FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 743/2007(BM)MF κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 19 Ιουνίου 2008

Αξιότιμη κ. M.,

Στις 6 Μαρτίου 2007, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τη μεταφορά στο βελγικό εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήσατε κατά τη διάρκεια της σύμβασής σας ως έκτακτου υπαλλήλου στην Επιτροπή.

Στις 29 Μαΐου 2007, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής.

Με επιστολή της 11ης Οκτωβρίου 2007, σας ενημέρωσα ότι, για λόγους που συνδέονται με την εσωτερική οργάνωση των υπηρεσιών μου, η καταγγελία σας είχε ανατεθεί σε άλλον νομικό σύμβουλο.

Αφού έλαβε παράταση της προθεσμίας απάντησης, η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 13 Νοεμβρίου 2007.

Στις 20 Νοεμβρίου 2007, σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 20 Δεκεμβρίου 2007.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Τα σχετικά πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα ήταν, συνοπτικά, τα εξής:

Από την 1η Μαΐου 2004 έως την 1η Μαΐου 2005, ο καταγγέλλων εργάστηκε στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της Επιτροπής ως βοηθός έρευνας, με σύμβαση έκτακτου υπαλλήλου κατηγορίας Β*(1). Η σύμβασή της παρατάθηκε έως τις 30 Απριλίου 2006. Από την ημερομηνία αυτή, ο καταγγέλλων ήταν άνεργος.

Τον Οκτώβριο του 2006, η καταγγέλλουσα ζήτησε τη μεταφορά, στο βελγικό γραφείο συντάξεων, των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια της σύμβασής της με την Επιτροπή (2). Ωστόσο, ενημερώθηκε ότι η μεταφορά δεν ήταν δυνατή, για τους ακόλουθους λόγους: i) η κατηγορία της τελευταίας σύμβασής της με την Επιτροπή («προσωρινή Β») δεν είχε περιληφθεί σε συμφωνία, όσον αφορά τη μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, η οποία συνήφθη τον Φεβρουάριο του 2003 μεταξύ της Επιτροπής και των βελγικών αρχών· και ii) σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο, ο καταγγέλλων έπρεπε να βρει νέα απασχόληση πριν από τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.

Στις 3 Οκτωβρίου 2006, η καταγγέλλουσα επικοινώνησε με την Επιτροπή για να εξηγήσει τις δυσκολίες της όσον αφορά τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών της δικαιωμάτων. Ανέφερε επίσης ότι δεν είχε ιδρύσει ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία η οποία θα αποδεχόταν τους όρους που καθορίζονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης όσον αφορά τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων της. Ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να βρει λύση.

Στις 27 Οκτωβρίου 2006, η Επιτροπή ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι το μεταφερόμενο ποσό ανερχόταν σε 22 821,01 ευρώ και ότι υπήρχαν διαφορετικές δυνατότητες για την καταγγέλλουσα. Αυτές ήταν οι εξής: i) συνολική μεταφορά σε νέο συνταξιοδοτικό καθεστώς, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης· ή ii) συνολική μεταφορά σε ιδιωτικό ασφαλιστικό ή συνταξιοδοτικό ταμείο, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο β) του παραρτήματος VIII. Η καταγγέλλουσα κλήθηκε να υποβάλει τα σχετικά έγγραφα στο συνταξιοδοτικό καθεστώς της επιλογής της και ενημερώθηκε ότι θα πρέπει να υποβάλει την αίτησή της εντός των επόμενων τριών μηνών.

Την ίδια ημερομηνία και απαντώντας στο ηλεκτρονικό μήνυμά της της 3ης Οκτωβρίου 2006, η Επιτροπή αναγνώρισε τις ανησυχίες της και τη διαβεβαίωσε ότι τα δικαιώματά της θα διατηρηθούν, ανεξάρτητα από τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την επίλυση της κατάστασης. Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι πολλοί άλλοι υπάλληλοι της ΕΚ αντιμετώπιζαν το ίδιο πρόβλημα. Η Επιτροπή δεσμεύτηκε να εξεύρει λύση το συντομότερο δυνατόν και να ενημερώσει σχετικά τον καταγγέλλοντα.

Στις 31 Ιανουαρίου 2007, η καταγγέλλουσα απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην Επιτροπή, στο οποίο εξηγούσε ότι, στις 7 Δεκεμβρίου 2006, είχε υποβάλει αίτηση στο βελγικό γραφείο συντάξεων για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων της στο βελγικό σύστημα. Ωστόσο, ενημερώθηκε εκ νέου ότι η μεταφορά δεν ήταν δυνατή. Ο καταγγέλλων ρώτησε την Επιτροπή αν είχε λάβει μέτρα για τη διόρθωση της κατάστασης και ποιος θα ήταν υπεύθυνος για την τροποποίηση του ισχύοντος καθεστώτος, δηλαδή του άρθρου 11 παράγραφος 1 του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Τονίζει ότι έχει μεγάλη σημασία για την ίδια να ληφθούν υπόψη από το βελγικό γραφείο συντάξεων τα δύο έτη κατά τα οποία εργάστηκε για την Επιτροπή.

Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα ανέφερε ότι, πριν από τη διοικητική μεταρρύθμιση του Μαΐου 2004, το ποσό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ΕΚ που είχαν συσσωρεύσει οι έκτακτοι υπάλληλοι του βαθμού Β χορηγούνταν απευθείας σε αυτούς και, ως εκ τούτου, αποκλείονταν από τη συμφωνία του 2003. Μετά την ημερομηνία αυτή, η Επιτροπή τροποποίησε τους προηγούμενους όρους για την επιστροφή των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των έκτακτων υπαλλήλων του βαθμού Β και τους αντικατέστησε με μεταφορά στις εθνικές αρχές. Ωστόσο, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή είχε ξεχάσει να επικαιροποιήσει τη συμφωνία μεταφοράς συντάξεων με το Βέλγιο και να συμπεριλάβει σε αυτήν έκτακτους υπαλλήλους που απασχολούνται με συμβάσεις βαθμού Β. Ως εκ τούτου, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα της καταγγέλλουσας στην ΕΚ που συσσωρεύτηκαν κατά τη διάρκεια της εργασίας της για την Επιτροπή δεν αναγνωρίστηκαν από το βελγικό σύστημα.

Η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι, κατά συνέπεια, τα άτομα που, όπως και η ίδια, ήταν άνεργα μετά από μια περίοδο εργασίας για την Επιτροπή έλαβαν παροχές ανεργίας με βάση μηδενικό εισόδημα. Αυτό τους παρείχε μόνο ένα σταθερό ποσό όσον αφορά τις παροχές ανεργίας για όλα τα επόμενα έτη. Η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την εξεύρεση λύσης, δεδομένου ότι, κατά τα επόμενα τέσσερα έτη (πριν από τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας της), θα πρέπει να υποβάλει αίτηση για τη βελγική σύνταξή της.

Η καταγγέλλουσα ανέφερε ότι η Επιτροπή γνώριζε τις δυσκολίες της, αλλά δεν είχε λάβει μέτρα. Εξήγησε επίσης ότι η μεταφορά της σύνταξής της σε ιδιωτικό ασφαλιστικό σύστημα δεν ήταν εφικτή, λόγω των αυστηρών προϋποθέσεων που επιβλήθηκαν και του γεγονότος ότι, σε κάθε περίπτωση, θα ελάμβανε λιγότερο ευνοϊκό ποσό συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων από αυτό που θα ελάμβανε από τις εθνικές αρχές. Η καταγγέλλουσα ανέφερε επίσης ότι είχε υποβάλει καταγγελία στον Βέλγο Διαμεσολαβητή όσον αφορά την προϋπόθεση, βάσει του βελγικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία ήταν υποχρεωμένη να βρει νέο εργοδότη προκειμένου να αποκτήσει δικαίωμα μεταφοράς σύνταξης.

Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν είχε δημιουργήσει κατάλληλο μηχανισμό για τη μεταφορά στο βελγικό σύστημα των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν από πρώην έκτακτους υπαλλήλους της ΕΚ με συμβάσεις βαθμού Β. Ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να θεσπίσει κατάλληλο σύστημα για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών της δικαιωμάτων.

Περαιτέρω επαφές μεταξύ του καταγγέλλοντος και των υπηρεσιών του Διαμεσολαβητή

Στις 4 Μαΐου 2007, με την ευκαιρία τηλεφωνικής συνομιλίας με τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα ανέφερε ότι το βελγικό γραφείο συντάξεων την είχε ενημερώσει ότι είχε ζητήσει πληροφορίες από την Επιτροπή προκειμένου να τακτοποιήσει την κατάσταση της καταγγέλλουσας. Ωστόσο, δεν έλαβε καμία συνέχεια από το βελγικό γραφείο συντάξεων στο αίτημά της σχετικά με το θέμα αυτό.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Η γνώμη της Επιτροπής επί της καταγγελίας ήταν, συνοπτικά, η ακόλουθη:

Η Επιτροπή τόνισε καταρχάς ότι, στην καταγγελία της, η καταγγέλλουσα αναγνώρισε ότι τόσο οι υπηρεσίες της Επιτροπής (PMO) όσο και το εθνικό γραφείο συντάξεων (3) εφάρμοζαν ορθά τις σχετικές διατάξεις του κοινοτικού και του εθνικού δικαίου.

Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι οι διαδικασίες σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 11 του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ήταν έτοιμες για εφαρμογή, τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και σε επίπεδο Βελγίου. Σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 σημείο 4, οι μεταφορές συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο στον συνταξιοδοτικό οργανισμό στον οποίο θα υπάγεται ο ενδιαφερόμενος, στο πλαίσιο νέας επαγγελματικής δραστηριότητας.

Στη συνέχεια, η Επιτροπή παρέπεμψε στο άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο β ́, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ (5), το οποίο, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, προέβλεπε τη δυνατότητα καταβολής του αναλογιστικού ισοδυνάμου των παροχών σε ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία ή συνταξιοδοτικό ταμείο της επιλογής του ενδιαφερομένου.

Η Επιτροπή δήλωσε ότι η εφαρμογή του άρθρου 12 παράγραφος 1 στοιχείο β) του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης θα πρέπει, θεωρητικά, να επιλύσει το πρόβλημα που έθεσε η καταγγέλλουσα στην καταγγελία της. Ωστόσο, σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, η προσφορά που έλαβε από την ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία με την οποία επικοινώνησε («ολοκληρωμένη ασφάλιση») θα οδηγούσε σε απώλεια 50 % του μηνιαίου εισοδήματός της.

Η Επιτροπή επισήμανε ότι είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το πρόβλημα που έθεσε η καταγγέλλουσα δεν θα είχε προκύψει ποτέ εάν είχε ζητήσει, εγκαίρως, την εφαρμογή του άρθρου 42 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων («ΚΛΠ»). Πράγματι, η καταγγέλλουσα όχι μόνο θα είχε συμπληρώσει τα δικαιώματά της στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημά της, εάν είχε υποβάλει εγκαίρως τέτοια αιτήματα, αλλά θα είχε επίσης λάβει, κατά τη λήξη των καθηκόντων της, το επίδομα αποχώρησης που προβλέπεται στο άρθρο 12 παράγραφος 2 του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης (6).

Η Επιτροπή ανέφερε ότι οι υπάλληλοι της ΕΚ έπρεπε να γνωρίζουν τις διατάξεις του ΚΛΠ. Κατά συνέπεια, η καταγγέλλουσα όφειλε να γνωρίζει τη δυνατότητα που της παρείχε το άρθρο 42 του ΚΛΠ.

Τέλος, η Επιτροπή επισήμανε ότι, προκειμένου να αποφευχθεί η εμφάνιση παρόμοιων καταστάσεων στο μέλλον, σχεδίαζε να εφιστά συστηματικά την προσοχή των ενδιαφερόμενων υπαλλήλων στη δυνατότητα που τους παρέχει το άρθρο 42 του ΚΛΠ.

Επιπλέον, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, στην περίπτωση του καταγγέλλοντος, σχεδίαζε να έλθει εκ νέου σε επαφή με τις βελγικές αρχές προκειμένου να τις καλέσει να συνάψουν συμφωνία για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που ανέκυψαν κατά την εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 1, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι αντιμετώπισε μεγάλες δυσκολίες στην εξεύρεση ιδιωτικής ασφαλιστικής εταιρείας για την καταβολή του αναλογιστικού ισοδυνάμου, διότι η μεγάλη πλειονότητα αυτών αρνήθηκε να αποδεχθεί την πρώτη προϋπόθεση που ορίζεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο β) του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μεταφορά εκτός εάν η ασφαλιστική εταιρεία εγγυηθεί ότι το κεφάλαιο δεν θα επιστραφεί.

Δήλωσε επίσης ότι μόνο μία ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία αποδέχθηκε τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο β) του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ωστόσο, η προσφορά της ασφαλιστικής εταιρείας θα οδηγούσε σε απώλεια περίπου 50 % του μηνιαίου εισοδήματός της, σε σύγκριση με τη σύνταξη που θα ελάμβανε από το εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα.

Η καταγγέλλουσα δήλωσε επίσης ότι i) υπήρξε έλλειψη πληροφοριών από την Επιτροπή επειδή δεν την ενημέρωσε για την ύπαρξη του άρθρου 42 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, γεγονός που οδήγησε σε καταχρηστικότητα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ii) υπήρξε θύμα διάκρισης λόγω ηλικίας, διότι αποδείχθηκε πολύ δύσκολο για την ίδια να βρει νέο εργοδότη στην ηλικία της· και iii) υπήρξε καθυστέρηση που μπορούσε να αποφευχθεί από την Επιτροπή όσον αφορά τους όρους μεταβίβασης σε ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία από το 2004 έως το 2007.

Η καταγγέλλουσα έθεσε επίσης σειρά ερωτημάτων σχετικά με τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων της στο βελγικό γραφείο συντάξεων.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά

1.1 Από την 1η Μαΐου 2004 έως την 1η Μαΐου 2005, ο καταγγέλλων εργάστηκε για το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Επιτροπής με σύμβαση έκτακτου υπαλλήλου κατηγορίας "Β". Η σύμβασή της παρατάθηκε έως τις 30 Απριλίου 2006. Από τότε ήταν άνεργη. Τον Οκτώβριο του 2006, η καταγγέλλουσα ζήτησε τη μεταφορά στο βελγικό γραφείο συντάξεων των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια της σύμβασής της με την Επιτροπή (7). Ωστόσο, ενημερώθηκε ότι η μεταφορά δεν ήταν δυνατή.

Στην καταγγελία της, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν είχε θεσπίσει κατάλληλο μηχανισμό για τη μεταφορά στο βελγικό σύστημα των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν από πρώην έκτακτους υπαλλήλους της ΕΚ βάσει συμβάσεων βαθμού Β.

1.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή επεσήμανε ότι είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το πρόβλημα που έθεσε η καταγγέλλουσα δεν θα είχε προκύψει ποτέ εάν είχε ζητήσει, εγκαίρως, την εφαρμογή του άρθρου 42 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων («ΚΛΠ»). Η Επιτροπή δήλωσε ότι οι υπάλληλοι της ΕΚ έπρεπε να γνωρίζουν τις διατάξεις του ΚΛΠ και ότι, κατά συνέπεια, η καταγγέλλουσα έπρεπε να γνωρίζει τη δυνατότητα που της παρείχε το άρθρο 42 του ΚΛΠ. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι, προκειμένου να αποφευχθούν παρόμοιες καταστάσεις στο μέλλον, σχεδίαζε να εφιστά συστηματικά την προσοχή των ενδιαφερόμενων υπαλλήλων στη δυνατότητα που τους παρέχει το άρθρο 42 του ΚΛΠ. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι, στην περίπτωση του καταγγέλλοντος, σχεδίαζε να έλθει εκ νέου σε επαφή με τις βελγικές αρχές προκειμένου να τις καλέσει να συνάψουν συμφωνία για την επίλυση των προβλημάτων που ανέκυψαν κατά την εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 1, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ.

1.3 Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι αντιμετώπισε μεγάλες δυσκολίες στην εξεύρεση ιδιωτικής ασφαλιστικής εταιρείας, διότι η μεγάλη πλειονότητα αυτών αρνήθηκε την πρώτη προϋπόθεση που ορίζεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο β) του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, σύμφωνα με την οποία το κεφάλαιο δεν επιστρέφεται.

2 Το πεδίο της έρευνας του Διαμεσολαβητή

2.1 Η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι, στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα διατύπωσε νέους ισχυρισμούς ότι i) υπήρξε έλλειψη πληροφοριών από την Επιτροπή, γεγονός που οδήγησε σε αδικία· ii) υπήρξε θύμα διάκρισης λόγω ηλικίας· και iii) υπήρξε καθυστέρηση που μπορούσε να αποφευχθεί από την Επιτροπή όσον αφορά τους όρους μεταβίβασης σε ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία από το 2004 έως το 2007. Η καταγγέλλουσα έθεσε επίσης σειρά ερωτημάτων σχετικά με τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων της στο βελγικό γραφείο συντάξεων.

2.2 Ως προκαταρκτική παρατήρηση, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι ο ρόλος του συνίσταται στη διερεύνηση καταγγελιών σχετικά με εικαζόμενες περιπτώσεις κακοδιοίκησης στις δραστηριότητες των θεσμικών και λοιπών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εντολή του δεν του επιτρέπει να διερευνήσει τη συμπεριφορά οποιουδήποτε εθνικού θεσμικού οργάνου ή οργανισμού.

2.3 Η εφαρμογή του σχετικού βελγικού νόμου από τις βελγικές αρχές, δηλαδή το βελγικό γραφείο συντάξεων, φαίνεται να εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Βέλγου Διαμεσολαβητή. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η καταγγέλλουσα ανέφερε ότι είχε υποβάλει καταγγελία στον Βέλγο Διαμεσολαβητή όσον αφορά την προϋπόθεση, που προβλέπεται από τη βελγική νομοθεσία, ότι για να δικαιούται μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, ο άνεργος πρέπει πρώτα να βρει νέο εργοδότη. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει επίσης ότι η καταγγέλλουσα ανέφερε ότι το βελγικό γραφείο συντάξεων είχε ζητήσει πληροφορίες από την Επιτροπή προκειμένου να επιλυθεί η κατάστασή της.

2.4 Η Διαμεσολαβήτρια θα ήθελε να επισημάνει ότι τα ζητήματα που εγείρονται στις παρατηρήσεις της καταγγέλλουσας αποτελούν νέους ισχυρισμούς που δεν προβλήθηκαν στην αρχική καταγγελία της. Ως εκ τούτου, δεν εμπίπτουν στο πεδίο της παρούσας έρευνας και δεν θα εξεταστούν εδώ. Ο καταγγέλλων είναι ελεύθερος να υποβάλει νέα καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή όσον αφορά τα ζητήματα αυτά, αφού προηγουμένως έχει προβεί στις σχετικές διοικητικές ενέργειες προς την Επιτροπή.

3 Επί της προβαλλομένης παραλείψεως της Επιτροπής να θεσπίσει κατάλληλο μηχανισμό για τη μεταφορά στο βελγικό σύστημα των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχαν αποκτήσει οι πρώην έκτακτοι υπάλληλοι ΕΚ του βαθμού Β

3.1 Ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε καταρχάς να υπενθυμίσει ότι το άρθρο 42 του ΚΛΠ έχει ως εξής:

«Σύμφωνα με τους όρους που καθορίζει το όργανο, ο υπάλληλος μπορεί να ζητήσει από τα όργανα να πραγματοποιήσουν τις πληρωμές που είναι υποχρεωμένος να πραγματοποιήσει για τη σύσταση ή τη διατήρηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στη χώρα καταγωγής του. (…)».

Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι ο υπάλληλος που αποχωρεί από την υπηρεσία των Κοινοτήτων δικαιούται να μεταφέρει τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα σε i) νέο συνταξιοδοτικό καθεστώς, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ή ii) ιδιωτικό ασφαλιστικό ταμείο ή ταμείο συντάξεων, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο β) του παραρτήματος VIII, εφόσον πληρούνται τέσσερις προϋποθέσεις (8).

3.2 Ο Διαμεσολαβητής επιθυμεί να επισημάνει ότι η εντολή του δεν του επιτρέπει να αμφισβητήσει τις ισχύουσες διατάξεις του προαναφερόμενου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει μόνο κατά πόσον υπήρξε περίπτωση κακοδιοίκησης εκ μέρους της Επιτροπής κατά την εξέταση της μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων από τον καταγγέλλοντα.

3.3 Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι, στην παρούσα υπόθεση, η καταγγέλλουσα δεν ζήτησε την εφαρμογή του άρθρου 42 του ΚΛΠ, διότι ισχυρίζεται ότι δεν το γνώριζε.

3.4 Πρώτον, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να επισημάνει ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι, από νομική άποψη, κάθε υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού πρέπει να γνωρίζει τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και ότι είναι δική του ευθύνη να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να τις γνωρίζει πλήρως. Η Διαμεσολαβήτρια είναι της άποψης ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρηθεί νομικά υπεύθυνη για το γεγονός ότι η καταγγέλλουσα αγνοούσε τις δυνατότητες που της προσφέρονταν, όσον αφορά τα συνταξιοδοτικά της δικαιώματα, βάσει του άρθρου 42 του ΚΛΠ.

Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια χαιρετίζει ιδιαίτερα τη δήλωση της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία, προκειμένου να αποφευχθούν παρόμοιες περιπτώσεις στο μέλλον, προτίθεται να εφιστά συστηματικά την προσοχή των ενδιαφερόμενων υπαλλήλων στη δυνατότητα που τους παρέχεται βάσει του άρθρου 42 του ΚΛΠ. Προκειμένου να υποστηρίξει τις προθέσεις της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε περαιτέρω παρατηρήσεις σχετικά με το θέμα αυτό.

3.5 Δεύτερον, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που αποκτήθηκαν από πρώην έκτακτους υπαλλήλους μπορούν να μεταφερθούν στο βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα μόνο με τη συνεργασία των βελγικών αρχών. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή επικοινώνησε πράγματι με τις βελγικές αρχές για να τους ζητήσει να συνάψουν συμφωνία μαζί της, με σκοπό την επίλυση των προβλημάτων που αντιμετώπισε ο καταγγέλλων όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 11 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι η Επιτροπή έλαβε όλα τα μέτρα που είχε στη διάθεσή της για να συνδράμει τον καταγγέλλοντα. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για το γεγονός ότι οι βελγικές αρχές δεν έχουν ακόμη λάβει τα αναγκαία μέτρα για να καταστήσουν δυνατές αυτές τις μεταφορές.

3.6 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν φαίνεται να υπάρχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.

4 Ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος

4.1 Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να θεσπίσει κατάλληλο σύστημα για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών της δικαιωμάτων.

4.2 Υπό το πρίσμα του συμπεράσματός του στο σημείο 3.6 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν φαίνεται να υπάρχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.

5 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπάρχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με τον ισχυρισμό και τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει την ακόλουθη περαιτέρω παρατήρηση:

Η Επιτροπή θα πρέπει να εφιστά συστηματικά την προσοχή των υπαλλήλων στη δυνατότητα που τους παρέχεται βάσει του άρθρου 42 του ΚΛΠ.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η ονομασία «κατηγορία Β*», που χρησιμοποιήθηκε κατά την προσωρινή περίοδο εφαρμογής του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου 2004, αντιστοιχεί στις ισχύουσες συμβάσεις της κατηγορίας AST.

(2) «Office national des Pensions» (Εθνικό Γραφείο Συντάξεων) στο γαλλικό πρωτότυπο.

(3) Βλ. υποσημείωση 2.

(4) Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ έχει ως εξής:

"1. Υπάλληλος που αποχωρεί από την υπηρεσία των Κοινοτήτων:

– εισέρχεται στην υπηρεσία δημόσιας διοίκησης ή εθνικού ή διεθνούς οργανισμού που έχει συνάψει συμφωνία με τις Κοινότητες·

– να ασκεί μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα, δυνάμει της οποίας αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα στο πλαίσιο συστήματος του οποίου τα διοικητικά όργανα έχουν συνάψει συμφωνία με τις Κοινότητες,

δικαιούται να ζητήσει τη μεταφορά του αναλογιστικού ισοδυνάμου των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων, αναπροσαρμοσμένου κατά την πραγματική ημερομηνία μεταφοράς, στο συνταξιοδοτικό ταμείο της εν λόγω διοίκησης ή οργανισμού ή στο συνταξιοδοτικό ταμείο βάσει του οποίου αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα λόγω μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας.»

(5) Το άρθρο 12 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ έχει ως εξής:

"1. Υπάλληλος ηλικίας κάτω των 63 ετών, του οποίου η υπηρεσία λύεται λόγω θανάτου ή αναπηρίας και ο οποίος δεν δικαιούται άμεσης ή ετεροχρονισμένης σύνταξης αρχαιότητας, δικαιούται κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία:

β) στις άλλες περιπτώσεις, στις παροχές που προβλέπονται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 ή στην καταβολή του αναλογιστικού ισοδυνάμου των παροχών αυτών σε ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία ή συνταξιοδοτικό ταμείο της επιλογής τους, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω εταιρεία ή ταμείο εγγυάται ότι: i) το κεφάλαιο δεν θα αποπληρωθεί· ii) θα καταβάλλεται μηνιαίο εισόδημα από την ηλικία των 60 ετών το νωρίτερο και από την ηλικία των 65 ετών το αργότερο· iii) περιλαμβάνονται προβλέψεις για την επιστροφή ή τις συντάξεις επιζώντων· iv) η μεταφορά σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία ή άλλο ταμείο θα εγκρίνεται μόνον εφόσον το εν λόγω ταμείο πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στα σημεία i), ii) και iii).»

(6) Το άρθρο 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ έχει ως εξής: «Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχείο β), οι υπάλληλοι ηλικίας κάτω των 63 ετών οι οποίοι, μετά την ανάληψη των καθηκόντων τους, έχουν καταβάλει, για τη σύσταση ή τη διατήρηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, σε εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα, ιδιωτικό ασφαλιστικό σύστημα ή συνταξιοδοτικό ταμείο της επιλογής τους που πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου 1 και των οποίων η υπηρεσία λήγει για λόγους άλλους από τον θάνατο ή την αναπηρία χωρίς να δικαιούνται άμεσης ή ετεροχρονισμένης σύνταξης αρχαιότητας, δικαιούνται, κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία, επίδομα αποχώρησης ίσο με την αναλογιστική αξία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τους που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στα όργανα. Στις περιπτώσεις αυτές, τα ποσά που καταβάλλονται για τη σύσταση ή τη διατήρηση των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων στο πλαίσιο του εθνικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος κατ’ εφαρμογή των άρθρων 42 ή 112 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό αφαιρούνται από το επίδομα αποχώρησης.»

(7) Βλ. υποσημείωση 2.

(8) Σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο β) του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, οι τέσσερις αυτές προϋποθέσεις είναι οι ακόλουθες:

"(…) υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω εταιρεία ή ταμείο εγγυάται ότι:

i) το κεφάλαιο δεν θα αποπληρωθεί·

ii) θα καταβάλλεται μηνιαίο εισόδημα από την ηλικία των 60 ετών το νωρίτερο και από την ηλικία των 65 ετών το αργότερο·

iii) περιλαμβάνονται προβλέψεις για την επιστροφή ή τις συντάξεις επιζώντων·

iv) η μεταφορά σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία ή άλλο ταμείο θα εγκρίνεται μόνον εφόσον το εν λόγω ταμείο πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στα σημεία i), ii) και iii).»

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!