FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Διαθέσιμες γλώσσες : 

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 3254/2006/ID κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Ο καταγγέλλων είχε υποβάλει καταγγελία βάσει του άρθρου 226 της Συνθήκης ΕΚ προς την Επιτροπή, που αφορούσε προβαλλόμενη παραβίαση της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον[1], αναφορικά με ένα σχέδιο κατασκευής αυτοκινητοδρόμου (εφεξής «το Σχέδιο»). Συγκεκριμένα, ο καταγγέλλων είχε ισχυριστεί (α) ότι δεν είχε προηγηθεί εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων («ΕΠΕ») πριν από τη δημοσίευση της προκήρυξης του διαγωνισμού για την κατασκευή του Σχεδίου και (β) ότι είχε πραγματοποιηθεί μόνο μία ΕΠΕ αναφορικά με την κατασκευή μιας επαρχιακής οδού, η οποία αφορούσε ένα σχέδιο που διέφερε αρκετά από το επίμαχο.

Στην απάντησή της προς τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή αποδέχθηκε την ανωτέρω επιχειρηματολογία. Εντούτοις, συμπέρανε ότι οι ελληνικές αρχές είχαν λάβει τα απαραίτητα μέτρα για τον τερματισμό της παράβασης, δεδομένου ότι το Σχέδιο είχε υποβληθεί σε νέα διαδικασία ΕΠΕ. Ως εκ τούτου, η έναρξη διαδικασίας για παράβαση δεν θα είχε αντικείμενο και δεν θα ήταν χρήσιμη. Στην καταγγελία του προς το Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε τα ανωτέρω συμπεράσματα της Επιτροπής.

Στην απόφασή του για την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε τις εξής παρατηρήσεις. Η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του συγκεκριμένου κράτους μέλους, όπως αυτή εμφανίζεται κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας[2]. Εάν η παράβαση δεν υφίσταται πλέον κατά το χρόνο αυτό, η προσφυγή κατά του κράτους μέλους είναι απαράδεκτη[3]. Για να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του, ο καταγγέλλων προέβαλε ότι υπήρχε εξακολουθούσα παράβαση, επειδή οι εθνικές αρχές παρέλειψαν να ανακαλέσουν ή να ακυρώσουν τις εθνικές πράξεις από τις οποίες απέρρεε η παράβαση, ήτοι την προκήρυξη του έργου και τη συνακόλουθη ανάθεση σύμβασης δημόσιου έργου για την κατασκευή του Σχεδίου. Σχετικά, φαίνεται ότι δεν υπάρχουν παραδείγματα από τη νομολογία που να επιβεβαιώνουν ότι οι εθνικές αρχές υποχρεούνταν να δράσουν με τον τρόπο τον οποίο αναφέρει ο καταγγέλλων, για τον τερματισμό της παράβασης του άρθρου 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 85/337 που διαπίστωσε η Επιτροπή. Επιπλέον, είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι, σε τέτοια περίπτωση, η παράβαση τερματίζεται, εάν (α) οι αρμόδιες εθνικές αρχές απαιτούν, πριν από την εκτέλεση των προγραμματισμένων έργων για το οικείο Σχέδιο, να υποβληθεί το Σχέδιο σε ΕΠΕ, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, και (β) οι αρχές αυτές λάβουν (νέα) απόφαση περί της χορήγησης άδειας ή απόρριψης της σχετικής αίτησης, μετά τη διαδικασία ΕΠΕ και αφού ληφθούν υπόψη τα αποτελέσματά της. Αυτό φαίνεται να έχει συμβεί στη παρούσα υπόθεση. Εν όψει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε κρούσµα κακοδιοίκησης εκ μέρους της Επιτροπής.


[1]     Οδηγία 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1985 για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον ΕΕ 1985 L 175, σελ. 40.

[2]      Βλ., λ.χ., υπόθεση C -209/02 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Δημοκρατίας της Αυστρίας, Συλλογή 2004, σ. I-1211, σκέψη 16.

[3]      Βλ., λ.χ., υπόθεση C -362/90 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1992, σ. I-2353, σκέψη 13.


Στρασβούργο, 21 Απριλίου 2008

Αξιότιμε κύριε Β.,

Στις 5 Οκτωβρίου 2006, υποβάλατε μια καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η καταγγελία σας, η οποία συμπληρώθηκε με επιστολή σας της 9ης Δεκεμβρίου 2006, αφορούσε στην απάντηση της Επιτροπής σε καταγγελία σας περί του άρθρου 226 της Συνθήκης Ευρωπαϊκής Κοινότητας, κατά της Ελλάδας. Στις 20 Δεκεμβρίου 2006, ξεκίνησα έρευνα επί της καταγγελίας σας. Στις 27 Μαρτίου 2006, η Επιτροπή απέστειλε τις απόψεις της σχετικά με την καταγγελία σας. Τις διαβίβασα σε εσάς, καλώντας σας να προβείτε σε παρατηρήσεις. Στην επακόλουθη αλληλογραφία σας, επιμείνατε στην καταγγελία σας.

Με την παρούσα επιστολή, θα ήθελα να σας ενημερώνω για τα αποτελέσματα της έρευνας που διενήργησα.


Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

Στις 8 Αυγούστου 2006, ο καταγγέλλων υπέβαλε στην Επιτροπή (μαζί με άλλους πολίτες) καταγγελία περί του άρθρου 226 της Συνθήκης ΕΚ, κατά της Ελλάδας. Η καταγγελία αφορούσε σε ενδεχόμενη παράβαση της Οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1985 για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον(1), όπως τροποποιήθηκε από την Οδηγία 97/11/ΕΚ του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997(2), όσον αφορά ένα σχέδιο αυτοκινητόδρομου ("το σχέδιο"). Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι ( i ) η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΕΠΕ) δεν είχε προηγηθεί της δημοσίευσης (το Σεπτέμβριο 2005) της προκήρυξης ανάθεσης σύμβασης για την κατασκευή του σχεδίου (μία ΕΠΕ είχε πραγματοποιηθεί μόνο για μία επαρχιακή οδό, η οποία αφορούσε σε έργο που διέφερε αρκετά από το επίμαχο σχέδιο)· ( ii ) βάσει σχετικών καταγγελιών, μία μελέτη ΕΠΕ του σχεδίου ετοιμάστηκε και υποβλήθηκε στη Νομαρχία Χαλκιδικής το Φεβρουάριο 2006· ( iii ) ο τοπικός πληθυσμός, ο Δήμος Ν. Μουδανιών και το Νομαρχιακό Συμβούλιο Χαλκιδικής εξέφρασαν την αντίθεσή τους στο επίμαχο σχέδιο. Ο καταγγέλλων υπέβαλε σειρά εγγράφων με την καταγγελία του καθώς επίσης και μια φωτογραφία πινακίδας η οποία ανέφερε ότι τα σχετικά έργα θα είχαν κόστος 25.000.000 ευρώ και θα εκτελούνταν από τον κατασκευαστή Χ. Με επιστολή της 15ης Σεπτεμβρίου 2006, η Επιτροπή απάντησε στον καταγγέλλοντα επισημαίνοντας ότι απλώς το γεγονός ότι ο τοπικός πληθυσμός και το Νομαρχιακό Συμβούλιο Χαλκιδικής είχαν εκφράσει αρνητική γνώμη επί του σχεδίου δεν ήταν αρκετό για να τεκμηριωθεί παράβαση της Οδηγίας 85/337. Η Επιτροπή, συνεπώς, δήλωσε ότι δεν ήταν δυνατή "η εγγραφή καταγγελίας."

Με επιστολή της 5ης Οκτωβρίου 2006, ο καταγγέλλων επεσήμανε στην Επιτροπή ότι δεν είχε λάβει υπόψη το ανωτέρω επιχείρημά του ( i ) και ζήτησε, βάσει αυτού, την καταχώρηση της καταγγελίας του σχετικά με παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Η επιστολή αυτή εστάλη επίσης (και απευθύνθηκε ρητά) στο Διαμεσολαβητή, ο οποίος την κατέγραψε ως καταγγελία κατά της Επιτροπής. Στη 1 Δεκεμβρίου 2006, ο Διαμεσολαβητής παρέλαβε αντίγραφο της απάντησης της Επιτροπής (με ημερομηνία 23 Νοεμβρίου 2006) στην από 5 Οκτωβρίου 2006 επιστολή του καταγγέλλοντα. Η Επιτροπή, πρώτον, εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι, στην από 15 Σεπτεμβρίου επιστολή της, δεν είχε ασχοληθεί προσηκόντως με το επιχείρημα ( i ) του καταγγέλλοντα. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι (α) η διαδικασία προκήρυξης για το επίμαχο σχέδιο αφορούσε, πράγματι, στη κατασκευή αυτοκινητόδρομου με πλαϊνές προστατευτικές μπάρες και όχι απλά στη βελτίωση μιας ήδη υπάρχουσας επαρχιακής οδού, το οποίο συνιστούσε παράβαση του άρθρου 2 παράγραφος 1 της Οδηγίας 85/337· (β) ακολούθως ο κύριος του έργου διενήργησε νέα ΕΠΕ, η οποία υποβλήθηκε στο αρμόδιο Υπουργείο στις 29 Δεκεμβρίου 2005· (γ) η νέα ΕΠΕ υποβλήθηκε σε διαδικασία διαβούλευσης/αξιολόγησης· (δ) η διαδικασία αυτή ολοκληρώθηκε με την κοινή υπουργική απόφαση 1000838 της 16ης Οκτωβρίου 2006, η οποία ενέκρινε τους περιβαλλοντολογικούς όρους του σχεδίου· (ε) υπό το φως των ανωτέρω, υπήρξε παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, η οποία είχε ήδη παράγει και "εξαντλήσει" τα αποτελέσματά της· (στ) οι Ελληνικές αρχές έλαβαν τα απαιτούμενα μέτρα για τον τερματισμό της παράβασης, δεδομένου ότι το σχέδιο υποβλήθηκε σε μια νέα διαδικασία ΕΠΕ · (ζ) επομένως, η έναρξη διαδικασίας για παράβαση δεν θα είχε αντικείμενο και δεν θα ήταν χρήσιμη· (η) ο σκοπός μιας διαδικασίας για παράβαση είναι να επιτευχθεί αλλαγή της συμπεριφοράς του μη συμμορφούμενου κράτους μέλους και όχι να διαπιστωθεί, γενικά, εάν υπήρξε παράβαση στο παρελθόν.

Στις 9 Δεκεμβρίου 2006, ο καταγγέλλων απέστειλε φαξ στο Διαμεσολαβητή, στο οποίο τόνισε ότι η από 23 Νοεμβρίου 2006 απάντηση της Επιτροπής ήταν περίπτωση κακοδιοίκησης. Ισχυρίσθηκε ότι η Επιτροπή παρέλειψε να χειρισθεί προσηκόντως την καταγγελία του περί του άρθρου 226 Συνθήκη ΕΚ. Πιο συγκεκριμένα, αμφισβήτησε το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι οι εθνικές αρχές είχαν προβεί σε κατάλληλες ενέργειες για να βάλουν τέλος στη παράβαση της Οδηγίας 85/337. Υποστήριξε ότι η Επιτροπή έπρεπε να έχει θεωρήσει ότι υπήρχε εξακολουθούσα παράβαση, επειδή οι εθνικές αρχές είχαν παραλείψει να ανακαλέσουν ή να ακυρώσουν τις εθνικές πράξεις από τις οποίες απέρρεε η προαναφερθείσα παράβαση, δηλαδή τη διαδικασία προκήρυξης και συνακόλουθη ανάθεση σύμβασης δημόσιων έργων για την κατασκευή του σχεδίου). Ο Διαμεσολαβητής ξεκίνησε έρευνα επί του ανωτέρω ισχυρισμού και του επιχειρήματος του καταγγέλλοντος προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού.

Η ΕΡΕΥΝΑ

Στο έγγραφο των απόψεών της επί της παρούσας καταγγελίας, η Επιτροπή, πρώτον, αναφέρθηκε στην προαναφερθείσα αλληλογραφία με τον καταγγέλλοντα. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε τη θέση της ότι είχε υπάρξει παράβαση του άρθρου 2(1) τηε Οδηγίας 85/337/ΕΟΚ, η οποία είχε παραγάγει και εξαντλήσει τα αποτελέσματά της (" infraction consomm é e "), εφόσον το επίμαχο σχέδιο υποβλήθηκε εκ των υστέρων σε ΕΠΕ. Προσέθεσε ότι οι αιτιάσεις του καταγγέλλοντα κατά αυτής της ΕΠΕ καταχωρήθηκαν ως καταγγελία περί του άρθρου 226 και η Επιτροπή θα ενημέρωνε τον καταγγέλλοντα για την απόφασή της επί της εν λόγω καταγγελίας. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων, κατ΄ουσίαν, ενέμεινε στον ισχυρισμό του.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Ισχυρισμός σύμφωνα με τον οποίο η Επιτροπή, θεωρώντας ότι η παράβαση της Οδηγίας 85/337 είχε ήδη παραγάγει και εξαντλήσει τα αποτελέσματά της, παρέλειψε να χειρισθεί προσηκόντως την καταγγελία περί του άρθρου 226 Συνθήκης ΕΚ

1.1 Στις 8 Αυγούστου 2006, ο καταγγέλλων υπέβαλε στην Επιτροπή (μαζί με άλλους πολίτες) καταγγελία περί του άρθρου 226 της Συνθήκης ΕΚ, κατά της Ελλάδας. Η καταγγελία αφορούσε σε παράβαση της Οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1985 για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον(3), όπως τροποποιήθηκε από την Οδηγία 97/11/ΕΚ του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997(4), όσον αφορά ένα σχέδιο αυτοκινητόδρομου ("το σχέδιο"). Ο καταγγέλλων προέβαλε, ιδίως, ότι η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΕΠΕ) δεν είχε προηγηθεί της δημοσίευσης (το Σεπτέμβριο 2005) της προκήρυξης ανάθεσης σύμβασης σχετικά με την κατασκευή του σχεδίου. Συναφώς σημείωσε ότι μία ΕΠΕ είχε πραγματοποιηθεί μόνο για μία επαρχιακή οδό, η οποία αφορούσε σε έργο που διέφερε αρκετά από το επίμαχο σχέδιο. Η Επιτροπή αρνήθηκε να διερευνήσει τη καταγγελία. Ως απάντηση στο ανωτέρω επιχείρημα, δήλωσε ότι (α) η διαδικασία προκήρυξης για το επίμαχο σχέδιο αφορούσε, πράγματι, στη κατασκευή αυτοκινητόδρομου με πλαϊνές προστατευτικές μπάρες και όχι απλά στη βελτίωση μιας ήδη υπάρχουσας επαρχιακής οδού, το οποίο συνιστούσε παράβαση του άρθρου 2 παράγραφος 1 της Οδηγίας 85/337(5) · (β) ακολούθως ο κύριος του έργου διενήργησε νέα ΕΠΕ, η οποία υποβλήθηκε στο αρμόδιο Υπουργείο στις 29 Δεκεμβρίου 2005· (γ) η νέα ΕΠΕ υποβλήθηκε σε διαδικασία διαβούλευσης/αξιολόγησης· (δ) η διαδικασία αυτή ολοκληρώθηκε με την κοινή υπουργική απόφαση 1000838 της 16ης Οκτωβρίου 2006, η οποία ενέκρινε τους περιβαλλοντολογικούς όρους του σχεδίου· (ε) εν όψει των ανωτέρω, υπήρξε παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, η οποία είχε ήδη παράγει και "εξαντλήσει" τα αποτελέσματά της· (στ) οι Ελληνικές αρχές έλαβαν τα απαιτούμενα μέτρα για το τερματισμό της παραβίασης, δεδομένου ότι το σχέδιο υποβλήθηκε σε μια νέα διαδικασία ΕΠΕ· (ζ) επομένως, η έναρξη διαδικασίας λόγω παράβασης θα ήταν άνευ αντικειμένου και χρησιμότητας· (η) ο σκοπός μιας διαδικασίας για παράβαση είναι να επιτευχθεί αλλαγή της συμπεριφοράς του μη συμμορφούμενου κράτους μέλους και όχι να διαπιστωθεί, γενικά, εάν υπήρξε παράβαση στο παρελθόν. Στις απόψεις της επί της καταγγελίας, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τη προηγούμενη θέση της περί " infraction consomm é e ", σημειώνοντας ότι το αμφισβητημένο σχέδιο υποβλήθηκε ex post σε ΕΠΕ. Προσέθεσε ότι οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντα κατά αυτής της ΕΠΕ είχαν πλέον καταχωρηθεί ως καταγγελία περί του άρθρου 226 και η Επιτροπή θα ενημέρωνε τον καταγγέλλοντα για την απόφασή της επί της καταγγελίας.

1.2 Ο Διαμεσολαβητής, πρώτον, υπενθυμίζει ότι η ύπαρξη παράβασης από κράτος μέλος πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση στο συγκεκριμένο κράτος μέλος κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας(6). Εάν η παράβαση δεν υφίσταται πλέον κατά το χρόνο αυτό, η προσφυγή κατά του κράτους μέλους είναι απαράδεκτη(7). Επιπλέον, σημειώνει ότι, προκειμένου να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό του, ο καταγγέλλων προέβαλε ότι υπήρχε εξακολουθούσα παράβαση, επειδή οι εθνικές αρχές παρέλειψαν να ανακαλέσουν ή να ακυρώσουν τις εθνικές πράξεις από τις οποίες απέρρεε η παράβαση. Ειδικώτερα, διατύπωσε το επιχείρημα ότι οι εθνικές αρχές παρέλειψαν να ανακαλέσουν την προκήρυξη του έργου και τη συνακόλουθη ανάθεση σύμβασης δημόσιου έργου για την κατασκευή του σχεδίου). Σχετικά, φαίνεται ότι δεν υπάρχει νομολογία η οποία επιβεβαιώνει ότι οι εθνικές αρχές υποχρεούνταν να δράσουν με τον τρόπο τον οποίο αναφέρει ο καταγγέλλων, για τον τερματισμό της παράβασης (του άρθρου 2 παράγραφος 1 της Οδηγίας 85/337) που διαπίστωσε η Επιτροπή, σε συνθήκες όπως αυτές της επίμαχης περίπτωσης. Επιπλέον, είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι, σε τέτοια περίπτωση, η παράβαση τερματίζεται, εάν (α) οι αρμόδιες εθνικές αρχές απαιτούν, πριν την εκτέλεση των προγραμματισμένων έργων για το οικείο σχέδιο, να υποβληθεί το σχέδιο σε ΕΠΕ, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, και (β) οι αρχές αυτές λάβουν (νέα) απόφαση περί της χορήγησης άδειας ή απόρριψης της σχετικής αίτησης, μετά τη διαδικασία ΕΠΕ και εν όψει των αποτελεσμάτων της. Αυτό φαίνεται να έχει συμβεί στη παρούσα υπόθεση. Υπό το φως των ανωτέρω, ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντα δεν έχει τεκμηριωθεί. Επομένως, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει αντίστοιχη περίπτωση κακοδιοίκησης εκ μέρους της Επιτροπής.

1.3 Ο Διαμεσολαβητής επίσης παρατηρεί ότι ο καταγγέλλων διετύπωσε σειρά επιχειρημάτων που αφορούν, κατ΄ ουσίαν, στην (νέα) ΕΠΕ. Τα επιχειρήματα αυτά δεν επηρεάζουν την παρούσα έρευνα, άλλα είναι αφορούν μάλλον στην απόρριψη από την Επιτροπή της καταγγελίας περί του άρθρου 226 κατά της εν λόγω ΕΠΕ και την επακόλουθη άδεια για την εκτέλεση του σχεδίου. Η απόρριψη αυτή είναι το αντικείμενο άλλης καταγγελίας που υπέβαλλε ο καταγγέλλων στο Διαμεσολαβητή (καταγγελία 629/2008/ID) και θα εξεταστεί σε εκείνο το πλαίσιο.

2 Συμπέρασμα

Ο Διαμεσολαβητής, βάσει των ερευνών που διενήργησε σε σχέση με την καταγγελία, δεν διαπιστώνει περίπτωση κακοδιοίκησης εκ μέρους της Επιτροπής. Ο Διαμεσολαβητής περατώνει συνεπώς την εξέταση της υπόθεσης.

Με τιμή,

 

Καθηγητής Νικηφόρος Διαμαντούρος


(1) ΕΕ L 175, σελ. 40.

(2) ΕΕ L 73, σελ. 5.

(3) ΕΕ L 175, σελ. 40.

(4) ΕΕ L 73, σελ. 5.

(5) Το άρθρο 2 παράγραφος 1 της Οδηγίας 85/337, όπως τροποποιήθηκε από την Οδηγία 97/11, έχει ως εξής: «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε πριν χορηγηθεί η άδεια, τα έργα τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον λόγω, μεταξύ άλλων, της φύσεως, του μεγέθους ή της θέσεώς τους, να χρειάζονται άδεια και εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Αυτά τα έργα ορίζονται στο άρθρο 4.» Συνεπώς, η Επιτροπή θεώρησε, κατ΄ουσίαν, ότι η εν λόγω προκήρυξη σύμβασης, η οποία φαίνεται να οδήγησε σε απόφαση ανάθεσης σχετική σύμβασης δημόσιων έργων, συνεπάγεται "άδεια [η οποία] δόθηκε" σχετικά με τη πραγματοποίηση του σχεδίου.

(6) Βλ., λ.χ., υπόθεση C -209/02 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Δημοκρατία της Αυστρίας, [2004] ECR I -1211, παράγραφος 16.

(7) Βλ., λ.χ., υπόθεση C -362/90 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, [1992] ECR I -2353, παράγραφος 13.