Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 847/2006/(GK)BU κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 847/2006/(GK)BU - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 24 Απριλίου 2006 - Απόφαση στις Τετάρτη | 03 Οκτωβρίου 2007
Στρασβούργο, 3 Οκτωβρίου 2007
Αξιότιμε κ. B.,
Στις 21 Μαρτίου 2006, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τον χειρισμό της συστημένης επιστολής σας της 6ης Ιουλίου 2005 από την Αντιπροσωπεία της στην Ελλάδα. Υποβάλατε αντίγραφο της επιστολής αυτής με ηλεκτρονική αλληλογραφία της 29ης Μαρτίου 2006, καθώς και ταχυδρομικώς, η οποία ελήφθη στις 31 Μαρτίου 2006.
Στις 24 Απριλίου 2006, διαβίβασα την καταγγελία σας στον Πρόεδρο της Επιτροπής και ζήτησα από την Επιτροπή να υποβάλει γνωμοδότηση. Στις 13 Ιουλίου 2006, η Επιτροπή ζήτησε παράταση της προθεσμίας για τη διατύπωση γνώμης.
Με επιστολή της 10ης Αυγούστου 2006, έκανα δεκτό το ανωτέρω αίτημα και σας ενημέρωσα για την αλλαγή του νομικού συμβούλου που είναι αρμόδιος για την εξέταση της υπόθεσής σας.
Στις 10 Οκτωβρίου 2006, η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία σας. Στις 19 Οκτωβρίου 2006, σας διαβίβασα τη γνωμοδότηση με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις. Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις από εσάς.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει. Ζητώ συγγνώμη για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για την εξέταση της καταγγελίας σας.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Η καταγγελία αφορά προβλήματα που σχετίζονται με την ελεύθερη κυκλοφορία ιδιωτικών αεροσκαφών νηολογημένων στην Ελλάδα και των επιβατών τους κατά την είσοδο και έξοδο από ελληνικά αεροδρόμια.
Στην καταγγελία, ο καταγγέλλων παραπέμπει στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3925/91 του Συμβουλίου (1), ο οποίος απαγορεύει τη διενέργεια ελέγχων και άλλων διατυπώσεων όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τις χειραποσκευές και τις παραδιδόμενες αποσκευές προσώπων που πραγματοποιούν ενδοκοινοτική πτήση, εκτός από τους ελέγχους ασφαλείας. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε επίσης στη σύμβαση Σένγκεν που επιτρέπει την ελεύθερη κυκλοφορία των επιβατών εντός του χώρου Σένγκεν χωρίς συνοριακούς ελέγχους. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, στην Ελλάδα οι ανωτέρω κανόνες εφαρμόζονται μόνο σε επιβάτες και οχήματα που εισέρχονται στην Ελλάδα μέσω θαλάσσιων λιμένων, αλλά τα αεροσκάφη που είναι νηολογημένα στην Ελλάδα απαγορεύεται να εισέρχονται ή να εξέρχονται από την Ελλάδα, ανεξάρτητα από τον προορισμό ή την προέλευσή τους, από μη διεθνή αεροδρόμια, δυνάμει του ελληνικού νόμου αριθ. 2960/2001 (ο «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας»). Ο εθνικός τελωνειακός κώδικας ορίζει ότι η είσοδος και η έξοδος από τα ελληνικά αεροδρόμια, ακόμη και εντός της ΕΕ και/ή του χώρου Σένγκεν, πρέπει να πραγματοποιούνται αυστηρά μέσω αερολιμένων που τελούν υπό την εποπτεία και τον έλεγχο της ελληνικής τελωνειακής υπηρεσίας. Ο καταγγέλλων προσθέτει ότι σε αεροσκάφη νηολογημένα σε άλλα κράτη μέλη της ΕΕ έχει επιτραπεί επανειλημμένα η είσοδος ή η έξοδος από μη διεθνείς αερολιμένες.
Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η ανωτέρω κατάσταση εμποδίζει τους Έλληνες πολίτες που έχουν νηολογημένα αεροσκάφη στην Ελλάδα να ασκήσουν τα δικαιώματά τους ελεύθερης κυκλοφορίας εντός του χώρου Σένγκεν. Ως εκ τούτου, στην επιστολή του της 6ης Ιουλίου 2005 προς την Αντιπροσωπεία της Επιτροπής στην Ελλάδα («η Αντιπροσωπεία»), έθεσε το ανωτέρω ζήτημα και ζήτησε από την Αντιπροσωπεία i) να τον ενημερώσει κατά πόσον η εν λόγω ελληνική νομοθεσία είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο· και ii) σε αντίθετη περίπτωση, να απαιτήσει τη δέουσα τροποποίηση της εν λόγω νομοθεσίας. Μέχρι την ημερομηνία υποβολής της καταγγελίας του στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων δεν είχε λάβει απάντηση από την Αντιπροσωπεία.
Στις 21 Μαρτίου 2006, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Ισχυρίστηκε ότι η Αντιπροσωπεία δεν χειρίστηκε ορθά τη συστημένη επιστολή του της 6ης Ιουλίου 2005.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστέρηση απάντησης στην επιστολή του καταγγέλλοντος και ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα. Η Επιτροπή επισήμανε ότι απέστειλε ουσιαστική απάντηση στον καταγγέλλοντα στις 15 Ιουνίου 2006 και διαβίβασε αντίγραφο της απάντησης στην αγγλική γλώσσα. Στην απάντησή της, η Επιτροπή ζήτησε εκ νέου συγγνώμη για την καθυστέρηση με την οποία εστάλη η απάντηση και ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν υπήρχε λόγος να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ελλάδας. Η Επιτροπή εξήγησε κυρίως ότι, αν και η ουσία του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου ήταν σε μεγάλο βαθμό εναρμονισμένη σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι διαδικασίες ελέγχου εξακολουθούσαν να υπάγονται κατά κύριο λόγο στη δικαιοδοσία των κρατών μελών. Στη συνέχεια, προσέθεσε ότι οι τελωνειακές διοικήσεις των κρατών μελών εφάρμοζαν όχι μόνο το κοινοτικό δίκαιο, αλλά και τις εθνικές νομοθεσίες, ιδίως στους τομείς στους οποίους τα κράτη μέλη ήταν κατά κύριο λόγο υπεύθυνα. Κατά την Επιτροπή, το κοινοτικό δίκαιο λαμβάνει υπόψη την ανάγκη αποτελεσματικής οργανώσεως των τελωνειακών ελέγχων στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας.
Στη γνώμη της, η Επιτροπή παρείχε επίσης την ακόλουθη επισκόπηση των μέτρων που έλαβε σε σχέση με την επιστολή του καταγγέλλοντος και παρείχε τις ακόλουθες εξηγήσεις σχετικά με τους λόγους της καθυστέρησης στην απάντησή της:
- Η Αντιπροσωπεία έλαβε την επιστολή του καταγγέλλοντος στις 8 Ιουλίου 2005. Απέστειλαν μια πρώτη αίτηση παροχής πληροφοριών στις υπηρεσίες της Επιτροπής στις Βρυξέλλες στις 12 Ιουλίου 2005 και ενημέρωσαν σχετικά τον καταγγέλλοντα.
- Μετά τις τηλεφωνικές έρευνες του καταγγέλλοντος, η Αντιπροσωπεία κατέληξε τον Οκτώβριο του 2005 στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν προβλήματα στη διαβίβαση της επιστολής του καταγγέλλοντος και την απέστειλε εκ νέου στην Επιτροπή στις 7 Οκτωβρίου 2005.
- Μόλις ο καταγγέλλων επικοινώνησε με την Αντιπροσωπεία τον Δεκέμβριο του 2005 και τον Ιανουάριο του 2006, η Αντιπροσωπεία διεξήγαγε έρευνες στις υπηρεσίες της Επιτροπής σχετικά με την πρόοδο που είχε σημειώσει όσον αφορά την προετοιμασία απάντησης στην επιστολή του καταγγέλλοντος. Κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνομιλίας στις 27 Ιανουαρίου 2006, η Αντιπροσωπεία διαβεβαίωσε τον καταγγέλλοντα ότι η υπόθεσή του εξεταζόταν από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής και του εξήγησε ότι, λόγω της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, θα χρειαζόταν ακόμη κάποιος χρόνος για να λάβει απάντηση.
- Το ζήτημα που έθιξε ο καταγγέλλων ήταν τεχνικά πολύ δύσκολο και έπρεπε να συμβιβαστούν διάφορα ζητήματα, και συγκεκριμένα: i) την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων· ii) την ενότητα του τελωνειακού δικαίου· και iii) την ανάγκη διασφάλισης της ασφάλειας της εναέριας κυκλοφορίας. Ως εκ τούτου, ήταν αναγκαία η διυπηρεσιακή διαβούλευση με διάφορες υπηρεσίες της Επιτροπής και η Επιτροπή έπρεπε να διερευνήσει και να αναλύσει προσεκτικά το θέμα. Αυτή η διαδικασία ήταν χρονοβόρα. Επιπλέον, το ζήτημα καλυπτόταν εν μέρει από το κοινοτικό δίκαιο και εν μέρει από το εθνικό δίκαιο.
- Στις 20 Μαρτίου 2006, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνομιλίας με τον καταγγέλλοντα, η Αντιπροσωπεία τον ενημέρωσε για τα δικαιώματά του σε περίπτωση που δεν ήταν ικανοποιημένος με τις παρεχόμενες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος υποβολής καταγγελίας στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Την ίδια ημέρα εστάλη στον καταγγέλλοντα επιστολή με τις ανωτέρω πληροφορίες.
- Στις 15 Ιουνίου 2006, η Επιτροπή απέστειλε ουσιαστική απάντηση στον καταγγέλλοντα, στην οποία ανέφερε ότι η σχετική ελληνική νομοθεσία ήταν σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο.
Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1.1 Με επιστολή της 6ης Ιουλίου 2005 προς την Αντιπροσωπεία της Επιτροπής στην Ελλάδα («η Αντιπροσωπεία»), ο καταγγέλλων έθεσε ζητήματα σχετικά με τα προβλήματα στην ελεύθερη κυκλοφορία των ιδιωτικών αεροσκαφών που είναι νηολογημένα στην Ελλάδα και των επιβατών τους κατά την είσοδο και την έξοδο από τα ελληνικά αεροδρόμια. Ζήτησε από την Αντιπροσωπεία i) να τον ενημερώσει εάν η σχετική ελληνική νομοθεσία είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο· και ii) σε αντίθετη περίπτωση, να ζητήσει τη δέουσα τροποποίηση της εν λόγω νομοθεσίας.
Μέχρι την ημερομηνία υποβολής της καταγγελίας του στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων δεν έλαβε απάντηση από την Αντιπροσωπεία. Ως εκ τούτου, στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ισχυρίστηκε ότι η Αντιπροσωπεία δεν χειρίστηκε ορθά τη συστημένη επιστολή του της 6ης Ιουλίου 2005.
1.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή σημείωσε ότι απέστειλε ουσιαστική απάντηση στον καταγγέλλοντα στις 15 Ιουνίου 2006, δήλωσε ότι λυπάται για την καθυστέρηση απάντησης στην επιστολή του καταγγέλλοντος και ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση αυτή.
Στην επί της ουσίας απάντησή της της 15ης Ιουνίου 2006 προς τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή i) ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση στην αποστολή της απάντησής της· ii) ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν υπήρχε λόγος να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ελλάδας· και iii) εξήγησε στον καταγγέλλοντα τους λόγους για το ανωτέρω συμπέρασμα.
Στη γνωμοδότησή της επί της καταγγελίας, η Επιτροπή εξήγησε επίσης τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν σε θέση να αποστείλει την απάντησή της σε προηγούμενη ευκαιρία. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επικαλέστηκε: i) την προβληματική εσωτερική διαβίβαση του αιτήματος του καταγγέλλοντος από την Αντιπροσωπεία στις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής στις Βρυξέλλες· και ii) την πολυπλοκότητα του ζητήματος που έθεσε ο καταγγέλλων, λόγω της οποίας κατέστη αναγκαία η διυπηρεσιακή διαβούλευση με διάφορες υπηρεσίες της Επιτροπής.
1.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι η Επιτροπή έδωσε ουσιαστική απάντηση στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 6ης Ιουλίου 2005 μόλις στις 15 Ιουνίου 2006, δηλαδή περισσότερο από 11 μήνες μετά την παραλαβή της από την Αντιπροσωπεία. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει και εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι, τόσο στη γνώμη του σχετικά με την παρούσα καταγγελία όσο και στην επί της ουσίας απάντησή του της 15ης Ιουνίου 2006 προς τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για την καθυστέρηση που σημειώθηκε στην παροχή της απάντησης.
1.4 Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή παρέσχε ορισμένες εξηγήσεις σχετικά με τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν σε θέση να παράσχει στον καταγγέλλοντα ουσιαστική απάντηση νωρίτερα.
1.5 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης τα επιχειρήματα της Επιτροπής σχετικά με την πολυπλοκότητα του ζητήματος που έθεσε ο καταγγέλλων, το οποίο καλύπτεται εν μέρει από το κοινοτικό δίκαιο και εν μέρει από το εθνικό δίκαιο. Το ζήτημα απαιτούσε διυπηρεσιακή διαβούλευση με διάφορες υπηρεσίες της Επιτροπής, καθώς και προσεκτική έρευνα και ανάλυση. Επιπλέον, έπρεπε να συμβιβαστούν διάφορα ζητήματα: i) την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων· ii) την ενότητα του τελωνειακού δικαίου· και iii) την ανάγκη διασφάλισης της ασφάλειας της εναέριας κυκλοφορίας. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι τα ανωτέρω επιχειρήματα αρκούν από μόνα τους για να εξηγήσουν τη θέση της Επιτροπής.
1.6 Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Αντιπροσωπεία διατηρούσε τηλεφωνικές επαφές με τον καταγγέλλοντα, διαβεβαιώνοντάς τον ότι η υπόθεσή του διεκπεραιωνόταν και εφιστώντας την προσοχή του στην πολυπλοκότητά της.
1.7 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κρούσμα κακοδιοίκησης όσον αφορά αυτή την πτυχή της καταγγελίας.
1.8 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι η Αντιπροσωπεία διαβίβασε για πρώτη φορά την επιστολή του καταγγέλλοντος στις υπηρεσίες της Επιτροπής στις Βρυξέλλες στις 12 Ιουλίου 2005. Ωστόσο, εντοπίστηκαν οι δυσκολίες στην εσωτερική διαβίβαση και η επιστολή απεστάλη εκ νέου στις Βρυξέλλες μόλις στις 7 Οκτωβρίου 2005, μετά τις τηλεφωνικές έρευνες του καταγγέλλοντος. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε περαιτέρω παρατήρηση κατωτέρω.
2 ΣυμπέρασμαΟ Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία δεν αποκάλυψε κρούσμα κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί για την απόφαση αυτή.
Περαιτέρω παρατήρησηΗ Επιτροπή θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο εισαγωγής κατάλληλων αλλαγών στο σύστημα εσωτερικής διαβίβασης φακέλων μεταξύ των κεντρικών υπηρεσιών της και των αντιπροσωπειών/αντιπροσωπειών της, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η διαβίβαση αυτή είναι πάντα ταχεία και αποτελεσματική.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Κανονισμός (ΕΟΚ) 3925/91 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1991, για την κατάργηση των ελέγχων και διατυπώσεων που εφαρμόζονται στις χειραποσκευές και τις παραδιδόμενες αποσκευές προσώπων που πραγματοποιούν ενδοκοινοτική πτήση καθώς και στις αποσκευές των προσώπων που πραγματοποιούν ενδοκοινοτικό θαλάσσιο ταξίδι (ΕΕ L 374, σ. 4).