Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1779/2006/MHZ κατά της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων
Απόφαση
Υπόθεση 1779/2006/MHZ - Εκκίνηση έρευνας στις Πέμπτη | 06 Ιουλίου 2006 - Απόφαση στις Δευτέρα | 17 Δεκεμβρίου 2007
Πολωνική περιβαλλοντική ΜΚΟ κατήγγειλε ότι η ΕΤΕπ είχε συγχρηματοδοτήσει το έργο «Εκσυγχρονισμός του οδικού δικτύου της Πολωνίας», μολονότι δεν είχε διενεργηθεί στρατηγική εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου, όπως απαιτείται από την πολωνική περιβαλλοντική νομοθεσία. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η ΕΤΕπ ενήργησε έτσι κατά παράβαση της δικής της «περιβαλλοντικής δήλωσης», σύμφωνα με την οποία η ΕΤΕπ διασφαλίζει ότι τα έργα που χρηματοδοτεί συμμορφώνονται με τις αρχές και τα πρότυπα που καθορίζονται τόσο από την ενωσιακή όσο και από την εθνική περιβαλλοντική νομοθεσία. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η ΕΤΕπ δεν την ενημέρωσε σχετικά με την απάντηση των πολωνικών αρχών με τις οποίες επικοινώνησε η ΕΤΕπ σε σχέση με την καταγγελία του καταγγέλλοντος. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΕΤΕπ θα πρέπει να αναστείλει τη χρηματοδότησή της έως ότου αποσαφηνιστεί το νομικό καθεστώς του έργου.
Στη γνώμη της, η ΕΤΕπ ανέφερε ότι οι πολωνικές αρχές i) είχαν την πλήρη ευθύνη για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τη σχετική εθνική νομοθεσία και ότι, κατόπιν επικοινωνίας με την Τράπεζα, ii) την ενημέρωσαν ότι η σχετική πολωνική νομοθεσία δεν απαιτούσε στρατηγική εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων για το έργο. Επιπλέον, εν τω μεταξύ, είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με τα συμπεράσματα των πολωνικών αρχών.
Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η ΕΤΕπ μπορούσε i) νομίμως να θεωρήσει ότι οι πολωνικές αρχές συμμορφώθηκαν με τις εφαρμοστέες νομικές διατάξεις και ii) ευλόγως να αναμένει ότι οι ίδιες πολωνικές αρχές θα της παρείχαν αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων εκ μέρους τους. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αποδέχθηκε τους λόγους για τους οποίους η ΕΤΕπ βασίστηκε στις πληροφορίες που διατέθηκαν από τις εν λόγω αρχές, όταν υπέγραψε το δάνειο. Ως εκ τούτου, δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση όσον αφορά το ζήτημα αυτό. Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε επίσης ότι, εν τω μεταξύ, η ΕΤΕπ είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με τα συμπεράσματα των πολωνικών αρχών. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι δεν ήταν δικαιολογημένες περαιτέρω έρευνες σχετικά με το θέμα αυτό. Ο Διαμεσολαβητής προέβη στην ίδια διαπίστωση όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, δεδομένου ότι φαινόταν ότι η ΕΤΕπ είχε ήδη πραγματοποιήσει τη σχετική πληρωμή.
Ο Διαμεσολαβητής αναφέρθηκε επίσης στα πορίσματα του Πολωνού Διαμεσολαβητή στον οποίο ο καταγγέλλων είχε υποβάλει παράλληλη καταγγελία κατά των πολωνικών αρχών. Στο πλαίσιο αυτό, προέβη επίσης σε περαιτέρω παρατήρηση ότι, στο μέλλον, η ΕΤΕπ θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο δημιουργίας διαύλων επικοινωνίας και αναζήτησης πληροφοριών από τα αρμόδια εθνικά και περιφερειακά όργανα ελέγχου, όπως οι διαμεσολαβητές, οι οποίοι θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως πρόσθετες πηγές πληροφοριών σχετικά με τη συμμόρφωση των έργων που χρηματοδοτούνται από την Τράπεζα με το εθνικό και το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Στρασβούργο, 17 Δεκεμβρίου 2007
Αξιότιμη κ. R.,
Στις 7 Ιουνίου 2006, ενεργώντας εξ ονόματος της πολωνικής ΜΚΟ Polska Zielona Siec (εφεξής «ο καταγγέλλων»), υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων («ΕΤΕπ») σχετικά με τη χρηματοδότηση από την Τράπεζα έργων μεταφορών στην Πολωνία.
Στις 6 Ιουλίου 2006, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της ΕΤΕπ.
Στις 17 Οκτωβρίου 2006, η ΕΤΕπ απέστειλε γνωμοδότηση, την οποία σας διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις.
Στις 23 Νοεμβρίου 2006, έλαβα τις παρατηρήσεις σας.
Στις 27 Μαρτίου 2007, ζήτησα από την ΕΤΕπ περαιτέρω εξηγήσεις.
Στις 15 Μαΐου 2007, η ΕΤΕπ απέστειλε την απάντησή της στο ανωτέρω αίτημά μου, την οποία σας διαβίβασα με την πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων. Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις από εσάς.
Εν τω μεταξύ, στις 14 Μαΐου 2007, οι υπηρεσίες μου διενήργησαν έλεγχο του φακέλου στα γραφεία της ΕΤΕπ στο Λουξεμβούργο και, στις 5 Ιουλίου 2007, αντίγραφα της έκθεσης σχετικά με τον εν λόγω έλεγχο διαβιβάστηκαν σε εσάς και στην ΕΤΕπ, προς ενημέρωση.
Στις 10 Ιουλίου 2007, μου αποστείλατε συμπληρωματικά έγγραφα σχετικά με την καταγγελία σας, τα οποία διαβίβασα στην ΕΤΕπ, προς ενημέρωση.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Η καταγγέλλουσα είναι πολωνική ΜΚΟ που ασχολείται με περιβαλλοντικά ζητήματα.
Η καταγγελία μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:
Την 1η Οκτωβρίου 2001, τέθηκε σε ισχύ στην Πολωνία ένας νέος πολωνικός νόμος για την προστασία του περιβάλλοντος της 27ης Απριλίου 2001 («πολωνικός περιβαλλοντικός νόμος του 2001»). Σύμφωνα με το άρθρο 40, όλα τα έργα σχεδίων και προγραμμάτων που αφορούν τις μεταφορές, τα οποία υπόκεινται σε προετοιμασία ή/και έγκριση από αρχή σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο και τα οποία απαιτούνται από νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις, απαιτούν τη διενέργεια εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων («ΣΠΕ»).
Στις 5 Μαΐου 2004, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΤΕπ ενέκρινε την «Περιβαλλοντική Δήλωση». Σύμφωνα με την εν λόγω δήλωση, η ΕΤΕπ θα πρέπει i) να στηρίζει επενδύσεις που προστατεύουν και βελτιώνουν άμεσα το περιβάλλον, ii) ως εκ τούτου, να αξιολογεί προσεκτικά τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις τους και iii) ειδικότερα, να διασφαλίζει ότι τα έργα που χρηματοδοτούνται από την Τράπεζα θα πρέπει να συμμορφώνονται με τις αρχές και τα πρότυπα που καθορίζονται τόσο από την ενωσιακή όσο και από την εθνική περιβαλλοντική νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων σχετικά με την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία. Όταν διαφορετικοί νόμοι επιβάλλουν διαφορετικά επίπεδα απαιτήσεων, η δήλωση απαιτεί την εφαρμογή αυστηρότερου δικαίου.
Τον Ιούλιο του 2004 τέθηκε σε ισχύ η οδηγία 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (1) («οδηγία ΣΠΕ»).
Στις 4 Ιανουαρίου 2005, εγκρίθηκε στην Πολωνία το πρόγραμμα του Εθνικού Ταμείου Οδοποιίας 2005/2006 («NRFP»), το οποίο αποτελείται από διάφορα επενδυτικά σχέδια (μεμονωμένα σχέδια οδοποιίας και κατασκευής αυτοκινητοδρόμων).
Στις 20 Σεπτεμβρίου 2005, η ΕΤΕπ συμφώνησε να χρηματοδοτήσει μέρος των επενδυτικών σχεδίων του ΕΣΠΑ («το σχέδιο»). Η πολωνική κυβερνητική διοικητική αρχή «Γενική Διεύθυνση Εθνικών Οδών και Αυτοκινητοδρόμων» ορίστηκε ως ο φορέας υλοποίησης του έργου («ο φορέας υλοποίησης»).
Ο καταγγέλλων ήταν της άποψης ότι το ανωτέρω ΕΣΠΑ πληροί όλες τις απαιτήσεις που πρέπει να υποβάλλονται σε ΣΠΕ σύμφωνα με το πολωνικό δίκαιο, ακόμη και αν μια τέτοια ΣΠΕ δεν φαίνεται να απαιτείται από την οδηγία ΣΠΕ. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η πολωνική νομοθεσία επιβάλλει αυστηρότερες περιβαλλοντικές απαιτήσεις όσον αφορά τις επενδύσεις στις μεταφορές από ό,τι η οδηγία ΣΠΕ.
Ωστόσο, σε αντίθεση με την πολωνική περιβαλλοντική νομοθεσία του 2001, δεν διενεργήθηκε ΣΠΕ για το ανωτέρω ΕΣΠΑ και, την 1η Δεκεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων επικοινώνησε με τον φορέα υλοποίησης του έργου σχετικά με το θέμα αυτό. Ο φορέας υλοποίησης απάντησε ότι το NRFP (και, ως εκ τούτου, το έργο) δεν απαιτούσε ΣΕΠΕ βάσει του πολωνικού δικαίου, διότι το πρόγραμμα είχε εγκριθεί ως διάταγμα.
Ο καταγγέλλων δεν συμφώνησε με την ανωτέρω γνώμη και έκρινε ότι η μορφή της πράξης με την οποία εγκρίθηκε το πρόγραμμα δεν είχε καμία σχέση με την απαίτηση βάσει του πολωνικού δικαίου για διενέργεια ΣΠΕ όσον αφορά όλα τα έργα σχεδίων, στρατηγικών και προγραμμάτων που αφορούν τις μεταφορές.
Στις 6 Δεκεμβρίου 2005, όταν το έργο βρισκόταν ακόμη υπό αξιολόγηση, ο καταγγέλλων επικοινώνησε για πρώτη φορά με την ΕΤΕπ. Ζήτησε εγγράφως από την ΕΤΕπ να διασφαλίσει ότι το έργο που επρόκειτο να συγχρηματοδοτήσει ήταν σύμφωνο με το πολωνικό δίκαιο και με την οδηγία ΣΕΠΕ. Ο καταγγέλλων ενημέρωσε επίσης την ΕΤΕπ ότι, κατά την άποψή του, το έργο παραβίασε τις προαναφερθείσες νομικές διατάξεις. Τέλος, ζήτησε από την ΕΤΕπ πρόσβαση στην ανάλυση της ΕΤΕπ σχετικά με τη συμμόρφωση του ΕΣΠΑ με την οδηγία ΣΕΠΕ.
Στις 31 Ιανουαρίου 2006, η ΕΤΕπ απάντησε στον καταγγέλλοντα. Επισήμανε ότι όλα τα έργα που περιλαμβάνονταν στο ΕΣΠΑ είχαν εκπονηθεί πριν από τις αρχές του 2002. Όλες οι επίσημες προετοιμασίες για την εφαρμογή του εν λόγω ΕΣΠΑ ξεκίνησαν τουλάχιστον το 2002 και, σε κάθε περίπτωση, πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας ΣΕΠΕ. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με την ΕΤΕπ, η οδηγία ΣΕΠΕ δεν εφαρμοζόταν στο ΕΣΠΑ στην Πολωνία, συμπεριλαμβανομένου του έργου που επρόκειτο να συγχρηματοδοτηθεί από την ΕΤΕπ, και, ως εκ τούτου, η ΕΤΕπ δεν προέβη σε ανάλυση, όπως ζήτησε ο καταγγέλλων. Η ΕΤΕπ δεν αναφέρθηκε στο ζήτημα της συμμόρφωσης του έργου με την πολωνική νομοθεσία.
Ως εκ τούτου, στις 13 Φεβρουαρίου 2006, ο καταγγέλλων απέστειλε καταγγελία στην ΕΤΕπ. Πρώτον, υπογράμμισε ότι το ΕΣΠΑ εγκρίθηκε στις 5 Ιανουαρίου 2005. Δεύτερον, έκρινε ότι, σύμφωνα με το πολωνικό δίκαιο, το NRFP πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις για την υποβολή του σε ΣΕΠΕ βάσει του πολωνικού δικαίου. Ωστόσο, μια τέτοια ΣΠΕ δεν είχε γίνει μέχρι σήμερα. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων τόνισε ότι μια ΣΠΕ, παρόλο που ενδέχεται να μην απαιτείται βάσει της οδηγίας ΣΠΕ, απαιτείται πράγματι από την άποψη της πολωνικής νομοθεσίας και ότι, σύμφωνα με την περιβαλλοντική δήλωση της ΕΤΕπ, όλα τα έργα που χρηματοδοτούνται από αυτήν θα πρέπει να συμμορφώνονται όχι μόνο με την ευρωπαϊκή νομοθεσία αλλά και με την εθνική νομοθεσία.
Στις 12 Απριλίου 2006, η ΕΤΕπ απάντησε ότι όλα τα έργα που επιλέγονται από την ΕΤΕπ για χρηματοδότηση θα πρέπει να είναι αποδεκτά από περιβαλλοντική άποψη, αλλά ο φορέας υλοποίησης ενός έργου έχει την πλήρη ευθύνη για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις πολιτικές και τη νομοθεσία της ΕΕ, καθώς και με τη σχετική εθνική νομοθεσία. Η ΕΤΕπ δήλωσε ότι θα ενημέρωνε τον φορέα υλοποίησης του έργου σχετικά με την καταγγελία του καταγγέλλοντος και, επιπλέον, θα ρωτούσε τις πολωνικές αρχές αν η πολωνική νομοθεσία απαιτούσε ΣΠΕ του ΕΣΠΑ και, εάν ναι, πότε θα εκτελούνταν μια τέτοια ΣΠΕ και, εάν όχι, ποια ήταν η νομική βάση μιας τέτοιας απόφασης. Η ΕΤΕπ δήλωσε επίσης ότι θα ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για την απάντηση των πολωνικών αρχών.
Ωστόσο, μέχρι την ημερομηνία υποβολής της καταγγελίας του καταγγέλλοντος στον Διαμεσολαβητή, η ΕΤΕπ δεν του είχε κοινοποιήσει τις απαντήσεις που είχε λάβει από τις πολωνικές αρχές. Ως προς αυτό, ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι, στις 26 Ιανουαρίου 2006, επικοινώνησε με το πολωνικό Υπουργείο Περιβάλλοντος όσον αφορά τη συμμόρφωση του NRFP με την πολωνική νομοθεσία και, μέχρι την ημερομηνία υποβολής της καταγγελίας, δεν είχε λάβει απάντηση.
Τον Μάιο του 2006, η ΕΤΕπ συνήψε δανειακή σύμβαση με τον ανάδοχο.
Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι, παρά την ενημέρωσή της σχετικά με τη μη συμμόρφωση του έργου με την πολωνική νομοθεσία, η ΕΤΕπ δέχθηκε να το συγχρηματοδοτήσει, σε αντίθεση με τις δικές της κατευθυντήριες γραμμές, και συγκεκριμένα την περιβαλλοντική της δήλωση.
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η ΕΤΕπ δεν την ενημέρωσε σχετικά με την απάντηση των πολωνικών αρχών.
Ισχυρίστηκε ότι η ΕΤΕπ θα πρέπει να αναστείλει τη χρηματοδότησή της έως ότου αποσαφηνιστεί το νομικό καθεστώς του έργου.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕΤΕπΗ γνώμη της ΕΤΕπ μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:
Στις 13 Φεβρουαρίου 2006, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Γενικό Γραμματέα της ΕΤΕπ, στην οποία ανέφερε ότι το ΕΣΠΑ απαιτούσε ΣΠΕ σύμφωνα με το πολωνικό δίκαιο. Στις 12 Απριλίου 2006, η ΕΤΕπ απάντησε ότι είχε ενημερώσει τον φορέα υλοποίησης του έργου σχετικά με την καταγγελία και ζήτησε από τις πολωνικές αρχές να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επ’ αυτής. Στη συνέχεια, το πολωνικό Υπουργείο Μεταφορών και Κατασκευών ενημέρωσε την ΕΤΕπ «με επιστολή και με απευθείας επαφές» ότι, σε αντίθεση με την άποψη του καταγγέλλοντος, η σχετική πολωνική νομοθεσία δεν απαιτούσε να υποβληθεί το ΕΣΠΑ σε ΣΕΠΕ. Πρώτον, κατά το εν λόγω υπουργείο, το ΕΣΠΑ αποτελούσε απλώς ένα χρηματοδοτικό σχέδιο το οποίο παρουσίαζε τις πηγές χρηματοδότησης των οδικών επενδύσεων και αποσκοπούσε στη στήριξη της ανάληψης των πολιτικών, των προγραμμάτων και των στρατηγικών που υιοθετήθηκαν για τον οδικό τομέα, όπως η στρατηγική για την ανάπτυξη των οδικών υποδομών για την περίοδο 2004-2006 και τα επόμενα έτη, καθώς και το χρονοδιάγραμμα για την κατασκευή αυτοκινητοδρόμων και οδών ταχείας κυκλοφορίας για την περίοδο 2005-2013. Δεύτερον, σύμφωνα με το ίδιο υπουργείο, κατά τον χρόνο έκδοσης του ανωτέρω γενικού σχεδίου στρατηγικής και χρονοδιαγράμματος για το ΕΣΠΑ, η πολωνική νομοθεσία δεν απαιτούσε ΣΠΕ.
Μετά από επαφές με το πολωνικό Υπουργείο Μεταφορών και Κατασκευών και εκτενή εξέταση της υπό εξέταση υπόθεσης, η ΕΤΕπ, με επιστολή της 28ης Ιουνίου 2006, ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε ότι είχαν ληφθεί όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με την περιβαλλοντική της δήλωση. Η ΕΤΕπ επισύναψε αντίγραφο του εγγράφου αυτού στη γνωμοδότησή της. Στην επιστολή της με ημερομηνία 28 Ιουνίου 2006, η ΕΤΕπ ενημέρωσε επίσης τον καταγγέλλοντα ότι, «σύμφωνα με τις γνώσεις της», διάφορα προγράμματα στον κατάλογο των επενδύσεων που περιλαμβάνονται στο ΕΣΠΑ είχαν αρχικά καθοριστεί πριν από την πολωνική περιβαλλοντική νομοθεσία του 2001 που απαιτούσε την υποβολή προγραμμάτων σε ΣΠΕ (δηλαδή πριν από την 1η Οκτωβρίου 2001). Ανέφερε ότι, από τις πληροφορίες που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης, ήταν σαφές ότι, παρόλο που τα δεκαπέντε προγράμματα που αποτελούν μέρος του έργου μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν μέρος μεγαλύτερου προγράμματος ή προγραμμάτων, η αρχική διαδικασία σχεδιασμού για τα εν λόγω προγράμματα ξεκίνησε πριν από την έναρξη ισχύος του πολωνικού νόμου που απαιτεί τα επενδυτικά προγράμματα που χρηματοδοτούνται από δάνειο της ΕΤΕπ να υπόκεινται σε ΣΠΕ. Επιπλέον, στην εν λόγω επιστολή, η ΕΤΕπ κάλεσε τον καταγγέλλοντα να συναντηθεί με τους εκπροσώπους της ΕΤΕπ στη Βαρσοβία και να συζητήσει περαιτέρω το θέμα σε περίπτωση που «[θεωρούσε] ότι η Τράπεζα δεν [απαντά] ικανοποιητικά στον ισχυρισμό [της].» Η ΕΤΕπ επανέλαβε τα ίδια επιχειρήματα στη συμπληρωματική επιστολή της 13ης Οκτωβρίου 2007 που απέστειλε στον καταγγέλλοντα απαντώντας στη συμπληρωματική επιστολή της 25ης Ιουλίου 2006.
Η ΕΤΕπ δήλωσε ότι ο καταγγέλλων δεν απάντησε στην πρόσκληση αυτή.
Η ΕΤΕπ ανέφερε επίσης ότι, κατά την άποψή της, ορισμένες απαιτήσεις της οδηγίας ΣΕΠΕ, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 21 Ιουλίου 2001, μεταφέρθηκαν στο πολωνικό δίκαιο με την πολωνική περιβαλλοντική νομοθεσία του 2001. Στη συνέχεια, η ΕΤΕπ επισήμανε ότι, το 2005, θεσπίστηκαν περαιτέρω τροποποιήσεις του εν λόγω πολωνικού νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 13 της οδηγίας ΣΕΠΕ, η υποχρέωση διενέργειας ΣΕΠΕ ισχύει για σχέδια και προγράμματα των οποίων η πρώτη επίσημη προπαρασκευαστική πράξη καταρτίστηκε μετά τις 21 Ιουλίου 2004. Σχέδια και προγράμματα για τα οποία η πρώτη επίσημη προπαρασκευαστική πράξη χρονολογείται πριν από τις 21 Ιουλίου 2004 χρειάζονται επίσης ΣΠΕ, εκτός εάν το οικείο κράτος μέλος αποφασίσει ότι αυτό δεν είναι εφικτό και ενημερώσει σχετικά το κοινό.
Η ΕΤΕπ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «δεδομένου ότι δεν διαπίστωσε παραβίαση της κοινοτικής ή εθνικής νομοθεσίας σχετικά με την ΕΠΕ και θεώρησε ότι τηρήθηκαν οι περιβαλλοντικές κατευθυντήριες γραμμές της», η σύμβαση δανείου υπεγράφη στις 11 Μαΐου 2006.
Επιπλέον, στις 13 Ιουνίου 2006, το διοικητικό συμβούλιο της ΕΤΕπ ενέκρινε ένα δεύτερο δάνειο με τίτλο «Πολωνικοί αυτοκινητόδρομοι», το οποίο επίσης χρηματοδοτούσε μεμονωμένα σχέδια αυτοκινητοδρόμων στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΟι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
Ο καταγγέλλων ξεκίνησε τονίζοντας ότι η καταγγελία του βασίζεται άμεσα στην πολωνική νομοθεσία - συγκεκριμένα στη μη συμμόρφωση με το άρθρο 40 παράγραφος 1 του πολωνικού νόμου για την προστασία του περιβάλλοντος (...) και όχι με την οδηγία 2001/42/ΕΚ».
Ο καταγγέλλων επανέλαβε την άποψή του ότι η πολωνική περιβαλλοντική νομοθεσία του 2001 εφάρμοζε αυστηρότερες απαιτήσεις από την επακόλουθη οδηγία ΣΠΕ και επισήμανε ότι «η ΕΤΕπ χρησιμοποίησε την οδηγία ΣΠΕ για να αποδυναμώσει τις απαιτήσεις της [πολωνικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας του 2001], προκειμένου να αποφευχθεί η διενέργεια στρατηγικής εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων». Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι κάθε κράτος μέλος μπορεί να θεσπίσει αυστηρότερες περιβαλλοντικές απαιτήσεις από εκείνες που περιέχονται στις ευρωπαϊκές πολιτικές.
Συνοπτικά, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην άποψή του ότι ο πολωνικός περιβαλλοντικός νόμος του 2001 απαιτούσε να υποβληθεί το ΕΣΠΑ σε ΣΕΠΕ.
Ο καταγγέλλων δεν συμφώνησε με τη δήλωση της ΕΤΕπ ότι το ΕΣΠΑ δεν απαιτούσε ΣΕΠΕ, διότι το πρόγραμμα αυτό ήταν «μόνο ένα χρηματοδοτικό σχέδιο που παρουσίαζε τις πηγές χρηματοδότησης για επενδύσεις στο οδικό δίκτυο και αποσκοπούσε στη στήριξη της υλοποίησης των πολιτικών, των προγραμμάτων και των στρατηγικών που υιοθετήθηκαν για τον οδικό τομέα». Ο καταγγέλλων υπογράμμισε ότι το ίδιο το ΕΣΠΑ αποτελεί πηγή χρηματοδότησης και οι στόχοι του είναι ο καθορισμός προτεραιοτήτων χρηματοδότησης· ο προσδιορισμός δραστηριοτήτων και έργων· η παροχή των πλαισίων για τις επενδύσεις στο οδικό δίκτυο· η περιγραφή των εξωτερικών πηγών χρηματοδότησης· και η αναφορά των αναγκαίων νομικών ή διοικητικών δραστηριοτήτων για την εφαρμογή του.
Ο καταγγέλλων υπενθύμισε ότι το άρθρο 40 παράγραφος 1 της πολωνικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας του 2001 προβλέπει συγκεκριμένα ότι η πολιτική, οι στρατηγικές, τα σχέδια και τα προγράμματα στον τομέα των μεταφορών που υπόκεινται σε προετοιμασία και/ή έγκριση από αρχή σε εθνικό επίπεδο απαιτούν την εκτέλεση ΣΠΕ. Επομένως, η φύση του NRFP συνεπαγόταν ότι η ΣΕΠΕ ήταν αναγκαία.
Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι δεν γνώριζε καμία πολιτική, πρόγραμμα, στρατηγική ή σχέδιο στον τομέα των μεταφορών που εγκρίθηκε μετά την έναρξη ισχύος της πολωνικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας του 2001 για την οποία διενεργήθηκε ΣΠΕ.
Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι η ΕΤΕπ αναφέρθηκε στη στρατηγική για την ανάπτυξη της οδικής υποδομής για την περίοδο 2004-2006 και τα επόμενα έτη, καθώς και στο χρονοδιάγραμμα για την κατασκευή αυτοκινητοδρόμων και οδών ταχείας κυκλοφορίας για την περίοδο 2005-2013. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η στρατηγική αυτή καταρτίστηκε το 2003 και εκδόθηκε τον Αύγουστο του 2003, δηλαδή δύο έτη μετά την έναρξη ισχύος του πολωνικού περιβαλλοντικού νόμου του 2001.
Όσον αφορά τη δήλωση της ΕΤΕπ ότι τα επενδυτικά σχέδια του έργου καθορίστηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της πολωνικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας του 2001, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η ΕΤΕπ δεν παρείχε παραδείγματα προς επίρρωση της άποψής της.
Ο καταγγέλλων χαιρέτισε την πρόσκληση της ΕΤΕπ να ανταποκριθεί. Ωστόσο, ο καταγγέλλων αποφάσισε ότι θα ήταν πιο βολικό να εκφράσει γραπτώς όλες τις ανησυχίες του και να τις αποστείλει στην ΕΤΕπ. Αυτό έκανε ο καταγγέλλων.
Όσον αφορά τη δήλωση της ΕΤΕπ ότι δεν εντόπισε παραβιάσεις του κοινοτικού ή του εθνικού δικαίου στην εν λόγω υπόθεση, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, ενώ η ΕΤΕπ ενέκρινε το δεύτερο οδικό δάνειο τον Ιούνιο του 2006 (2), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κίνησε διαδικασία επί παραβάσει κατά της Πολωνίας σχετικά με τη μη μεταφορά των σχετικών περιβαλλοντικών οδηγιών στο εθνικό δίκαιο. Ο καταγγέλλων επισύναψε αντίγραφο της προειδοποιητικής επιστολής της Επιτροπής προς τις πολωνικές αρχές, με ημερομηνία 28 Ιουνίου 2006 (3). Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτό σήμαινε ότι τα έργα της ΕΤΕπ στην Πολωνία δεν συμμορφώνονταν με τις βασικές περιβαλλοντικές οδηγίες και, ως εκ τούτου, με την περιβαλλοντική δήλωση της ΕΤΕπ.
Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το «διάταγμα της πολωνικής κυβέρνησης στο οποίο αναφέρεται η ΕΤΕπ στη γνώμη της, το οποίο [έχει] ημερομηνία 15 Μαΐου 2004 (Rozporządzenie Rady Ministrów z dnia 5 maja 2004 w sprawie sieci autostard i dróg ekspresowych, - DZU. 128, πόζ. 1334) είναι εντελώς διαφορετική από τη διάταξη της 4ης Ιανουαρίου 2005 με την οποία εγκρίθηκε το πρόγραμμα του Εθνικού Ταμείου Οδοποιίας για την περίοδο 2005-06. Το διάταγμα της 15ης Μαΐου 2004 δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση χρηματοδοτικό σχέδιο, όπως αναφέρει η ΕΤΕπ, αλλά προσδιορίζει μόνο τους αυτοκινητοδρόμους και τις οδούς ταχείας κυκλοφορίας που αποτελούν τον στόχο του NRFP (Wykaz autostrad i dróg expresowych w RP. Układ docelowy).»
Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το διάταγμα της 15ης Μαΐου 2004 θα πρέπει να θεωρηθεί συμπληρωματικό του διατάγματος της 4ης Ιανουαρίου 2005 και, ως εκ τούτου, να υπόκειται σε ΣΠΕ βάσει του πολωνικού δικαίου.
Ο καταγγέλλων δηλώνει ότι μια εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων («ΕΠΕ») για μεμονωμένα έργα βρίσκεται επί του παρόντος σε εξέλιξη ή έχει πολύ πρόσφατα ολοκληρωθεί.
Τέλος, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι, «[σ]την υπόθεση αυτή, η συμμόρφωση του [NRFP] με το άρθρο 40 παράγραφος 1 του [πολωνικού περιβαλλοντικού νόμου του 2001] αποτελεί επίσης αντικείμενο έρευνας από τον Πολωνό Διαμεσολαβητή».
Περαιτέρω έρευνεςΜετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της Επιτροπής και των παρατηρήσεων και συμπληρωματικών επιστολών του καταγγέλλοντος, φάνηκε ότι ήταν αναγκαίες περαιτέρω έρευνες.
Επιστολή του Διαμεσολαβητή προς την Επιτροπή της 27ης Μαρτίου 2007Πρώτον, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την ΕΤΕπ να απαντήσει στην παρατήρηση του καταγγέλλοντος σχετικά με τη δήλωση της ΕΤΕπ ότι διάφορα επενδυτικά προγράμματα του έργου είχαν καθοριστεί πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της σχετικής πολωνικής νομοθεσίας και ότι η ΕΤΕπ δεν παρείχε παραδείγματα προς υποστήριξη της άποψής της.
Δεύτερον, η Διαμεσολαβήτρια ρώτησε την ΕΤΕπ ποια μέσα και μέθοδοι αξιολόγησης χρησιμοποιούνται από την ΕΤΕπ σε περιπτώσεις στις οποίες οι πληροφορίες που παρέχονται από τις εθνικές αρχές, τους φορείς υλοποίησης και τους φορείς υλοποίησης έργων που χρηματοδοτούνται από την ΕΤΕπ και από άλλες πηγές υποδηλώνουν ότι το σχετικό έργο δεν είναι, εκ πρώτης όψεως, σύμφωνο με το εθνικό ή το ευρωπαϊκό δίκαιο. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την ΕΤΕπ να σχολιάσει την παρατήρηση του καταγγέλλοντος ότι η Τράπεζα ενέκρινε το δεύτερο οδικό δάνειο τον Ιούνιο του 2006 και, ταυτόχρονα, η Επιτροπή ζήτησε από την πολωνική κυβέρνηση εξηγήσεις σχετικά με τη μη μεταφορά σχετικής περιβαλλοντικής οδηγίας στο εθνικό δίκαιο.
Τρίτον, ο Διαμεσολαβητής δήλωσε ότι θεωρεί χρήσιμη την εξέταση των σχετικών εγγράφων του φακέλου της ΕΤΕπ.
Απάντηση της ΕΤΕπ της 15ης Μαΐου 2007Πρώτον, η ΕΤΕπ αναφέρθηκε στη χρονολογική εξέλιξη του πολωνικού οδικού συστήματος, αρχής γενομένης από τη δεκαετία του 1930.
Η ΕΤΕπ ανέφερε, συνοπτικά, ότι τα προς χρηματοδότηση επενδυτικά προγράμματα στον τομέα των μεταφορών καθορίζονται στο διάταγμα του πολωνικού υπουργικού συμβουλίου, το οποίο θα μπορούσε να καλύπτει περίοδο από ένα έως έξι έτη. Το τελευταίο διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου για τη δημιουργία δικτύου αυτοκινητοδρόμων, οδών ταχείας κυκλοφορίας και οδών στρατηγικής σημασίας χρονολογείται από τις 29 Σεπτεμβρίου 2001 και, ως εκ τούτου, προηγείται του πολωνικού περιβαλλοντικού νόμου του 2001. Τον Φεβρουάριο του 2001, η πολωνική κυβέρνηση ενέκρινε το πρόγραμμα που προβλέπει την προσαρμογή, έως το 2015, του πολωνικού κύριου οδικού δικτύου στα πρότυπα της ΕΕ.
Στις 4 Ιανουαρίου 2005, η πολωνική κυβέρνηση εξέδωσε και, στις 6 Ιανουαρίου 2006, τροποποίησε ψήφισμα σχετικά με το πρόγραμμα επενδύσεων στον οδικό τομέα που θα χρηματοδοτηθεί από το ΕΣΠΑ. Οι επενδύσεις αποτελούν επιλογή καθεστώτων που είχαν καθοριστεί προηγουμένως στα προαναφερθέντα διατάγματα. Το πρόγραμμα, το οποίο χαρακτηρίζεται ως χρηματοδοτικό σχέδιο, περιγράφει λεπτομερώς τα έργα αυτοκινητοδρόμων, οδών ταχείας κυκλοφορίας και παρακάμψεων, καθώς και τις πηγές χρηματοδότησής τους που θα υλοποιηθούν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.
Το έργο που χρηματοδοτήθηκε από την ΕΤΕπ περιλάμβανε 15 μεμονωμένα σχέδια επενδύσεων σε οδικά έργα, τα οποία ήταν διασκορπισμένα σε ολόκληρη την Πολωνία. Μια ΣΠΕ δεν ήταν αναγκαία βάσει της πολωνικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας του 2001 ή βάσει της οδηγίας ΣΠΕ, διότι i) τα καθεστώτα συνιστούν συμπληρωματικές επενδύσεις στα εν εξελίξει έργα που λαμβάνουν ήδη χρηματοδότηση από την ΕΕ και την ΕΤΕπ· ii) τα καθεστώτα συνάδουν με τους στόχους προτεραιότητας της ΕΕ, όπως ορίζονται στο άρθρο 267 στοιχεία α) και γ) της Συνθήκης ΕΚ, και iii) η έγκριση του έργου άρχισε πριν από την έναρξη ισχύος της πολωνικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας του 2001. Ωστόσο, δεδομένης της σημασίας που αποδίδεται στο περιβάλλον, η ανάγκη διενέργειας ΕΠΕ αποτελούσε προϋπόθεση εκταμίευσης για καθένα από τα 15 επιμέρους καθεστώτα.
Η ΕΤΕπ τηρεί την υποχρέωση δέουσας επιμέλειας κατά την αξιολόγηση των αιτήσεων δανείων, βασιζόμενη στα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων εγκρίσεων και αδειών που εκδίδονται σύμφωνα με την κατάλληλη εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία. Για έργα που βρίσκονται στην ΕΕ, η ΕΤΕπ εφαρμόζει τεκμήριο νομιμότητας και, κατά περίπτωση, τεκμήριο συμμόρφωσης της εθνικής νομοθεσίας με τη νομοθεσία της ΕΕ. «Στο βαθμό που είναι αναγκαίο», η ΕΤΕπ επαληθεύει τη συμμόρφωση προκειμένου να διασφαλίσει ότι τα κεφάλαιά της χρησιμοποιούνται με ορθολογικό τρόπο. Για έργα εκτός της ΕΕ, η ΕΤΕπ εφαρμόζει επίσης το τεκμήριο νομιμότητας. Αυτό βασίζεται στις απαραίτητες άδειες για την κατασκευή και τη λειτουργία του έργου και υποστηρίζεται από άλλα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, τη δική του αξιολόγηση και τις δανειακές συμβάσεις. Με την επιφύλαξη των τοπικών συνθηκών και της νομοθεσίας, κάθε έργο πρέπει, τουλάχιστον, να συμμορφώνεται με τις αρχές και τα πρότυπα που καθορίζονται από τις πολιτικές της ΕΕ. Για όλα τα έργα, ο φορέας υλοποίησης είναι υπεύθυνος για τη συμμόρφωση, ενώ τα ρυθμιστικά καθήκοντα και τα καθήκοντα επιβολής εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των αρμόδιων αρχών. Είναι σαφώς σκόπιμο και πρέπον για την ΕΤΕπ να βασίζεται στα κράτη μέλη της ΕΕ ή στις αρμόδιες αρχές εντός των κρατών μελών προκειμένου να διαπιστώνει τη συμμόρφωση με τα σχετικά περιβαλλοντικά πρότυπα και για την ΕΤΕπ να αποδέχεται την τεκμηρίωση ενός κράτους μέλους ως απόδειξη της συμμόρφωσής τους. Σε περιπτώσεις όπου η διαδικασία περιβαλλοντικής έγκρισης εντός του κράτους μέλους δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, η σύμβαση χρηματοδότησης θα συνοδεύεται από τους κατάλληλους όρους εκταμίευσης.
Όσον αφορά το δάνειο για την κάλυψη του έργου «Πολωνικοί αυτοκινητόδρομοι» (στο οποίο δεν αναφερόταν η αρχική καταγγελία), η ΕΤΕπ δήλωσε ότι γνώριζε κατά τον χρόνο της αξιολόγησής της ότι η Επιτροπή είχε επιφυλάξεις όσον αφορά τη μεταφορά της οδηγίας ΕΠΕ (4) στο πολωνικό δίκαιο. Λόγω των ανησυχιών που εξέφρασε η Επιτροπή, επιβλήθηκαν στον δανειολήπτη ορισμένοι όροι εκταμίευσης [Bank Gospodarstwa Krajowego (5)], προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε όσον αφορά τα προγράμματα του έργου που χρηματοδοτήθηκε από το εν λόγω δάνειο ήταν σύμφωνη με τις απαιτήσεις της οδηγίας ΕΠΕ. Ως εκ τούτου, το έργο έλαβε την επίσημη μη διατύπωση αντιρρήσεων από την Επιτροπή στις 27 Ιουνίου 2006.
Η ΕΤΕπ κατέληξε δηλώνοντας ότι εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι ο καταγγέλλων δεν αποδέχθηκε την πρόσκληση της ΕΤΕπ για συνάντηση στη Βαρσοβία. Τόνισε επίσης ότι «παραμένει, όπως πάντα, ανοικτή σε μια εποικοδομητική συνεργασία με τις ΜΚΟ».
Οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με την απάντηση της EIB´s της 15ης Μαΐου 2007Ο καταγγέλλων δεν απέστειλε παρατηρήσεις.
Επί του ελέγχου εγγράφων της 14ης Μαΐου 2007Στις 14 Μαΐου 2007, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή διενήργησαν έλεγχο του φακέλου της ΕΤΕπ σχετικά με την υπόθεση, στις εγκαταστάσεις της ΕΤΕπ. Η λεπτομερής έκθεση σχετικά με τον έλεγχο απεστάλη στον καταγγέλλοντα και στην ΕΤΕπ.
Συμπληρωματική επιστολή του καταγγέλλοντος της 10ης Ιουλίου 2007Στην επιστολή του της 10ης Ιουλίου 2007, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι επέστησε την προσοχή του Πολωνού Διαμεσολαβητή στο ζήτημα της έλλειψης ΣΠΕ βάσει του πολωνικού δικαίου για το NRFP στον Πολωνό Διαμεσολαβητή και ότι ο τελευταίος είχε ολοκληρώσει την έρευνά του σχετικά με το ζήτημα αυτό. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, «ο Πολωνός Διαμεσολαβητής περάτωσε την υπόθεση με τη γνώμη ότι το [NRFP] θα έπρεπε να είχε υποβληθεί σε [] εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων» και ότι η γνώμη του ήταν «σύμφωνη με τη γνώμη του πολωνικού Υπουργείου Μεταφορών». Ο καταγγέλλων επισύναψε αντίγραφο της απάντησης του Πολωνού Διαμεσολαβητή και της απάντησης του πολωνικού Υπουργείου Μεταφορών και Κατασκευών. Στην επιστολή του της 28ης Ιουνίου 2007 προς τον Πολωνό Συνήγορο του Πολίτη, το Υπουργείο Μεταφορών και Κατασκευών ανέφερε ότι «το Υπουργείο Περιβάλλοντος εξέφρασε την άποψη ότι ο κατάλογος των σχεδίων χρηματοδότησης των έργων οδικών επενδύσεων που θα χρηματοδοτηθούν από το Εθνικό Ταμείο Οδοποιίας θα πρέπει να υπόκειται στη διαδικασία εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, στο στάδιο των διυπουργικών διαβουλεύσεων.» Στην επιστολή του προς τον καταγγέλλοντα, ο Πολωνός Συνήγορος του Πολίτη δήλωσε ότι « το Υπουργείο Μεταφορών και Περιβάλλοντος συμμερίζεται την άποψη του Συνηγόρου του Πολίτη ότι η εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων θα πρέπει να διενεργείται για τις επιχειρήσεις που καλύπτονται από το Εθνικό Ταμείο Οδοποιίας ».
Ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε στην ΕΤΕπ, προς ενημέρωση, την επιστολή του καταγγέλλοντος, μαζί με τα παραρτήματά της.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Προκαταρκτική παρατήρηση1.1 Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στο γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Πολωνίας σχετικά με τη μη μεταφορά των σχετικών περιβαλλοντικών οδηγιών και δήλωσε ότι «αυτό σημαίνει ότι τα έργα της ΕΤΕπ στην Πολωνία δεν συμμορφώνονται με τη σχετική οδηγία ΕΠΕ της ΕΕ και, ως εκ τούτου, με την περιβαλλοντική δήλωση της ΕΤΕπ του 2004».
Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι, στις ίδιες παρατηρήσεις, ο καταγγέλλων τόνισε ότι «η καταγγελία του βασίζεται άμεσα στην πολωνική νομοθεσία - συγκεκριμένα στη μη συμμόρφωση με το άρθρο 40 παράγραφος 1 του πολωνικού νόμου περί προστασίας του περιβάλλοντος (...) και όχι με την οδηγία 2001/42/ΕΚ».
Υπό το πρίσμα της ανωτέρω έμφασης που έδωσε ο καταγγέλλων, ο Διαμεσολαβητής κατανοεί ότι η δήλωση του καταγγέλλοντος δεν θα πρέπει να θεωρηθεί νέος ισχυρισμός που πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα απόφαση.
2 Αξιολόγηση από την ΕΤΕπ της συμμόρφωσης του έργου με τις κείμενες διατάξεις2.1 Η καταγγελία αφορά δάνειο της ΕΤΕπ που καλύπτει 15 επενδυτικά προγράμματα σχετικά με την κατασκευή αυτοκινητοδρόμων, οδών ταχείας κυκλοφορίας και παρακαμπτήριων οδών στην Πολωνία, τα οποία περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα του Εθνικού Ταμείου Οδοποιίας 2005/2006 («NRFP») που θέσπισε η πολωνική κυβέρνηση. Τα προαναφερθέντα 15 επενδυτικά προγράμματα συνιστούσαν το έργο της ΕΤΕπ με τίτλο «Εκσυγχρονισμός του οδικού δικτύου της Πολωνίας», το οποίο περιλάμβανε «επενδύσεις αναβάθμισης σε αυτοκινητοδρόμους, οδούς ταχείας κυκλοφορίας και παρακάμψεις στο πλαίσιο του [NRFP]», εφεξής «το έργο». Το έργο προτάθηκε για χρηματοδότηση από την ΕΤΕπ από τις πολωνικές αρχές την 1η Ιουνίου 2005 (6). Στις 6 Δεκεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στην ΕΤΕπ σχετικά με το έργο, το οποίο την εποχή εκείνη ήταν ακόμη υπό συζήτηση. Ο καταγγέλλων κατήγγειλε ότι, σε αντίθεση με τις σχετικές διατάξεις της πολωνικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας του 2001, η στρατηγική εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων («ΣΠΕ») δεν διενεργήθηκε σε σχέση με το σύνολο του ΕΣΠΑ. Σε απάντηση, η ΕΤΕπ ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι είχε απαντήσει στις πολωνικές αρχές όσον αφορά τις ανησυχίες του καταγγέλλοντος και ότι θα τον ενημέρωνε σχετικά με την απάντησή τους. Ωστόσο, η ΕΤΕπ δεν ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για την απάντηση αυτή, αλλά αποφάσισε να χρηματοδοτήσει το έργο και, στις 11 Μαΐου 2006, υπέγραψε το δάνειο και πραγματοποίησε την πρώτη πληρωμή. Στη συνέχεια, στις 6 Ιουνίου 2006, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, παρά την ενημέρωσή της σχετικά με τη μη συμμόρφωση του έργου με την πολωνική νομοθεσία, η ΕΤΕπ, σε αντίθεση με την «περιβαλλοντική δήλωσή» της, δέχθηκε να συγχρηματοδοτήσει το εν λόγω έργο. Σύμφωνα με την εν λόγω δήλωση, η ΕΤΕπ διασφαλίζει ότι τα έργα που χρηματοδοτούνται από την Τράπεζα θα πρέπει να συμμορφώνονται με τις αρχές και τα πρότυπα που καθορίζονται τόσο από την ενωσιακή όσο και από την εθνική περιβαλλοντική νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων σχετικά με την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία. Η δήλωση προβλέπει επίσης ότι, όταν διαφορετικοί νόμοι επιβάλλουν διαφορετικά επίπεδα απαιτήσεων, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι αυστηρότερες («πρώτος ισχυρισμός»).
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η ΕΤΕπ δεν την ενημέρωσε σχετικά με την απάντηση που της είχαν αποστείλει οι πολωνικές αρχές («δεύτερος ισχυρισμός»).
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΕΤΕπ θα πρέπει να αναστείλει τη χρηματοδότησή της έως ότου αποσαφηνιστεί το νομικό καθεστώς του έργου («ισχυρισμός»).
2.2 Συνοπτικά, η ΕΤΕπ δήλωσε ότι ο φορέας υλοποίησης ενός έργου, δηλαδή, εν προκειμένω, η Πολωνική Γενική Διεύθυνση Εθνικών Οδών και Αυτοκινητοδρόμων, στο εξής «Πολωνική Διεύθυνση», έχει την πλήρη ευθύνη για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις πολιτικές της ΕΕ και το δίκαιο της ΕΕ, καθώς και με τη σχετική εθνική νομοθεσία. Μετά την καταγγελία του καταγγέλλοντος, η ΕΤΕπ επικοινώνησε με τις πολωνικές αρχές, οι οποίες την ενημέρωσαν ότι η σχετική πολωνική νομοθεσία δεν απαιτούσε να υποβληθεί το NRFP σε ΣΕΠΕ διότι i) το NRFP λαμβάνει τη μορφή κυβερνητικού διατάγματος· ii) το NRFP είναι μόνο χρηματοδοτικό σχέδιο και iii) δεν καθορίζει την αναπτυξιακή στρατηγική ούτε θεσπίζει πλαίσιο για μελλοντική εφαρμογή. Επιπλέον, η αρχική διαδικασία σχεδιασμού για 15 επενδυτικά σχέδια του έργου, τα οποία καλύπτονταν από το δάνειο της ΕΤΕπ και αποτελούσαν μέρος του ΕΣΠΑ, ορίστηκε πριν από την 1η Οκτωβρίου 2001, δηλαδή την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ ο πολωνικός περιβαλλοντικός νόμος του 2001. Η ΕΤΕπ επιβεβαίωσε επίσης ότι, σύμφωνα με την περιβαλλοντική της δήλωση, ο έλεγχος της νομικής συμμόρφωσης των επενδύσεων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των διαδικασιών αξιολόγησής της. Η ΕΤΕπ δήλωσε επίσης ότι πιστεύει ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει την εν λόγω συμμόρφωση. Η ΕΤΕπ κατέληξε δηλώνοντας ότι, δεδομένου ότι δεν είχε θεωρήσει ότι υπήρχε παραβίαση της κοινοτικής ή εθνικής νομοθεσίας σχετικά με την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων («ΕΠΕ») και ότι θεωρούσε ότι είχε ακολουθήσει την περιβαλλοντική της δήλωση, η σύμβαση δανείου υπεγράφη στις 11 Μαΐου 2006.
Στη γνώμη της, η ΕΤΕπ εξήγησε επίσης ότι, εν τω μεταξύ, στις 28 Ιουνίου 2006, ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα, με χωριστή επιστολή, σχετικά με τα συμπεράσματα των πολωνικών αρχών. Οι πληροφορίες αυτές εξηγήθηκαν λεπτομερέστερα στις περαιτέρω επιστολές της ΕΤΕπ προς τον καταγγέλλοντα.
2.3 Καταρχάς, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η παρούσα καταγγελία αναφέρεται στο έργο «Εκσυγχρονισμός του οδικού δικτύου της Πολωνίας» (έργο της ΕΤΕπ αριθ. 20050226), το οποίο χρηματοδοτήθηκε μέσω δανείου που υπεγράφη από την ΕΤΕπ στις 11 Μαΐου 2005, και όχι στο έργο «Πολωνικοί αυτοκινητόδρομοι» (έργο της ΕΤΕπ αριθ. 20050428), το οποίο στη συνέχεια χρηματοδοτήθηκε από την ΕΤΕπ.
2.4 Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, και πάλι, ότι η καταγγελία αναφέρεται στην εικαζόμενη μη συμμόρφωση των πολωνικών αρχών με την πολωνική περιβαλλοντική νομοθεσία του 2001, η οποία, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, απαιτούσε ΣΠΕ για το σύνολο του ΕΣΠΑ. Όπως δήλωσε ρητά ο καταγγέλλων, η συμμόρφωση με τις περιβαλλοντικές ευρωπαϊκές οδηγίες, συμπεριλαμβανομένης της οδηγίας 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (7) (η «οδηγία ΣΠΕ») δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας καταγγελίας.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έχει την εξουσία να λαμβάνει και να εξετάζει καταγγελίες για κακοδιοίκηση στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών. Ως εκ τούτου, καμία ενέργεια άλλης αρχής ή προσώπου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή. Επομένως, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι αρμόδιος να εξετάζει το βάσιμο της κοινοτικής ή της εθνικής νομοθεσίας και το κατά πόσον οι εθνικές αρχές εφάρμοσαν ορθά το εθνικό ή το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Για τους ανωτέρω λόγους, ο Διαμεσολαβητής, στην έρευνά του σχετικά με την παρούσα καταγγελία, ασχολείται αποκλειστικά με πιθανή κακοδιοίκηση εκ μέρους της ΕΤΕπ.
2.5 Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, τον Μάιο του 2004, η ΕΤΕπ εξέδωσε ένα έγγραφο, την περιβαλλοντική της δήλωση, το οποίο περιγράφει την προσέγγισή της σε περιβαλλοντικά ζητήματα κατά τη χρηματοδότηση έργων. Η παράγραφος με τίτλο «Προστασία και βελτίωση του περιβάλλοντος» περιλαμβάνει την ακόλουθη δήλωση:
«Στα 25 κράτη μέλη της ΕΕ και στις υποψήφιες χώρες, τα έργα που χρηματοδοτούνται από την ΕΤΕπ συμμορφώνονται με τις αρχές και τα πρότυπα που ορίζονται τόσο από την ενωσιακή (…) όσο και από την εθνική περιβαλλοντική νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία. Όταν [ένα] διαφορετικό δίκαιο επιβάλλει διαφορετικές απαιτήσεις, ισχύουν οι αυστηρότερες.»
Επιπλέον, η παράγραφος με τίτλο «Οργάνωση και Προσέγγιση» περιλαμβάνει την ακόλουθη δήλωση:
«Το αποτέλεσμα της περιβαλλοντικής εκτίμησης της ΕΤΕπ καθορίζει την «αποδοχή» ενός έργου προς χρηματοδότηση. Αυτό θα βασίζεται στην ισορροπία μεταξύ της φύσης και της έκτασης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και των μέτρων που απαιτούνται για την αποφυγή, τη μείωση και, κατά περίπτωση, την αντιστάθμιση τυχόν αρνητικών επιπτώσεων, καθώς και άλλων κριτηρίων, όπως [] η συμμόρφωση με τις κείμενες διατάξεις και η περιβαλλοντική διαχείριση. Η Τράπεζα δεν αποδέχεται τη χρηματοδότηση έργου που ενδέχεται να έχει σημαντικές αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις ή/και να ενέχει υψηλό κίνδυνο για το περιβάλλον.»
2.6 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, μολονότι το ανωτέρω έγγραφο της ΕΤΕπ δεν αποτελεί πηγή νομικών υποχρεώσεων, αποτελεί σημαντική δήλωση της πολιτικής της ΕΤΕπ με την οποία η Τράπεζα δηλώνει ότι θα πρέπει να συμμορφώνεται.
Με βάση το ανωτέρω έγγραφο, ο Διαμεσολαβητής κατανοεί ότι η ΕΤΕπ περιορίζεται στη χρηματοδότηση μόνο των έργων που συμμορφώνονται τόσο με την εθνική περιβαλλοντική νομοθεσία όσο και με τις βασικές οδηγίες της ΕΚ για το περιβάλλον και, σε περίπτωση που η εθνική νομοθεσία είναι αυστηρότερη όσον αφορά τις απαιτήσεις για τη διασφάλιση της προστασίας του περιβάλλοντος, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι τελευταίες. Φαίνεται ότι η ΕΤΕπ διασφαλίζει τη συμμόρφωση αυτή αρχικά με τον έλεγχο των έργων πριν από την αποδοχή τους για χρηματοδότηση και, στη συνέχεια, με την παρακολούθησή τους κατά την εκτέλεσή τους.
2.7 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, ωστόσο, ότι, προκειμένου να ενεργήσει σύμφωνα με την προαναφερθείσα περιβαλλοντική δήλωση, η ΕΤΕπ φαίνεται να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από πληροφορίες που παρέχονται από τις εθνικές αρχές, τις οποίες χρησιμοποιεί για να ελέγξει κατά πόσον οι περιβαλλοντικές νομικές διατάξεις έχουν εφαρμοστεί σε κάθε έργο που χρηματοδοτείται από την Τράπεζα και λειτουργεί στο έδαφος της οικείας χώρας.
2.8 Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να υπενθυμίσει την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που επιβάλλεται στα κοινοτικά θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη της από το άρθρο 10 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ και το άρθρο 192 παράγραφος 2 της συνθήκης Ευρατόμ, όπως αναφέρεται από τα κοινοτικά δικαστήρια στο πλαίσιο της διαδικασίας επί παραβάσει δυνάμει του άρθρου 226 της συνθήκης ΕΚ (8). Και τα δύο άρθρα προβλέπουν ότι τα κράτη μέλη απέχουν από κάθε μέτρο που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων της συνθήκης ΕΚ.
2.9 Εφαρμόζοντας την ανωτέρω αρχή κατ’ αναλογία στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η ΕΤΕπ θα μπορούσε i) να θεωρήσει θεμιτώς ότι οι πολωνικές αρχές συμμορφώθηκαν με τις εφαρμοστέες νομικές διατάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος και ii) να αναμένει θεμιτώς ότι οι πολωνικές αρχές θα της παράσχουν αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή, εκ μέρους τους, της σχετικής πολωνικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Όπως δήλωσε η ΕΤΕπ στην περιβαλλοντική της δήλωση του 2004, «(στ)ή στα έργα που βρίσκονται στην ΕΕ, η Τράπεζα εφαρμόζει τεκμήριο νομιμότητας και ότι η εθνική νομοθεσία είναι σύμφωνη με τη νομοθεσία της ΕΕ, κατά περίπτωση. Ο φορέας υλοποίησης είναι υπεύθυνος για τη συμμόρφωση, ενώ τα ρυθμιστικά καθήκοντα και τα καθήκοντα επιβολής εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των αρμόδιων αρχών.»
2.10 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων και βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας και, ιδίως, κατά την εξέταση του φακέλου από τις υπηρεσίες του, ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει την ακόλουθη άποψη. Φαίνεται ότι, κατά το αρχικό στάδιο αξιολόγησης του έργου, η διενέργεια ΣΕΠΕ όσον αφορά το ΕΣΠΑ, βάσει του άρθρου 40 του πολωνικού περιβαλλοντικού νόμου του 2001, δεν φαινόταν να αποτελεί αντικείμενο επικοινωνίας μεταξύ της ΕΤΕπ και των πολωνικών αρχών, ενώ η συμμόρφωση με την οδηγία ΣΕΠΕ ήταν.
2.11 Επομένως, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, έως τις 6 Δεκεμβρίου 2005, δηλαδή προτού ο καταγγέλλων ενημερώσει την ΕΤΕπ ότι το ΕΣΠΑ δεν συμμορφωνόταν προς το άρθρο 40 του πολωνικού περιβαλλοντικού νόμου του 2001, το οποίο, κατά τον καταγγέλλοντα, απαιτούσε ΣΕΠΕ, η ΕΤΕπ δεν γνώριζε την ύπαρξη τέτοιας ενδεχόμενης μη συμμορφώσεως.
2.12 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, μετά την παραλαβή των ανωτέρω πληροφοριών που υπέβαλε ο καταγγέλλων, θα μπορούσε εύλογα να αναμένεται από την ΕΤΕπ, υπό το πρίσμα της περιβαλλοντικής δήλωσης που αναφέρεται στο σημείο 2.5 ανωτέρω, να είναι ιδιαίτερα προσεκτική κατά τον έλεγχο των εν λόγω πληροφοριών.
2.13 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στις 27 Μαρτίου 2006, η ΕΤΕπ απέστειλε επιστολή στον δανειολήπτη [Bank Gospodarstwa Krajowego (9)], δηλώνοντας ότι «[έλαβε] καταγγελία (…) ότι το πρόγραμμα της εθνικής οδού (ταμείο) (NRFP) για την περίοδο 2005-2006 πληρούσε όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να υποβληθεί σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων βάσει του άρθρου 40 του νόμου για την προστασία του περιβάλλοντος (...)». Στην ίδια επιστολή, η ΕΤΕπ ζήτησε από τον δανειολήπτη να την ενημερώσει για τη θέση των πολωνικών αρχών όσον αφορά «1) το κατά πόσον η περιβαλλοντική εκτίμηση του NRFP απαιτείται από την πολωνική νομοθεσία και 2) το πότε θα διενεργηθεί η εν λόγω εκτίμηση ή 3) το ποια είναι η νομική βάση της εν λόγω απόφασης». Η ΕΤΕπ αντέγραψε την εν λόγω επιστολή στο πολωνικό Υπουργείο Οικονομικών και στο Υπουργείο Μεταφορών και Κατασκευών.
2.14 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει περαιτέρω ότι ο δανειολήπτης απάντησε στην ανωτέρω επιστολή της ΕΤΕπ στις 7 Απριλίου 2006. Με την ανακοίνωση αυτή, ο δανειολήπτης πληροφόρησε την ΕΤΕπ ότι δεν ήταν αρμόδια να λάβει θέση επί του ερωτήματος της Τράπεζας, αλλά ότι το είχε διαβιβάσει στις κυβερνητικές αρχές για να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.
Στη συνέχεια, στις 6 Απριλίου 2006, το πολωνικό Υπουργείο Μεταφορών και Κατασκευών απέστειλε την πρώτη απάντησή του στην ΕΤΕπ, στην οποία εξηγούσε ότι το ΕΣΠΑ αποτελεί χρηματοδοτικό σχέδιο και ανέφερε τις πηγές χρηματοδότησης για επενδύσεις στον τομέα των μεταφορών. Το υπουργείο πρόσθεσε ότι το NRFP είναι μόνο ένα μέσο που προορίζεται για την εκτέλεση του χρηματοδοτικού μέρους των επενδύσεων στον τομέα των μεταφορών που περιέχονται σε άλλα κυβερνητικά έγγραφα στρατηγικής σημασίας για τον τομέα των μεταφορών. Το Υπουργείο εξήγησε ότι τα έγγραφα αυτά περιλαμβάνουν «τη στρατηγική για την ανάπτυξη της υποδομής μεταφορών κατά τα έτη 2004-2006 και τα επόμενα έτη», η οποία δημοσιεύθηκε το 2003 στο πλαίσιο του εθνικού σχεδίου ανάπτυξης. Το υπουργείο αναφέρθηκε επίσης στο έγγραφο «Χρονοδιάγραμμα για την κατασκευή αυτοκινητοδρόμων και οδών ταχείας κυκλοφορίας για τα έτη 2005-2013», το οποίο δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2005 και στο οποίο περιγράφηκε η κατεύθυνση για την περαιτέρω ανάπτυξη του οδικού δικτύου στην Πολωνία και αποφασίστηκαν τα σχετικά καθήκοντα και το χρονοδιάγραμμά τους. Όσον αφορά τις εν λόγω «στρατηγικές», δεν πραγματοποιήθηκε ΣΠΕ, διότι κατά τον χρόνο κατάρτισής τους δεν απαιτούνταν από τον νόμο ΣΠΕ.
Το Υπουργείο Μεταφορών και Κατασκευών επισήμανε περαιτέρω ότι i) το NRFP συζητήθηκε από διάφορα υπουργεία, συμπεριλαμβανομένου του Υπουργείου Περιβάλλοντος, τα οποία «δεν υπέβαλαν παρατηρήσεις επ’ αυτού». Ως εκ τούτου, το Υπουργείο Μεταφορών και Κατασκευών αντιλήφθηκε ότι δεν υπήρχε υποχρέωση διενέργειας ΣΕΠΕ για το NRFP βάσει του άρθρου 40 του πολωνικού νόμου για το περιβάλλον. Επισημαίνει ότι ii) για κάθε μεμονωμένο έργο στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των έργων που πρόκειται να χρηματοδοτηθούν από το δάνειο της ΕΤΕπ, οι ΕΠΕ έχουν ήδη πραγματοποιηθεί ή βρίσκονται στο στάδιο της υλοποίησης.
Το υπουργείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία ΣΕΠΕ σχετικά με τις επιπτώσεις της εφαρμογής ολόκληρου του ΕΣΠΑ, κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 40 του πολωνικού περιβαλλοντικού νόμου του 2001, δεν ήταν υποχρεωτική.
2.15 Ο Συνήγορος του Πολίτη αντιλαμβάνεται ότι, βάσει των ανωτέρω εξηγήσεων που δόθηκαν από τις πολωνικές αρχές, η ΕΤΕπ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συμμόρφωση του έργου με την εθνική νομοθεσία ήταν εξασφαλισμένη, παρόλο που ενδέχεται να απαιτούσε περαιτέρω διευκρινίσεις, το αίτημα για το οποίο περιλαμβανόταν στην επιστολή της 10ης Μαΐου 2006 (10) προς το πολωνικό Υπουργείο.
Με βάση τις εκτιμήσεις του στα σημεία 2.7, 2.8 και 2.9 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί το συμπέρασμα αυτό εύλογο.
Επιπλέον, φαίνεται ότι, στις απαντήσεις του στο αίτημα της ΕΤΕπ για περαιτέρω διευκρινίσεις της 1ης Ιουνίου 2006 και της 28ης Ιουλίου 2006, το Υπουργείο Μεταφορών και Κατασκευών επιβεβαίωσε την αρχική του άποψη και πρόσθεσε ότι το άρθρο 40 του πολωνικού περιβαλλοντικού νόμου του 2001 τροποποιήθηκε, σύμφωνα με την οδηγία ΣΠΕ, και ότι, σύμφωνα με την εν λόγω τροποποίηση, οι αρμόδιες δημόσιες αρχές υποχρεούνται να διενεργούν ΣΠΕ για πολιτικές, στρατηγικές, σχέδια και προγράμματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στον τομέα των μεταφορών. Το υπουργείο επανέλαβε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 40 στην προ της τροποποίησης εκδοχή του, δεν απαιτείται ΕΠΕ ούτε για «τη στρατηγική για την ανάπτυξη των υποδομών μεταφορών κατά τα έτη 2004-2006 και τα επόμενα έτη» ούτε για «το χρονοδιάγραμμα για την κατασκευή αυτοκινητοδρόμων και οδών ταχείας κυκλοφορίας για τα έτη 2005-2013».
2.16 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης, ειδικότερα, την ειδική δήλωση των πολωνικών αρχών που περιέχεται στην επιστολή τους της 6ης Απριλίου 2006 ότι «για κάθε μεμονωμένο έργο στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των έργων που θα χρηματοδοτηθούν από το δάνειο της ΕΤΕπ, οι ΕΠΕ έχουν ήδη πραγματοποιηθεί ή βρίσκονται στο στάδιο της υλοποίησης».(11)
Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι, ενώ ο καταγγέλλων δεν συμφωνεί με την άποψη των πολωνικών αρχών ότι το συνολικό ΕΣΠΑ δεν απαιτούσε τη ΣΕΠΕ βάσει της πολωνικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας του 2001, φαίνεται να συμφωνεί με την ανωτέρω ειδική δήλωση.
Επιπλέον, φαίνεται αδιαμφισβήτητο ότι τα 15 μεμονωμένα επενδυτικά προγράμματα που καλύπτονταν από το δάνειο της ΕΤΕπ δεν βρίσκονταν στο στάδιο του σχεδιασμού όταν άρχισε να συζητείται το δάνειο. Ο Διαμεσολαβητής δεν λαμβάνει θέση επί του άλλου σημείου, το οποίο, αντιθέτως, είναι αμφισβητήσιμο, και αφορά την ακριβή ημερομηνία κατά την οποία καθορίστηκαν τα επιμέρους επενδυτικά προγράμματα που καλύπτονται από το δάνειο της ΕΤΕπ (δηλαδή, τα σχέδιά τους είχαν ξεκινήσει). Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια δεν κατανοεί τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε εύλογα να απαιτηθεί ΣΠΕ των επενδυτικών προγραμμάτων, εάν θεωρούνταν μέρος ενός προγράμματος ή σχεδίου, όταν οι επενδύσεις είχαν ήδη ξεκινήσει και τουλάχιστον δεν βρίσκονταν πλέον στο στάδιο του σχεδιασμού. Σημειώνει επίσης ότι το ίδιο θέμα επισημάνθηκε από την ΕΤΕπ στη συμπληρωματική επιστολή που απέστειλε στον καταγγέλλοντα κατά τη διάρκεια της έρευνας (στις 23 Οκτωβρίου 2006).
Τέλος, σύμφωνα με την ΕΤΕπ, τα επενδυτικά προγράμματα που καλύπτονται από το δάνειο της ΕΤΕπ αποτελούν συμπληρωματικές επενδύσεις σε έργα που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη με τη χρηματοδότηση της ΕΕ και της ΕΤΕπ και συνάδουν με τους στόχους προτεραιότητας της ΕΕ, όπως ορίζονται στο άρθρο 267 στοιχεία α) και γ) της Συνθήκης ΕΚ.
Υπό το πρίσμα των σημείων 2.15 και 2.16 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής αποδέχεται τους λόγους που προέβαλε η ΕΤΕπ κατά τη διάρκεια της έρευνας ως προς τους λόγους για τους οποίους η Τράπεζα, βασιζόμενη στις πληροφορίες που της είχαν θέσει τότε στη διάθεσή της οι πολωνικές αρχές, θα μπορούσε να είχε υπογράψει το δάνειο στις 11 Μαΐου 2006. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κρούσμα κακοδιοίκησης όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η ΕΤΕπ θα πρέπει να αναστείλει τη χρηματοδότησή της έως ότου αποσαφηνιστεί το νομικό καθεστώς του έργου ,, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι φαίνεται ότι η σχετική πληρωμή έχει ήδη πραγματοποιηθεί από την ΕΤΕπ και, ως εκ τούτου, θεωρεί ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες.
Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής παραπέμπει στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 10ης Ιουλίου 2007, την οποία ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε στη συνέχεια στην ΕΤΕπ. Σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή, φαίνεται ότι, ένα έτος μετά την παροχή των πληροφοριών που αναφέρονται στο σημείο 2.14 ανωτέρω, από τις πολωνικές αρχές στην ΕΤΕπ, οι ίδιες πολωνικές αρχές δήλωσαν, κατά τη διάρκεια της έρευνας του Πολωνού Διαμεσολαβητή, ότι «το Υπουργείο Περιβάλλοντος έκρινε ότι ο κατάλογος οικονομικών σχεδίων των έργων για τις επενδύσεις στο οδικό δίκτυο που θα χρηματοδοτηθούν από το Εθνικό Ταμείο Οδοποιίας θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο της διαδικασίας εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, στο στάδιο των διυπουργικών διαβουλεύσεων.» Εάν η ΕΤΕπ θεωρεί ότι, υπό το πρίσμα της ανωτέρω επιστολής, υπάρχει κάποια δράση που θα μπορούσε να αναληφθεί από την ΕΤΕπ ,, ο Διαμεσολαβητής καλεί την Τράπεζα να έρθει σε άμεση επαφή με τον καταγγέλλοντα σχετικά με το θέμα αυτό.
Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επιθυμεί να επισημάνει τον δυνητικό ρόλο των εθνικών και περιφερειακών φορέων ελέγχου, όπως οι διαμεσολαβητές, ως πρόσθετων πηγών πληροφοριών σχετικά με τη συμμόρφωση των έργων που χρηματοδοτούνται από την ΕΤΕπ με το εθνικό και το ευρωπαϊκό δίκαιο. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε περαιτέρω παρατήρηση κατωτέρω.
2.19 Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος σχετικά με την παράλειψη της ΕΤΕπ να τον ενημερώσει σχετικά με την απάντηση των πολωνικών αρχών, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στην επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα με ημερομηνία 31 Ιανουαρίου 2006, η ΕΤΕπ δήλωσε ότι «θα [απαντήσει] στον [καταγγέλλοντα] σχετικά με το θέμα αυτό μόλις λάβουμε ικανοποιητική απάντηση από τις πολωνικές αρχές».
Η ΕΤΕπ διαβίβασε στον καταγγέλλοντα τις πληροφορίες που είχε υποσχεθεί στις 28 Ιουνίου 2006, αφού έλαβε τις πληροφορίες αυτές από τις πολωνικές αρχές τον Απρίλιο και τον Ιούνιο του 2006. Η ΕΤΕπ συμπλήρωσε τις πληροφορίες αυτές με τις συμπληρωματικές επιστολές που απέστειλε στον καταγγέλλοντα κατά τη διάρκεια της έρευνας του Διαμεσολαβητή, στις 25 Ιουλίου και στις 13 Οκτωβρίου 2006. Επιπλέον, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η ΕΤΕπ πρότεινε να δοθούν περισσότερες εξηγήσεις στον καταγγέλλοντα κατά τη διάρκεια συνεδρίασης που θα διοργανωνόταν για τον σκοπό αυτό.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι είναι δικαιολογημένες περαιτέρω έρευνες όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.
3 ΣυμπέρασμαΌσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, για τους λόγους που εξηγούνται στα σημεία 2.14, 2.15, 2.16 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κρούσμα κακοδιοίκησης.
Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, για τους λόγους που εξηγούνται στο σημείο 2.19 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, για τους λόγους που εξηγούνται στο σημείο 2.18 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση. Ο Πρόεδρος της ΕΤΕπ θα ενημερωθεί για την απόφαση αυτή.
ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ
Η ΕΤΕπ ενδέχεται να θελήσει να εξετάσει, στο μέλλον, τη δημιουργία διαύλων επικοινωνίας με τις αρμόδιες εθνικές και περιφερειακές αρχές ελέγχου και την αναζήτηση πληροφοριών από αυτές, όπως οι διαμεσολαβητές, οι οποίοι μπορούν να χρησιμεύσουν ως πρόσθετη πηγή πληροφοριών σχετικά με τη συμμόρφωση των έργων που χρηματοδοτούνται από την ΕΤΕπ με το εθνικό και το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) ΕΕ L 197, σ. 30.
(2) Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων αναφέρεται στο έργο «Πολωνικοί αυτοκινητόδρομοι» (έργο ΕΤΕπ 20050428).
(3) Φαίνεται ότι η επιστολή της Επιτροπής αναφερόταν στην πραγματικότητα στην τροποποίηση του πολωνικού περιβαλλοντικού νόμου του 2001, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ το 2004 και, σε αντίθεση με τον ίδιο τον πολωνικό νόμο του 2001, δεν φαινόταν να συνάδει με το ευρωπαϊκό δίκαιο.
(4) Οδηγία 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1985 για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 97/11/ΕΚ του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997 για την τροποποίηση της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον.
(5) Η Τράπεζα αυτή ελέγχεται από το Δημόσιο Ταμείο της Πολωνίας.
(6) Ο καταγγέλλων επισύναψε στην καταγγελία του έγγραφο σχετικά με την ΕΤΕπ-Projects-Pipeline, το οποίο προέρχεται από τον ιστότοπο της ΕΤΕπ (http://www.eib.org/projects/pipeline/project).
(7) ΕΕ L 197, σ. 30.
(8) Βλ. υπόθεση C-10/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2002, σ. I-2357, σκέψη 88.
(9) Βλ. σημείωση 4.
(10) Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στις 10 Μαΐου 2006, η ΕΤΕπ ζήτησε από το πολωνικό Υπουργείο Μεταφορών και Υποδομών περαιτέρω διευκρινίσεις σχετικά με το κατά πόσον τα έγγραφα που αναφέρονται στην επιστολή του Υπουργείου της 6ης Απριλίου 2006, δηλαδή «η στρατηγική για την ανάπτυξη των υποδομών μεταφορών κατά τα έτη 2004-2006 και τα επόμενα έτη» και «το χρονοδιάγραμμα για την κατασκευή αυτοκινητοδρόμων και οδών ταχείας κυκλοφορίας για τις στρατηγικές 2005-2013» απαιτούσαν ΣΠΕ σύμφωνα με το άρθρο 40 της πολωνικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας του 2001.
(11) Μετάφραση από τα πολωνικά από τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή. Το αρχικό κείμενο προβλέπει τα εξής:
«Zwracamy uwagę, że dla każdego projektu objętego Programem KFD, w tym dla projektów przeznaczonych do sfinansowania z kredytow EBI zostaly przeprowadzone bądź są w trakcie przeprowadzenia oceny oddziaływania na środowisko wymagane przepisami ustawy Prawo ochrony środowiska.»