FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1770/2006/MF κατά του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου


Στρασβούργο, 12 Ιουνίου 2007

Αξιότιμε κ. R.,

Στις 12 Ιουνίου 2006, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου («ΕΕΣ») σχετικά με τη διαδικασία επιλογής που διοργάνωσε το τελευταίο για την πρόσληψη δικηγόρων (έκτακτων ή συμβασιούχων υπαλλήλων της ομάδας καθηκόντων IV).

Στις 12 Ιουλίου 2006, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο του ΕΕΣ. Το ΕΕΣ διατύπωσε τη γνώμη του στις 20 Σεπτεμβρίου 2006.

Στις 26 Σεπτεμβρίου 2006, σας διαβίβασα τη γνώμη του ΕΕΣ με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις, εφόσον το επιθυμείτε.

Δεν λάβατε παρατηρήσεις από εσάς έως την ημερομηνία που ορίστηκε για τον σκοπό αυτό.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά ήταν, συνοπτικά, τα εξής:

Τον Αύγουστο του 2005, το ΕΕΣ διοργάνωσε διαδικασία επιλογής για την πρόσληψη δικηγόρων ως έκτακτων και/ή συμβασιούχων υπαλλήλων (ομάδα καθηκόντων IV) στη Νομική Υπηρεσία του.

Ο καταγγέλλων απέστειλε την αίτησή του στο ΕΕΣ. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 18ης Απριλίου 2006, ο καταγγέλλων ζήτησε πληροφορίες σχετικά με το αποτέλεσμα της διαδικασίας επιλογής.

Με επιστολή της 3ης Απριλίου 2006, η οποία παρελήφθη από τον καταγγέλλοντα στις 19 Απριλίου 2006, ο πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων όλων των υποψηφιοτήτων που κρίθηκαν παραδεκτές, η εξεταστική επιτροπή δεν μπόρεσε να τον συμπεριλάβει στον κατάλογο των 20 καλύτερων υποψηφίων που επελέγησαν για να συμμετάσχουν στις δοκιμασίες.

Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η εξεταστική επιτροπή είχε άδικα αποφασίσει να μην συμπεριλάβει το όνομά του στον κατάλογο των 20 καλύτερων υποψηφίων. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι τα προσόντα και η επαγγελματική πείρα του πληρούσαν τις απαιτήσεις της θέσης.

Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 1ης Μαΐου 2006, ο ενδιαφερόμενος ζήτησε από το ΕΕΣ να τον ενημερώσει για τους λόγους για τους οποίους το όνομά του δεν είχε συμπεριληφθεί στον κατάλογο των 20 καλύτερων υποψηφίων που επελέγησαν για τις δοκιμασίες. Στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα (1), ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η διαδικασία επιλογής δεν είχε οργανωθεί με διαφανή τρόπο, διότι το ΕΕΣ είχε επιλέξει «τυφλά» 20 βιογραφικά σημειώματα. Ο καταγγέλλων ζήτησε επίσης πληροφορίες σχετικά με τα κριτήρια επιλογής που χρησιμοποίησε η εξεταστική επιτροπή κατά τον καθορισμό των 20 καλύτερων υποψηφίων και αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η εξεταστική επιτροπή καθόρισε την εν λόγω αριστεία.

Δεδομένου ότι δεν έλαβε καμία απάντηση στο ηλεκτρονικό του μήνυμα της 1ης Μαΐου 2006, ο καταγγέλλων επικοινώνησε περαιτέρω με το ΕΕΣ (2).

Στις 8 Μαΐου 2006, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι, στις 3 Μαΐου 2006, η επιστολή του είχε διαβιβαστεί στον πρόεδρο της εξεταστικής επιτροπής και ότι αυτός θα του απαντούσε.

Στις αρχές Ιουνίου 2006, ο καταγγέλλων επικοινώνησε εκ νέου με το ΕΕΣ προκειμένου να λάβει απάντηση. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το γεγονός ότι το ΕΕΣ δεν του είχε αποστείλει την απάντησή του έως τη στιγμή που υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σήμαινε ότι «χρειαζόταν χρόνος για να αναπτύξει εύλογο άλλοθι» για την απόφασή του να μην τον δεχθεί να συμμετάσχει περαιτέρω στη διαδικασία επιλογής.

Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το ΕΕΣ δεν απάντησε στο ηλεκτρονικό του μήνυμα της 1ης Μαΐου 2006, με το οποίο είχε ζητήσει πληροφορίες σχετικά με τα κριτήρια επιλογής που χρησιμοποίησε η εξεταστική επιτροπή κατά την επιλογή των 20 καλύτερων υποψηφίων, καθώς και αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η εξεταστική επιτροπή καθόρισε την εν λόγω αριστεία.

Ο καταγγέλλων υπέβαλε επίσης τους ακόλουθους ισχυρισμούς:

  1. Θα πρέπει να γίνει δεκτός στη διαδικασία επιλογής και να λάβει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη.
  2. Η διαδικασία επιλογής θα πρέπει να τροποποιηθεί προκειμένου να απαγορευτούν οι αδιαφανείς διαδικασίες πρόσληψης.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η προσέγγιση του Διαμεσολαβητή

Ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να κινήσει έρευνα σχετικά με την υπόθεση του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, δεδομένου ότι δεν φαίνεται να έχουν προηγηθεί διοικητικές προσεγγίσεις προς το ΕΕΣ όσον αφορά την πρώτη του αίτηση, είχε αποφασίσει να θεωρήσει αυτή την πτυχή της καταγγελίας ως απαράδεκτη βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 4 του καθεστώτος του Διαμεσολαβητή και ότι, ως εκ τούτου, δεν θα καλυπτόταν από την έρευνά του.

Η γνώμη του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου

Η γνώμη του ΕΕΣ σχετικά με την καταγγελία ήταν, συνοπτικά, η ακόλουθη:

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι το ΕΕΣ παρέλειψε να απαντήσει στο ηλεκτρονικό του μήνυμα της 1ης Μαΐου 2006, αναγνώρισε ότι ήταν αλήθεια ότι, όταν ο καταγγέλλων υπέβαλε την καταγγελία του στον Διαμεσολαβητή στις 12 Ιουνίου 2006, δεν είχε λάβει ακόμη απάντηση στο ηλεκτρονικό του μήνυμα της 1ης Μαΐου 2006. Μόλις στις 8 Μαΐου 2006 ενημερώθηκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ότι η αίτησή του είχε διαβιβαστεί στον πρόεδρο της εξεταστικής επιτροπής.

Με επιστολή της 12ης Ιουνίου 2006, ο πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής απάντησε στον καταγγέλλοντα παρέχοντάς του συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με την αξιολόγηση της αίτησής του. Ωστόσο, η επιστολή επιστράφηκε στο ΕΕΣ, διότι ο καταγγέλλων δεν ζούσε πλέον στη διεύθυνση που είχε δηλώσει στο ΕΕΣ. Μόλις ο καταγγέλλων ανακοίνωσε τη νέα του διεύθυνση, η επιστολή του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του απεστάλη εκ νέου αμέσως.

Το ΕΕΣ επισήμανε ότι το γεγονός ότι χρειάστηκαν έξι εβδομάδες για να αποσταλεί η απάντηση στο αίτημα του καταγγέλλοντος δεν σημαίνει ότι το ΕΕΣ χρειαζόταν «χρόνο για να αναπτύξει ένα εύλογο άλλοθι», όπως ισχυρίζεται ο καταγγέλλων στην καταγγελία του. Τον Μάιο του 2006, τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής συμμετείχαν σε άλλα καθήκοντα, στα οποία περιλαμβάνονταν τα ταξίδια στο εξωτερικό. Ως εκ τούτου, δυστυχώς δεν κατέστη δυνατό να διοργανωθεί συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου για να συζητηθεί το ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 1ης Μαΐου πριν από τις αρχές Ιουνίου 2006. Το ΕΕΣ έκρινε ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η απάντηση στον καταγγέλλοντα είχε δοθεί εντός εύλογης προθεσμίας.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η διαδικασία επιλογής θα πρέπει να τροποποιηθεί προκειμένου να απαγορευτούν οι αδιαφανείς διαδικασίες πρόσληψης, το ΕΕΣ δήλωσε ότι η εξεταστική επιτροπή είχε επιλέξει τους υποψηφίους που θα κληθούν στις δοκιμασίες βάσει των προσόντων και της επαγγελματικής πείρας τους. Τα κριτήρια περιγράφονται λεπτομερώς στην ανακοίνωση πρόσληψης. Η ανακοίνωση πρόσληψης εξήγησε επίσης ότι μόνο οι 20 υποψήφιοι με την καλύτερη βαθμολογία, δηλαδή εκείνοι που πληρούσαν καλύτερα τις σχετικές απαιτήσεις, θα κληθούν στη γραπτή δοκιμασία και στη συνέντευξη.

Αυτός ο περιορισμός του αριθμού των υποψηφίων οφειλόταν στο γεγονός ότι η πείρα σε άλλες διαδικασίες πρόσληψης εκτάκτων και συμβασιούχων υπαλλήλων είχε δείξει ότι, συνήθως, πολύ μεγάλος αριθμός υποψηφίων υποβάλλει αίτηση για τις προκηρυχθείσες θέσεις. Δεδομένου ότι στη Νομική Υπηρεσία του ΕΕΣ ήταν διαθέσιμος πολύ περιορισμένος αριθμός θέσεων, δεν θα ήταν εύλογο να κληθούν στη δοκιμασία όλοι οι υποψήφιοι που πληρούσαν τα ελάχιστα προσόντα.

Η εξεταστική επιτροπή εξέτασε προσεκτικά τις αιτήσεις που πληρούσαν τις ελάχιστες απαιτήσεις και τις βαθμολόγησε με βάση τα προσόντα και την επαγγελματική πείρα κάθε υποψηφίου. Όσον αφορά την περίπτωση του καταγγέλλοντος, το ΕΣΠΔ επισήμανε ότι, έως την καταληκτική ημερομηνία υποβολής της αίτησης, είχε συμπληρώσει λιγότερο από εννέα μήνες πρακτικής άσκησης στο Γραφείο του Διαμεσολαβητή. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων είχε πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές στις πολιτικές επιστήμες, το Διοικητικό Συμβούλιο του χορήγησε τη σχετική πίστωση και ο καταγγέλλων θεωρήθηκε ότι πληρούσε την απαραίτητη ελάχιστη απαίτηση ενός έτους επαγγελματικής πείρας.

Όπως εξήγησε ο πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής στην επιστολή του της 12ης Ιουνίου 2006, βάσει αυτής της αξιολόγησης, ο καταγγέλλων έλαβε συνολικά 11 βαθμούς από ένα πιθανό σύνολο 20 βαθμών. Βάσει των ίδιων κριτηρίων, η χαμηλότερη βαθμολογία που έλαβαν οι υποψήφιοι που έγιναν δεκτοί στη γραπτή δοκιμασία ήταν 16,5 μονάδες. Κατά την άποψη του ΕΕΣ, οι εν λόγω υποψήφιοι είχαν αποκτήσει, σε σύγκριση με τον καταγγέλλοντα, μεγαλύτερη και πιο ποικίλη επαγγελματική πείρα σε σχέση με τη φύση των καθηκόντων που περιγράφονται στην ανακοίνωση πρόσληψης.

Το ΕΕΣ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τόσο η διαδικασία που οδήγησε στην απόφαση μη αποδοχής του καταγγέλλοντος στη δοκιμή όσο και η ίδια η απόφαση ήταν ορθές.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις από τον καταγγέλλοντα έως την ημερομηνία που ορίστηκε για τον σκοπό αυτό.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Η εικαζόμενη παράλειψη του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου να απαντήσει στο ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 1ης Μαΐου 2006

1.1 Τον Αύγουστο του 2005, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (εφεξής «ΕΕΣ») διοργάνωσε διαδικασία επιλογής για την πρόσληψη δικηγόρων ως έκτακτων ή/και συμβασιούχων υπαλλήλων (ομάδα καθηκόντων IV) στη Νομική Υπηρεσία του. Ο καταγγέλλων απέστειλε την αίτησή του στο ΕΕΣ (3). Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 18ης Απριλίου 2006, ο καταγγέλλων ζήτησε πληροφορίες σχετικά με το αποτέλεσμα της διαδικασίας επιλογής. Με επιστολή της 3ης Απριλίου 2006, η οποία παρελήφθη από τον καταγγέλλοντα στις 19 Απριλίου 2006, ο πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων όλων των υποψηφιοτήτων που κρίθηκαν παραδεκτές, η εξεταστική επιτροπή δεν ήταν σε θέση να τον συμπεριλάβει στον κατάλογο των 20 καλύτερων υποψηφίων που επελέγησαν για συμμετοχή στις δοκιμασίες. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 1ης Μαΐου 2006, ο ενδιαφερόμενος ζήτησε από το ΕΕΣ να τον ενημερώσει για τους λόγους για τους οποίους το όνομά του δεν είχε συμπεριληφθεί στον κατάλογο των 20 καλύτερων υποψηφίων που επελέγησαν για τις δοκιμασίες. Δεδομένου ότι δεν έλαβε καμία απάντηση, ο καταγγέλλων επικοινώνησε περαιτέρω με το ΕΕΣ. Στην καταγγελία του προς τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το ΕΕΣ δεν απάντησε στο ηλεκτρονικό του μήνυμα της 1ης Μαΐου 2006, με το οποίο είχε ζητήσει πληροφορίες σχετικά με τα κριτήρια επιλογής που χρησιμοποίησε η εξεταστική επιτροπή κατά την επιλογή των 20 καλύτερων υποψηφίων, καθώς και αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η εξεταστική επιτροπή καθόρισε την εν λόγω αριστεία.

1.2 Στη γνώμη του, το ΕΕΣ αναγνώρισε ότι όταν ο καταγγέλλων υπέβαλε την καταγγελία του στο Διαμεσολαβητή στις 12 Ιουνίου 2006, δεν είχε λάβει ακόμη απάντηση στο ηλεκτρονικό του μήνυμα της 1ης Μαΐου 2006. Μόνο με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 8ης Μαΐου 2006 πληροφορήθηκε ότι η αίτησή του είχε διαβιβαστεί στον πρόεδρο της εξεταστικής επιτροπής. Το ΕΕΣ δήλωσε επίσης ότι, με επιστολή της 12ης Ιουνίου 2006, ο πρόεδρος του ΕΣΠΔ απάντησε στον καταγγέλλοντα παρέχοντάς του πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με την αξιολόγηση της αίτησής του. Ωστόσο, η επιστολή επιστράφηκε στο ΕΕΣ επειδή ο καταγγέλλων είχε εγκαταλείψει τη διεύθυνση που αναφέρεται στον φάκελο του ΕΕΣ. Μόλις ο καταγγέλλων ανακοίνωσε τη νέα του διεύθυνση, η επιστολή του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του απεστάλη εκ νέου αμέσως. Το ΕΕΣ επισήμανε ότι το γεγονός ότι χρειάστηκαν έξι εβδομάδες για να αποσταλεί η απάντηση στο αίτημα του καταγγέλλοντος δεν σημαίνει ότι το ΕΕΣ χρειαζόταν «χρόνο για να αναπτύξει ένα εύλογο άλλοθι», όπως ισχυρίζεται ο καταγγέλλων στην καταγγελία του. Τον Μάιο του 2006, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου συμμετείχαν σε άλλα καθήκοντα, στα οποία περιλαμβάνονταν τα ταξίδια στο εξωτερικό. Ως εκ τούτου, δυστυχώς δεν κατέστη δυνατό να διοργανωθεί συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου για να συζητηθεί το ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 1ης Μαΐου 2006 πριν από τις αρχές Ιουνίου 2006. Το ΕΕΣ έκρινε ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η απάντηση στον καταγγέλλοντα είχε δοθεί εντός εύλογης προθεσμίας.

1.3 Ο καταγγέλλων δεν διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με τη γνώμη του ΕΕΣ.

1.4 Αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική για τη διοίκηση να απαντά σε επιστολές ή μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που λαμβάνει εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και με κατάλληλο τρόπο. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί επίσης χρήσιμο να υπενθυμίσει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς (4), «[ο] υπάλληλος μεριμνά ώστε η απόφαση επί κάθε αιτήματος ή καταγγελίας προς το θεσμικό όργανο να λαμβάνεται εντός εύλογης προθεσμίας, χωρίς καθυστέρηση και, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής. (...)».

1.5 Από τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην καταγγελία προκύπτει ότι το ΕΕΣ απάντησε στον καταγγέλλοντα με επιστολή της 12ης Ιουνίου 2006, δηλαδή την ίδια ημέρα κατά την οποία υποβλήθηκε η παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, και η οποία εστάλη στη διεύθυνση που είχε παράσχει ο καταγγέλλων στο ΕΕΣ. Προκύπτει επίσης ότι η εν λόγω επιστολή επιστράφηκε στο ΕΕΣ, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων είχε μετακομίσει εν τω μεταξύ και ότι μπορούσε να παραδοθεί στον καταγγέλλοντα μόνο αφού το ΕΕΣ έλαβε γνώση της νέας διεύθυνσης του τελευταίου. Δεδομένου ότι τυχόν καθυστέρηση στην επίδοση της απάντησης του ΕΕΣ στον καταγγέλλοντα, η οποία μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι ο καταγγέλλων δεν είχε ενημερώσει το ΕΕΣ σχετικά με την αλλαγή της διεύθυνσής του, δεν μπορεί να αποδοθεί στο τελευταίο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η ημερομηνία κατά την οποία το ΕΕΣ απάντησε στον καταγγέλλοντα ήταν η 12η Ιουνίου 2006.

1.6 Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το ΕΕΣ δεν είχε απαντήσει στο ηλεκτρονικό του μήνυμα της 1ης Μαΐου 2006. Δεδομένου ότι η απάντηση αυτή φαίνεται να έχει αποσταλεί κατά τη διάρκεια της παρούσας έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον το ΕΕΣ απέστειλε την απάντησή του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο ο ενδιαφερόμενος ζήτησε πληροφορίες σχετικά με τους λόγους για τους οποίους το όνομά του δεν είχε συμπεριληφθεί στον κατάλογο των 20 καλύτερων υποψηφίων που επελέγησαν για τις δοκιμασίες εστάλη την 1η Μαΐου 2006. Στις 8 Μαΐου 2006, δηλαδή μία εβδομάδα αργότερα, το ΕΕΣ ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι το αίτημά του είχε διαβιβαστεί στον πρόεδρο της εξεταστικής επιτροπής και ότι αυτός θα του απαντούσε. Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι το ΕΕΣ επιβεβαίωσε ταχέως την παραλαβή του ηλεκτρονικού μηνύματος του καταγγέλλοντος και τον ενημέρωσε σχετικά με τον τρόπο χειρισμού του. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου απάντησε στον καταγγέλλοντα στις 12 Ιουνίου 2006. Στη γνώμη του, το ΕΕΣ εξήγησε ότι, δυστυχώς, δεν κατέστη δυνατή η διοργάνωση συνεδρίασης των μελών του διοικητικού συμβουλίου πριν από το τέλος Μαΐου 2006. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η εξήγηση αυτή δεν είναι παράλογη. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ΕΕΣ έχει σε κάθε περίπτωση αποστείλει ουσιαστική απάντηση στο ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος εντός έξι εβδομάδων κατ’ ανώτατο όριο.

1.7 Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους του ΕΕΣ όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.

2 Ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος

2.1 Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι i) θα πρέπει να γίνει δεκτός στη διαδικασία επιλογής και να λάβει αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστη και ii) η διαδικασία επιλογής θα πρέπει να τροποποιηθεί προκειμένου να απαγορευθούν οι αδιαφανείς διαδικασίες πρόσληψης.

2.2 Στην απάντησή του της 12ης Ιουλίου 2006, ο Διαμεσολαβητής πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι, δεδομένου ότι δεν φαίνεται να έχουν προηγηθεί διοικητικές ενέργειες όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του, είχε αποφασίσει να θεωρήσει αυτή την πτυχή της καταγγελίας ως απαράδεκτη, βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 4 του Καταστατικού του. Ως εκ τούτου, η παρούσα απόφαση αφορά μόνο τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η διαδικασία επιλογής θα πρέπει να τροποποιηθεί προκειμένου να απαγορευθούν οι αδιαφανείς διαδικασίες πρόσληψης.

2.3 Στη γνώμη του, το ΕΕΣ ανέφερε ότι η εξεταστική επιτροπή είχε επιλέξει τους υποψηφίους που θα κληθούν στις δοκιμασίες βάσει των προσόντων και της επαγγελματικής τους πείρας. Το ΕΣΠΔ εξέτασε προσεκτικά τις αιτήσεις που πληρούσαν τις ελάχιστες απαιτήσεις και τις βαθμολόγησε με βάση τα προσόντα και την επαγγελματική πείρα κάθε υποψηφίου. Τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν για τον σκοπό αυτό περιγράφηκαν λεπτομερώς στην ανακοίνωση πρόσληψης. Η ανακοίνωση πρόσληψης εξήγησε επίσης ότι οι 20 υποψήφιοι με την καλύτερη βαθμολογία, δηλαδή εκείνοι που πληρούσαν καλύτερα τις σχετικές απαιτήσεις, θα κληθούν στη γραπτή δοκιμασία και στη συνέντευξη. Αυτός ο περιορισμός του αριθμού των υποψηφίων οφειλόταν στο γεγονός ότι η πείρα σε άλλες διαδικασίες πρόσληψης εκτάκτων και συμβασιούχων υπαλλήλων είχε δείξει ότι, συνήθως, πολύ μεγάλος αριθμός υποψηφίων υποβάλλει αίτηση για τις προκηρυχθείσες θέσεις. Δεδομένου ότι στη Νομική Υπηρεσία του ΕΕΣ ήταν διαθέσιμος πολύ περιορισμένος αριθμός θέσεων, δεν θα ήταν εύλογο να κληθούν στη δοκιμασία όλοι οι υποψήφιοι που πληρούσαν τα ελάχιστα προσόντα. Όσον αφορά την περίπτωση του καταγγέλλοντος, το ΕΣΠΔ επισήμανε ότι, κατά την καταληκτική ημερομηνία υποβολής της αίτησης, είχε συμπληρώσει λιγότερο από εννέα μήνες πρακτικής άσκησης. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων είχε πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές στις πολιτικές επιστήμες, το Διοικητικό Συμβούλιο του χορήγησε τη σχετική πίστωση και θεωρήθηκε ότι πληρούσε την ελάχιστη απαίτηση ενός έτους επαγγελματικής πείρας. Όπως εξήγησε ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου στην επιστολή του της 12ης Ιουνίου 2006, ο καταγγέλλων έλαβε, βάσει αυτής της αξιολόγησης, συνολικά 11 βαθμούς από τους 20 που ήταν δυνατόν να λάβει κατ’ ανώτατο όριο. Βάσει των ίδιων κριτηρίων, η χαμηλότερη βαθμολογία που έλαβαν οι υποψήφιοι που έγιναν δεκτοί στη γραπτή δοκιμασία ήταν 16,5 μονάδες. Κατά την άποψη του ΕΕΣ, οι εν λόγω υποψήφιοι είχαν αποκτήσει, σε σύγκριση με τον καταγγέλλοντα, μεγαλύτερη και πιο ποικίλη επαγγελματική πείρα σε σχέση με τη φύση των καθηκόντων που περιγράφονται στην ανακοίνωση πρόσληψης. Το ΕΕΣ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τόσο η διαδικασία που οδήγησε στην απόφαση μη αποδοχής του καταγγέλλοντος στη δοκιμή όσο και η ίδια η απόφαση ήταν ορθές.

2.4 Ο καταγγέλλων δεν διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με τη γνώμη του ΕΕΣ.

2.5 Ο Διαμεσολαβητής κατανοεί τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι αφορά τόσο τη διαδικασία που ακολούθησε το ΕΕΣ όσο και την ουσία της απόφασης του τελευταίου να μην τον δεχθεί στο τεστ.

2.6 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, οι εξεταστικές επιτροπές διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά την αξιολόγηση των προσόντων και της πρακτικής πείρας των υποψηφίων στο πλαίσιο διαγωνισμού και ότι η αξιολόγηση αυτή μπορεί να αναιρεθεί μόνο σε περίπτωση πρόδηλης παραβίασης κανόνα ή αρχής που δεσμεύει την εξεταστική επιτροπή.

2.7 Όσον αφορά τη διαδικασία πρόσληψης που ακολούθησε το ΕΕΣ, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, κατά τη γνώμη του, το ΕΕΣ δήλωσε ότι είχε αποφασίσει ότι μόνο οι 20 υποψήφιοι με την υψηλότερη βαθμολογία θα γίνονταν δεκτοί στη γραπτή δοκιμασία και στη συνέντευξη, διότι, λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου αριθμού των αιτήσεων που συνήθως λαμβάνονταν στο πλαίσιο των διαδικασιών πρόσληψης έκτακτων και συμβασιούχων υπαλλήλων, δεν θα ήταν εύλογο να προσκληθούν όλοι οι υποψήφιοι που πληρούσαν τα ελάχιστα προσόντα της δοκιμασίας. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι, δεδομένου ότι ο αριθμός των θέσεων που ήταν διαθέσιμες στη Νομική Υπηρεσία του ΕΕΣ ήταν περιορισμένος, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να υποδηλώνει ότι η προσέγγιση του ΕΕΣ δεν καλύπτεται από τις διακριτικές εξουσίες που διαθέτει το ΕΕΣ στον σχετικό τομέα. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η ανακοίνωση πρόσληψης περιέγραφε σαφώς τη διαδικασία που σκόπευε να ακολουθήσει το ΕΕΣ.

2.8 Όσον αφορά την απόφαση του ΕΕΣ να μην δεχθεί τον καταγγέλλοντα στη δοκιμασία, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι στην παράγραφο «Ελάχιστα προσόντα» της ανακοίνωσης πρόσληψης αναφερόταν ότι οι υποψήφιοι έπρεπε να διαθέτουν

«τουλάχιστον ένα έτος επαγγελματικής πείρας στην εργασία σε σχέση με τη φύση των καθηκόντων που πρόκειται να ασκηθούν. Θα λαμβάνεται υπόψη μόνο η επαγγελματική πείρα μετά την απόκτηση του πανεπιστημιακού πτυχίου ή διπλώματος που απαιτείται για τη συμμετοχή στη διαδικασία επιλογής· ωστόσο, θα ληφθεί υπόψη ο χρόνος που απαιτείται για την απόκτηση πρόσθετων προσόντων σχετικά με τη φύση των δραστηριοτήτων».

2.9 Από τη γνώμη του ΕΕΣ προκύπτει ότι ο καταγγέλλων διέθετε μόνο εννέα μήνες σχετικής επαγγελματικής πείρας, αλλά ότι η εξεταστική επιτροπή έλαβε υπόψη τις μεταπτυχιακές σπουδές του στις πολιτικές επιστήμες και, ως εκ τούτου, έκρινε ότι ο καταγγέλλων διέθετε την αναγκαία ελάχιστη επαγγελματική πείρα. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, βάσει των κριτηρίων επιλογής, το ΕΣΠΔ έδωσε στον καταγγέλλοντα 11 μονάδες και ότι η χαμηλότερη βαθμολογία που έλαβαν οι υποψήφιοι που έγιναν δεκτοί στη γραπτή δοκιμασία ήταν 16,5 μονάδες. Στην επιστολή του προς τον καταγγέλλοντα της 12ης Ιουνίου 2006, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου εξήγησε ότι το ΕΕΣ είχε λάβει συνολικά 210 αιτήσεις και ότι οι υποψήφιοι είχαν, σε γενικές γραμμές, εξαιρετικά υψηλά προσόντα τόσο από ακαδημαϊκή άποψη όσο και από άποψη επαγγελματικής πείρας. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι λόγοι που προέβαλε το συμβούλιο για να μην επιτρέψει στον καταγγέλλοντα να συμμετάσχει περαιτέρω στη διαδικασία επιλογής φαίνονται εύλογοι.

2.10 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δεν απέδειξε την αξίωσή του.

3 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών της Διαμεσολαβήτριας σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, φαίνεται ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από το ΕΕΣ. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος του ΕΕΣ θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Το ηλεκτρονικό μήνυμα στο οποίο παρέπεμψε ο καταγγέλλων δεν είχε επισυναφθεί στην καταγγελία του.

(2) Ο καταγγέλλων δεν διευκρίνισε, στην καταγγελία του, την ημερομηνία αυτής της περαιτέρω αλληλογραφίας με το ΕΕΣ.

(3) Ο καταγγέλλων δεν διευκρίνισε την ημερομηνία αποστολής της αίτησής του στο ΕΕΣ.

(4) Ο ευρωπαϊκός κώδικας ορθής διοικητικής συμπεριφοράς είναι διαθέσιμος στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu/code/en/default.htm).

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!