ότι "(...) όταν ο Διαμεσολαβητής, λόγω νομικών διαδικασιών που βρίσκονται σε εξέλιξη ή έχουν περατωθεί σχετικά με τα προβαλλόμενα γεγονότα, πρέπει να κηρύξει μια καταγγελία απαράδεκτη ή να περατώσει την εξέτασή της, το αποτέλεσμα των ερευνών που έχει διεξαγάγει μέχρι το σημείο αυτό κατατίθεται χωρίς περαιτέρω ενέργειες."

2.5 Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η καταγγέλλουσα τον ενημέρωσε ότι έχει κινήσει διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τα γεγονότα στα οποία στήριξε τους ισχυρισμούς και τους ισχυρισμούς της στην αρχική της καταγγελία προς τη Διαμεσολαβήτρια. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε επίσης ότι μια τέτοια προσφυγή ασκήθηκε κατ’ αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης. Υπό το πρίσμα του προαναφερθέντος άρθρου 195 της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 2 παράγραφος 7 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την εξέταση της καταγγελίας και υποβάλλει τα αποτελέσματα των ερευνών του που έχουν διεξαχθεί μέχρι στιγμής χωρίς περαιτέρω ενέργειες.

2.6 Δεδομένου ότι ο Διαμεσολαβητής περατώνει την έρευνά του χωρίς περαιτέρω ενέργειες, δεν μπορεί να ικανοποιήσει το αίτημα του καταγγέλλοντος να εξευρεθεί φιλική λύση προκειμένου να εξαλειφθεί η περίπτωση κακοδιοίκησης ή να ενθαρρυνθεί η Επιτροπή να συμμετάσχει σε διαδικασία συνδιαλλαγής υπό την αιγίδα του Δικαστηρίου. Επίσης, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι αρμόδιος να παρέμβει ενώπιον της Επιτροπής όσον αφορά το αίτημα της καταγγέλλουσας να μεταφερθεί σε άλλο κοινοτικό όργανο προτού το Δικαστήριο ΔΔ αποφανθεί επί της υπόθεσής της. Εάν το αίτημα του καταγγέλλοντος είναι αίτημα για προσωρινά μέτρα, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι τα μέτρα αυτά, εάν κριθούν δικαιολογημένα, μπορούν να διαταχθούν από το ίδιο το Δικαστήριο.

3 Συμπέρασμα

Ο Διαμεσολαβητής περατώνει την εξέταση της καταγγελίας και υποβάλλει τα αποτελέσματα των ερευνών του που έχουν διεξαχθεί μέχρι στιγμής χωρίς περαιτέρω ενέργειες.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Ο Διαμεσολαβητής κατανοεί το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(2) Το άρθρο 2, παράγραφος 8, του καταστατικού του Διαμεσολαβητή ορίζει τα εξής: "Καμία καταγγελία στον Διαμεσολαβητή που αφορά εργασιακή σχέση μεταξύ των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Κοινότητας και των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού τους δεν μπορεί να υποβληθεί παρά μόνον εάν έχουν εξαντληθεί από τον ενδιαφερόμενο όλες οι δυνατότητες υποβολής εσωτερικών διοικητικών αιτήσεων και καταγγελιών, ιδίως οι διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 90 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, και έχουν παρέλθει οι προθεσμίες απάντησης της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αναφορά."

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!