Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 2989/2006/OV κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Απόφαση
Υπόθεση 2989/2006/OV - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 08 Νοεμβρίου 2006 - Απόφαση στις Τετάρτη | 16 Ιουλίου 2008
Στρασβούργο, 16 Ιουλίου 2008
Αξιότιμη κυρία V.,
Στις 16 Αυγούστου 2006 (1) υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη διαδικασία υποβολής προσφορών για την ανάθεση της εξωτερικής διαχείρισης του βρεφονηπιακού σταθμού Wayenberg του Κοινοβουλίου.
Στις 8 Νοεμβρίου 2006, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου. Το Κοινοβούλιο απέστειλε το αγγλικό πρωτότυπο της γνωμοδότησής του στις 20 Φεβρουαρίου 2007 και μετάφρασή του στα ολλανδικά στις 28 Φεβρουαρίου 2007. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 7 Μαΐου 2007.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Θα ήθελα να ζητήσω συγγνώμη για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για την εξέταση της καταγγελίας σας.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Ο καταγγέλλων στην παρούσα υπόθεση, δηλαδή η bvba Kidcare, είναι βελγική εταιρεία. Από το 1993 και μετά από διαδοχικές διαδικασίες υποβολής προσφορών, ο καταγγέλλων διηύθυνε το βρεφονηπιακό σταθμό Eastman (2) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης έχουν ως εξής:
Στις 4 Φεβρουαρίου 2005, το Κοινοβούλιο δημοσίευσε πρόσκληση υποβολής προσφορών για τη σύναψη σύμβασης εξωτερικής διαχείρισης του βρεφονηπιακού σταθμού Wayenberg (3) στις Βρυξέλλες (2005/S 25-023466). Ο καταγγέλλων συμμετείχε στη διαδικασία υποβολής προσφορών και υπέβαλε προσφορά. Τα κριτήρια αξιολόγησης προέβλεπαν ότι η προσφορά θα κατακυρωνόταν στην πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά που αξιολογήθηκε με βάση τα ακόλουθα κριτήρια κατά φθίνουσα σειρά:
α) την αξία του παιδαγωγικού έργου (40 βαθμοί)·
β) τις μεθόδους διαχείρισης, οργάνωσης και υλοποίησης του έργου, την πολιτική απασχόλησης, την πρόσληψη και διαχείριση ανθρώπινων πόρων, καθώς και τα μέτρα που λαμβάνονται για τη διασφάλιση της σταθερότητας και του υψηλού επιπέδου προσόντων του προσωπικού (30 βαθμοί)·
γ) τη συνολική τιμή για 180 παιδιά μηνιαίως (30 βαθμοί).
Στις 27 Οκτωβρίου 2005, το προσωπικό της Γενικής Διεύθυνσης («ΓΔ») του Κοινοβουλίου ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η προσφορά του δεν είχε γίνει δεκτή. Το Κοινοβούλιο αναφέρει ότι οι λόγοι της απόρριψης είναι οι ακόλουθοι:
- το παιδαγωγικό σχέδιο ήταν ενδιαφέρον αλλά υπερβολικά θεωρητικό, αφήνοντας αβεβαιότητες ως προς την εφαρμογή του·
- η μεθοδολογία για τη διαχείριση και την οργάνωση φαινόταν ορθή αλλά ελλιπής για έναν βρεφονηπιακό σταθμό 180 παιδιών.
Στις 9 Νοεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στο Κοινοβούλιο προκειμένου να λάβει συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με την απόρριψη της προσφοράς του. Στις 17 Νοεμβρίου 2005, το Κοινοβούλιο απάντησε ότι η προσφορά της εταιρίας R. είχε επιλεγεί. Όσον αφορά την προσφορά του καταγγέλλοντος, το Κοινοβούλιο εξήγησε ότι οι ακόλουθες πτυχές είχαν οδηγήσει σε χαμηλότερο βαθμό:
- η προσφορά, όπως παρουσιάστηκε, φαινόταν υπερβολικά θεωρητική και όχι επαρκώς πειστική·
- Το Κοινοβούλιο παρατηρεί ότι δεν έχει ληφθεί επαρκώς υπόψη το έργο του βρεφονηπιακού σταθμού Wayenberg σε σύγκριση με τον βρεφονηπιακό σταθμό Eastman·
- ο διαγωνισμός κατέδειξε έλλειψη επίσημης εσωτερικής επικοινωνίας μεταξύ των διαφόρων παρεμβαινόντων μερών, καθώς και έλλειψη επαρκών πόρων για την πιθανή αντικατάσταση προσωπικού.
Στις 29 Νοεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων ζήτησε εκ νέου εξηγήσεις, επισημαίνοντας ότι τα ανωτέρω τρία επιχειρήματα που ανέπτυξε το Κοινοβούλιο ήταν ασαφή και ότι βασίζονταν σε προσωπική αξιολόγηση και όχι σε αξιολόγηση των κριτηρίων ανάθεσης.
Στις 9 Δεκεμβρίου 2005, το Κοινοβούλιο απάντησε, χωρίς ωστόσο να παράσχει περαιτέρω εξηγήσεις. Μετά την εν λόγω επιστολή, ο καταγγέλλων αποφάσισε να διακόψει την αλληλογραφία.
Στις 16 Αυγούστου 2006, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Ο καταγγέλλων υποδιαιρούσε την καταγγελία του σε τρία τμήματα, δηλαδή «την καταγγελία», «την επιχειρηματολογία» και «τον ισχυρισμό». Στο τμήμα που αφορά την επιχειρηματολογία, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι πληροφορίες που του κοινοποιήθηκαν ήταν (1) ασαφείς, (2) όχι σαφείς, (3) βασισμένες σε καθαρά υποκειμενική εκτίμηση, (4) ελλιπείς και (5) εσφαλμένες.
Ο καταγγέλλων ανέπτυξε καθένα από τα σημεία αυτά ως εξής:
- Οι πληροφορίες που κοινοποιήθηκαν ήταν ασαφείς, διότι, για παράδειγμα, στην περίπτωση του σημαντικότερου κριτηρίου αξιολόγησης (δηλαδή της αξίας του παιδαγωγικού σχεδίου), το Κοινοβούλιο απέρριψε την προσφορά του καταγγέλλοντος απλώς με δύο ασαφείς φράσεις, δηλώνοντας "le projet pédagogique est intéressant mais trop théorique laissant apparaître des incertitudes quant à son application concrète" (επιστολή της 27ης Οκτωβρίου 2005) και "[l]e projet pédagogique a été jugé intéressant" (επιστολή της 17ης Νοεμβρίου 2005).
- Οι πληροφορίες που κοινοποιήθηκαν δεν ήταν σαφείς, διότι στην επιστολή της 27ης Οκτωβρίου 2005 το παιδαγωγικό σχέδιο θεωρήθηκε υπερβολικά θεωρητικό, ενώ στην επιστολή της 17ης Νοεμβρίου 2005 το σύνολο της προσφοράς θεωρήθηκε υπερβολικά θεωρητικό («[l]'offre telle que présentée est apparue trop théorique et pas suffisamment convaincante»). Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι παρόμοια αλλαγή στο σκεπτικό υιοθετήθηκε επίσης όσον αφορά το κριτήριο σχετικά με την αντικατάσταση προσωπικού: Στην επιστολή της 17ης Νοεμβρίου 2005, το Κοινοβούλιο ανέφερε ότι «le projet présenté a fait ressortir (...) l'absence d'un éventail de sources suffisantes pour les remplacements éventuels du personnel». Αυτό δεν ήταν σύμφωνο με τη μεταγενέστερη διευκρίνιση στην επιστολή της 9ης Δεκεμβρίου 2005 ότι «la nature des solutions proposées dans l'offre de Kidcare [δηλαδή, ο καταγγέλλων] ne prenait pas suffisamment en compte la taille du projet».
- Οι πληροφορίες που κοινοποιήθηκαν βασίζονταν σε μια καθαρά υποκειμενική εκτίμηση, διότι λέξεις όπως «convaincante» αποτελούν έκφραση μιας προσωπικής εκτίμησης και όχι μιας αντικειμενικής αξιολόγησης.
- Οι πληροφορίες που κοινοποιήθηκαν ήταν ελλιπείς, διότι όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο αξιολόγησης, το Κοινοβούλιο δεν σχολίασε την πολιτική απασχόλησης του καταγγέλλοντος, τη διαχείριση των ανθρώπινων πόρων, τη σταθερότητα και τα προσόντα του προσωπικού.
- Οι πληροφορίες που κοινοποιήθηκαν ήταν εσφαλμένες, διότι η αναφορά, στην επιστολή του Κοινοβουλίου της 9ης Δεκεμβρίου 2005, στο γεγονός ότι ο καταγγέλλων πρότεινε απλώς έναν διευθυντή μερικής απασχόλησης για 180 παιδιά, ερχόταν σε αντίθεση με την προσφορά του καταγγέλλοντος, η οποία προέβλεπε μια διευθυντική ομάδα τριών ατόμων (διευθυντής γραφείου πλήρους απασχόλησης/διοικητικός υπάλληλος, παιδαγωγικός συντονιστής πλήρους απασχόλησης και γενικός διευθυντής μερικής απασχόλησης). Επίσης, η επιστολή του Κοινοβουλίου της 17ης Νοεμβρίου 2005 ανέφερε ότι υπήρχε έλλειψη επίσημης εσωτερικής επικοινωνίας, η οποία ερχόταν σε αντίθεση με διάφορα σημεία που αναφέρονται στην προσφορά του καταγγέλλοντος σχετικά με διάφορα είδη εσωτερικών συνεδριάσεων.
Στο τμήμα με τίτλο «ο ισχυρισμός», ο καταγγέλλων δήλωσε ότι τα στοιχεία που περιγράφονται ανωτέρω στο τμήμα «επιχειρήματα» ενδέχεται να υποδηλώνουν ότι το Κοινοβούλιο ανέθεσε παράνομα τη σύμβαση στην εταιρεία R. και ότι, βάσει περαιτέρω πληροφοριών, θα αποφασίσει αν θα υποβάλει περαιτέρω καταγγελία σχετικά με την άδικη μεταχείριση και την παραβίαση των συμφερόντων της.
Με βάση τα ανωτέρω, ο καταγγέλλων διατύπωσε δύο ισχυρισμούς και έναν ισχυρισμό στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή:
- Το Κοινοβούλιο αρνήθηκε να γνωστοποιήσει σαφώς και συγκεκριμένα στον καταγγέλλοντα τα σχετικά πλεονεκτήματα της προσφοράς που επελέγη για τη διαχείριση του βρεφονηπιακού σταθμού Wayenberg.
- Το Κοινοβούλιο θα πρέπει να παρέχει στον καταγγέλλοντα τις πληροφορίες αυτές.
- Σε αντίθεση με την απαίτηση του άρθρου 19 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, το Κοινοβούλιο δεν ανέφερε στον καταγγέλλοντα τις δυνατότητες προσφυγής.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Γνώμη του ΚοινοβουλίουΣτη γνωμοδότησή του, το Κοινοβούλιο διατύπωσε συνοπτικά τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
(1) Πραγματικά περιστατικά και ιστορικόΚατόπιν πρόσκλησης υποβολής προσφορών, η σύμβαση για τη διαχείριση του βρεφονηπιακού σταθμού Wayenberg ανατέθηκε στην εταιρεία R. Αυτό έγινε με απόφαση του διατάκτη της 27ης Οκτωβρίου 2005. Την ίδια ημέρα, ο διατάκτης ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η προσφορά του δεν είχε γίνει δεκτή, αναφέροντας συνοπτικά τους λόγους απόρριψης της προσφοράς.
Με επιστολή της 9ης Νοεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων ζήτησε «συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τους λόγους απόρριψης της προσφοράς». Ο διατάκτης απάντησε στο αίτημα αυτό με επιστολή της 17ης Νοεμβρίου 2005, παρέχοντας συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τους λόγους απόρριψης της προσφοράς και το όνομα του αναδόχου. Με επιστολή της 29ης Νοεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την απάντηση του διατάκτη, επισημαίνοντας ιδίως ότι «τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν ήταν ασαφή· ειδικότερα, επρόκειτο για (προσωπική) αξιολόγηση και δεν συνιστούσαν αξιολόγηση των κριτηρίων ανάθεσης». Η επιστολή αυτή έθετε επίσης ερωτήματα σχετικά με τα επιχειρήματα που προέβαλε το Κοινοβούλιο στην επιστολή του της 9ης Νοεμβρίου 2005.
Με επιστολή της 9ης Δεκεμβρίου 2005, ο διατάκτης αρνήθηκε τον ισχυρισμό ότι το αποτέλεσμα της διαδικασίας υποβολής προσφορών βασιζόταν σε προσωπική εκτίμηση και παρέσχε συμπληρωματικές εξηγήσεις, απαντώντας συγκεκριμένα στις ερωτήσεις που έθεσε ο καταγγέλλων με την επιστολή του της 29ης Νοεμβρίου 2005. Ο καταγγέλλων δεν απάντησε.
(2) Βρεφονηπιακοί σταθμοί του ΚοινοβουλίουΜέχρι το 2005, το Κοινοβούλιο διέθετε δύο βρεφονηπιακούς σταθμούς στις Βρυξέλλες για παιδιά προσχολικής ηλικίας: το Eastman Crèche (χωρητικότητας 90 παιδιών) και το Trèfle Crèche (χωρητικότητας 35 παιδιών). Μετά από διαδοχικές διαδικασίες υποβολής προσφορών, ο καταγγέλλων διηύθυνε επί 13 έτη τον βρεφονηπιακό σταθμό Eastman.
Δεδομένου ότι οι δύο αυτές εγκαταστάσεις δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθούν στην αναμενόμενη αύξηση της ζήτησης από δυνητικούς χρήστες που συνδέονταν, εν μέρει, με το νέο προσωπικό που θα προέκυπτε από την επικείμενη διεύρυνση, το Κοινοβούλιο αποφάσισε το 2001 να δρομολογήσει σχέδιο για τη δημιουργία βρεφονηπιακού σταθμού μεγάλης χωρητικότητας, ο οποίος θα μπορούσε να φιλοξενήσει όλα τα παιδιά που βρίσκονται επί του παρόντος στις υφιστάμενες εγκαταστάσεις, θα μπορούσε επίσης να απορροφήσει τη λίστα αναμονής και να αντιμετωπίσει την πιθανή αύξηση των αιτήσεων.
Μετά από νέα διαδικασία υποβολής προσφορών, η διαχείριση του βρεφονηπιακού σταθμού Wayenberg ανατέθηκε στην εταιρεία R. Ο νέος βρεφονηπιακός σταθμός λειτουργεί από τις 2 Μαΐου 2006. Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2006, ημερομηνία λήξης της προηγούμενης σύμβασης του καταγγέλλοντος, η Eastman Crèche λειτουργούσε παράλληλα. Κατά τη λήξη της σύμβασης με τον καταγγέλλοντα στις 31 Δεκεμβρίου 2006, αποφασίστηκε να μην κινηθεί νέα διαδικασία υποβολής προσφορών για τον βρεφονηπιακό σταθμό Eastman, με την αιτιολογία ότι ο βρεφονηπιακός σταθμός Wayenberg θα πρέπει να καλύψει όλες τις τρέχουσες ανάγκες.
(3) Η ανάθεση της σύμβασηςΗ σύμβαση για τη διαχείριση του βρεφονηπιακού σταθμού Wayenberg ανατέθηκε στις 27 Οκτωβρίου 2005 από τον διατάκτη βάσει των συμπερασμάτων της δεόντως συσταθείσας επιτροπής αξιολόγησης. Μετά την πρόσκληση υποβολής προσφορών στο πλαίσιο της ανοικτής διαδικασίας υποβολής προσφορών σύμφωνα με τα άρθρα 90 και 91 του δημοσιονομικού κανονισμού (4) και το άρθρο 158 των κανόνων εφαρμογής (5), 11 εταιρείες υπέβαλαν αίτηση για τα έγγραφα του διαγωνισμού και έξι από αυτές υπέβαλαν προσφορά. Εξετάστηκαν όλες οι προσφορές, πρώτα για να διασφαλιστεί ότι τηρήθηκαν τα κριτήρια αποκλεισμού και επιλογής και, στη συνέχεια, υπό το πρίσμα των τριών κριτηρίων αξιολόγησης που καθορίζονται στην προσφορά (βλ. ανωτέρω στην ενότητα «καταγγελία»).
Προκειμένου να διασφαλιστεί η αμεροληψία της ποιοτικής αξιολόγησης και να μειωθεί το αναπόφευκτο στοιχείο της υποκειμενικότητας, η επιτροπή αποφάσισε, πριν από την αξιολόγηση, να εξετάσει συγκεκριμένες πτυχές για κάθε κριτήριο αξιολόγησης και να κατανείμει σε κάθε επιμέρους κριτήριο συγκεκριμένο αριθμό μορίων ανάλογα με τη λύση που αναζητείται ή προτείνεται στην προσφορά. Το Κοινοβούλιο επισύναψε τον εν λόγω πίνακα αξιολόγησης στη γνώμη του. Η ίδια διαδικασία χρησιμοποιήθηκε για την αξιολόγηση της προσφοράς κάθε επιχείρησης. Στη συνέχεια, η ποιοτική αξιολόγηση ενσωματώθηκε στον προκαθορισμένο συντελεστή ποιότητας/τιμής.
Με βάση τα συμπεράσματα της επιτροπής αξιολόγησης, ο διατάκτης ανέθεσε τη σύμβαση στην εταιρεία R. και ενημέρωσε τους άλλους προσφέροντες ότι οι προσφορές τους απορρίφθηκαν, αναφέροντας τους λόγους σύμφωνα με το άρθρο 100 του δημοσιονομικού κανονισμού.
Πράγματι, κατά την αξιολόγηση των κριτηρίων αποκλεισμού, η επιτροπή αξιολόγησης είχε επισημάνει ότι βρίσκονταν σε εξέλιξη δικαστικές διαδικασίες κατά του καταγγέλλοντος για παράβαση υποχρεώσεων σχετικά με την καταβολή εισφορών κοινωνικής ασφάλισης. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διαδικασίες αυτές δεν είχαν ολοκληρωθεί και ότι αφορούσαν την ερμηνεία των σχετικών κανόνων, η επιτροπή αποφάσισε να μην θεωρήσει αυτή την κατάσταση ως λόγο αποκλεισμού και να δεχθεί την προσφορά του καταγγέλλοντος για ποιοτική αξιολόγηση.
Το Κοινοβούλιο σημειώνει ότι, στις 15 Μαρτίου 2006, ο καταγγέλλων άσκησε προσφυγή - η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη - ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων κατά της εταιρείας R., ζητώντας την εφαρμογή της συλλογικής σύμβασης εργασίας 32α («Collectieve Arbeidsovereenkomst», CAO) σχετικά με τη μεταβίβαση επιχειρήσεων. Στην προσφυγή της, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η επιχείρηση στην οποία είχε ανατεθεί η σύμβαση θα έπρεπε να επωμιστεί το κόστος των απολύσεων όλου του προσωπικού της καταγγέλλουσας. Η έκκληση αυτή ακολούθησε μια σειρά απειλών που διατυπώθηκαν δημοσίως από τον καταγγέλλοντα κατά του Κοινοβουλίου και κατά της εταιρείας R. Ως απόδειξη, το Κοινοβούλιο επισύναψε στη γνώμη του παράρτημα. Επιπλέον, ζητήθηκε επισήμως επανειλημμένα από τον καταγγέλλοντα να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις κοινωνικής ασφάλισης όσον αφορά το προσωπικό του. Παρά ταύτα, ο καταγγέλλων δεν ειδοποίησε το προσωπικό του, κατά παράβαση των κανόνων και των συμβατικών υποχρεώσεών του έναντι του Κοινοβουλίου. Τέλος πάντων, το Κοινοβούλιο αποφάσισε να μην καταγγείλει τη σύμβαση, δεδομένης της ανάγκης να εξασφαλιστεί κάποια σταθερότητα για τα παιδιά που φοιτούν στο βρεφονηπιακό σταθμό Eastman, καθώς και για το προσωπικό.
(4) Οι ισχυρισμοί και ο ισχυρισμόςΟ πρώτος ισχυρισμός και ο ισχυρισμός:
Το Κοινοβούλιο επισήμανε ότι, με έγγραφο της 27ης Οκτωβρίου 2005, ήτοι την ημέρα της αποφάσεως περί αναθέσεως της συμβάσεως, γνωστοποίησε στον καταγγέλλοντα την απόρριψη της προσφοράς του. Σύμφωνα με το άρθρο 100 του δημοσιονομικού κανονισμού και το άρθρο 149 παράγραφος 3 των κανόνων εφαρμογής, αιτιολόγησε την απόρριψη.
Σύμφωνα με το άρθρο 149 παράγραφος 3 σημείο 6 των κανόνων εφαρμογής, η επιστολή ανάθεσης της σύμβασης προέβλεπε την αναστολή της υπογραφής της σύμβασης για 15 ημέρες, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στους άλλους προσφέροντες να εντοπίσουν παρατυπίες και να ζητήσουν να κηρυχθεί η διαδικασία ανεπιτυχής και περατωθείσα. Δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από τον καταγγέλλοντα ούτε υποβλήθηκε άλλη καταγγελία.
Στη συνέχεια, με επιστολή της 9ης Νοεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων ζήτησε «συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τους λόγους της απόρριψης». Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο απάντησε, σύμφωνα με το άρθρο 149 παράγραφος 3 των κανόνων εφαρμογής, εκθέτοντας με συνοπτικό αλλά διαρθρωμένο τρόπο τους λόγους της απόρριψης, οι οποίοι αφορούσαν ορισμένες πτυχές της προσφοράς του καταγγέλλοντος.
Σε δεύτερη επιστολή της 29ης Νοεμβρίου 2005, η καταγγέλλουσα αμφισβήτησε τους λόγους αυτούς. Στο πλαίσιο αυτό, i) ισχυρίστηκε ότι τα επιχειρήματα ήταν «αόριστα» και ii) διατύπωσε ισχυρισμούς σχετικά με την υποκειμενικότητα της αξιολόγησης της προσφοράς της. Πράγματι, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την απάντηση του Κοινοβουλίου της 17ης Νοεμβρίου 2005, σημείο προς σημείο, με τη μορφή ερωτήσεων για συγκεκριμένα θέματα. Δεν ζήτησε έγγραφα ή πληροφορίες άλλης φύσης.
Ως εκ τούτου, στην απάντησή του της 9ης Δεκεμβρίου 2005, το Κοινοβούλιο περιορίστηκε να απαντήσει στα ζητήματα που έθεσε ο καταγγέλλων και στους ισχυρισμούς σχετικά με την υποκειμενικότητα της διαδικασίας.
Μετά την απάντηση του Κοινοβουλίου της 9ης Δεκεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων δεν απέστειλε εκ νέου επιστολή στο Κοινοβούλιο και δεν ζήτησε ποτέ πληροφορίες σχετικά με τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς.
Συγχρόνως, όμως, άλλοι προσφέροντες που είχαν υποβάλει παραδεκτές προσφορές υπέβαλαν γραπτές αιτήσεις παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών. Όλα αυτά έλαβαν απάντηση, εντός της προθεσμίας, στην οποία εκτίθεται, σε συνοπτική μορφή, η ουσία των εκθέσεων αξιολόγησης. Όλοι δήλωσαν ικανοποιημένοι.
Ως εκ τούτου, είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί ότι το Κοινοβούλιο ενήργησε καλόπιστα και προσπάθησε να δώσει λογικές απαντήσεις στις επικρίσεις και τις κατηγορίες που διατύπωσε ο καταγγέλλων. Εάν ο καταγγέλλων είχε θεωρήσει ότι δεν είχε ενημερωθεί για τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς, αυτό οφειλόταν σε παρανόηση και στο γεγονός ότι δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα. Στη συνέχεια, το Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι τα άλλα ερωτήματα που έθεσε ο καταγγέλλων προσέγγισαν το ζήτημα από διαφορετική οπτική γωνία.
Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων προτίμησε να λάβει τις πληροφορίες αυτές μέσω του Διαμεσολαβητή. Δεδομένου ότι το άρθρο 100 του δημοσιονομικού κανονισμού και οι κανόνες εφαρμογής δεν ορίζουν προθεσμία για την αίτηση πληροφοριών σχετικά με τα «σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς», ο καταγγέλλων δεν είχε λόγο να απευθυνθεί στον Διαμεσολαβητή για να λάβει τις πληροφορίες αυτές. Μια απλή επιστολή προς τον διατάκτη, με συγκεκριμένο σχετικό αίτημα, θα αρκούσε για τη λήψη των επιθυμητών πληροφοριών ανά πάσα στιγμή.
Ως εκ τούτου, αφού έλαβε την καταγγελία από τον Διαμεσολαβητή και ταυτόχρονα διαβίβασε τη γνώμη του, το Κοινοβούλιο θα αποστείλει επιστολή στον καταγγέλλοντα με δική του πρωτοβουλία, με συστημένη επιστολή, και θα τον ενημερώσει για τα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς (7).
Τέλος, η καταγγέλλουσα διατύπωσε ισχυρισμούς σχετικά με την υποκειμενικότητα της διαχείρισης της διαδικασίας ανάθεσης και αμφισβήτησε τους λόγους που προβλήθηκαν για την απόρριψη της προσφοράς της. Σχετικά με το σημείο αυτό, το Κοινοβούλιο τονίζει ότι, μολονότι ο διατάκτης υποχρεούται να παράσχει, εντός των προθεσμιών που ορίζονται στον δημοσιονομικό κανονισμό, τις ζητούμενες πληροφορίες σχετικά με τους λόγους της απόφασής του, δεν υποχρεούται να συζητήσει διεξοδικά με τους απορριφθέντες προσφέροντες τη νομιμότητα της αξιολόγησης των προσφορών ή την κανονικότητα της διαδικασίας.
Όσον αφορά τη νομιμότητα της αναθέσεως της συμβάσεως, το ζήτημα αυτό δεν μπορεί παρά να αποτελέσει αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου. Η συμμόρφωση με τα κριτήρια επιλογής και ανάθεσης που καθορίζονται εκ των προτέρων στα έγγραφα του διαγωνισμού και στους κανόνες σύναψης συμβάσεων καταγράφεται στις εκθέσεις αξιολόγησης και σε άλλα έγγραφα που συνδέονται με την αξιολόγηση, τα οποία αποτελούν μέρος του φακέλου της σύμβασης και είναι διαθέσιμα σε όλες τις εποπτικές αρχές. Ο δημοσιονομικός κανονισμός δεν επιτρέπει στον προσφέροντα να έχει άμεση πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα. Η αναθέτουσα αρχή πρέπει να διασφαλίζει ότι η γνωστοποίηση των σχετικών πλεονεκτημάτων της επιλεγείσας προσφοράς δεν βλάπτει τα επιχειρηματικά της συμφέροντα.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεωςΣτην επιστολή του της 27ης Οκτωβρίου 2005, ο διατάκτης δεν διευκρίνισε τις δυνατότητες προσφυγής κατά της απόφασης.
Σύμφωνα με τους όρους του δημοσιονομικού κανονισμού και των κανόνων εφαρμογής, η αναθέτουσα αρχή δεν υποχρεούται να παράσχει τις εν λόγω πληροφορίες. Ως εκ τούτου, η κοινοποίηση ήταν σύμφωνη με τους σχετικούς κανόνες. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο δεν συμμορφώθηκε με τις δεσμεύσεις που περιέχονται στον Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, σύμφωνα με τις οποίες μια απόφαση θεσμικού οργάνου που μπορεί να θίξει τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα ιδιώτη πρέπει να περιέχει ένδειξη των δυνατοτήτων προσφυγής κατά της απόφασης.
Ωστόσο, είναι σαφές από τα έγγραφα της παρούσας υπόθεσης ότι η παράλειψη αναφοράς των δυνατοτήτων προσφυγής, η οποία ήταν σαφώς ακούσια, δεν έβλαψε με κανέναν τρόπο τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος, δεδομένου ότι υπάρχει κάθε λόγος να θεωρηθεί ότι ακόμη και αν η απόφαση απόρριψης της προσφοράς του καταγγέλλοντος είχε αναφέρει τις δυνατότητες προσφυγής, ο καταγγέλλων πιθανότατα δεν θα είχε κάνει χρήση αυτών.
Από κανένα στοιχείο των τελικών εγγράφων δεν προκύπτει ότι ο καταγγέλλων είχε ποτέ την πρόθεση να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της διαδικασίας του διαγωνισμού. Αφενός, ο καταγγέλλων ουδέποτε ζήτησε πληροφορίες σχετικά με τις προϋποθέσεις μιας τέτοιας προσφυγής. Από την άλλη πλευρά, ο καταγγέλλων αποφάσισε να ασκήσει προσφυγή ενώπιον των βελγικών αρχών για παράβαση των κανόνων σχετικά με τη μεταβίβαση επιχειρήσεων. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων γνώριζε τις διάφορες δυνατότητες προσφυγής και προτίμησε να μην αμφισβητήσει τη νομιμότητα της διαδικασίας υποβολής προσφορών, αλλά να ζητήσει την εφαρμογή των κανόνων για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων.
Επιπλέον, ο καταγγέλλων διατηρούσε συμβατική σχέση με το Κοινοβούλιο επί 13 έτη. Ως πάροχος υπηρεσιών για περισσότερα από 10 έτη, ο καταγγέλλων θα έπρεπε να γνωρίζει ότι ήταν δυνατές προσφυγές κατά αποφάσεων που αφορούν την ανάθεση δημόσιων συμβάσεων.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣυνοπτικά, ο καταγγέλλων υπέβαλε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι η δήλωση του Κοινοβουλίου ότι υπήρχαν εν εξελίξει δικαστικές διαδικασίες κατά του καταγγέλλοντος για παραβίαση των υποχρεώσεων κοινωνικής ασφάλισης δεν ήταν αληθής. Η μόνη διαδικασία στην οποία συμμετείχε ο καταγγέλλων κατά τη διαδικασία του διαγωνισμού ήταν μια διαφορά με τη διοίκηση ΦΠΑ, η οποία δεν είχε καμία σχέση με τις κοινωνικές εισφορές. Η διαδικασία στην οποία αναφέρθηκε το Κοινοβούλιο περατώθηκε το 2004 με απόφαση υπέρ του καταγγέλλοντος. Η προσφορά του καταγγέλλοντος δεν αναφερόταν σε δικαστική διαδικασία.
Με την επίκληση του CAO 32 bis, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε, μέσω δικαστικής διαδικασίας, ότι η εταιρεία R. θα έπρεπε να αναλάβει το προσωπικό του καταγγέλλοντος, αλλά όχι ότι θα έπρεπε να είναι υπεύθυνη για την απόλυση του εν λόγω προσωπικού.
Το Κοινοβούλιο κατηγόρησε τον καταγγέλλοντα ότι προέβη σε δημόσιες απειλές εναντίον του και εναντίον της εν λόγω εταιρείας και παρέπεμψε σε παράρτημα (συγκεκριμένα, έκθεση συνεδρίασης του προσωπικού του καταγγέλλοντος). Ο καταγγέλλων δεν μπόρεσε να βρει στο κείμενο της εν λόγω έκθεσης καμία ένδειξη απειλής. Τα αποσπάσματα που υπογράμμισε το Κοινοβούλιο αφορούσαν μόνο δηλώσεις μελών του προσωπικού και δέσμευαν μόνο εκείνους που τις έκαναν.
Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι το Κοινοβούλιο δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στην ανωτέρω διαφορά και ότι, δεδομένου ότι η διοίκηση φαινόταν ξαφνικά να διαθέτει έγγραφα σχετικά με την εν λόγω διαφορά, τα οποία προέρχονταν από τον φάκελο του δικηγόρου του καταγγέλλοντος, αυτό υποδήλωνε την ύπαρξη αθέμιτης σύμπραξης με ανάδοχο.
Σε αντίθεση με όσα δήλωσε το Κοινοβούλιο, ο καταγγέλλων είχε συμμορφωθεί με όλες τις νομικές διαδικασίες σχετικά με το κλείσιμο της επιχείρησης και τις ομαδικές απολύσεις. Τα μέλη του προσωπικού απολύθηκαν από 1ης Αυγούστου 2006 ή από 1ης Σεπτεμβρίου 2006.
Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι όλα τα ανωτέρω δεν είχαν καμία σχέση με την καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, αλλά ότι το Κοινοβούλιο είχε προσπαθήσει να θέσει τον καταγγέλλοντα σε κακή κατάσταση.
Επί του πρώτου ισχυρισμού και της πρώτης αιτιάσεωςΟ καταγγέλλων επισήμανε ότι το Κοινοβούλιο δεν είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με την 15ήμερη αναστολή της υπογραφής της σύμβασης, η οποία είχε ως στόχο να δοθεί χρόνος για τον εντοπισμό παρατυπιών ή για να ζητηθεί η κήρυξη της διαδικασίας ως ανεπιτυχούς. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του να κάνει χρήση αυτών των δυνατοτήτων. Επιπλέον, αυτό θα ήταν αδύνατο βάσει των πολύ συνοπτικών λόγων απόρριψης. Αντ’ αυτού, ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσθετες πληροφορίες εντός 15 ημερών από την απόρριψη της προσφοράς του. Το Κοινοβούλιο κρυβόταν πίσω από την υπερβολική τυπολατρία. Πράγματι, ο καταγγέλλων δεν ζήτησε ρητά άλλα έγγραφα ή πληροφορίες σχετικά με τα σχετικά πλεονεκτήματα της προσφοράς που διατηρήθηκε. Ο καταγγέλλων δεν διατύπωσε επίσης κατηγορίες σχετικά με την υποκειμενικότητα της αξιολόγησης, αλλά σχετικά με την υποκειμενικότητα των επιχειρημάτων που χρησιμοποίησε το Κοινοβούλιο και την έλλειψη αιτιολογίας τους. Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο απέφυγε σκόπιμα να απαντήσει στο αίτημα του καταγγέλλοντος για σαφείς πληροφορίες.
Μετά την καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, το Κοινοβούλιο είχε πλέον «αυθόρμητα» παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες, στην επιστολή του της 25ης Ιανουαρίου 2007.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεωςΟ καταγγέλλων δεν κατανόησε πώς το Κοινοβούλιο θα μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, ακόμη και αν η απόφαση απόρριψης της προσφοράς του είχε αναφέρει τις δυνατότητες προσφυγής, πιθανότατα δεν θα τις είχε χρησιμοποιήσει. Εάν ο καταγγέλλων γνώριζε τις δυνατότητες προσφυγής και είχε διαθέσει τις πληροφορίες που του κοινοποιήθηκαν τελικά από το Κοινοβούλιο τον Ιανουάριο του 2007, σίγουρα θα είχε υποβάλει αίτημα να θεωρηθεί η διαδικασία ανεπιτυχής και θα είχε ασκήσει προσφυγή. Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε επίσης την αιτιώδη συνάφεια που πρότεινε το Κοινοβούλιο μεταξύ της προσφυγής του ενώπιον των βελγικών αρχών και των γνώσεών του σχετικά με τις δυνατότητες προσφυγής όσον αφορά τη διαδικασία υποβολής προσφορών, δηλώνοντας ότι αυτές δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους.
Μετά την εξέταση των συμπληρωματικών πληροφοριών που διαβίβασε το Κοινοβούλιο στις 25 Ιανουαρίου 2007, ο καταγγέλλων ήταν της γνώμης ότι τα συμφέροντά του είχαν θιγεί και επιθυμούσε να επεκτείνει την αρχική καταγγελία του. Τα σχετικά επιχειρήματα του καταγγέλλοντος ήταν τα ακόλουθα:
(1) Η επιτροπή αξιολόγησης δεν βασίστηκε μόνο στα έγγραφα της προσφοράς:Στην απάντησή του στην αρχική καταγγελία, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι, κατά την αξιολόγηση των κριτηρίων αποκλεισμού, η επιτροπή αξιολόγησης είχε ήδη παρατηρήσει ότι βρισκόταν σε εξέλιξη δικαστική διαδικασία κατά του καταγγέλλοντος σχετικά με τη μη καταβολή εισφορών κοινωνικής ασφάλισης. Στην προσφορά του καταγγέλλοντος δεν γίνεται καμία αναφορά στη διαδικασία αυτή. Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο παραβίασε τους κανόνες της διαδικασίας υποβολής προσφορών λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία διαφορετικά από εκείνα που περιλαμβάνονταν στην προσφορά του καταγγέλλοντος. Οι ανωτέρω λανθασμένες πληροφορίες μπορεί να μην οδήγησαν στην απόρριψη της προσφοράς του καταγγέλλοντος, αλλά αναμφίβολα συνέβαλαν στην αρνητική εικόνα του καταγγέλλοντος και της προσφοράς του. Επιπλέον, ο καταγγέλλων δεν ήταν βέβαιος ότι αυτές ήταν οι μόνες πρόσθετες αρνητικές πληροφορίες στις οποίες είχε βασιστεί η επιτροπή αξιολόγησης.
(2) Τα κριτήρια αξιολόγησης όπως περιγράφονται στον πίνακα αξιολόγησης ήταν αντικειμενικά αλλά απολύτως μη αξιόπιστα για αξιολόγηση(2.1) Η αξία του παιδαγωγικού έργου:
Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στον ορισμό του «παιδαγωγικού έργου» που δόθηκε από την Ένωση Ολλανδικής Γλώσσας (Nederlandse Taalunie), ο οποίος έδειξε ότι αφορά το όραμα, τις αξίες και τις επιλογές. Στο διάγραμμα αξιολόγησης, ωστόσο, δεν υπήρχε τίποτα ή πολύ λίγα σχετικά με αυτά τα ζητήματα. Από το σύνολο των 40 βαθμών, οι 6 αφορούσαν την παρουσίαση και οι 4 τις επαγγελματικές σχέσεις με τρίτους, με αποτέλεσμα το ένα τέταρτο των βαθμών να απονεμηθεί σε θέματα που δεν έχουν καμία σχέση με το παιδαγωγικό έργο. Επίσης, άλλα κριτήρια, όπως η «συνοχή του έργου» (5 βαθμοί), η «δυνατότητα υλοποίησης του έργου» (4 βαθμοί) και η «συμπληρωματικότητα του έργου» (5 βαθμοί) δεν αξιολόγησαν τις επιλογές που έγιναν. Ουσιαστικά κριτήρια, αν και όχι τα πιο σημαντικά, ήταν οι «πολυπολιτισμικές πτυχές» (5 βαθμοί) και η «ανάθεση προτεινόμενων δραστηριοτήτων» (5 βαθμοί). Αλλά και εδώ, το περιεχόμενο δεν αξιολογήθηκε. Μόνο οι αριθμοί ήταν. Δεν ελήφθησαν υπόψη θεμελιώδεις επιλογές αξιών και παιδαγωγικών μεθόδων. Ούτε λήφθηκαν υπόψη οι στάσεις και η συμπεριφορά του διδακτικού προσωπικού. Ως εκ τούτου, ήταν πιθανό ένα πολύ αδύναμο επιστημονικά δομημένο έργο να σημείωσε πολύ υψηλή βαθμολογία, ενώ ένα αξιόλογο έργο που ακολούθησε τις τελευταίες εξελίξεις σημείωσε πολύ χαμηλότερη βαθμολογία.
(2.2) Μέθοδοι διαχείρισης, οργάνωσης και υλοποίησης του έργου, πολιτική απασχόλησης, πολιτική προσλήψεων, διαχείριση ανθρώπινων πόρων, μέτρα για τη διασφάλιση της σταθερότητας και του επιπέδου προσόντων του προσωπικού:Και στην περίπτωση αυτή, αντιμετωπίστηκαν προφανώς αντικειμενικά κριτήρια τα οποία δεν αντανακλούσαν επαρκώς τα κριτήρια ανάθεσης. Ο καταγγέλλων διερωτήθηκε αν ο όρος «έργο» σημαίνει παιδαγωγικό έργο ή τον τρόπο διαχείρισης του βρεφονηπιακού σταθμού σε όλες του τις πτυχές. Ο καταγγέλλων υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με τα κριτήρια «μέθοδοι διαχείρισης» και «μέθοδοι για τη διασφάλιση της σταθερότητας του προσωπικού». Όσον αφορά το τελευταίο κριτήριο, ήταν προφανώς αρκετό να απαριθμηθούν τα μέτρα, αλλά το κατά πόσον τα μέτρα αυτά ήταν ακόμη επικαιροποιημένα ή θεωρούνταν βέλτιστες πρακτικές δεν φαινόταν σημαντικό. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η πολιτική απασχόλησης και προσλήψεων και το επίπεδο προσόντων του προσωπικού δεν ελήφθησαν υπόψη στην αξιολόγηση.
Η αξιολόγηση της πολιτικής προσωπικού περιορίστηκε στον τρόπο αντικατάστασης του απόντος προσωπικού και στη μόνιμη εκπαίδευση του προσωπικού. Άλλες πτυχές δεν ελήφθησαν υπόψη.
(3) Η αξιολόγηση της επιτροπής αξιολόγησης δεν ήταν ορθήΌσον αφορά τους βαθμούς που δόθηκαν στην προσφορά του καταγγέλλοντος, ο καταγγέλλων υπέβαλε δύο σελίδες λεπτομερών παρατηρήσεων σχετικά με τα διάφορα τμήματα του διαγράμματος αξιολόγησης, τα οποία, δίπλα στους βαθμούς που δόθηκαν σε κάθε τμήμα, περιείχαν επίσης αναφορές στις σχετικές σελίδες της προσφοράς του καταγγέλλοντος.
Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Κοινοβούλιο είχε ενεργήσει παράνομα κατά την ανάθεση της σύμβασης για το βρεφονηπιακό σταθμό Wayenberg στην εταιρεία R. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι δεν είχε αξίωση για υλική ζημία, αλλά ότι επιθυμούσε να λάβει αποζημίωση για ηθική βλάβη.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Προκαταρκτική παρατήρηση1.1 Μέχρι το 2005, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διέθετε δύο βρεφονηπιακούς σταθμούς για παιδιά προσχολικής ηλικίας στις Βρυξέλλες. Ένας από τους βρεφονηπιακούς σταθμούς, ο βρεφονηπιακός σταθμός Eastman (8), διοικούνταν επί 13 έτη από την καταγγέλλουσα, βελγική εταιρεία, κατόπιν διαδοχικών διαγωνισμών. Ο δεύτερος βρεφονηπιακός σταθμός ονομαζόταν Trèfle Crèche. Δεδομένου ότι οι δύο αυτές εγκαταστάσεις δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθούν στις αναμενόμενες απαιτήσεις αυξημένου αριθμού δυνητικών χρηστών, το Κοινοβούλιο αποφάσισε το 2001 να δρομολογήσει σχέδιο για τη δημιουργία βρεφονηπιακού σταθμού μεγάλης χωρητικότητας. Ο νέος αυτός βρεφονηπιακός σταθμός - ο βρεφονηπιακός σταθμός Wayenberg (9) - είχε ως στόχο να φιλοξενήσει όλα τα παιδιά που χρησιμοποιούν επί του παρόντος τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις, να απορροφήσει τα παιδιά που περιλαμβάνονται στη λίστα αναμονής και να αντιμετωπίσει την αύξηση των αιτήσεων που ενδέχεται να προκύψουν ως αποτέλεσμα των επικείμενων διευρύνσεων της ΕΕ. Διοργανώθηκε διαδικασία υποβολής προσφορών, στην οποία συμμετείχε ο καταγγέλλων. Ωστόσο, τελικά, η διοίκηση του βρεφονηπιακού σταθμού Wayenberg ανατέθηκε στην εταιρεία R.
1.2 Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή. Η καταγγελία αυτή, η οποία υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή στις 16 Αυγούστου 2006, αφορούσε εικαζόμενη έλλειψη ενημέρωσης από το Κοινοβούλιο. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το Κοινοβούλιο αρνήθηκε να του γνωστοποιήσει σαφώς και συγκεκριμένα τα σχετικά πλεονεκτήματα της προσφοράς που επελέγη για τη διαχείριση του βρεφονηπιακού σταθμού Wayenberg και ζήτησε από το Κοινοβούλιο να του παράσχει τις πληροφορίες αυτές. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι, σε αντίθεση με την απαίτηση που ορίζεται στο άρθρο 19 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς (10), το Κοινοβούλιο δεν του ανέφερε τις διαθέσιμες δυνατότητες προσφυγής. Στην επιστολή του της 8ης Νοεμβρίου 2006 για την έναρξη έρευνας σχετικά με την καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε τη γνώμη του Κοινοβουλίου σχετικά με τους ανωτέρω δύο ισχυρισμούς και ισχυρισμούς. Η έρευνα του Διαμεσολαβητή σχετικά με τους δύο αυτούς ισχυρισμούς και τον ισχυρισμό, καθώς και τα συμπεράσματά του, παρατίθενται κατωτέρω στα σημεία 2 (πρώτος ισχυρισμός καθώς και ισχυρισμός) και 3 (δεύτερος ισχυρισμός).
1.3 Στην αρχική καταγγελία του, ο καταγγέλλων υποστήριξε περαιτέρω ότι οι πληροφορίες που του είχαν κοινοποιηθεί σχετικά με την αξιολόγηση της δικής του πρότασης ήταν (1) ασαφείς, (2) όχι σαφείς, (3) βασισμένες σε καθαρά υποκειμενική εκτίμηση, (4) ελλιπείς και (5) εσφαλμένες. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα ζητήματα αυτά θα μπορούσαν να υποδηλώνουν ότι το Κοινοβούλιο είχε αναθέσει παράνομα τη σύμβαση στην εταιρεία R. Ο καταγγέλλων επισήμανε, ωστόσο, ότι δεν θα ήταν σε θέση να κρίνει κατά πόσον μια περαιτέρω καταγγελία σχετικά με την άνιση μεταχείριση και την παραβίαση των δικαιωμάτων του θα ήταν δικαιολογημένη, έως ότου λάβει τις πληροφορίες σχετικά με τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιτυχούς προσφοράς. Στη συνέχεια, επισήμανε ότι οι πληροφορίες αυτές αποτελούσαν το αντικείμενο του προαναφερθέντος πρώτου ισχυρισμού.
1.4 Φαίνεται ότι, με επιστολή της 25ης Ιανουαρίου 2007, το Κοινοβούλιο διαβίβασε τελικά στον καταγγέλλοντα τις πληροφορίες που αυτός είχε ζητήσει και οι οποίες αποτέλεσαν το αντικείμενο του πρώτου ισχυρισμού στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή. Στην επιστολή αυτή, η οποία αναφέρεται ρητά στην καταγγελία που υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή, το Κοινοβούλιο ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς. Ειδικότερα, το Κοινοβούλιο παρέθεσε δύο σελίδες από την έκθεση αξιολόγησης σχετικά με την αξιολόγηση των προσφορών που υποβλήθηκαν από τον καταγγέλλοντα και τον ανάδοχο. Η επιστολή αναπαρήγαγε επίσης το τελικό διάγραμμα αξιολόγησης που εκπόνησε η επιτροπή αξιολόγησης, το οποίο έδειχνε στις έξι ανταγωνίστριες επιχειρήσεις τη βαθμολογία που έλαβαν για καθένα από τα τρία κριτήρια αξιολόγησης, καθώς και τη συνολική βαθμολογία για καθεμία από αυτές. Επιπλέον, το Κοινοβούλιο επισύναψε στην επιστολή του λεπτομερέστερο πεντασέλιδο διάγραμμα αξιολόγησης σχετικά με την αξιολόγηση της προσφοράς του καταγγέλλοντος (με λεπτομερή βαθμολογία και για τα τρία κριτήρια και υποκριτήρια).
1.5 Στις παρατηρήσεις της σχετικά με τη γνώμη του Κοινοβουλίου, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι, βάσει των συμπληρωματικών πληροφοριών που διαβίβασε το Κοινοβούλιο στις 25 Ιανουαρίου 2007, ήταν σαφές ότι τα συμφέροντά της είχαν θιγεί και ότι η σύμβαση είχε ανατεθεί παράνομα στην εταιρεία R. Ως εκ τούτου, η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι επιθυμούσε να επεκτείνει την αρχική της καταγγελία. Ο καταγγέλλων προέβαλε τρία «επιχειρήματα» σχετικά με το θέμα αυτό, και συγκεκριμένα:
- η επιτροπή αξιολόγησης δεν είχε βασιστεί μόνο στα έγγραφα της προσφοράς. Για παράδειγμα, είχε παραπέμψει σε εν εξελίξει δικαστική διαδικασία κατά του καταγγέλλοντος για παραβίαση των κανόνων κοινωνικής ασφάλισης, ενώ στην προσφορά του καταγγέλλοντος δεν γινόταν καμία αναφορά στη διαδικασία αυτή·
- τα κριτήρια αξιολόγησης, όπως περιγράφονται στον πίνακα αξιολόγησης, ήταν αντικειμενικά αλλά απολύτως μη αξιόπιστα για την αξιολόγηση· και
- η αξιολόγηση που διενεργήθηκε από την επιτροπή αξιολόγησης δεν ήταν ορθή.
1.6 Ο Διαμεσολαβητής αξιολόγησε προσεκτικά τις περαιτέρω πληροφορίες που τέθηκαν στη διάθεσή του. Όσον αφορά τα πέντε ζητήματα που παρουσίασε ο καταγγέλλων στην αρχική καταγγελία του, δηλαδή ότι οι πληροφορίες που του κοινοποιήθηκαν ήταν 1) ασαφείς, 2) μη σαφείς, 3) βασισμένες σε καθαρά υποκειμενική εκτίμηση, 4) ελλιπείς και 5) εσφαλμένες, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε κανένα στοιχείο που θα μπορούσε, εκ πρώτης όψεως, να τεκμηριώσει τα σημεία αυτά. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για τη διεξαγωγή έρευνας σχετικά με τα ζητήματα αυτά.
1.7 Όσον αφορά τα προαναφερθέντα τρία νέα «επιχειρήματα» που παρουσίασε ο καταγγέλλων στις παρατηρήσεις του προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ότι η σύμβαση είχε ανατεθεί παράνομα στην εταιρεία R., ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το άρθρο 195 της Συνθήκης ΕΚ προβλέπει ότι «ο Διαμεσολαβητής διεξάγει έρευνες για τις οποίες κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι». Ο Διαμεσολαβητής, πρώτον, σημειώνει ότι δεν υπάρχει τίποτα στα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος που να υποδηλώνει ότι η σύμβαση είχε ανατεθεί παράνομα στην εταιρεία R. Σε κανένα σημείο ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε στοιχεία που να τεκμηριώνουν αυτόν τον ισχυρισμό ή να αναφέρουν τους λόγους, όπως, για παράδειγμα, παρατυπίες στην απόφαση, για τους οποίους η σύμβαση υποτίθεται ότι ανατέθηκε παράνομα στην επιτυχημένη εταιρεία. Τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος φαίνεται να αφορούν την αξιολόγηση της δικής του προσφοράς και όχι τον υποτιθέμενο παράνομο χαρακτήρα της ανάθεσης της σύμβασης στην άλλη επιχείρηση.
Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η επιτροπή αξιολόγησης δεν είχε βασιστεί μόνο στα έγγραφα του διαγωνισμού, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, ως μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο που στηρίζει το επιχείρημα αυτό, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στο γεγονός ότι η επιτροπή αξιολόγησης είχε επισημάνει, κατά την αξιολόγηση των κριτηρίων αποκλεισμού, ότι βρίσκονταν σε εξέλιξη δικαστικές διαδικασίες κατά του καταγγέλλοντος, αλλά ότι οι πληροφορίες αυτές δεν περιλαμβάνονταν στην προσφορά του. Ωστόσο, από τη γνώμη του Κοινοβουλίου προκύπτει ότι η επιτροπή αξιολόγησης δεν έλαβε υπόψη το ζήτημα αυτό και αποφάσισε να δεχθεί τον καταγγέλλοντα για την ποιοτική αξιολόγηση. Στην πραγματικότητα, φαίνεται ότι ο καταγγέλλων τα πήγε αρκετά καλά στη διαδικασία υποβολής προσφορών, καθώς τελικά κατατάχθηκε ως ο δεύτερος καλύτερος προσφέρων. Επομένως, το προαναφερθέν επιχείρημα του καταγγέλλοντος δεν περιέχει στοιχεία που να δείχνουν ότι η σύμβαση ανατέθηκε παράνομα στην επιλεγείσα επιχείρηση.
Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι τα κριτήρια αξιολόγησης ήταν αντικειμενικά αλλά απολύτως μη αξιόπιστα για την αξιολόγηση, φαίνεται ότι η κριτική αυτή - η οποία αντικατοπτρίζει την προσωπική άποψη του καταγγέλλοντος όσον αφορά διάφορες πτυχές της παιδαγωγικής - αφορά τα κριτήρια αξιολόγησης (καθώς και τα διάφορα επιμέρους κριτήρια) που χρησιμοποιήθηκαν στη διαδικασία του διαγωνισμού και τη βαθμολογία που δόθηκε σε καθένα από αυτά και όχι την αξιολόγηση των διαφόρων προσφορών καθαυτών. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να στηρίξει τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η σύμβαση ανατέθηκε παράνομα στην επιλεγείσα επιχείρηση.
Ο καταγγέλλων υποστήριξε τρίτον ότι η αξιολόγηση της επιτροπής αξιολόγησης δεν ήταν ορθή. Το επιχείρημα αυτό βασίζεται σε ερμηνεία από τον καταγγέλλοντα των βαθμών που έδωσε η επιτροπή αξιολόγησης στην προσφορά του για ορισμένα επιμέρους κριτήρια. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η αξιολόγηση και η βαθμολόγηση των έξι προσφορών πραγματοποιήθηκαν σε συγκριτική βάση και ότι η ανάλυση του κατά πόσον η αξιολόγηση ήταν εσφαλμένη θα απαιτούσε διεξοδική ανάλυση όλων των προσφορών και των βαθμών που αποδόθηκαν σε καθεμία από αυτές. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο και, ειδικότερα, η επιτροπή αξιολογήσεως διαθέτουν, εν προκειμένω, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να αποφασιστεί η ανάθεση συμβάσεως κατόπιν προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών. Επιπλέον, ο δικαστικός έλεγχος πρέπει να περιορίζεται στην εξακρίβωση της τηρήσεως των κανόνων διαδικασίας και αιτιολογήσεως, του υποστατού των πραγματικών περιστατικών και της απουσίας πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως ή καταχρήσεως εξουσίας (11). Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι θα πρέπει να εφαρμόσει παρόμοια πρότυπα και ότι, ως εκ τούτου, η επανεξέτασή του θα πρέπει να περιοριστεί, όσον αφορά το παρόν πλαίσιο, στην εξέταση της ύπαρξης πρόδηλης πλάνης εκτίμησης. Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε το διάγραμμα αξιολόγησης σχετικά με την προσφορά του καταγγέλλοντος και τις σχετικές παρατηρήσεις του. Οι παρατηρήσεις αυτές αντικατοπτρίζουν την προσωπική ερμηνεία του καταγγέλλοντος όσον αφορά την αξιολόγηση που διενεργήθηκε από την επιτροπή αξιολόγησης. Ωστόσο, από την εξέταση του Διαμεσολαβητή δεν φαίνεται να υπάρχουν στοιχεία που να υποδηλώνουν πρόδηλο σφάλμα κατά την αξιολόγηση της προσφοράς του καταγγέλλοντος.
Τέλος, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να επισημάνει ότι το γεγονός και μόνον ότι ο καταγγέλλων διαχειριζόταν το βρεφονηπιακό σταθμό Eastman του Κοινοβουλίου επί 13 έτη δεν αποτελούσε ούτε (i) εγγύηση ότι θα του ανατίθετο αυτομάτως η διαχείριση του βρεφονηπιακού σταθμού Wayenberg ούτε (ii) ένδειξη ότι η ανάθεση της διαχείρισης σε άλλη εταιρεία θα ήταν παράνομη. Βάσει αυτών των εκτιμήσεων, δεν φαίνεται να υπάρχει λόγος για έρευνα στον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η σύμβαση ανατέθηκε παράνομα στην επιλεγείσα επιχείρηση.
1.8 Τέλος, στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το Κοινοβούλιο τον κατηγόρησε ότι απείλησε δημοσίως το Κοινοβούλιο και την εταιρεία R. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το έγγραφο στο οποίο το Κοινοβούλιο αναφέρεται ως απόδειξη ήταν έκθεση συνεδρίασης των υπηρεσιών της 22ας Μαΐου 2006. Δεδομένου ότι η συνάντηση αυτή πραγματοποιήθηκε επτά μήνες μετά την ανάθεση της σύμβασης στην επιλεγείσα εταιρεία, οι πληροφορίες που περιέχονται στην έκθεση δεν θα μπορούσαν ενδεχομένως να έχουν διαδραματίσει ρόλο στην αξιολόγηση της προσφοράς του καταγγέλλοντος. Επιπλέον, δεδομένου ότι, όπως επισήμανε ο ίδιος ο καταγγέλλων, το ζήτημα αυτό δεν είχε καμία σχέση με την καταγγελία του και ότι το να ζητηθεί από το Κοινοβούλιο να γνωμοδοτήσει εκ νέου επί των ισχυρισμών αυτών θα καθυστερούσε περαιτέρω την απόφαση επί της αρχικής καταγγελίας, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί σκόπιμο να διεξαγάγει περαιτέρω έρευνες για το θέμα αυτό. Δεν φαίνεται επίσης αναγκαίο να διερευνηθούν τα άλλα ζητήματα που έθεσε ο καταγγέλλων σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το Κοινοβούλιο έλαβε την εν λόγω έκθεση. Ωστόσο, ο καταγγέλλων έχει προφανώς τη δυνατότητα να υποβάλει νέα καταγγελία σχετικά με το θέμα αυτό, αφού έχει προβεί στις κατάλληλες προηγούμενες διοικητικές προσεγγίσεις στο Κοινοβούλιο.
2 Επί της προβαλλομένης παραλείψεως κοινοποιήσεως στον καταγγέλλοντα των σχετικών πλεονεκτημάτων της επιλεγείσας προσφοράς2.1 Ο καταγγέλλων συμμετείχε στη διαδικασία υποβολής προσφορών για την ανάθεση της σύμβασης εξωτερικής διαχείρισης του βρεφονηπιακού σταθμού Wayenberg του Κοινοβουλίου. Στις 27 Οκτωβρίου 2005, το Κοινοβούλιο ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η προσφορά του δεν έγινε δεκτή. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απέστειλε αρκετές επιστολές στο Κοινοβούλιο προκειμένου να λάβει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την απόρριψη της προσφοράς του. Μη ικανοποιημένος από τις απαντήσεις του Κοινοβουλίου, στις 16 Αυγούστου 2006, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Στην εν λόγω καταγγελία, ο καταγγέλλων διατύπωσε δύο ισχυρισμούς και έναν ισχυρισμό. Ο πρώτος ισχυρισμός ήταν ότι το Κοινοβούλιο αρνήθηκε να του γνωστοποιήσει σαφώς και συγκεκριμένα τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το Κοινοβούλιο θα πρέπει να του παράσχει αυτές τις πληροφορίες.
2.2 Στη γνώμη του, το Κοινοβούλιο προέβη σε επισκόπηση της αλληλογραφίας που είχε με τον καταγγέλλοντα μετά την απόρριψη της προσφοράς του τελευταίου. Το Κοινοβούλιο εξήγησε επίσης τα διάφορα στάδια της διαδικασίας υποβολής προσφορών που οδήγησαν στην ανάθεση της σύμβασης στην εταιρεία R. Το Κοινοβούλιο αναφέρθηκε στη δήλωση του καταγγέλλοντος ότι δεν είχε ενημερωθεί για τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς. Στο πλαίσιο αυτό, το Κοινοβούλιο εξήγησε ότι αυτό οφειλόταν σε παρανόηση και στο γεγονός ότι δεν είχε υποβληθεί τέτοιο αίτημα από τον καταγγέλλοντα. Εν τω μεταξύ, το Κοινοβούλιο είχε αποστείλει επιστολή στον καταγγέλλοντα, ενημερώνοντάς τον για τα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς.
2.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το Κοινοβούλιο κρυβόταν πίσω από υπερβολική τυπολατρία. Πράγματι, ο καταγγέλλων δεν ζήτησε ρητά άλλα έγγραφα ή πληροφορίες ούτε ζήτησε να ενημερωθεί για τα σχετικά πλεονεκτήματα της προσφοράς που διατηρήθηκε. Ούτε ο καταγγέλλων διατύπωσε κατηγορίες σχετικά με την υποκειμενικότητα της αξιολόγησης, αλλά μάλλον σχετικά με την υποκειμενικότητα των επιχειρημάτων που χρησιμοποίησε το Κοινοβούλιο και την έλλειψη αιτιολογίας του. Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο απέφυγε σκόπιμα να απαντήσει στο αίτημα του καταγγέλλοντος για σαφείς πληροφορίες. Εν τω μεταξύ, ωστόσο, το Κοινοβούλιο παρείχε «αυθόρμητα» τις ζητούμενες πληροφορίες.
2.4 Ο Διαμεσολαβητής ανέλυσε προσεκτικά τις δύο επιστολές που απέστειλε ο καταγγέλλων στο Κοινοβούλιο στις 9 και 29 Νοεμβρίου 2005. Στην επιστολή της 9ης Νοεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων ζήτησε απλώς συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τους λόγους απόρριψης της προσφοράς του. Στην επιστολή του της 29ης Νοεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι τα επιχειρήματα που εκτίθενται στην απάντηση του Κοινοβουλίου της 17ης Νοεμβρίου 2005 ήταν ασαφή και έδειχναν μια προσωπική και όχι αντικειμενική αξιολόγηση της προσφοράς του. Ο καταγγέλλων έθεσε επίσης ορισμένα ερωτήματα σχετικά με την αξιολόγηση της προσφοράς του. Είναι αλήθεια ότι σε καμία από τις επιστολές ο καταγγέλλων δεν ζήτησε ρητά να ενημερωθεί για τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς.
2.5 Το άρθρο 100 παράγραφος 2 του δημοσιονομικού κανονισμού προβλέπει ότι «[η] αναθέτουσα αρχή γνωστοποιεί σε όλους τους υποψηφίους ή προσφέροντες των οποίων οι αιτήσεις υποψηφιότητας ή οι προσφορές απορρίπτονται τους λόγους για τους οποίους ελήφθη η απόφαση, καθώς και σε όλους τους προσφέροντες των οποίων οι προσφορές είναι παραδεκτές και οι οποίοι υποβάλλουν γραπτή αίτηση, τα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς και το όνομα του προσφέροντος στον οποίο ανατίθεται η σύμβαση. Ωστόσο, ορισμένες λεπτομέρειες δεν χρειάζεται να δημοσιοποιούνται όταν η δημοσιοποίηση θα εμπόδιζε την εφαρμογή του νόμου, θα ήταν αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον ή θα έθιγε τα νόμιμα επιχειρηματικά συμφέροντα δημόσιων ή ιδιωτικών επιχειρήσεων και θα μπορούσε να νοθεύσει τον θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ των εν λόγω επιχειρήσεων»(η υπογράμμιση δική μας).
Το άρθρο 149, παράγραφοι 1 και 2, των κανόνων εφαρμογής προβλέπει ότι «[ο]ι αναθέτουσες αρχές ενημερώνουν το συντομότερο δυνατόν τους υποψηφίους και τους προσφέροντες για τις αποφάσεις που λαμβάνονται σχετικά με την ανάθεση της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων των λόγων για τους οποίους αποφάσισαν να μην αναθέσουν σύμβαση για την οποία υπήρξε διαγωνισμός ή να ξαναρχίσουν τη διαδικασία» και ότι «[η] αναθέτουσα αρχή κοινοποιεί, το αργότερο εντός δεκαπέντε ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία παραλαβής γραπτής αίτησης, τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 100, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού».
2.6 Από το άρθρο 100, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού και το άρθρο 149 των κανόνων εφαρμογής προκύπτει ότι, για να λάβει πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς, ο αποκλεισθείς προσφέρων πρέπει να υποβάλει γραπτή αίτηση. Ωστόσο, δεν είναι απολύτως σαφές από τις εν λόγω διατάξεις αν η γραπτή αίτηση πρέπει να επισημαίνεται ρητά ως αίτημα παροχής πληροφοριών σχετικά με τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς ή αν αρκεί και η απλή γραπτή αίτηση παροχής πρόσθετων πληροφοριών εν γένει. Δεδομένου ότι σκοπός των διατάξεων αυτών είναι η ενημέρωση των απορριφθέντων προσφερόντων, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί εύλογο να θεωρήσει ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν θα πρέπει να ερμηνεύονται υπερβολικά στενά.
2.7 Ωστόσο, φαίνεται ότι το ζήτημα αυτό δεν χρειάζεται να εξεταστεί περαιτέρω, δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο απέστειλε τελικά τις ζητούμενες πληροφορίες στον καταγγέλλοντα, και συγκεκριμένα στην επιστολή του της 25ης Ιανουαρίου 2007. Στην επιστολή αυτή, η οποία αναφέρεται ρητά στην καταγγελία που υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή, το Κοινοβούλιο ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς. Ειδικότερα, το Κοινοβούλιο παρέθεσε δύο σελίδες από την έκθεση αξιολόγησης σχετικά με την αξιολόγηση, αφενός, της προσφοράς του καταγγέλλοντος και, αφετέρου, της επιλεγείσας προσφοράς. Η επιστολή αναπαρήγαγε επίσης το τελικό διάγραμμα αξιολόγησης που εκπόνησε η επιτροπή αξιολόγησης, το οποίο δείχνει τη βαθμολογία που δόθηκε για καθένα από τα τρία κριτήρια αξιολόγησης στις έξι ανταγωνίστριες επιχειρήσεις, καθώς και τη συνολική βαθμολογία για καθεμία από αυτές. Επιπλέον, το Κοινοβούλιο επισύναψε στην επιστολή του λεπτομερέστερο πεντασέλιδο διάγραμμα αξιολόγησης σχετικά με την αξιολόγηση της προσφοράς του καταγγέλλοντος (με λεπτομερή βαθμολογία και για τα τρία κριτήρια και τα επιμέρους κριτήρια).
2.8 Δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο παρέσχε τελικά τις ζητούμενες πληροφορίες στον καταγγέλλοντα, δεν απαιτούνται περαιτέρω έρευνες σχετικά με τον πρώτο ισχυρισμό και ισχυρισμό.
3 Επί της προβαλλόμενης παραλείψεως αναφοράς των δυνατοτήτων προσφυγής στον καταγγέλλοντα3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, σε αντίθεση με την απαίτηση που ορίζεται στο άρθρο 19 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, το Κοινοβούλιο δεν του ανέφερε τις δυνατότητες προσφυγής.
3.2 Στη γνωμοδότησή του, το Κοινοβούλιο ανέφερε ότι, στην επιστολή του της 27ης Οκτωβρίου 2005, ο διατάκτης δεν διευκρίνισε τις δυνατότητες προσφυγής κατά της απόφασης. Σύμφωνα με τους όρους του δημοσιονομικού κανονισμού και των κανόνων εφαρμογής, η αναθέτουσα αρχή δεν υποχρεούται να παράσχει τις εν λόγω πληροφορίες και, ως εκ τούτου, η κοινοποίηση συμμορφώνεται με τους σχετικούς κανόνες. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο δέχθηκε ότι δεν συμμορφώθηκε με τις δεσμεύσεις που ορίζονται στον Ευρωπαϊκό Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, ο οποίος ορίζει ότι μια απόφαση θεσμικού οργάνου που μπορεί να θίξει τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα ιδιώτη πρέπει να περιέχει ένδειξη των δυνατοτήτων προσφυγής που είναι διαθέσιμες για την προσβολή της απόφασης.
Ωστόσο, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι από τα έγγραφα της υπόθεσης προκύπτει σαφώς ότι η μη αναφορά των δυνατοτήτων προσφυγής, η οποία ήταν σαφώς ακούσια, δεν έβλαψε με κανέναν τρόπο τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος, δεδομένου ότι υπήρχε κάθε λόγος να θεωρηθεί ότι, εάν η απόφαση απόρριψης της προσφοράς του καταγγέλλοντος ανέφερε τις δυνατότητες προσφυγής, ο καταγγέλλων πιθανότατα δεν θα είχε κάνει χρήση αυτών.
Επίσης, κατά το Κοινοβούλιο, από κανένα στοιχείο δεν προέκυπτε ότι ο καταγγέλλων είχε ποτέ την πρόθεση να ασκήσει προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της διαδικασίας του διαγωνισμού. Αφενός, ο καταγγέλλων ουδέποτε ζήτησε πληροφορίες σχετικά με τις προϋποθέσεις μιας τέτοιας προσφυγής. Από την άλλη πλευρά, ο καταγγέλλων αποφάσισε να ασκήσει προσφυγή ενώπιον των βελγικών αρχών για παράβαση των κανόνων σχετικά με τη μεταβίβαση επιχειρήσεων. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων γνώριζε τις διάφορες δυνατότητες προσφυγής και προτίμησε να μην αμφισβητήσει τη νομιμότητα της διαδικασίας υποβολής προσφορών, αλλά να ζητήσει την εφαρμογή των κανόνων για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων.
3.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι δεν κατανοούσε τον τρόπο με τον οποίο το Κοινοβούλιο θα μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, ακόμη και αν η απόφαση απόρριψης της προσφοράς του είχε αναφέρει τις δυνατότητες προσφυγής, πιθανότατα δεν θα τις είχε χρησιμοποιήσει. Εάν ο καταγγέλλων γνώριζε τις δυνατότητες προσφυγής και είχε διαθέσει τις πληροφορίες που κοινοποιήθηκαν τελικά από το Κοινοβούλιο μόλις τον Ιανουάριο του 2007, θα είχε σίγουρα υποβάλει αίτημα για να θεωρηθεί άκυρη η διαδικασία και θα είχε ασκήσει προσφυγή. Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε επίσης τη σχέση που πρότεινε το Κοινοβούλιο μεταξύ της προσφυγής του ενώπιον των βελγικών αρχών και της υποτιθέμενης γνώσης των δυνατοτήτων προσφυγής σχετικά με τη διαδικασία υποβολής προσφορών, δηλώνοντας ότι αυτές δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους.
3.4 Όσον αφορά ειδικότερα τις διαδικασίες υποβολής προσφορών, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο δημοσιονομικός κανονισμός και οι κανόνες εφαρμογής δεν προβλέπουν υποχρέωση ενημέρωσης των απορριφθέντων προσφερόντων σχετικά με τις δυνατότητες προσφυγής (12). Ωστόσο, οι γενικές αρχές της χρηστής διοίκησης εφαρμόζονται επίσης στις διαδικασίες υποβολής προσφορών και, ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση.
3.5 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν από τα θεσμικά όργανα που λαμβάνουν απόφαση η οποία ενδέχεται να θίξει τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα ιδιώτη να αναφέρουν τις δυνατότητες προσφυγής που διαθέτουν για την προσβολή της απόφασης (13).
3.6 Στην παρούσα υπόθεση, φαίνεται ότι ούτε στην επιστολή του της 27ης Οκτωβρίου 2005 ούτε στη μεταγενέστερη αλληλογραφία του προς τον καταγγέλλοντα το Κοινοβούλιο ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για τις δυνατότητες προσφυγής κατά της απόφασης ανάθεσης. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, δηλώνοντας ότι ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε αίτημα για να κηρυχθεί η διαδικασία ανεπιτυχής, το Κοινοβούλιο φαίνεται να υπονοεί, κατά τη γνώμη του, ότι ο καταγγέλλων είχε ενημερωθεί σχετικά με την αναστολή της υπογραφής της σύμβασης για 15 ημέρες, προκειμένου να μπορέσει να επισημάνει παρατυπίες ή να ζητήσει να κηρυχθεί άκυρη η διαδικασία. Ωστόσο, όπως επισήμανε ο καταγγέλλων, αυτό δεν συνέβη.
3.7 Όσον αφορά το επιχείρημα του Κοινοβουλίου ότι η παράλειψή του να αναφέρει τις δυνατότητες προσφυγής δεν έβλαψε τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος, διότι, σε κάθε περίπτωση, ο καταγγέλλων δεν θα είχε κάνει χρήση των δυνατοτήτων προσφυγής, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η δήλωση αυτή ισοδυναμεί με απλή εικασία του Κοινοβουλίου όσον αφορά τις προθέσεις του καταγγέλλοντος και ότι το Κοινοβούλιο δεν τεκμηρίωσε τη θέση του με συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία.
3.8 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί επίσης ότι δεν ήταν σκόπιμο να δηλώσει το Κοινοβούλιο ότι δεν υπήρχε τίποτα που να υποδηλώνει ότι ο καταγγέλλων είχε ποτέ την πρόθεση να ασκήσει προσφυγή για την ακύρωση της διαδικασίας υποβολής προσφορών, διότι ο καταγγέλλων δεν ζήτησε ποτέ πληροφορίες σχετικά με τους όρους της προσφυγής. Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω στο σημείο 3.5, εναπόκειται στο Κοινοβούλιο, σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης, να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με τις δυνατότητες προσφυγής και όχι στον καταγγέλλοντα να ζητήσει τις πληροφορίες αυτές. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι ο καταγγέλλων δεν ρώτησε σχετικά με τις δυνατότητες προσφυγής δεν μπορεί να προβληθεί από το Κοινοβούλιο ως επιχείρημα για να στηρίξει τη θέση του. Επίσης, λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπόθεση ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων αφορούσε τη μεταβίβαση επιχειρήσεων και, ως εκ τούτου, δεν είχε καμία σχέση με την ίδια τη διαδικασία του διαγωνισμού, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το γεγονός ότι ο καταγγέλλων κίνησε τη διαδικασία αυτή στο Βέλγιο δεν αποδεικνύει ότι γνώριζε τις δυνατότητες προσφυγής σχετικά με την απόφαση κατακύρωσης της προσφοράς.
3.9 Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η παράλειψη του Κοινοβουλίου να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για τις δυνατότητες προσφυγής συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, διατυπώνει μια επικριτική παρατήρηση κατωτέρω.
4 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, είναι αναγκαίο να διατυπωθεί η ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:
Σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης, τα θεσμικά όργανα που λαμβάνουν απόφαση η οποία ενδέχεται να θίξει τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα ιδιώτη αναφέρουν τις δυνατότητες προσφυγής που διαθέτουν για την προσβολή της απόφασης (14). Στην προκειμένη περίπτωση, φαίνεται ότι ούτε στην επιστολή του της 27ης Οκτωβρίου 2005 ούτε στη μεταγενέστερη αλληλογραφία του προς τον καταγγέλλοντα το Κοινοβούλιο ενημέρωσε τον τελευταίο για τις δυνατότητες προσφυγής κατά της απόφασης ανάθεσης. Το επιχείρημα του Κοινοβουλίου ότι η μη παροχή των σχετικών πληροφοριών δεν έβλαψε τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος δεν έχει αποδειχθεί. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η παράλειψη του Κοινοβουλίου να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με τις δυνατότητες προσφυγής συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.
Δεδομένου ότι αυτή η πτυχή της υπόθεσης αφορά διαδικασίες που σχετίζονται με συγκεκριμένα γεγονότα του παρελθόντος, δεν είναι σκόπιμο να επιδιωχθεί φιλικός διακανονισμός της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Η καταγγελία πρωτοκολλήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2006.
(2) Ο βρεφονηπιακός σταθμός «Eastman Crèche» ήταν ο βρεφονηπιακός σταθμός του Κοινοβουλίου που είχε την έδρα του στο κτίριο Eastman στο πάρκο Leopold στις Βρυξέλλες.
(3) Ο βρεφονηπιακός σταθμός βρίσκεται στην οδό Wayenberg στις Βρυξέλλες.
(4) Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 148, σ. 1).
(5) Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (EK, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 357, σ. 1).
(6) Το Κοινοβούλιο είχε πιθανώς την πρόθεση να αναφερθεί στο άρθρο 149 παράγραφος 2, δεδομένου ότι το άρθρο 149 παράγραφος 3 δεν υπάρχει.
(7) Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το Κοινοβούλιο το έπραξε στις 25 Ιανουαρίου 2007. Ωστόσο, η επιστολή του Κοινοβουλίου φέρει δύο ημερομηνίες: δακτυλογραφημένο (24 Ιανουαρίου 2007) και σφραγισμένο (25 Ιανουαρίου 2007). Η παρούσα απόφαση θα αναφέρεται στην επιστολή ως επιστολή "της 25ης Ιανουαρίου 2007").
(8) Βλ. υποσημείωση 2.
(9) Βλ. υποσημείωση 3.
(10) Ο Ευρωπαϊκός Κώδικας Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς είναι διαθέσιμος στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).
(11) Υπόθεση T-169 Esedra κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II-609, σκέψη 95.
(12) Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι, εν προκειμένω, η αναθέτουσα αρχή ήταν το Κοινοβούλιο και ότι το Κοινοβούλιο δεν εξέδωσε ανακοίνωση παρόμοια με την ανακοίνωση COM(2003)395 της Επιτροπής, η οποία προβλέπει ότι οι απορριφθέντες προσφέροντες ενημερώνονται ταχέως για την απόρριψη των προσφορών τους και προβλέπει επίσης δύο ημερολογιακές εβδομάδες πριν από την υπογραφή της σύμβασης, ώστε να μπορούν οι απορριφθέντες προσφέροντες να ζητούν συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τους λόγους της απόρριψης των προσφορών τους. Η εν λόγω ανακοίνωση εγκρίθηκε από την Επιτροπή ως απάντηση στην αυτεπάγγελτη έρευνα του Διαμεσολαβητή OI/2/2002/IJH [ανακοίνωση της Επιτροπής COM(2003)395 τελικό της 3ης Ιουλίου 2003 - Διαδικασία ενημέρωσης των υποψηφίων και των προσφερόντων, μετά την ανάθεση της σύμβασης και πριν από την υπογραφή της, σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις που ανατίθενται από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 105 του δημοσιονομικού κανονισμού].
(13) Βλ. άρθρο 19 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς.
(14) Βλ. υποσημείωση 13.