Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 193/2007/JMA κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 193/2007/JMA - Εκκίνηση έρευνας στις Πέμπτη | 22 Φεβρουαρίου 2007 - Απόφαση στις Τρίτη | 12 Φεβρουαρίου 2008
Στρασβούργο, 12 Φεβρουαρίου 2008
Αξιότιμε κ. X,
Στις 14 Ιανουαρίου 2007, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η καταγγελία αφορούσε το περιεχόμενο επιστολής, με ημερομηνία 24 Σεπτεμβρίου 2006, που εστάλη από αντιπροσωπεία της Επιτροπής σε εταιρεία συμβούλων η οποία σας είχε προσλάβει.
Στις 22 Φεβρουαρίου 2007, ενημέρωσα τον Πρόεδρο της Επιτροπής για την καταγγελία σας και του ζήτησα να υποβάλει σχετική γνωμοδότηση έως τις 31 Μαΐου 2007. Ελλείψει απαντήσεως μέχρι την ημερομηνία αυτή, απηύθυνα υπενθύμιση στην Επιτροπή στις 21 Ιουνίου 2007, ζητώντας τη γνώμη της μέχρι τις 15 Ιουλίου 2007. Στις 6 Ιουλίου 2007, η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της, η οποία σας διαβιβάστηκε στις 26 Ιουλίου 2007, με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, εφόσον το επιθυμείτε.
Στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, μου αποστείλατε τις παρατηρήσεις σας. Την 1η Ιανουαρίου 2008 ζητήσατε πληροφορίες σχετικά με τον χειρισμό της καταγγελίας σας.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης είναι, συνοπτικά, τα ακόλουθα:
Το 2005 και το 2006, ο καταγγέλλων εργάστηκε ως σύμβουλος σε δύο χρηματοδοτούμενα από την ΕΕ έργα που υλοποιήθηκαν από την εταιρεία Υ για μια αντιπροσωπεία της Επιτροπής («η αντιπροσωπεία»).
Κατά τη διάρκεια της υλοποίησης του πρώτου έργου, ο καταγγέλλων ορίστηκε επικεφαλής της ομάδας του έργου. Μετά την ολοκλήρωση του έργου, η Επιτροπή εξέφρασε δημόσια την ικανοποίησή της για την ποιότητα των εργασιών. Στη συνέχεια, ζητήθηκε από τον καταγγέλλοντα να συμμετάσχει σε ένα δεύτερο έργο, το οποίο υλοποιήθηκε επίσης από την εταιρεία Υ, της οποίας η προσφορά είχε επιλεγεί από την αντιπροσωπεία. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι προέκυψαν εντάσεις κατά τη διάρκεια της αποστολής ως αποτέλεσμα παρανοήσεων μεταξύ των μερών. Ωστόσο, μετά την επίλυση αυτού του ζητήματος, το έργο υλοποιήθηκε με επιτυχία. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι οι εκθέσεις του σχετικά με το έργο εγκρίθηκαν πλήρως από την αντιπροσωπεία, η οποία έκρινε επίσης ότι το έργο είχε επιτύχει τους στόχους του.
Τον Σεπτέμβριο του 2006, ο καταγγέλλων επεδίωξε να συμμετάσχει σε άλλα χρηματοδοτούμενα από την ΕΕ έργα σε τρίτη χώρα, τα οποία είχαν ανατεθεί από την αντιπροσωπεία στην εταιρεία Ζ. Στις 24 Σεπτεμβρίου 2006, ωστόσο, η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση του καταγγέλλοντος. Σε επιστολή που απηύθυνε στον Z, αντίγραφο της οποίας επισυνάφθηκε στην καταγγελία, η Επιτροπή αναφέρθηκε στον διορισμό βραχυπρόθεσμων εμπειρογνωμόνων για ένα έργο και δήλωσε ότι δεν μπορούσε να δεχθεί τη συμμετοχή του καταγγέλλοντος σε αυτό λόγω των μη ικανοποιητικών επιδόσεών του σε προηγούμενα έργα που χρηματοδοτήθηκαν από την ΕΕ.
Στις 30 Σεπτεμβρίου 2006, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην αντιπροσωπεία, εκφράζοντας την έκπληξή του για το περιεχόμενο της επιστολής του προς τον Ζ. Ισχυρίστηκε ότι η αξιολόγηση του έργου του από την Επιτροπή ήταν αβάσιμη, δεδομένου ότι η αντιπροσωπεία δεν του είχε υποβάλει καταγγελίες ως επικεφαλής ομάδας του Υ.
Στην απάντησή της της 12ης Οκτωβρίου 2006, η Επιτροπή εξήγησε ότι το προσωπικό της αντιπροσωπείας, ιδίως ο αρμόδιος υπεύθυνος διαχείρισης και ο προϊστάμενος του τμήματος κοινωνικής και ανθρώπινης ανάπτυξης, είχαν εκφράσει προφορικά τις ανησυχίες τους στον καταγγέλλοντα κατά τη διάρκεια αρκετών συνεδριάσεων. Η Επιτροπή δήλωσε ότι το γεγονός ότι είχε πληρώσει για το έργο δεν σήμαινε ότι οι επιδόσεις του καταγγέλλοντος ήταν ικανοποιητικές. Η Επιτροπή εξήγησε ότι είχε επίσης ενημερώσει την Y για την άποψή της.
Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Επισύναψε στην καταγγελία του αντίγραφο της αλληλογραφίας του με την αντιπροσωπεία, καθώς και πρόσθετο υλικό. Στην καταγγελία του, εξέφρασε τη διαφωνία του με την εκτίμηση της Επιτροπής σχετικά με την κατάσταση και υποστήριξε ότι ούτε ο ίδιος ούτε ο Y είχαν ποτέ ενημερωθεί για τυχόν ανησυχίες της Επιτροπής σχετικά με τις επιδόσεις του.
Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, ενώ η Επιτροπή είχε το προνόμιο να αποδεχθεί ή να απορρίψει την υποψηφιότητα ενός συμβούλου, δεν ήταν στην αρμοδιότητά της να απευθύνει δυσφημιστική επιστολή σε ιδιωτική εταιρεία συμβούλων.
Με βάση τα επιχειρήματα αυτά, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την Επιτροπή να γνωμοδοτήσει σχετικά με τον ακόλουθο ισχυρισμό και ισχυρισμό του καταγγέλλοντος:
Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται, συνοπτικά, ότι δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής να απευθύνει δυσφημιστική επιστολή σε ιδιωτική εταιρεία συμβούλων, η οποία διατυπώνει υποκειμενική γνώμη και εκτίμηση και η οποία θα μπορούσε να έχει επιζήμιες οικονομικές συνέπειες.
Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή θα πρέπει να αποσύρει την εν λόγω επιστολή.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε καταρχάς το ιστορικό της υπόθεσης. Επισήμανε ότι, σύμφωνα με τους ισχύοντες συμβατικούς κανόνες («δικαιούχοι συμβάσεων-πλαισίων»), η αποστολή διαμόρφωσης ενός προγράμματος ανατέθηκε στην εταιρεία Υ. Ο καταγγέλλων συμμετείχε στην εν λόγω αποστολή ως επικεφαλής ομάδας, μαζί με άλλους τρεις εμπειρογνώμονες. Η Υ έλαβε την τελική πληρωμή την 1η Οκτωβρίου 2006, μετά την έγκριση των απαιτούμενων εκθέσεων και την υποβολή των απαιτούμενων δικαιολογητικών εγγράφων στην αντιπροσωπεία.
Όσον αφορά τις επιδόσεις του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή εξήγησε ότι, υπό το πρίσμα των καθηκόντων που εκτέλεσε κατά την εκτέλεση της αποστολής, η αντιπροσωπεία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το έργο του ως επικεφαλής ομάδας ήταν ανεπαρκές και υπολειπόταν των προσδοκιών. Η παρούσα γνωμοδότηση βασίστηκε στα εξής: i) έλλειψη ηγετικών ικανοτήτων, ικανοτήτων πρωτοβουλίας και ανάπτυξης ομαδικού πνεύματος του καταγγέλλοντος· ii) την παθητική στάση του απέναντι σε ορισμένα συμπεράσματα που είχαν συμφωνηθεί προηγουμένως· iii) την ευθύνη του για την κακή οργάνωση και την ανεπαρκή εφαρμογή της φάσης 3 του εργαστηρίου· και iv) τις ανεπαρκείς δεξιότητές του όσον αφορά την υποβολή εκθέσεων. Η Επιτροπή επισήμανε ότι ο καταγγέλλων είχε ήδη συμμετάσχει ως επικεφαλής ομάδας στην αποστολή ταυτοποίησης για το ίδιο πρόγραμμα, η οποία πραγματοποιήθηκε από τον Σεπτέμβριο του 2005 έως τον Ιανουάριο του 2006. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω αποστολής, η αντιπροσωπεία διατύπωσε ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τις επιδόσεις του καταγγέλλοντος όσον αφορά τις δεξιότητές του στον τομέα της υποβολής εκθέσεων και την έλλειψη πρωτοβουλίας. Παρά τις παρατηρήσεις αυτές, όταν ο Y πρότεινε το όνομά του ως επικεφαλής της ομάδας της αποστολής διαμόρφωσης, η αντιπροσωπεία έκρινε ότι η εμπειρία του από την προηγούμενη αποστολή θα αποτελούσε προστιθέμενη αξία για τη νέα αποστολή . Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι η συμμετοχή του καταγγέλλοντος στη φάση ταυτοποίησης δεν τον βοήθησε να βελτιώσει την ποιότητα των εργασιών του για τη φάση διαμόρφωσης.
Κατά τη διάρκεια της αποστολής διατύπωσης, η αντιπροσωπεία, ιδίως ο αρμόδιος υπεύθυνος διαχείρισης και ο προϊστάμενος του τμήματος κοινωνικής και ανθρώπινης ανάπτυξης, πραγματοποίησαν αρκετές συναντήσεις με τον καταγγέλλοντα για να εξετάσουν την πρόοδο. Κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων αυτών, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στις 29 Ιανουαρίου· 12 και 21 Φεβρουαρίου· 7, 23, 27 και 30 Μαρτίου· 3, 4 και 6 Απριλίου 2006, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε προφορικά σχετικά με τις ανησυχίες της αντιπροσωπείας όσον αφορά τις επιδόσεις του. Οι παρατηρήσεις αυτές διαβιβάστηκαν επίσης στην Υ. Η αντιπροσωπεία είχε εκφράσει επισήμως τις ανησυχίες της σχετικά με τις χαμηλές επιδόσεις της καταγγέλλουσας στο ερωτηματολόγιο ικανοποίησης του έργου που διαβιβάστηκε στην Υ στις 2 Οκτωβρίου 2006.
Όσον αφορά την απόφαση της Επιτροπής να μην αποδεχθεί τη συμμετοχή του καταγγέλλοντος στην πρόταση της Ζ, η Επιτροπή επισήμανε ότι η απόφαση αυτή περιλαμβανόταν σε επιστολή της 24ης Σεπτεμβρίου 2006, η οποία απευθυνόταν μόνο στη Ζ. Η Ζ ήταν αυτή που έλαβε την απόφαση να τη διαβιβάσει στον καταγγέλλοντα.
Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αντιπροσωπεία είχε κάνει χρήση του προνομίου της ως συμβατικής αρχής για να απορρίψει το βιογραφικό σημείωμα του καταγγέλλοντος και ενημέρωσε σχετικά τον Ζ. Η χρήση των πληροφοριών αυτών από τον Ζ δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της αντιπροσωπείας.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επανέλαβε τα επιχειρήματα που είχε προβάλει στην καταγγελία του. Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι οι επικρίσεις της Επιτροπής μπορούν να αφορούν μόνο ένα από τα έργα στα οποία συμμετείχε και όχι άλλα έργα που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ, όπως αναφέρεται στην επιστολή της Επιτροπής προς τον Z της 24ης Σεπτεμβρίου 2006. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η αντιπροσωπεία δεν ενημέρωσε τον Υ για τυχόν σημεία δυσαρέσκειας κατά την υλοποίηση του πρώτου έργου, αλλά το έπραξε μόνο μετά την ολοκλήρωση των εργασιών και μετά την αποστολή της επιστολής στον Ζ.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Παραπομπές στον καταγγέλλοντα στην επιστολή της Επιτροπής προς τον Z1.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι δεν ενέπιπτε στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να απευθύνει συκοφαντική επιστολή σε ιδιωτική εταιρεία συμβούλων, η οποία εξέδιδε υποκειμενική γνώμη και εκτίμηση και η οποία θα μπορούσε να έχει επιζήμιες οικονομικές συνέπειες γι' αυτόν.
Ο καταγγέλλων εξηγεί ότι, με επιστολή της 24ης Σεπτεμβρίου 2006, η Επιτροπή απέρριψε τη συμμετοχή του σε προσφορά που υπέβαλε η εταιρεία Ζ για τον διορισμό βραχυπρόθεσμων εμπειρογνωμόνων σε έργο που χρηματοδοτήθηκε από την ΕΕ, με την αιτιολογία ότι οι επιδόσεις του σε άλλα έργα που χρηματοδοτήθηκαν από την ΕΕ δεν ήταν ικανοποιητικές.
Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, ενώ η Επιτροπή έχει το προνόμιο να αποδεχθεί ή να απορρίψει την υποψηφιότητα ενός συμβούλου, η αξιολόγησή της σχετικά με το έργο του ήταν αβάσιμη, δεδομένου ότι δεν είχε υποβληθεί επίσημη γραπτή ή προφορική καταγγελία από την αντιπροσωπεία κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία ήταν επικεφαλής ομάδας.
1.2 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αντιπροσωπεία έκανε χρήση του προνομίου της ως συμβατικής αρχής για να απορρίψει το βιογραφικό σημείωμα του καταγγέλλοντος και ενημέρωσε σχετικά τη Ζ.
Όσον αφορά τους λόγους της απόφασής της, η Επιτροπή εξηγεί ότι, υπό το πρίσμα των εργασιών που πραγματοποιήθηκαν κατά την εκτέλεση προηγούμενης αποστολής, για την εταιρεία Υ, η αντιπροσωπεία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι επιδόσεις του καταγγέλλοντος ως επικεφαλής ομάδας ήταν «ανεπαρκείς» και «υπολείπονταν των προσδοκιών». Η γνώμη αυτή βασίστηκε σε σειρά εκτιμήσεων σχετικά, μεταξύ άλλων, με τις δεξιότητες του καταγγέλλοντος, όπως η πρωτοβουλία του, η ανάπτυξη ομαδικού πνεύματος και η εφαρμογή των συμπερασμάτων, καθώς και με τις οργανωτικές του δεξιότητες και τις δεξιότητές του όσον αφορά την υποβολή εκθέσεων.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι είχε ήδη εξηγήσει προφορικά την άποψή της στον καταγγέλλοντα κατά τη διάρκεια αρκετών συναντήσεων και ότι είχε επίσης εκφράσει τη γνώμη της σχετικά με τις χαμηλές επιδόσεις του καταγγέλλοντος στο ερωτηματολόγιο ικανοποίησης που διαβιβάστηκε στην IBF στις 2 Οκτωβρίου 2006.
1.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η αντιπροσωπεία δεν ενημέρωσε τον Υ για τυχόν σημεία δυσαρέσκειας κατά την υλοποίηση του πρώτου έργου, αλλά το έπραξε μόνο μετά την ολοκλήρωση των εργασιών και μετά την αποστολή της επιστολής προς τον Ζ.
1.4 Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η Επιτροπή αποφάσισε να αντιταχθεί στη συμμετοχή του καταγγέλλοντος στην προσφορά που υπέβαλε η Ζ για τον διορισμό βραχυπρόθεσμων εμπειρογνωμόνων σε έργο χρηματοδοτούμενο από την ΕΕ.
Φαίνεται ότι η Επιτροπή ενημέρωσε την Z για την απόφασή της με επιστολή της 24ης Σεπτεμβρίου 2006, η οποία ανέφερε τα εξής: «Λυπούμαστε που γνωστοποιήσαμε την απόρριψη του βιογραφικού σημειώματος [του καταγγέλλοντος] λόγω μη ικανοποιητικών επιδόσεων σε άλλα χρηματοδοτούμενα από την ΕΕ έργα.» Φαίνεται επίσης ότι η δυσαρέσκεια της Επιτροπής αφορούσε το έργο που ανέλαβε ο καταγγέλλων στο πλαίσιο προηγούμενου χρηματοδοτούμενου από την ΕΕ έργου, το οποίο υλοποιήθηκε από την Υ κατά την περίοδο 2005-2006. Οι ανησυχίες της Επιτροπής απευθύνθηκαν επισήμως στην Υ μόνο μετά την ολοκλήρωση του έργου, στις 2 Οκτωβρίου 2006, και μέσω του ερωτηματολογίου ικανοποίησης του έργου.
1.5 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στο πλαίσιο των προγραμμάτων συνεργασίας, η Επιτροπή διαθέτει ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας κατά τον έλεγχο και, κατά περίπτωση, την απόρριψη των υπεργολάβων που προτείνονται από τους επιλεγέντες αναδόχους. Οι όροι εντολής για κάθε επιμέρους έργο περιέχουν τη νομική βάση για αυτό το ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας.
Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Επιτροπή, κατά την άσκηση της ευρείας διακριτικής της ευχέρειας, ζήτησε από τον ανάδοχο, δηλαδή τον Z, να αποκλείσει από την πρότασή της τη συμμετοχή του καταγγέλλοντος ως υπεργολάβου, λόγω των μη ικανοποιητικών επιδόσεών του σε προηγούμενα έργα που χρηματοδοτήθηκαν από την ΕΕ.
1.6 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η επιστολή της Επιτροπής της 24ης Σεπτεμβρίου 2006 προς τον Z αντανακλούσε το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε ήδη λάβει τη θέση ότι δεν ήταν ικανοποιημένη με το έργο που είχε επιτελέσει προηγουμένως ο καταγγέλλων.
Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι, προκειμένου να διασφαλιστούν η διαφάνεια και η δικαιοσύνη, καθώς και οι καλές σχέσεις με τους πολίτες, θα ήταν ορθή διοικητική πρακτική για την Επιτροπή να έχει ενημερώσει τον καταγγέλλοντα, με κατάλληλο τρόπο, σχετικά με τη θέση της και τους λόγους που την αιτιολογούν, προτού οι υπηρεσίες της μεταβιβάσουν τη θέση αυτή σε τρίτο. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, φαίνεται αδιαμφισβήτητο ότι η Επιτροπή ενημέρωσε προφορικά τον καταγγέλλοντα σχετικά με τις αμφιβολίες της όσον αφορά την ποιότητα του έργου του, κατά τη διάρκεια αρκετών συνεδριάσεων που πραγματοποιήθηκαν πριν από τις 24 Σεπτεμβρίου 2006, ημερομηνία κατά την οποία το θεσμικό όργανο ενημέρωσε τον Z για τη θέση του όσον αφορά τις επιδόσεις του καταγγέλλοντος.
Ένα θεσμικό όργανο μπορεί να σεβαστεί το δικαίωμα ακρόασης εκθέτοντας γραπτώς τα επιχειρήματά του σε ενδιαφερόμενο μέρος. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί επίσης να είναι σκόπιμο να προβληθούν τα επιχειρήματα αυτά προφορικά. Για να είναι σε θέση να αποδείξει ότι έγινε σεβαστό το δικαίωμα ακρόασης, ένα θεσμικό όργανο θα πρέπει να καταγράφει τη συνεδρίαση μέσω κατάλληλου σημειώματος για τον φάκελο, στο οποίο εκτίθενται τα επιχειρήματα του θεσμικού οργάνου και οι παρατηρήσεις του ενδιαφερόμενου μέρους.
Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, φαίνεται αδιαμφισβήτητο ότι η Επιτροπή ενημέρωσε προφορικά τον καταγγέλλοντα σχετικά με τις αμφιβολίες της όσον αφορά την ποιότητα του έργου του κατά τη διάρκεια διαφόρων συνεδριάσεων που πραγματοποιήθηκαν πριν από τις 24 Σεπτεμβρίου 2006, ημερομηνία κατά την οποία το θεσμικό όργανο ενημέρωσε τον Z για τη θέση του όσον αφορά τις επιδόσεις του καταγγέλλοντος. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων είχε συνεπώς την ευκαιρία να ενημερωθεί για τη γνώμη της Επιτροπής σχετικά με τις επιδόσεις του και εξέφρασε τις απόψεις του επ' αυτής, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν είχε την ευκαιρία, κατά τη διάρκεια της έρευνάς του, να εξετάσει αντίγραφα σημειώσεων για τον φάκελο που τεκμηριώνει τις συναντήσεις αυτές. Προκειμένου να αποφευχθούν συγκρούσεις σχετικά με εικαζόμενη παραβίαση του δικαιώματος ακρόασης, η Επιτροπή μπορεί να κρίνει χρήσιμο να καταγράψει γραπτώς τις προσπάθειές της για σεβασμό του δικαιώματος ακρόασης και να συμπεριλάβει τα αρχεία αυτά στον κατάλληλο φάκελο.
Ο Διαμεσολαβητής θα απευθύνει περαιτέρω σχετική παρατήρηση στην Επιτροπή κατωτέρω.
1.7 Όσον αφορά την αιτιολόγηση της απόφασης της Επιτροπής, η αιτιολόγηση των αποφάσεων αποτελεί αρχή ορθής διοικητικής συμπεριφοράς. Σκοπός της υποχρεώσεως αυτής είναι να παρέχεται στον κοινοτικό δικαστή η δυνατότητα να ελέγχει τη νομιμότητα των αποφάσεων και να παρέχει στον ενδιαφερόμενο επαρκείς ενδείξεις για να κρίνει αν οι αποφάσεις αυτές είναι βάσιμες ή αν παρουσιάζουν ελαττώματα, οπότε η νομιμότητά τους μπορεί να αμφισβητηθεί.
Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στην επιστολή της 24ης Σεπτεμβρίου 2006, η Επιτροπή αιτιολόγησε την άρνησή της να επιτρέψει στον καταγγέλλοντα να συμπεριληφθεί στην πρόταση του Ζ λόγω των «μη ικανοποιητικών επιδόσεών του» σε άλλα έργα που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή έχει το δικαίωμα, στο πλαίσιο ενός σχεδίου που χρηματοδοτείται από την Κοινότητα, να κρίνει τις επαγγελματικές επιδόσεις του προσωπικού, υπό την προϋπόθεση ότι το πράττει με επαγγελματικό, συνεκτικό και ευγενικό τρόπο. Αφού εξέτασε τον τόνο και τη διατύπωση των εξηγήσεων που παρέσχε η Επιτροπή, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν προκύπτει ότι η δήλωσή του όσον αφορά τον καταγγέλλοντα συνιστά «ψευδή δήλωση» με σκοπό να δυσφημίσει τη φήμη του καταγγέλλοντος. Αντιθέτως, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η δήλωσή του συνιστά «αξιακή κρίση», η οποία εκφράζεται με επαγγελματικό, συνεκτικό και ευγενικό τρόπο, σχετικά με τις επιδόσεις του καταγγέλλοντος στο πλαίσιο έργου που χρηματοδοτείται από την Κοινότητα.
Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, στη γνώμη που διατύπωσε απαντώντας στην έρευνά του, η Επιτροπή προέβαλε διάφορους λόγους που βασίζονται στις επιδόσεις του καταγγέλλοντος σε προηγούμενα έργα, ιδίως όσον αφορά την εικαζόμενη έλλειψη πρωτοβουλίας, την ανάπτυξη ομαδικού πνεύματος, τις οργανωτικές δεξιότητες και τις δεξιότητες υποβολής εκθέσεων, καθώς και την αδυναμία του να εφαρμόσει τα συμπεράσματα. Οι λόγοι αυτοί φαίνεται να είναι επαρκείς και αναλογικοί για να δικαιολογήσουν τη θέση της Επιτροπής. Με βάση τις εξηγήσεις της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων διαθέτει πλέον επαρκείς ενδείξεις για να κρίνει κατά πόσον η θέση της Επιτροπής είναι βάσιμη ή περιέχει ελαττώματα, οπότε η νομιμότητά της μπορεί να αμφισβητηθεί.
Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
2 Επί του αιτήματος ανακλήσεως της επιστολής της Επιτροπής2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή πρέπει να αποσύρει την επιστολή της προς τον Z της 24ης Σεπτεμβρίου 2006.
2.2 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω διαπιστώσεων, και ιδίως του συμπεράσματος που συνάγεται στο σημείο 1.7 ανωτέρω, ότι η Επιτροπή προέβαλε διάφορους λόγους, οι οποίοι φαίνεται να είναι επαρκείς και αναλογικοί, για να δικαιολογήσουν τη θέση της, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος μπορεί να γίνει δεκτός.
3 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ
Προκειμένου να αποφευχθούν συγκρούσεις σχετικά με εικαζόμενη παραβίαση του δικαιώματος ακρόασης, η Επιτροπή μπορεί να κρίνει χρήσιμο να καταγράψει γραπτώς τις προσπάθειές της για σεβασμό του δικαιώματος ακρόασης και να συμπεριλάβει τα αρχεία αυτά στον κατάλληλο φάκελο.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ