FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 350/2007/IP κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού


Στρασβούργο, 17 Δεκεμβρίου 2007

Αξιότιμε κ. B.,

Στις 31 Ιανουαρίου 2007, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού («EPSO»), σχετικά με την άρνηση της EPSO να σας διαβιβάσει αντίγραφο της δοκιμασίας αποδοχής σας στον γενικό διαγωνισμό EPSO/AST/33/06 μαζί με κατάλογο των εσφαλμένων απαντήσεών σας.

Στις 26 Φεβρουαρίου 2007, διαβίβασα την καταγγελία στον διευθυντή της EPSO ζητώντας του να υποβάλει γνωμοδότηση έως τις 31 Μαΐου 2007 και σας ενημέρωσα σχετικά.

Την 1η Μαρτίου 2007, στείλατε ηλεκτρονικό μήνυμα στη νομική μου υπηρεσία ζητώντας να μάθετε αν η εν εξελίξει έρευνα του Διαμεσολαβητή θα αναστείλει τις προθεσμίες για την κίνηση δικαστικών διαδικασιών. Στις 5 Μαρτίου 2007, οι υπηρεσίες μου σας απάντησαν με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και σας εξήγησαν ότι, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, οι καταγγελίες που υποβάλλονται στον Διαμεσολαβητή δεν επηρεάζουν τις προθεσμίες προσφυγής σε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες. Οι υπηρεσίες μου σας ενημέρωσαν επίσης ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 του εν λόγω Καθεστώτος, όταν, λόγω δικαστικών διαδικασιών που βρίσκονται σε εξέλιξη ή έχουν περατωθεί σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν, ο Διαμεσολαβητής οφείλει να κηρύξει την καταγγελία απαράδεκτη ή να περατώσει την εξέταση της υπόθεσης, το αποτέλεσμα των ερευνών που έχει διεξαγάγει μέχρι τότε αρχειοθετείται οριστικά.

Στο περαιτέρω μήνυμά σας της 10ης Μαρτίου 2007, διατυπώσατε την άποψη ότι, λαμβανομένης υπόψη της προθεσμίας που δόθηκε στην EPSO για την υποβολή της γνωμοδότησής της, εάν η EPSO συμφωνήσει να σας χορηγήσει πρόσβαση στη δοκιμασία σας, ενδέχεται να είναι πολύ αργά για να κινήσετε νομικές διαδικασίες σε περίπτωση που το επιθυμείτε. Ως εκ τούτου, θεωρείτε ότι η σχετική προθεσμία θα πρέπει να είναι συντομότερη. Στην επιστολή μου της 26ης Μαρτίου 2007, σας ενημέρωσα ότι είχε δοθεί στην EPSO η προθεσμία που συνήθως παρέχεται στα θεσμικά όργανα για να υποβάλουν γνώμη και ότι δεν υπήρχε λόγος να επανεξεταστεί η προθεσμία αυτή στην παρούσα υπόθεση. Τόνισα επίσης ότι είχατε ασκήσει το δικαίωμά σας να υποβάλετε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή αντί να προσφύγετε κατά της EPSO ενώπιον του Υπαλληλικού Δικαστηρίου.

Στις 11 Ιουνίου 2007, η EPSO απέστειλε τη μετάφραση της γνωμοδότησής της στα ιταλικά, την οποία σας διαβίβασα στις 15 Ιουνίου 2007 με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις έως το τέλος Ιουλίου 2007. Έλαβα τις παρατηρήσεις σας στις 6 Ιουλίου 2007.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά είναι τα ακόλουθα.

Ο ενδιαφερόμενος έλαβε μέρος στον γενικό διαγωνισμό EPSO/AST/33/06, ο οποίος σχεδιάστηκε για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα προσλήψεων βοηθών με κύρια γλώσσα τα ιταλικά (AST 1).

Ο Γενικός Διαγωνισμός αποτελούνταν από δύο αρχικές προκριματικές δοκιμασίες, ήτοι τις δοκιμασίες α) και β). Η δοκιμασία α) συνίστατο σε σειρά ερωτήσεων πολλαπλής επιλογής, οι οποίες αποσκοπούσαν στην αξιολόγηση των γνώσεων των υποψηφίων σχετικά με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα θεσμικά της όργανα. Η δοκιμασία β) συνίστατο σε σειρά ερωτήσεων πολλαπλής επιλογής και αποσκοπούσε στην αξιολόγηση των γενικών ικανοτήτων των υποψηφίων, ιδίως των δεξιοτήτων κατανόησης κειμένου και ευχέρειας σε αριθμητικούς υπολογισμούς. Οι δοκιμές πραγματοποιήθηκαν με τη χρήση δοκιμών σε υπολογιστή ή «CBT» ως μέσο για την απάντηση των ερωτήσεων.

Οι υποψήφιοι που έλαβαν την υψηλότερη συνολική βαθμολογία στις προκαταρκτικές δοκιμασίες και τη βάση σε καθεμία από τις δύο προκαταρκτικές δοκιμασίες κλήθηκαν να υποβάλουν πλήρη αίτηση προκειμένου να γίνουν δεκτοί στον διαγωνισμό. Στη συνέχεια επελέγησαν οι 335 καλύτεροι υποψήφιοι για τις επόμενες δοκιμασίες.

Στις 29 Ιανουαρίου 2007, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO) ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν έγινε δεκτός στο επόμενο στάδιο του γενικού διαγωνισμού. Στις 30 Ιανουαρίου 2007, ο ενδιαφερόμενος απέστειλε μήνυμα στην EPSO ζητώντας πρόσβαση στις ερωτήσεις στις οποίες είχε δώσει εσφαλμένη απάντηση.

Την ίδια ημερομηνία, η EPSO απάντησε ότι δεν μπορούσε να ικανοποιήσει το αίτημα του καταγγέλλοντος και δήλωσε ότι

«όλες οι ερωτήσεις στις οποίες [ο καταγγέλλων] απάντησε κατά τη διάρκεια των προκριματικών δοκιμασιών [του] ελήφθησαν από βάση δεδομένων που ανέπτυξε η EPSO. Δεδομένου ότι αυτή η βάση δεδομένων (...) θα χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο άλλων διαγωνισμών, η EPSO δεν μπορεί να κοινοποιήσει τις ερωτήσεις χωρίς να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής (...).»

Επιπλέον, η EPSO δήλωσε ότι οποιαδήποτε γνωστοποίηση του περιεχομένου της εν λόγω βάσης δεδομένων θα μπορούσε να θέσει ορισμένους υποψηφίους, οι οποίοι ενδέχεται να ενημερωθούν σχετικά με το εν λόγω περιεχόμενο, σε πλεονεκτικότερη θέση. Η EPSO ενημέρωσε επίσης τον καταγγέλλοντα ότι δειγματοληπτικές δοκιμασίες είναι διαθέσιμες στον ιστότοπό της.

Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο ενδιαφερόμενος ζήτησε από την EPSO να του αποστείλει αντίγραφο των προκριματικών δοκιμασιών του μαζί με κατάλογο των εσφαλμένων απαντήσεών του.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Γνώμη της EPSO

Η γνώμη της EPSO μπορεί να συνοψιστεί ως εξής.

Ο ενδιαφερόμενος ήταν υποψήφιος στον γενικό διαγωνισμό EPSO/AST/33/06. Η σχετική προκήρυξη διαγωνισμού δημοσιεύθηκε στις 26 Ιουλίου 2006 στην Επίσημη Εφημερίδα C 173A.

Σύμφωνα με το τμήμα Β.1 της προκήρυξης του διαγωνισμού, πραγματοποιήθηκαν δύο προκαταρκτικές δοκιμασίες (στη δεύτερη γλώσσα του υποψηφίου, η οποία έπρεπε να είναι η αγγλική, η γαλλική ή η γερμανική), καθεμία από τις οποίες περιλάμβανε σειρά ερωτήσεων πολλαπλής επιλογής. Η δοκιμασία α) σχεδιάστηκε για να αξιολογήσει τις γνώσεις του υποψηφίου σχετικά με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα θεσμικά της όργανα και βαθμολογήθηκε σε κλίμακα από 0 έως 20 μονάδες, με ελάχιστη βαθμολογία 10. Η δοκιμασία β) σχεδιάστηκε για να αξιολογήσει τις γενικές ικανότητες του υποψηφίου, ιδίως τις λεκτικές δεξιότητες και τις δεξιότητες κατανόησης, και βαθμολογήθηκε σε κλίμακα από 0 έως 40 μονάδες, με ελάχιστη απαιτούμενη βαθμολογία 20.

Ο ενδιαφερόμενος έλαβε την ελάχιστη απαιτούμενη βαθμολογία και στις δύο δοκιμασίες, αλλά η συνολική βαθμολογία του δεν ήταν επαρκής ώστε να μπορέσει να καταταγεί μεταξύ των 335 υποψηφίων με την υψηλότερη βαθμολογία. Ο καταγγέλλων έλαβε στην πραγματικότητα 45.334 μονάδες, δηλαδή 14.667 μονάδες για τη δοκιμασία α) και 30.667 μονάδες για τη δοκιμασία β), ενώ η χαμηλότερη βαθμολογία μεταξύ των καλύτερων 335 υποψηφίων ήταν 50.667 μονάδες.

Στις 29 Ιανουαρίου 2007, η EPSO ενημέρωσε τον ενδιαφερόμενο για τα αποτελέσματά του και για το γεγονός ότι δεν είχε γίνει δεκτός στο επόμενο στάδιο του γενικού διαγωνισμού.

Στις 30 Ιανουαρίου 2007, ο ενδιαφερόμενος ζήτησε από την EPSO με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο αντίγραφο των ερωτήσεων στις οποίες είχε δώσει εσφαλμένη απάντηση.

Την ίδια ημερομηνία, η EPSO απάντησε στον καταγγέλλοντα ότι δεν μπορούσε να του παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες. Η EPSO δήλωσε ότι οι ερωτήσεις που είχε απαντήσει αποτελούσαν μέρος μιας εκτεταμένης βάσης δεδομένων με ερωτήσεις ταξινομημένες με βάση το αντικείμενο και τον βαθμό δυσκολίας. Οι ερωτήσεις αυτές χρησιμοποιήθηκαν και σε άλλους διαγωνισμούς. Ως εκ τούτου, η EPSO δεν μπορούσε να αποκαλύψει ερωτήσεις από την εν λόγω βάση δεδομένων χωρίς να υπονομεύσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής. Επιπλέον, οποιαδήποτε γνωστοποίηση του περιεχομένου της βάσης δεδομένων θα μπορούσε να ωφελήσει ορισμένους υποψηφίους και όχι άλλους.

Η EPSO τόνισε ότι οι προκαταρκτικές δοκιμασίες του εν λόγω γενικού διαγωνισμού διοργανώθηκαν με τη χρήση μιας νέας τεχνολογίας που επιτρέπει στους υποψηφίους να συμμετέχουν στις δοκιμασίες απευθείας μέσω υπολογιστή (δηλαδή CBT). Η CBT επιτρέπει στους υποψηφίους να συμμετάσχουν σε ατομική δοκιμασία βάσει τυχαίας επιλογής των ερωτήσεων της βάσης δεδομένων, κατά την ημερομηνία επιλογής των υποψηφίων, εντός προθεσμίας που ορίζει η EPSO. Δεδομένου ότι οι ερωτήσεις που χρησιμοποιούνται για τον γενικό διαγωνισμό EPSO/AST/33/06 αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της βάσης δεδομένων, η οποία χρησιμοποιείται σε συνεχή βάση τόσο για τους τρέχοντες όσο και για τους μελλοντικούς διαγωνισμούς, οι πληροφορίες στη βάση δεδομένων δεν μπορούν να δημοσιοποιηθούν. Μετά τις εξετάσεις, οι υποψήφιοι δεν μπορούν να πάρουν τα εξεταστικά τους έγγραφα ή να ζητήσουν εκτύπωση των ερωτήσεων ή των απαντήσεών τους.

Όσον αφορά τον συγκεκριμένο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, η EPSO επισήμανε ότι, εάν το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα εξεταζόταν βάσει του κανονισμού 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (1) («κανονισμός 1049/2001»), το εν λόγω αίτημα θα έπρεπε να είχε εξεταστεί λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των απαιτήσεων και των ορίων του δικαιώματος πρόσβασης που θεσπίζει ο κανονισμός. Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση, ο καταγγέλλων δεν ακολούθησε τις διαδικασίες που προβλέπονται στον κανονισμό 1049/2001.

Η EPSO παρέπεμψε στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-110/03, T-150/03 και T-405/03, Sison κατά Συμβουλίου (2). Στις υποθέσεις αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού 1049/2001, οι δικαιούχοι του δικαιώματος πρόσβασης στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων είναι:

«κάθε πολίτης της Ένωσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει την καταστατική έδρα του σε κράτος μέλος. Η διάταξη αυτή διευκρινίζει ότι σκοπός του κανονισμού είναι να διασφαλίσει την πρόσβαση όλων στα δημόσια έγγραφα και όχι μόνο την πρόσβαση του αιτούντος στα έγγραφα που τον αφορούν.

Δεύτερον, οι εξαιρέσεις από την πρόσβαση στα έγγραφα, τις οποίες προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α ́, του κανονισμού 1049/2001, είναι διατυπωμένες κατά τρόπο επιτακτικό. Επομένως, τα θεσμικά όργανα υποχρεούνται να αρνηθούν την πρόσβαση σε έγγραφα που εμπίπτουν σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις αυτές, μόλις αποδειχθούν οι σχετικές περιστάσεις (...).

Κατά συνέπεια, το ειδικό συμφέρον που μπορεί να επικαλεσθεί ο αιτών την πρόσβαση σε έγγραφο που τον αφορά προσωπικά δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την εφαρμογή των υποχρεωτικών εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α ́, του κανονισμού 1049/2001.»(3)

Ως εκ τούτου, το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα θα μπορούσε να περιοριστεί για λόγους δημόσιου συμφέροντος, προκειμένου να διασφαλιστεί η καλύτερη δυνατή επιλογή προσωπικού για τα κοινοτικά θεσμικά όργανα, σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001. Επιπλέον, η EPSO υποστήριξε ότι το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα περιορίζεται ή αποκλείεται, σύμφωνα με την αρχή lex specialis derogat legi generali, δηλαδή ότι ένας ειδικός κανόνας παρεκκλίνει από τον γενικό κανόνα, όταν υπάρχουν ειδικοί κανόνες που διέπουν ειδικά θέματα. Συναφώς, η EPSO παρέπεμψε στην υπόθεση T-371/03, Le Voci κατά Συμβουλίου (4), και έκρινε ότι, εν προκειμένω, ο ΚΥΚ επιδιώκει ειδικό σκοπό, ο οποίος δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος.

Επιπλέον, η EPSO παρέπεμψε στην υπόθεση T-376/03, Hendrickx κατά Συμβουλίου (5) και στην εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και ιδίως στην υπόθεση T-53/00, Angioli κατά Επιτροπής (6). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 255, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ ή τον κανονισμό 1049/2001 για να αμφισβητήσει τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 6 του παραρτήματος ΙΙΙ του ΚΥΚ, το οποίο κατοχυρώνει την αρχή του απορρήτου των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής.

Ως εκ τούτου, η EPSO έκρινε ότι η άρνηση παροχής πρόσβασης στις ερωτήσεις/απαντήσεις και σε κατάλογο ορθών απαντήσεων ήταν πλήρως δικαιολογημένη. Η EPSO υποστήριξε ότι η «γενική συστημική και επίσημη» πρόσβαση στις ερωτήσεις της βάσης δεδομένων για κάθε υποψήφιο που το ζήτησε θα έβλαπτε σοβαρά τη νέα αυτή μέθοδο. Η EPSO έκρινε επίσης ότι η ad hoc πρόσβαση στις δοκιμασίες, στο πλαίσιο ειδικής διαδικασίας υποβολής ενστάσεων, θα είχε εξίσου αρνητικές επιπτώσεις στο σύστημα αξιολόγησης. Η EPSO δήλωσε επίσης ότι η δημοσιοποίηση ερωτήσεων/απαντήσεων θα μπορούσε να παραβιάσει την αρχή της ίσης μεταχείρισης εάν ορισμένοι υποψήφιοι λάβουν τις σχετικές ερωτήσεις/απαντήσεις.

Όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους αποφασίστηκε ο αποκλεισμός υποψηφίου από γενικό διαγωνισμό, η EPSO τόνισε ότι, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η κοινοποίηση της βαθμολογίας που έλαβε αποτυχών υποψήφιος αποτελεί επαρκή αιτιολόγηση της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής. Η EPSO επισήμανε επίσης ότι η κοινοποίηση της βαθμολογίας παρέχει στους υποψηφίους τη δυνατότητα να διαπιστώσουν αν η σχετική απόφαση είναι βάσιμη ή πλημμελής και, ως εκ τούτου, παρέχει σε όσους το επιθυμούν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν τη νομιμότητά της.

Στην παρούσα υπόθεση, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε για τα αποτελέσματά του και για τους λόγους για τους οποίους δεν έγινε δεκτός στο επόμενο στάδιο του εν λόγω γενικού διαγωνισμού.

Τέλος, η EPSO επισήμανε ότι το σημείο E.4 της προκηρύξεως του διαγωνισμού περιέγραφε τις πληροφορίες που οι υποψήφιοι μπορούσαν να ζητήσουν να λάβουν σχετικά με αυτούς άμεσα και ατομικά. Επιπλέον, σύμφωνα με τον οδηγό για τους υποψηφίους, θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε αντίγραφο των γραπτών δοκιμασιών τους και του δελτίου αξιολόγησής τους που συνέταξε η εξεταστική επιτροπή. Στο πλαίσιο αυτό, η EPSO τόνισε ότι ο οδηγός δεν αναφέρεται στη δυνατότητα πρόσβασης στις ερωτήσεις που περιέχονται στο σύστημα CBT.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη που υπέβαλε η EPSO, ο καταγγέλλων ενέμεινε στη θέση που είχε εκφράσει στην καταγγελία του και επανέλαβε τον ισχυρισμό του.

Διευκρίνισε επίσης ότι, με την επιστολή που απηύθυνε στην EPSO στις 30 Ιανουαρίου 2007, ζήτησε από την EPSO όχι μόνο να του παράσχει πρόσβαση στις ερωτήσεις στις οποίες έδωσε εσφαλμένη απάντηση, αλλά και να τον ενημερώσει για τον αριθμό των ακυρωθεισών ερωτήσεων.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

1.1 Προκειμένου να αποφευχθεί κάθε πιθανή παρανόηση όσον αφορά το πεδίο της παρούσας έρευνας, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί σημαντικό να υπογραμμίσει ότι το πεδίο αυτό περιορίζεται σε ό,τι καθορίστηκε στην επιστολή του της 31ης Ιανουαρίου 2006 για την έναρξη της έρευνας, δηλαδή στο αίτημα του καταγγέλλοντος να του αποστείλει η EPSO αντίγραφο των προκριματικών δοκιμασιών του μαζί με κατάλογο των εσφαλμένων απαντήσεών του.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν θα εξετάσει το νέο αίτημα σχετικά με το αίτημα ενημέρωσης για τον αριθμό των ερωτήσεων που είχαν ακυρωθεί από την EPSO στις σχετικές προκαταρκτικές δοκιμασίες συμμετοχής στη ΓΣΘ, το οποίο υποβλήθηκε από τον καταγγέλλοντα μόνο στις παρατηρήσεις του.

2 Πρόσβαση στις ερωτήσεις/απαντήσεις της CBT

2.1 Ο καταγγέλλων έλαβε μέρος στις προκαταρκτικές δοκιμασίες με χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή (CBT) του γενικού διαγωνισμού EPSO/AST/33/06. Δεδομένου ότι η συνολική βαθμολογία που έλαβε και στις δύο δοκιμασίες δεν ήταν επαρκής για να καταταγεί μεταξύ των 335 υποψηφίων με την υψηλότερη βαθμολογία, δεν έγινε δεκτός στο επόμενο στάδιο του γενικού διαγωνισμού.

Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο ενδιαφερόμενος ζήτησε από την EPSO να του αποστείλει αντίγραφο των προκριματικών δοκιμασιών του μαζί με κατάλογο των εσφαλμένων απαντήσεών του.

2.2 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, κατά τη γνώμη του, η EPSO δήλωσε συνοπτικά ότι δεν μπορούσε να διαβιβάσει στον καταγγέλλοντα τις ζητούμενες πληροφορίες, δεδομένου ότι οι ερωτήσεις στις οποίες είχε απαντήσει αποτελούσαν μέρος μιας εκτεταμένης βάσης δεδομένων ερωτήσεων που χρησιμοποιούνταν και σε άλλους διαγωνισμούς. Ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να αποκαλύψει ερωτήσεις από την εν λόγω βάση δεδομένων χωρίς να υπονομεύσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής.

Η EPSO εξέφρασε επίσης την άποψη ότι οι αιτήσεις πρόσβασης σε ερωτήσεις/απαντήσεις των προκαταρκτικών δοκιμασιών CBT θα πρέπει να απορρίπτονται σε κάθε περίπτωση, πράγμα που σημαίνει ότι τόσο η «γενική συστημική και επίσημη» πρόσβαση όσο και η ad hoc πρόσβαση θα πρέπει να απορρίπτονται. Η EPSO στήριξε την απόφασή της να αρνηθεί την πρόσβαση αυτή στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (7) («κανονισμός 1049/2001»), καθώς και στη σχετική νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων. Ειδικότερα, η EPSO υποστήριξε ότι οι ερωτήσεις/απαντήσεις των προκαταρκτικών δοκιμασιών CBT δεν μπορούσαν να γνωστοποιηθούν στους υποψηφίους, διότι αυτό θα υπονόμευε τη διαδικασία επιλογής.

2.3 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν οι πληροφορίες που παρέχονται στους πολίτες να είναι όσο το δυνατόν ακριβέστερες και πληρέστερες και ότι, εύλογα, ο καλύτερος τρόπος για να καταδειχθούν στους υποψηφίους τα λάθη τους θα ήταν να τους δοθεί πρόσβαση στα δικά τους δοκιμαστικά έγγραφα.

2.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η EPSO έκρινε ότι, όσον αφορά τις δοκιμασίες CBT, οι υποψήφιοι δεν μπορούσαν να λάβουν αντίγραφα των δικών τους δοκιμασιών. Η EPSO εξήγησε τη θέση της υπό το πρίσμα των υφιστάμενων κανόνων σχετικά με την πρόσβαση στα έγγραφα, δηλαδή του κανονισμού 1049/2001, αναφερόμενη σε μια υποθετική κατάσταση (8) και στη σχετική νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων.

2.5 Η EPSO υποστήριξε ότι υπάρχουν περιορισμοί στο δικαίωμα πρόσβασης και, για παράδειγμα, αναφέρθηκε σε «λόγους δημόσιου συμφέροντος»(η υπογράμμιση δική μου), τους οποίους μπορεί να επικαλεστεί προκειμένου να διασφαλίσει τον στόχο της επιλογής του καλύτερου προσωπικού για τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Προς στήριξη της απόψεως αυτής, παρέθεσε επίσης από τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-110/03, T-150/03 και T-405/03, Sison κατά Συμβουλίου (9) ότι:

  1. «οι εξαιρέσεις από την πρόσβαση στα έγγραφα που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού 1049/2001 διατυπώνονται με υποχρεωτικούς όρους»· και
  2. «το ιδιαίτερο συμφέρον που μπορεί να επικαλεσθεί ο αιτών για να αποκτήσει πρόσβαση σε έγγραφο που τον αφορά προσωπικά δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την εφαρμογή των υποχρεωτικών εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού 1049/2001.»(10)

Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, ωστόσο, ότι η EPSO δεν έκανε καμία ειδική αναφορά σε μία από τις εξαιρέσεις που βασίζονται στην προστασία του δημόσιου συμφέροντος που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο 11. Η EPSO αναφέρεται μόνο στο συμφέρον της «διασφάλισης του στόχου της επιλογής του καλύτερου προσωπικού για τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα», το οποίο, σύμφωνα με την EPSO, θα πρέπει επίσης να υπαχθεί στην έννοια του «δημόσιου συμφέροντος» κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού 1049/2001.

Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 πρέπει να διαμορφώνονται και να εφαρμόζονται περιοριστικά, ώστε να μην παραβιάζεται η γενική αρχή που κατοχυρώνεται στον εν λόγω κανονισμό (12).

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, εάν η EPSO προσπαθούσε να υποκαταστήσει το ενδιαφέρον για «επιλογή του καλύτερου προσωπικού για τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα» στο πλαίσιο των εξαιρέσεων δημοσίου συμφέροντος που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) του εν λόγω κανονισμού (πράγμα που φαίνεται να συμβαίνει στον βαθμό που η γνώμη της EPSO παραθέτει τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-110/03, T-150/30 και T-405/03, Sison κατά Συμβουλίου), αυτή θα ήταν μια σαφώς εσφαλμένη προσέγγιση, υπό το πρίσμα της άφθονης και πάγιας νομολογίας των κοινοτικών δικαστηρίων.

2.6 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι η EPSO επιθυμούσε επίσης να αναφερθεί και να επικαλεστεί την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού 1049/2001, η οποία επιτρέπει στο οικείο θεσμικό όργανο να αρνηθεί τη δημοσιοποίηση εγγράφων που είναι «για εσωτερική χρήση ή έχουν παραληφθεί από θεσμικό όργανο, η οποία αφορά θέμα για το οποίο το θεσμικό όργανο δεν έχει λάβει απόφαση».

Πράγματι, η γνώμη της EPSO ανέφερε ότι δεν μπορεί να αποκαλύψει τις ερωτήσεις/απαντήσεις χωρίς να υπονομεύσει τη διαδικασία επιλογής. Στη συνέχεια, υποστήριξε ότι οι ερωτήσεις/απαντήσεις αποτελούν μέρος της βάσης δεδομένων, η οποία χρησιμοποιείται σε συνεχή βάση τόσο για τους τρέχοντες όσο και για τους μελλοντικούς διαγωνισμούς. Κατά την EPSO, τυχόν γνωστοποίηση, βάσει του κανονισμού 1049/2001, του περιεχομένου της βάσης δεδομένων ή μέρους αυτής θα ωφελούσε τους μελλοντικούς υποψηφίους που θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε αυτήν. Ως εκ τούτου, η πρόσβαση αυτή θα μπορούσε να έχει αρνητικές επιπτώσεις στις μελλοντικές διαδικασίες διαγωνισμού, υπονομεύοντας την ίση μεταχείριση των υποψηφίων, δεδομένου ότι ορισμένοι θα μπορούσαν να αποκτήσουν τις ερωτήσεις/απαντήσεις και άλλοι όχι. Επιπλέον, η EPSO δήλωσε ότι είναι προς το δημόσιο συμφέρον να διασφαλίζονται πλήρως ο αντικειμενικός χαρακτήρας των διαδικασιών επιλογής των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και η ίση μεταχείριση των υποψηφίων.

Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το επιχείρημα της EPSO αναφέρεται τόσο στον εν εξελίξει διαγωνισμό όσο και σε άλλους εκκρεμείς ή μελλοντικούς διαγωνισμούς.

Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η γνωστοποίηση στους απορριφθέντες υποψηφίους του καταλόγου των ερωτήσεων στις οποίες απάντησαν και των απαντήσεών τους δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι οι ερωτήσεις/απαντήσεις της βάσης δεδομένων θα δημοσιοποιηθούν ως αποτέλεσμα.

Ωστόσο, ακόμη και αν ένας σημαντικός αριθμός ερωτήσεων, ή ακόμη και όλες οι ερωτήσεις, επρόκειτο, με την πάροδο του χρόνου, να γίνουν γνωστές στους υποψηφίους σε μελλοντικούς διαγωνισμούς, γεγονός παραμένει ότι οι ερωτήσεις που δίνονται στους εν λόγω υποψηφίους επιλέγονται τυχαία από το σύστημα από μια τεράστια βάση δεδομένων. Ως εκ τούτου, η πιθανότητα να λάβουν ακριβώς τις ίδιες ερωτήσεις με εκείνες που ήδη γνωρίζουν φαίνεται να είναι ελάχιστη και η δυνατότητα να απομνημονεύσουν όλες τις ερωτήσεις/απαντήσεις της τεράστιας βάσης δεδομένων θα πρέπει μάλλον να αποκλειστεί. Επιπλέον, το είδος των ερωτήσεων/απαντήσεων που χρησιμοποιούνται στις δοκιμασίες CBT (όπως ερωτήσεις που αποσκοπούν στην αξιολόγηση των γνώσεων σχετικά με τα θέματα της ΕΕ και της λεκτικής και αριθμητικής συλλογιστικής) μπορεί και κανονικά θα πρέπει να αναθεωρείται και να επικαιροποιείται συνεχώς, προκειμένου να επαληθεύεται αν εξακολουθούν να είναι ακριβείς και αν εκπληρώνουν τον ρόλο τους όσον αφορά την επιλογή των υποψηφίων με τις περισσότερες γνώσεις και τα περισσότερα προσόντα.

Ως εκ τούτου, βάσει των εξηγήσεων της EPSO, ο Διαμεσολαβητής δεν αντιλαμβάνεται τους λόγους για τους οποίους η γνωστοποίηση των ερωτήσεων στους υποψηφίους του ίδιου ή μελλοντικών διαγωνισμών θα υπονόμευε κατ’ ανάγκη τη διαδικασία επιλογής, δηλαδή θα έθετε σε κίνδυνο τον στόχο της EPSO´ να εξακριβώσει τις γνώσεις και τις ικανότητες των υποψηφίων και να εξασφαλίσει στα θεσμικά όργανα τις υπηρεσίες υπαλλήλων με τα υψηλότερα δυνατά πρότυπα ικανότητας, αποδοτικότητας και ακεραιότητας.

Ως εκ τούτου, το ανωτέρω επιχείρημα της EPSO δεν τεκμηριώθηκε.

2.7 Επιπλέον, για να δικαιολογήσει την άρνησή της, η EPSO υπενθύμισε ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το απόρρητο των εργασιών των εξεταστικών επιτροπών, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 6 του παραρτήματος III του ΚΥΚ, πρέπει να θεωρηθεί ως lex specialis που παρεκκλίνει από τους γενικούς κανόνες σχετικά με την πρόσβαση στα έγγραφα. Συναφώς, η EPSO παρέπεμψε στις υποθέσεις T-376/03, Hendrickx κατά Συμβουλίου (13), και T-371/03, Le Voci κατά Συμβουλίου (14).

Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, πρώτον, ότι η προαναφερθείσα νομολογία δεν αφορά την πρόσβαση σε δοκιμαστικές ερωτήσεις.

Δεύτερον, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το επιχείρημα αυτό δύσκολα συμβιβάζεται με την πρακτική της EPSO να παρέχει πρόσβαση στις ερωτήσεις και τις απαντήσεις των δοκιμασιών προεπιλογής που διεξάγονται σε χαρτί και, πράγματι, στις ερωτήσεις όλων των άλλων γραπτών εξετάσεων.

Τρίτον, ο Διαμεσολαβητής υπογραμμίζει ότι η προαναφερθείσα νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων αφορά το άρθρο 6 του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και το απόρρητο των εργασιών των εξεταστικών επιτροπών στους διαγωνισμούς. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι «προκριματικές δοκιμασίες» διοργανώθηκαν σύμφωνα με το σύστημα δοκιμασιών CBT και ότι η EPSO δεν απέδειξε ότι η σύλληψη, η διατύπωση, η διόρθωση και η βαθμολόγηση των ερωτήσεων και των απαντήσεων που ήταν αποθηκευμένες στο σύστημα και παρουσιάστηκαν στους υποψηφίους συνδέονταν καθ’ οιονδήποτε τρόπο με το έργο της διορισμένης εξεταστικής επιτροπής ή διεξάγονταν υπό την ευθύνη της.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η EPSO δεν αιτιολόγησε επαρκώς την άρνησή της να παράσχει στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στις πληροφορίες που είχε ζητήσει. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

2.8 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι έχει λάβει σημαντικό αριθμό καταγγελιών (15) στις οποίες η EPSO αρνήθηκε την πρόσβαση σε ερωτήσεις/απαντήσεις ΓΣΘ. Σε μία από αυτές, δηλαδή στην καταγγελία 370/2007/MHZ, περάτωσε την υπόθεση με επικριτική παρατήρηση (16) και ανέφερε ότι θα εξέταζε σοβαρά το ενδεχόμενο να κινήσει αυτεπάγγελτη έρευνα σε σχέση με τη CBT της EPSO. Εκτιμά ότι μια αυτεπάγγελτη έρευνα σχετικά με τη συνολική δομή του συστήματος CBT που χρησιμοποιείται στους διαγωνισμούς που διοργανώνει η EPSO θα μπορούσε να συμβάλει στη μεγαλύτερη διαφάνεια των διαδικασιών πρόσληψης της EPSO. Εκτιμά επίσης ότι η διαφάνεια αυτή θα ήταν, από μόνη της, επωφελής για τους υποψηφίους που επιθυμούν να λάβουν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα θέματα αυτά.

Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε την προαναφερθείσα αυτεπάγγελτη έρευνα στις 22 Νοεμβρίου 2007 (OI/4/2007/ID).

2.9 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες στην παρούσα καταγγελία.

3 Συμπέρασμα

Για τους λόγους που εξηγούνται στο σημείο 1.8 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες στην παρούσα καταγγελία. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο καταγγέλλων θα ενημερωθεί περαιτέρω για τα αποτελέσματα της αυτεπάγγελτης έρευνας του Διαμεσολαβητή OI/4/2007/ID.

Ο διευθυντής της EPSO θα ενημερωθεί για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) ΕΕ L 145, σ. 43.

(2) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-110/03, T-150/03 και T-405/03, Sison κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2005, σ. II-1429.

(3) Προαναφερθείσες συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-110/03, T-150/03 και T-405/03, Sison κατά Συμβουλίου, σκέψεις 50-52.

(4) Υπόθεση T-371/03, Le Voci κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I-A-209 και II-957, σκέψη 122.

(5) Υπόθεση T-376/03 Hendrickx κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I-A-83 και II-379.

(6) Υπόθεση T-53/00, Angioli κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I-A-13 και II-73, σκέψη 84.

(7) ΕΕ L 145, σ. 43.

(8) «Εάν το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα εξετάστηκε βάσει του κανονισμού 1049/2001»(γνωμοδότηση της EPSO).

(9) Προαναφερθείσες συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-110/03, T-150/03 και T-405/03, Sison κατά Συμβουλίου.

(10) Προαναφερθείσες συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-110/03, T-150/03 και T-405/03, Sison κατά Συμβουλίου, σκέψεις 50-52.

(11) Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού 1049/2001 ορίζει ότι τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η γνωστοποίηση θα έθιγε την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια, την άμυνα και τις στρατιωτικές υποθέσεις, τις διεθνείς σχέσεις και τη δημοσιονομική, νομισματική ή οικονομική πολιτική της Κοινότητας ή κράτους μέλους.

(12) Βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου της 12ης Δεκεμβρίου 2000, C-189/98 P, Κάτω Χώρες και van der Wal κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-1, σκέψη 27), και της 12ης Δεκεμβρίου 2002, T-211/00, Kuijer κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. II-485, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

(13) Υπόθεση T-376/03 Hendrickx κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I-A-83 και II-379.

(14) Υπόθεση T-371/03 Le Voci κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I-A-209 και II-957.

(15) 7/2007/PB· 419/2007/ΠΕ· 421/2007/ΠΕ· 1312/207/IP· 3819/2006/ΔΑ· 50/2007/ΔΑ· 1282/2007/DK· 370/2006/MHZ, 2626/2006/MHZ και 3746/2006/MHZ.

(16) «Η EPSO δεν αιτιολόγησε επαρκώς την άρνησή της να παράσχει στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στις ερωτήσεις/απαντήσεις της CBT. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης." Η απόφαση διατίθεται στον δικτυακό τόπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!