FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 2713/2006/IP κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 21 Ιανουαρίου 2008

Αξιότιμε κ. X,
Αξιότιμε κ. Y,

Στις 10 Αυγούστου 2006, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υπό την ιδιότητά σας ως νόμιμων εκπροσώπων της ιταλικής εταιρείας F.

Στις 23 Οκτωβρίου 2006, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής, του ζήτησα να υποβάλει γνωμοδότηση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2006 και σας ενημέρωσα σχετικά.

Στις 2 Φεβρουαρίου 2007, η Επιτροπή απέστειλε τη μετάφραση της γνωμοδότησής της στα ιταλικά, την οποία σας διαβίβασα στις 9 Φεβρουαρίου 2007 με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις έως το τέλος Μαρτίου 2007. Στις 30 Μαρτίου 2007, ενημερώσατε τις υπηρεσίες μου ότι θα χρειαστείτε μερικές ακόμη εβδομάδες για να ολοκληρώσετε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής. Έλαβα τις παρατηρήσεις σας στις 7 Μαΐου 2007.

Στις 29 Νοεμβρίου 2007, υπέβαλα πρόταση στην Επιτροπή για φιλική επίλυση της καταγγελίας σας.

Στις 4 Δεκεμβρίου 2007, η Χ ενημέρωσε τις υπηρεσίες μου, μέσω τηλεφώνου και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ότι, στις 3 Οκτωβρίου 2007, η Επιτροπή της είχε κοινοποιήσει την απόφαση, η απουσία της οποίας αποτελούσε αντικείμενο της καταγγελίας σας στον Διαμεσολαβητή, σε εσάς. Ο Χ ευχαρίστησε τον Διαμεσολαβητή για το έργο του και τη συμβολή του στην επίτευξη θετικής λύσης στα ζητήματα που εγείρονται στην καταγγελία σας.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Ιστορικό

Η παρούσα καταγγελία σχετίζεται με την καταγγελία 1747/2004/IP που υποβλήθηκε από τον διευθύνοντα σύμβουλο του F., κ. L., στις 14 Μαΐου 2004 και περατώθηκε από τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή στις 22 Φεβρουαρίου 2005, κατόπιν έρευνας.

Στην καταγγελία του 1747/2004/IP, ο L. διατύπωσε συνοπτικά τα ακόλουθα σημεία.

Ο περιφερειακός νόμος αριθ. 20 της Σαρδηνίας, της 15ης Μαΐου 1951, όπως τροποποιήθηκε με τους νόμους αριθ. 15 της 11ης Ιουλίου 1954 και αριθ. 11 της 4ης Ιουνίου 1988, θέσπισε ταμείο για τη χορήγηση δανείων σε ναυτιλιακές εταιρείες που προτίθενται να κατασκευάσουν, να αγοράσουν, να μετατρέψουν ή να επισκευάσουν πλοία. Στις 29 Οκτωβρίου 1993, η ιταλική εταιρεία T. s.p.a. (η οποία στη συνέχεια μετονομάστηκε σε F. s.p.a.) υπέβαλε καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με το προαναφερθέν καθεστώς ενισχύσεων. Η καταγγελία πρωτοκολλήθηκε με αριθμό αναφοράς C 23/96. Στις 24 Ιουνίου 1996, η Επιτροπή πληροφόρησε τις ιταλικές αρχές ότι είχε αποφασίσει να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων που είχε θεσπίσει η περιφέρεια της Σαρδηνίας.

Με απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1997 (98/95/ΕΚ)(1) («απόφαση 98/95»), η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το εν λόγω καθεστώς ενισχύσεων συνιστούσε «κρατική ενίσχυση» κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 και, ως εκ τούτου, ήταν παράνομο και ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά. Κατά την Επιτροπή, η ενίσχυση προσέκρουε στα θεμελιώδη δικαιώματα του κοινοτικού δικαίου, ήτοι στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας.

Όσον αφορά την αρχή της ελευθερίας εγκαταστάσεως, το καθεστώς ενισχύσεων απαιτούσε όχι μόνον την εγκατάσταση του δικαιούχου στη Σαρδηνία, αλλά, μεταξύ άλλων, η έδρα της έδρας του δικαιούχου να βρίσκεται στη Σαρδηνία. Επιπλέον, απαίτησε όλα τα πλοία της δικαιούχου εταιρίας να είναι νηολογημένα στη Σαρδηνία. Κατά συνέπεια, οι εταιρείες που είναι εγκατεστημένες στη Σαρδηνία, αλλά έχουν την έδρα τους αλλού, ή τα πλοία που είναι νηολογημένα αλλού αποκλείστηκαν αυτομάτως από τη λήψη ενίσχυσης.

Όσον αφορά την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, το καθεστώς ενισχύσεων απαιτούσε, για τα σκάφη ολικής χωρητικότητας άνω των 250 τόνων, ένα ελάχιστο αριθμό ναυτικών που ήταν εγγεγραμμένοι στον γενικό κατάλογο καθηκόντων του λιμένα της Σαρδηνίας του νηολογίου του σκάφους. Η απαίτηση αυτή δημιούργησε, στην πράξη, την υποχρέωση για τη δικαιούχο εταιρεία να απασχολεί ποσόστωση τοπικών ναυτικών που θα ήταν στην πράξη Σαρδηνοί.

Η Ιταλική Δημοκρατία και η εταιρεία «Sardegna lines» άσκησαν προσφυγή δυνάμει του άρθρου 230 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ ενώπιον του Δικαστηρίου με αίτημα την ακύρωση της απόφασης 98/95. Στις 19 Οκτωβρίου 2000, το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-15/98 και C-105/99 Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής (2)). Κατά το Δικαστήριο, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 253 της Συνθήκης ΕΚ αιτιολογία πρέπει, αφενός, να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξεως και, αφετέρου, να διαφαίνεται από αυτήν κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εκδίδει την πράξη, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου, στο δε αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του. Το Πρωτοδικείο έκρινε επίσης ότι η απόφαση 98/95 δεν περιείχε κανένα στοιχείο που να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους οι ενισχύσεις προς τους πλοιοκτήτες της Σαρδηνίας επηρέασαν αρνητικά τον ανταγωνισμό. Η απλή διαπίστωση ότι η ενίσχυση ήταν επιλεκτική και περιοριζόταν στον ναυτιλιακό τομέα της Σαρδηνίας δεν συνιστούσε αιτιολογία.

Μετά την ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου, ο F. απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή στις 30 Ιουνίου 2001 και ζήτησε από την Επιτροπή: i) να εκδώσει νέα απόφαση σχετικά με την εν λόγω ενίσχυση που χορηγήθηκε από την περιφέρεια της Σαρδηνίας· ii) να κηρύξει την ενίσχυση αυτή παράνομη και ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά· και iii) να ζητήσει από την Ιταλική Δημοκρατία να ανακτήσει το σχετικό ποσό από κάθε δικαιούχο.

Κατόπιν πολλών επαφών με τον L., στις 10 Μαρτίου 2003, η Επιτροπή τον πληροφόρησε ότι είχε αποφασίσει να εξετάσει την υπόθεσή του σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις.

Στην καταγγελία που υπέβαλε στον Διαμεσολαβητή τον Απρίλιο του 2004, ο L. προέβαλε τους ακόλουθους ισχυρισμούς:

  1. η Επιτροπή παρέλειψε να εκδώσει νέα απόφαση επί του βασίμου του καθεστώτος ενισχύσεων που χορήγησε η Σαρδηνία·
  2. η Επιτροπή παρέλειψε να απαντήσει στα διάφορα αιτήματα της F. s.p.a για έκδοση νέας αποφάσεως·
  3. η Επιτροπή δεν τήρησε τις αρχές του κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς στις σχέσεις της με την F. s.p.a., διότι α) παρέλειψε να απαντήσει στις επιστολές που απέστειλε η F. s.p.a. μεταξύ της 30ής Ιουνίου 2001 και της 20ής Μαρτίου 2002· β) δεν γνωστοποίησε αμέσως το όνομα του προσώπου που είναι υπεύθυνο για τη διαδικασία, όπως ζητήθηκε από την F. s.p.a.· γ) απάντησε [στο] έγγραφο της F. s.p.a. της 29ης Απριλίου 2002 μόλις έξι μήνες αργότερα· και δ) παρέλειψε να απαντήσει στην επιστολή που απέστειλε η F. s.p.a. στις 8 Μαρτίου 2004.

Ο L. προέβαλε τα ακόλουθα αιτήματα:

  1. η Επιτροπή θα πρέπει να εκδώσει νέα απόφαση που θα επιβεβαιώνει επί της ουσίας την απόφασή της της 21ης Οκτωβρίου 1997·
  2. σε περίπτωση που η Επιτροπή επιλέξει να μην εκδώσει νέα απόφαση, θα πρέπει να αιτιολογήσει την απόφασή της·
  3. στο πλαίσιο της σχέσης της με την F. s.p.a., η Επιτροπή θα πρέπει να ενεργεί σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς.

Στη γνωμοδότησή της, η Επιτροπή ανέφερε ότι η ανάλυση του σχετικού φακέλου βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη και ότι σκόπευε να εκδώσει νέα απόφαση στην οποία θα λαμβάνονταν υπόψη όλα τα στοιχεία που είχε διαβιβάσει ο L. στην αλληλογραφία του. Η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση της απαντήσεως στην αλληλογραφία του L. και εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστέρηση της αναγραφής του ονόματος του υπευθύνου του φακέλου που είχε ζητήσει ο L. Δήλωσε επίσης ότι, στις 14 Σεπτεμβρίου 2004, απάντησε τελικά στην επιστολή του L. της 8ης Μαρτίου 2004 και υποσχέθηκε να τον ενημερώσει για κάθε μελλοντική εξέλιξη της υπόθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (3).

Στις παρατηρήσεις του, ο L. έκρινε ότι, εφόσον η Επιτροπή, κατά τη γνώμη της, i) αναγνώρισε την καθυστέρηση που σημειώθηκε κατά την εξέταση του σχετικού φακέλου και ii) επιβεβαίωσε τη δέσμευσή της να συνεχίσει την εξέταση της καταγγελίας και να τον ενημερώσει για κάθε περαιτέρω εξέλιξη (4), ο Διαμεσολαβητής μπορούσε να περατώσει τις έρευνές του σχετικά με την υπόθεση. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος να συνεχίσει τις έρευνές του σχετικά με την καταγγελία και περάτωσε την υπόθεση στις 22 Φεβρουαρίου 2005.

Καταγγελία 2713/2006

Η καταγγελία 2713/2006/IP υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή από τον κ. C. και την κ. B. («οι καταγγέλλοντες»), οι οποίοι ενήργησαν ως νόμιμοι εκπρόσωποι του F. Στην καταγγελία τους, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν βασικά ότι, αν και στη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία 1747/2004/IP, η Επιτροπή είχε δηλώσει ότι σκόπευε να εκδώσει νέα απόφαση επί της ουσίας του καθεστώτος ενισχύσεων που θέσπισε η Σαρδηνία, δεν το είχε πράξει. Παρά τις αρκετές επαφές με τις υπηρεσίες της Επιτροπής και την υποβολή περαιτέρω πληροφοριών σχετικά με το σχετικό θέμα, φαίνεται ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει μέτρα για το σχετικό θέμα και όλες οι προσπάθειες που κατέβαλαν οι καταγγέλλοντες για να λάβουν απόφαση από την Επιτροπή είχαν αποτύχει μέχρι στιγμής.

Ως εκ τούτου, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή έπρεπε να εκδώσει την απόφαση που είχε υποσχεθεί με την επιστολή της 14ης Σεπτεμβρίου 2004.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της, η Επιτροπή υπενθύμισε το ιστορικό της παρούσας καταγγελίας και αναφέρθηκε στην αλληλογραφία που είχε πραγματοποιηθεί μεταξύ των υπηρεσιών της και των καταγγελλόντων πριν από την υποβολή της καταγγελίας τους στον Διαμεσολαβητή.

Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, με την απόφαση 98/95, έκρινε ότι το καθεστώς ενισχύσεων που προέβλεπε ο περιφερειακός νόμος 20 της Σαρδηνίας, της 15ης Μαΐου 1951, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αποτελούσε το αντικείμενο της καταγγελίας C 23/96, συνιστούσε ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1. Στην ίδια απόφαση, η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι, σύμφωνα με τις ιταλικές αρχές, είχαν ήδη ληφθεί ορισμένα μέτρα προκειμένου να καταστεί το εν λόγω καθεστώς ενισχύσεων συμβατό με την κοινή αγορά. Ένα από τα μέτρα αυτά ήταν η θέσπιση του περιφερειακού νόμου αριθ. 9 της 15ης Φεβρουαρίου 1996. Ο νόμος αυτός αποτέλεσε αντικείμενο της καταγγελίας C 71/97 που προβλέπεται από τα άρθρα 92 έως 94 της συνθήκης ΕΚ, η οποία κινήθηκε στις 14 Νοεμβρίου 1997 και βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.

Όσον αφορά την εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να εκδώσει την απόφαση που είχε ήδη ζητηθεί στην υπόθεση 1747/2004/IP, για την οποία η Επιτροπή δεσμεύτηκε στη γνώμη της 11ης Νοεμβρίου 2004, το θεσμικό όργανο τόνισε ότι οι υπηρεσίες του πρότειναν να εκδοθεί νέα απόφαση σχετικά με την καταγγελία C 23/96 και, ταυτόχρονα, να περατωθεί η έρευνα σχετικά με την καταγγελία C 71/97 που κινήθηκε τον Νοέμβριο του 1997.

Η Επιτροπή τόνισε επίσης ότι τόσο οι ιταλικές αρχές όσο και οι περιφερειακές αρχές της Σαρδηνίας είχαν επικοινωνήσει ανεπίσημα για το σχετικό θέμα τον Μάρτιο του 2005 και ότι είχαν πραγματοποιηθεί έρευνες στα αρχεία της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφορών της Επιτροπής προκειμένου να ανασυσταθούν οι δύο φάκελοι σχετικά με τις καταγγελίες C 23/96 και C 71/97. Λαμβανομένου υπόψη του χρονικού διαστήματος που είχε παρέλθει, κατέστη δυνατό να βρεθούν μόνο ορισμένα έγγραφα σχετικά με τους φακέλους αυτούς.

Τον Σεπτέμβριο του 2006, η υπηρεσία της Επιτροπής συνέταξε προκαταρκτική απόφαση. Ωστόσο, με βάση την απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Σεπτεμβρίου 2006 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-304/04 και T-316/04 Ιταλία και Wam κατά Επιτροπής (5), αποφασίστηκε να έλθει σε επαφή με τις ιταλικές αρχές με επιστολή.

Τέλος, η Επιτροπή εξήγησε ότι η διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με τις δύο σχετικές καταγγελίες, δηλαδή τις C 23/96 και C 71/97, βρισκόταν σε εξέλιξη και είχε καταρτιστεί σχέδιο προκαταρκτικής απόφασης. Η Επιτροπή εξέφρασε επίσης τη λύπη της για το γεγονός ότι σημειώθηκαν καθυστερήσεις στην εξέταση του σχετικού θέματος.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, οι καταγγέλλοντες σημείωσαν το γεγονός ότι, σύμφωνα με την Επιτροπή, οι υπηρεσίες της είχαν καταρτίσει σχέδιο προκαταρκτικής απόφασης σχετικά με αμφότερες τις διαδικασίες που αφορούν τις καταγγελίες C 23/96 και C 71/97. Ωστόσο, οι καταγγέλλοντες θεώρησαν ότι οι περαιτέρω καθυστερήσεις στον χειρισμό αυτών των υποθέσεων φαίνεται να οφείλονται στην ανάγκη της Επιτροπής να ανασυστήσει τα πραγματικά περιστατικά και τα έγγραφα σχετικά με τον φάκελο της καταγγελίας C 71/97. Συναφώς, οι καταγγέλλοντες τόνισαν ότι η καταγγελία C 71/97 δεν αποτελούσε αντικείμενο της καταγγελίας τους στον Διαμεσολαβητή, η οποία αφορούσε στην πραγματικότητα το καθεστώς ενισχύσεων που προέβλεπε ο περιφερειακός νόμος αριθ. 20 της Σαρδηνίας, της 15ης Μαΐου 1951, όπως τροποποιήθηκε, και την οποία η Επιτροπή, με την απόφαση 98/95, κήρυξε παράνομη και ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, οι καταγγέλλοντες απέρριψαν ως απαράδεκτους τους λόγους οι οποίοι, κατά την άποψή τους, φαίνεται να χρησιμοποιήθηκαν ως πρόσχημα για να δικαιολογήσουν αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Ως εκ τούτου, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή θα πρέπει να τους παράσχει τις ακόλουθες πληροφορίες:

  • την πορεία του φακέλου σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων που προβλέπεται από τον περιφερειακό νόμο αριθ. 20 της Σαρδηνίας, της 15ης Μαΐου 1951, όπως τροποποιήθηκε, και πριν από τις τροποποιήσεις που εισήχθησαν με τον νόμο αριθ. 9/1996:
  • τους πραγματικούς λόγους που οδήγησαν την Επιτροπή να μην εκδώσει τη νέα απόφαση, όπως ανακοινώθηκε στο πλαίσιο των ερευνών σχετικά με την καταγγελία 1747/2004/IP·
  • τα σχετικά μέτρα που έλαβε η Επιτροπή σχετικά με την παρούσα καταγγελία, δηλαδή τα μέτρα που ελήφθησαν, σε σχέση με τις διαβεβαιώσεις που δόθηκαν στη γνώμη της σχετικά με τον χειρισμό του σχετικού φακέλου.

Ως εκ τούτου, εξ ονόματος του πελάτη τους, οι καταγγέλλοντες επανέλαβαν τον ισχυρισμό τους ότι η Επιτροπή θα πρέπει να εκδώσει νέα απόφαση η οποία θα αντικαταστήσει την απόφαση 98/95 που ακυρώθηκε από το Δικαστήριο στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-15/98 και C-105/99 Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής (6).

ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΦΙΛΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της Επιτροπής και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής δεν ήταν ικανοποιημένος από το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε απαντήσει επαρκώς στον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του καταστατικού του (7), ο Διαμεσολαβητής απέστειλε επιστολή στον Πρόεδρο της Επιτροπής για να προτείνει φιλική λύση με βάση την ακόλουθη ανάλυση:

1. Με απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1997 (98/95/ΕΚ)(8) («απόφαση 98/95»), η Επιτροπή δήλωσε ότι ο περιφερειακός νόμος αριθ. 20 της Σαρδηνίας, της 15ης Μαΐου 1951, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο αριθ. 15 της 11ης Ιουλίου 1954 και αριθ. 11 της 4ης Ιουνίου 1988, θέσπισε ταμείο για τη χορήγηση δανείων σε ναυτιλιακές εταιρείες που προτίθενται να κατασκευάσουν, να αγοράσουν, να μετατρέψουν ή να επισκευάσουν πλοία, συνιστούσε κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ και, ως εκ τούτου, ήταν παράνομη και ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.

Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-15/98 και C-105/99 Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής (9), το Δικαστήριο, κατόπιν προσφυγής ακυρώσεως που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 230 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ από την Ιταλική Δημοκρατία και την εταιρεία «Sardegna lines», ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας.

Στη γνώμη της 19ης Νοεμβρίου 2004 σχετικά με την καταγγελία 1747/2004/IP, η Επιτροπή δήλωσε ότι σχεδίαζε την έκδοση νέας απόφασης για το σχετικό θέμα. Με επιστολή της 14ης Σεπτεμβρίου 2004, η Επιτροπή διαβίβασε τις πληροφορίες αυτές στους καταγγέλλοντες.

Στην καταγγελία τους, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή έπρεπε να λάβει την απόφαση που είχε υποσχεθεί στην επιστολή της 14ης Σεπτεμβρίου 2004.

2. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι, στη γνωμοδότησή της, η Επιτροπή εξήγησε ότι, τον Σεπτέμβριο του 2005, οι ιταλικές εθνικές αρχές και οι περιφερειακές αρχές της Σαρδηνίας επικοινώνησαν ανεπίσημα σχετικά με το σχετικό ζήτημα. Στη συνέχεια, και μετά την απόφαση του Πρωτοδικείου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-304/04 και T-316/04 Ιταλία και Wam κατά Επιτροπής (10), προέκυψε ότι, τον Νοέμβριο του 2006, η Επιτροπή επικοινώνησε εκ νέου με τις ιταλικές εθνικές αρχές, αυτή τη φορά με επιστολή.

Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε επίσης ότι, σύμφωνα με την Επιτροπή, οι υπηρεσίες της πρότειναν να εκδοθεί νέα απόφαση σχετικά με την καταγγελία C 23/96, η οποία αποτελούσε την αφετηρία της απόφασης 98/95 και, ταυτόχρονα, να περατωθεί η έρευνα σχετικά με την καταγγελία C 71/97 που κινήθηκε τον Νοέμβριο του 1997. Από τη γνώμη της Επιτροπής προέκυψε ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν καταρτίσει προσχέδιο απόφασης. Η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για τις καθυστερήσεις στον χειρισμό του σχετικού φακέλου.

3. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε επίσης ότι, στις παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες τόνισαν ότι η καταγγελία τους στον Διαμεσολαβητή δεν αφορούσε την καταγγελία C 71/97. Ως εκ τούτου, έκριναν ότι οι δυσκολίες που επικαλέστηκε η Επιτροπή στη γνώμη της όσον αφορά την ανασύσταση των δύο φακέλων, συμπεριλαμβανομένου του φακέλου που αφορούσε την καταγγελία C 71/97, φαίνεται να χρησιμοποιήθηκαν ως πρόσχημα για να δικαιολογήσουν περαιτέρω καθυστέρηση.

4. Η Διαμεσολαβήτρια σημείωσε ότι η Επιτροπή είχε αναγνωρίσει την καθυστέρηση που σημειώθηκε από το 2004, όταν, στη γνωμοδότησή της για την υπόθεση 1747/2004/IP, δεσμεύτηκε να εκδώσει νέα απόφαση και εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστέρηση αυτή. Η Διαμεσολαβήτρια αναγνώρισε επίσης το γεγονός ότι, σύμφωνα με την Επιτροπή, οι υπηρεσίες της είχαν ήδη καταρτίσει προσχέδιο απόφασης. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν έδωσε ακριβέστερες πληροφορίες σχετικά με το εν λόγω σχέδιο απόφασης, όπως το περιεχόμενό του ή τουλάχιστον την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η Επιτροπή θα έπρεπε τουλάχιστον να παράσχει στους καταγγέλλοντες, άμεσα ή έμμεσα μέσω της γνώμης που υπέβαλε στον Διαμεσολαβητή, λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση όσον αφορά τη σχετική απόφαση.

Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι οι δυσκολίες που επικαλείται γενικά η Επιτροπή για να δικαιολογήσει την περίοδο άνω των τριών ετών που παρήλθε από τη στιγμή που ανέλαβε να εκδώσει νέα απόφαση σχετικά με τον περιφερειακό νόμο αριθ. 20 της Σαρδηνίας, της 15ης Μαΐου 1951, όπως τροποποιήθηκε, δεν αποτελούσαν επαρκή απάντηση στον ισχυρισμό των καταγγελλόντων. Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε τις ανησυχίες του ότι η καθυστέρηση φαίνεται να οφείλεται στην ανάγκη «ανασύστασης» των δύο φακέλων που αφορούν τις καταγγελίες C 23/96 και C 71/97. Αυτό φαίνεται να σημαίνει ότι η Επιτροπή αντιμετώπισε δυσκολίες στον εντοπισμό εγγράφων τα οποία ήταν και, εάν η διαχείρισή τους γινόταν σωστά, θα έπρεπε να εξακολουθούν να βρίσκονται στους δικούς της φακέλους. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι αυτός ο λόγος της καθυστέρησης δεν αποτελούσε δικαιολογία για την καθυστέρηση.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τον Σεπτέμβριο του 2004 έως σήμερα χωρίς να εκδώσει η Επιτροπή την υποσχεθείσα απόφαση θα μπορούσε να συνιστά κακοδιοίκηση.

Η δυνατότητα μιας φιλικής λύσης

Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων και σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, ο Διαμεσολαβητής πρότεινε φιλική λύση μεταξύ των καταγγελλόντων και της Επιτροπής.

Η προτεινόμενη φιλική λύση συνίστατο στα εξής:

Η Επιτροπή θα πρέπει να εκδώσει την τελική της απόφαση για το σχετικό θέμα το συντομότερο δυνατόν και, κατά προτίμηση, το αργότερο έως τις 31 Ιανουαρίου 2008. Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι δεν μπορεί να τηρήσει την προθεσμία αυτή, θα πρέπει να παράσχει στους καταγγέλλοντες ακριβείς και λεπτομερείς λόγους για την εν λόγω περαιτέρω καθυστέρηση. Στην περίπτωση αυτή, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να παράσχει στους καταγγέλλοντες εύλογο χρονοδιάγραμμα σχετικά με τις επόμενες ενέργειες στις οποίες προτίθεται να προβεί, ώστε να μπορούν εύκολα να επαληθεύσουν αν η Επιτροπή ενεργεί σύμφωνα με το σχέδιο.

Περαιτέρω πληροφορίες που υπέβαλαν οι καταγγέλλοντες στις 4 Δεκεμβρίου 2007

Στις 4 Δεκεμβρίου 2007, ο X, ένας από τους καταγγέλλοντες στην παρούσα υπόθεση, ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι η Επιτροπή είχε λάβει τελικά την απόφαση σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων. Με την απόφασή της, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το καθεστώς ενισχύσεων που προβλέπεται από τον περιφερειακό νόμο αριθ. 20 της Σαρδηνίας, της 15ης Μαΐου 1951, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο αριθ. 15 της 11ης Ιουλίου 1954 και αριθ. 11 της 4ης Ιουνίου 1988, για τη σύσταση ταμείου για τη χορήγηση δανείων σε ναυτιλιακές εταιρείες που προτίθενται να κατασκευάσουν, να αγοράσουν, να μετατρέψουν ή να επισκευάσουν πλοία, ήταν ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά. Η σχετική απόφαση κοινοποιήθηκε στους καταγγέλλοντες από την Επιτροπή στις 3 Οκτωβρίου 2007.

Ο Χ ευχαρίστησε τον Διαμεσολαβητή για το έργο του και τη συμβολή του στην επίτευξη θετικής λύσης στην καταγγελία.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται

1.1 Ο περιφερειακός νόμος αριθ. 20 της Σαρδηνίας, της 15ης Μαΐου 1951, όπως τροποποιήθηκε με τους νόμους αριθ. 15 της 11ης Ιουλίου 1954 και αριθ. 11 της 4ης Ιουνίου 1988, θέσπισε ένα ταμείο για τη χορήγηση δανείων σε ναυτιλιακές εταιρείες που προτίθενται να κατασκευάσουν, να αγοράσουν, να μετατρέψουν ή να επισκευάσουν πλοία.

Με απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1997 (98/95/ΕΚ)(11) («απόφαση 98/95»), η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το εν λόγω καθεστώς ενισχύσεων συνιστούσε «κρατική ενίσχυση» κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 και, ως εκ τούτου, ήταν παράνομο και ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά.

Στις 19 Οκτωβρίου 2000, το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας [συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-15/98 και C-105/99, Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής (12)].

Στην καταγγελία τους προς το Διαμεσολαβητή, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή θα πρέπει να εκδώσει νέα απόφαση που θα επιβεβαιώνει κατ’ ουσίαν την απόφασή της της 21ης Οκτωβρίου 1997, όπως είχε ήδη υποσχεθεί στην επιστολή της 14ης Σεπτεμβρίου 2004 στο πλαίσιο των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1747/2004/IP.

1.2 Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι, κατά τη γνώμη του, η Επιτροπή είχε αναγνωρίσει την καθυστέρηση που σημειώθηκε από το 2004 και αναγνώρισε επίσης το γεγονός ότι, σύμφωνα με την Επιτροπή, οι υπηρεσίες της είχαν ήδη καταρτίσει προσχέδιο απόφασης.

Ωστόσο, θεώρησε ότι οι δυσκολίες που επικαλείται γενικά η Επιτροπή για να δικαιολογήσει την περίοδο άνω των τριών ετών που παρήλθε από τη στιγμή που ανέλαβε να εκδώσει νέα απόφαση σχετικά με τον περιφερειακό νόμο αριθ. 20 της Σαρδηνίας, της 15ης Μαΐου 1951, όπως τροποποιήθηκε, δεν αποτελούσαν επαρκή απάντηση στον ισχυρισμό των καταγγελλόντων.

Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τον Σεπτέμβριο του 2004 χωρίς να λάβει η Επιτροπή την υποσχεθείσα απόφαση θα μπορούσε να συνιστά κακοδιοίκηση. Ως εκ τούτου, στις 29 Νοεμβρίου 2007, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε στην Επιτροπή πρόταση φιλικής λύσης, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή θα πρέπει να εκδώσει την τελική της απόφαση επί του σχετικού ζητήματος το συντομότερο δυνατόν και, κατά προτίμηση, το αργότερο έως τις 31 Ιανουαρίου 2008. Σε περίπτωση που η Επιτροπή κρίνει ότι δεν μπορεί να τηρήσει την προθεσμία αυτή, ο Διαμεσολαβητής δήλωσε ότι θα πρέπει να παράσχει στους καταγγέλλοντες ακριβείς και λεπτομερείς λόγους για την εν λόγω περαιτέρω καθυστέρηση και ότι θα πρέπει επίσης να παράσχει στους καταγγέλλοντες εύλογο χρονοδιάγραμμα σχετικά με τα επόμενα μέτρα που σκόπευε να λάβει, ώστε να μπορούν εύκολα να επαληθεύσουν αν η Επιτροπή ενήργησε σύμφωνα με το σχέδιο.

1.3 Στις 4 Δεκεμβρίου 2007, ο Διαμεσολαβητής ενημερώθηκε από τον X, έναν από τους καταγγέλλοντες στην παρούσα υπόθεση, ότι η Επιτροπή έλαβε τελικά την απόφαση της οποίας η αποτυχία αποτέλεσε αντικείμενο της παρούσας καταγγελίας και της πρότασης φιλικής λύσης που υποβλήθηκε στην Επιτροπή. Με την απόφασή της, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το καθεστώς ενισχύσεων που προβλέπεται από τον περιφερειακό νόμο αριθ. 20 της Σαρδηνίας, της 15ης Μαΐου 1951, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο αριθ. 15 της 11ης Ιουλίου 1954 και αριθ. 11 της 4ης Ιουνίου 1988, για τη σύσταση ταμείου για τη χορήγηση δανείων σε ναυτιλιακές εταιρείες που προτίθενται να κατασκευάσουν, να αγοράσουν, να μετατρέψουν ή να επισκευάσουν πλοία, ήταν ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά. Η σχετική απόφαση κοινοποιήθηκε στους καταγγέλλοντες από την Επιτροπή στις 3 Οκτωβρίου 2007. Ο Χ ευχαρίστησε τον Διαμεσολαβητή για το έργο του και τη συμβολή του στην επίτευξη θετικής λύσης στην καταγγελία.

2 Συμπέρασμα

Από τις πληροφορίες που υπέβαλε στο Διαμεσολαβητή ο Χ, ένας από τους καταγγέλλοντες στην παρούσα υπόθεση, στις 4 Δεκεμβρίου 2007, προκύπτει ότι η Επιτροπή έλαβε μέτρα για τη διευθέτηση του ζητήματος και, ως εκ τούτου, ικανοποίησε τους καταγγέλλοντες. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) 98/95/ΕΚ: Απόφαση της Επιτροπής, της 21ης Οκτωβρίου 1997, σχετικά με τις ενισχύσεις που χορήγησε η Περιφέρεια Σαρδηνίας (Ιταλία) στις ναυτιλιακές εταιρείες της Σαρδηνίας (ΕΕ 1998, L 20, σ. 30).

(2) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-15/98 και C-105/99, Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-8855.

(3) ΕΕ 1999, L 83, σ. 1.

(4) Δήλωση της Επιτροπής στην επιστολή της 14ης Σεπτεμβρίου 2004 προς τον καταγγέλλοντα.

(5) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-304/04 και T-316/04 Ιταλία και Wam κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-64.

(6) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-15/98 και C-105/99, Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-8855.

(7) «Στο μέτρο του δυνατού, ο Διαμεσολαβητής αναζητεί λύση με το οικείο θεσμικό όργανο ή οργανισμό προκειμένου να εξαλειφθεί η περίπτωση κακοδιοίκησης και να ικανοποιηθεί η καταγγελία».

(8) 98/95/ΕΚ: Απόφαση της Επιτροπής, της 21ης Οκτωβρίου 1997, σχετικά με τις ενισχύσεις που χορήγησε η Περιφέρεια Σαρδηνίας (Ιταλία) στις ναυτιλιακές εταιρείες της Σαρδηνίας (ΕΕ 1998, L 20, σ. 30).

(9) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-15/98 και C-105/99, Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-8855.

(10) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-304/04 και T-316/04, Ιταλία και Wam κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-64.

(11) 98/95/ΕΚ: Απόφαση της Επιτροπής, της 21ης Οκτωβρίου 1997, σχετικά με τις ενισχύσεις που χορήγησε η Περιφέρεια Σαρδηνίας (Ιταλία) στις ναυτιλιακές εταιρείες της Σαρδηνίας (ΕΕ 1998, L 20, σ. 30).

(12) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-15/98 και C-105/99, Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-8855.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!