FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 712/2006/MF κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 22 Νοεμβρίου 2007

Αξιότιμε κ. X,

Στις 5 Μαρτίου 2006, ενεργώντας εξ ονόματος των άλλων μελών του διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος «Paul Finet», υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η καταγγελία σας αφορούσε το αίτημα των διευθυντών να συγκληθεί η καταστατική συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος.

Στις 11 Απριλίου 2006, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Στις 5 Ιουλίου 2006, η Επιτροπή ζήτησε παράταση της προθεσμίας για την υποβολή της γνώμης της έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2006.

Με έγγραφο της 10ης Ιουλίου 2006, αποφάσισα να δεχθώ το αίτημα της Επιτροπής. Σας ενημέρωσα σχετικά με επιστολή της ίδιας ημέρας.

Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 9 Νοεμβρίου 2006. Στις 14 Νοεμβρίου 2006, σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 21 Δεκεμβρίου 2006.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά ήταν, συνοπτικά, τα εξής:

Ιστορικό: καταγγελία 1231/2004/MF

Ο καταγγέλλων είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος «Paul Finet»(εφεξής το «Ίδρυμα») με έδρα το Λουξεμβούργο. Δηλώνει ότι υπέβαλε την καταγγελία εξ ονόματος των άλλων μελών του διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος.

Στόχος του Ιδρύματος είναι η επιδότηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για τα ορφανά των εργαζομένων της εταιρείας της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ), τα οποία υπήρξαν θύματα εργατικών ατυχημάτων ή έχασαν τη ζωή τους λόγω επαγγελματικής ασθένειας.

Σύμφωνα με το καταστατικό του Ιδρύματος, η Επίτροπος Κοινωνικών Υποθέσεων (κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών που περιγράφονται στην καταγγελία, κα Διαμαντοπούλου) είναι η Πρόεδρος του Ιδρύματος και προεδρεύει του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος, το οποίο απαρτίζεται από υπαλλήλους της Επιτροπής.

Στις 11 Απριλίου 2002, η καταγγέλλουσα απέστειλε επιστολή στην Επίτροπο Διαμαντοπούλου ζητώντας την άποψή της για το μέλλον του Ιδρύματος.

Στις 5 Απριλίου 2004, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ενημερώθηκαν ότι η Επιτροπή είχε αποφασίσει να καταργήσει μια θέση γραμματέα στο Ίδρυμα. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το μέτρο αυτό εμπόδισε το Ίδρυμα να λειτουργήσει αποτελεσματικά.

Στις 27 Απριλίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε μια πρώτη καταγγελία (αριθ. αναφοράς 1231/2004/MF) στον Διαμεσολαβητή, στην οποία ισχυριζόταν ότι η Επιτροπή είχε αδίκως αποφασίσει να καταργήσει μια θέση γραμματέα στο Ίδρυμα.

Στις 9 Ιουνίου 2004, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων φαινόταν να μην έχει προβεί στις κατάλληλες προηγούμενες διοικητικές ενέργειες με την Επιτροπή όσον αφορά το αντικείμενο της καταγγελίας του, ο Διαμεσολαβητής τον ενημέρωσε ότι η καταγγελία του ήταν απαράδεκτη βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 4 του Καταστατικού του. Ο Διαμεσολαβητής συνέστησε στον καταγγέλλοντα να επικοινωνήσει με τη Γενική Διεύθυνση («ΓΔ») «Απασχόληση και Κοινωνικές Υποθέσεις» της Επιτροπής και να ανανεώσει την καταγγελία του στον Διαμεσολαβητή εάν δεν λάβει ικανοποιητική απάντηση από την Επιτροπή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

Παρούσα καταγγελία 712/2006/MF

Στις 5 Μαρτίου 2006, ο καταγγέλλων απέστειλε νέα επιστολή στον Διαμεσολαβητή, η οποία, λόγω του περιεχομένου της, καταχωρίστηκε ως νέα καταγγελία με αριθμό αναφοράς 712/2006/MF.

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά ήταν, συνοπτικά, τα εξής:

Στις 16 Ιουνίου 2004, απέστειλε επιστολή στη ΓΔ «Απασχόληση και Κοινωνικές Υποθέσεις» της Επιτροπής προκειμένου να της ζητήσει να διευκρινίσει την κατάσταση όσον αφορά το Ίδρυμα και να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να μπορέσει το Ίδρυμα να συνεχίσει τη λειτουργία του.

Στις 30 Ιουνίου 2004, η Επιτροπή πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι η διαχείριση της Γραμματείας του Ιδρύματος ενέπιπτε στην αρμοδιότητα του Γραφείου Διαχείρισης και Εκκαθάρισης των Ατομικών Δικαιωμάτων, ενώ ο κ. Kinnock ήταν ο τότε αρμόδιος Επίτροπος.

Στις 8 Αυγούστου 2004, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον κ. Kinnock προκειμένου να του ζητήσει να συγκαλέσει την προβλεπόμενη από τον νόμο συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος. Την ίδια ημέρα απέστειλε πανομοιότυπη επιστολή στον Αναπληρωτή Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής και στον Επίτροπο Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων, τότε κ. Δήμα.

Στις 23 Νοεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον Επίτροπο Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ίσων Ευκαιριών, κ. Spidla, προκειμένου να του ζητήσει να συγκαλέσει την καταστατική συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος.

Στις 12 Δεκεμβρίου 2004, ο εν ενεργεία επίτροπος Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων απάντησε ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες είχαν αρχίσει να εξετάζουν τα ζητήματα που έθιξε ο καταγγέλλων σχετικά με τη διοικητική λειτουργία και τη χρηματοδότηση του Ιδρύματος. Ο Επίτροπος ενημέρωσε επίσης τον καταγγέλλοντα ότι θα βρεθεί λύση για το μέλλον του Ιδρύματος.

Την 1η Σεπτεμβρίου 2005, διοργανώθηκε συνέντευξη μεταξύ του καταγγέλλοντος και ενός από τα μέλη του ιδιαίτερου γραφείου του Επιτρόπου κ. Spidla.

Στις 27 Ιανουαρίου 2006, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε από το ιδιαίτερο γραφείο του Επιτρόπου Spidla ότι, με την ευκαιρία συνάντησης μεταξύ του Επιτρόπου Spidla και του Επιτρόπου κ. Kallas, είχε τεθεί η ανάγκη εξεύρεσης μεταβατικών μέτρων για το Ίδρυμα. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το ζήτημα αυτό εκκρεμεί ενώπιον της Επιτροπής επί δύο έτη.

Λαμβάνοντας υπόψη τα συνημμένα που υπέβαλε ο καταγγέλλων με την καταγγελία του, ο Διαμεσολαβητής αντιλήφθηκε ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε τον ακόλουθο ισχυρισμό και ισχυρισμό:

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή αρνήθηκε να δώσει συνέχεια στο αίτημα των διευθυντών του Ιδρύματος για σύγκληση της καταστατικής συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου του. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει τη συνέχιση της λειτουργίας του Ιδρύματος.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Η γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία ήταν, συνοπτικά, η ακόλουθη:

Ιστορικό

Το Ίδρυμα “Paul Finet” δημιουργήθηκε από την Ανώτατη Αρχή της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (“ΕΚΑΧ”) το 1965. Το καταστατικό του Ιδρύματος καταρτίστηκε στις 30 Ιουνίου 1965 και τροποποιήθηκε στις 25 Μαΐου 1967, στις 16 Μαρτίου 1972, στις 6 Φεβρουαρίου 1975 και στις 17 Μαρτίου 1988 αντίστοιχα.

Το Ίδρυμα αναγνωρίζεται ως «ίδρυμα κοινής ωφέλειας» και διέπεται από τον νόμο του Λουξεμβούργου της 21ης Απριλίου 1928 σχετικά με τις ενώσεις και τα ιδρύματα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, και ειδικότερα από τον τίτλο II του νόμου περί ιδρυμάτων.

Σύμφωνα με το καταστατικό του, το Ίδρυμα διαθέτει διοικητικό συμβούλιο αποτελούμενο από είκοσι δύο μέλη, εκ των οποίων τουλάχιστον έντεκα πρέπει να είναι υπάλληλοι ή πρώην υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Προεδρία ανατίθεται αυτόματα στον Επίτροπο που είναι αρμόδιος για τις κοινωνικές υποθέσεις. Ο ρόλος του Διοικητικού Συμβουλίου είναι να διαχειρίζεται τις εργασίες του Ιδρύματος και να εκτελεί όλες τις διοικητικές πράξεις. Προκειμένου να διευκολυνθεί ο ρόλος του, το διοικητικό συμβούλιο επικουρείται από εκτελεστική επιτροπή στην οποία έχει ανατεθεί η καθημερινή διαχείριση της διοίκησης («administration courante») του Ιδρύματος. Η Εκτελεστική Επιτροπή αποτελείται από δεκατρία μέλη που εκλέγονται από το Διοικητικό Συμβούλιο.

Τα έσοδα του Ιδρύματος συνίστανται σε εθελοντικές δωρεές και επιδοτήσεις, ιδίως από την Επιτροπή, καθώς και σε έσοδα από τους ιδίους πόρους του Ιδρύματος. Μέχρι το 2003, η Επιτροπή χορήγησε στο Ίδρυμα ενίσχυση ύψους 220 000 ευρώ ετησίως από τη γραμμή του προϋπολογισμού με τίτλο «Βοήθεια στα θύματα καταστροφών στον τομέα του άνθρακα και του χάλυβα και ενίσχυση για τα ορφανά». Ένα επιπλέον ποσό ύψους περίπου 10 000 ευρώ χορηγήθηκε από τη γραμμή του προϋπολογισμού «Άλλες Επιτροπές που λειτουργούν στο πλαίσιο της ΕΚΑΧ». Η ενίσχυση αυτή αποσκοπούσε στην κάλυψη των δαπανών που σχετίζονται με τις καταστατικές συνεδριάσεις.

Μέχρι το τέλος του 2003, η διοικητική διαχείριση του Ιδρύματος διασφαλιζόταν από διαδοχικές υπηρεσίες της Επιτροπής. Δεδομένου ότι το Ίδρυμα δεν διέθετε δικό του προσωπικό ή εγκαταστάσεις, έως δύο μέλη του προσωπικού της Επιτροπής τέθηκαν στη διάθεση του Ιδρύματος.

Η λήξη της συνθήκης ΕΚΑΧ τον Ιούλιο του 2002 και η έναρξη ισχύος του νέου δημοσιονομικού κανονισμού οδήγησαν την Επιτροπή να επανεξετάσει την καταλληλότητα της συμμετοχής της στο Ίδρυμα. Πρέπει να επισημανθεί ότι οι εκτιμήσεις αυτές έλαβαν χώρα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, το οποίο οδήγησε σε απόφαση της Επιτροπής (1) σχετικά με τη συμμετοχή της, εν γένει, σε οργανισμούς ιδιωτικού δικαίου.

Μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες υπηρεσίες της, η Επιτροπή αποφάσισε να παύσει να θέτει ορισμένα μέλη του προσωπικού της στη διάθεση του Ιδρύματος και να επανεξετάσει την ανάθεση γραμμής του προϋπολογισμού στο Ίδρυμα.

Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι η έλλειψη νομικής βάσης για τη συνδρομή του Ιδρύματος, η οποία προέκυψε από τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ τον Ιούλιο του 2002, οδήγησε τις υπηρεσίες της στο συμπέρασμα ότι, κατά την κατάρτιση του προϋπολογισμού του 2004, δεν χρειάζεται να προβλεφθεί η ανανέωση της προαναφερθείσας γραμμής του προϋπολογισμού. Οι αποφάσεις αυτές κοινοποιήθηκαν εγκαίρως στο Ίδρυμα στο πλαίσιο καταστατικών συνεδριάσεων. Ειδικότερα, οι αποφάσεις αυτές οφείλονταν, αφενός, στη μείωση της ποσότητας των ενισχύσεων που χορηγούνταν ετησίως και, αφετέρου, στην αύξηση των ιδίων πόρων του Ιδρύματος, η οποία, το 2003, ανερχόταν σε 972 668,15 ευρώ. Υπολογίστηκε ότι οι πόροι αυτοί θα καθιστούσαν δυνατή την κάλυψη έξι ετών δραστηριότητας χωρίς τη χρήση νέων κοινοτικών επιδοτήσεων.

Επί της ουσίας του ισχυρισμού και του ισχυρισμού του καταγγέλλοντος

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή αρνήθηκε να δώσει συνέχεια στο αίτημα των διευθυντών του Ιδρύματος για σύγκληση της καταστατικής συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου, η Επιτροπή δήλωσε ότι ο εσωτερικός κανονισμός του διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος ορίζει ότι το διοικητικό συμβούλιο «συγκαλείται από τον πρόεδρό του ή, σε περίπτωση που δεν είναι διαθέσιμος, από τον διευθυντή που καλείται να προεδρεύσει της συνεδρίασης σύμφωνα με το άρθρο 3 κατωτέρω».

Ωστόσο, το άρθρο 1 του εσωτερικού κανονισμού (2) ορίζει περαιτέρω ότι το διοικητικό συμβούλιο μπορεί επίσης να συγκληθεί εάν υποβληθεί αίτηση από τουλάχιστον επτά διοικητικούς υπαλλήλους.

Η Επιτροπή επισήμανε ότι η παραίτηση τριών εκ των μελών του διοικητικού συμβουλίου, τα οποία ήταν όλοι υπάλληλοι της Επιτροπής τον Μάρτιο του 2004, δεν εμπόδιζε τους διοικητικούς υπαλλήλους να συγκαλέσουν, με δική τους πρωτοβουλία, συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή έπρεπε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει τη συνέχιση της λειτουργίας του Ιδρύματος, η Επιτροπή δήλωσε ότι, σύμφωνα με το καταστατικό του Ιδρύματος, δεν ήταν υποχρεωμένη να το πράξει.

Όσον αφορά την απόσπαση προσωπικού, το γεγονός ότι πολλά μέλη του προσωπικού της Επιτροπής τέθηκαν, στο παρελθόν, στη διάθεση του Ιδρύματος, προκειμένου να διασφαλιστεί η καθημερινή διαχείριση («management courante») του Ιδρύματος, η Επιτροπή επισήμανε ότι η πρακτική αυτή απορρέει μόνο από την καλή της θέληση.

Συμπερασματικά, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι γνώριζε ότι το καταστατικό αυτού του ιδρύματος, το οποίο είχε παραμείνει αμετάβλητο από το 1988, δεν ήταν πλέον κατάλληλο. Η Επιτροπή έχει ήδη ενημερώσει το Ίδρυμα για την πρόθεσή της να εξεύρει οριστική και συνολική λύση. Αυτό δεν είχε ακόμη καθοριστεί από τα εν ενεργεία μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή δρομολόγησε τα αναγκαία μέτρα για την επανόρθωση της κατάστασης αυτής κατά τρόπο ικανοποιητικό για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στην απάντησή του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του και υπέβαλε, συνοπτικά, τις ακόλουθες περαιτέρω παρατηρήσεις:

Η απόφαση της Επιτροπής της 4ης Αυγούστου 2004 δεν είχε διαβιβαστεί στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος.

Όσον αφορά το ζήτημα της νομικής βάσης για τη συμμετοχή της Επιτροπής στη διαχείριση του Ιδρύματος, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η απόφαση της Επιτροπής της 4ης Αυγούστου 2004 επέτρεπε να θέσει η Επιτροπή τέλος στη συμμετοχή της στο Ίδρυμα. Δεν υπονοούσε ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να το πράξει.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Η εικαζόμενη άρνηση της Επιτροπής να δώσει συνέχεια στο αίτημα των διευθυντών του Ιδρύματος «Paul Finet» για σύγκληση της καταστατικής συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου του

1.1 Ο καταγγέλλων είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος «Paul Finet»(το «Ίδρυμα»). Στόχος του Ιδρύματος είναι η επιδότηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για τα ορφανά των εργαζομένων της εταιρείας της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) που υπήρξαν θύματα εργατικών ατυχημάτων ή πέθαναν συνεπεία επαγγελματικής ασθένειας. Σύμφωνα με το καταστατικό του Ιδρύματος, ο επίτροπος Κοινωνικών Υποθέσεων είναι ο πρόεδρος του Ιδρύματος και προεδρεύει του διοικητικού συμβουλίου του. Στις 5 Απριλίου 2004, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ενημερώθηκαν ότι η Επιτροπή είχε αποφασίσει να παύσει να αποσπά γραμματέα στο Ίδρυμα. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, αυτό εμπόδισε το Ίδρυμα να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να λάβει τα αναγκαία μέτρα που θα επέτρεπαν στο Ίδρυμα να συνεχίσει να λειτουργεί, δηλαδή να συγκαλέσει την καταστατική συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή αρνήθηκε να δώσει συνέχεια στο αίτημα των διευθυντών του Ιδρύματος για σύγκληση της καταστατικής συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου του.

1.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να συγκαλέσει συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου. Εν πάση περιπτώσει, τίποτε δεν εμποδίζει τα λοιπά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις της αναγκαίας απαρτίας, να συγκαλέσουν συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου.

1.3 Ως προκαταρκτική παρατήρηση, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να επισημάνει ότι το καταστατικό του Ιδρύματος, καθώς και ο εσωτερικός κανονισμός του διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος, αποτελούν διατάξεις ιδιωτικού δικαίου και όχι διατάξεις δημοσίου δικαίου. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι η Επιτροπή θα πρέπει παρόλα αυτά να ενεργεί σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης σε όλους τους τομείς δραστηριότητάς της, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου της στο πλαίσιο του Ιδρύματος.

1.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το άρθρο 1 του εσωτερικού κανονισμού του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος ορίζει τα εξής:

«[τ]ο διοικητικό συμβούλιο συγκαλείται από τον πρόεδρό του ή, σε περίπτωση που δεν είναι διαθέσιμος, από τον διευθυντή που καλείται να προεδρεύσει της συνεδρίασης (…).

Συγκαλείται επίσης κατόπιν αιτήματος τουλάχιστον επτά διαχειριστών.

Το Διοικητικό Συμβούλιο συγκαλείται τουλάχιστον μία φορά ετησίως (…)»(3)

1.5 Ως εκ τούτου, προκύπτει ότι, προκειμένου να τηρείται ο εσωτερικός κανονισμός του διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος, το διοικητικό συμβούλιο πρέπει να συγκαλείται τουλάχιστον μία φορά ετησίως. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου των Διοικητών, δηλαδή ο Επίτροπος Κοινωνικών Υποθέσεων, θα πρέπει να συγκαλεί τη συνεδρίαση όταν το κρίνει σκόπιμο. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι δεν υπάρχει αυστηρή υποχρέωση ο Πρόεδρος να συγκαλεί το Διοικητικό Συμβούλιο σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, δεδομένου ότι ορισμένος αριθμός άλλων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί επίσης να συγκαλεί τη συνεδρίαση.

1.6 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, μολονότι δεν υπάρχει αυστηρή υποχρέωση στον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής να συγκαλέσει το διοικητικό συμβούλιο σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον οι αρχές της χρηστής διοίκησης θα απαιτούσαν από την Επιτροπή να ασκήσει το προνόμιό της να συγκαλέσει το διοικητικό συμβούλιο, όπως ζήτησε ο καταγγέλλων.

1.7 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή δήλωσε στη γνώμη της ότι επανεξέτασε την καταλληλότητα της συμμετοχής της στο Ίδρυμα στο ευρύτερο πλαίσιο της επανεξέτασης της συμμετοχής της σε οργανισμούς ιδιωτικού δικαίου. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι η Επιτροπή παρατήρησε ότι η χρηματοδοτική συνεισφορά της στο Ίδρυμα δεν δικαιολογείται πλέον λόγω της λήξης της συνθήκης ΕΚΑΧ τον Ιούλιο του 2002, του μειωμένου ρόλου του Ιδρύματος και του γεγονότος ότι το Ίδρυμα διαθέτει σημαντικούς ιδίους πόρους. Ενόψει αυτών των εξελίξεων, οι οποίες φαίνεται να θέτουν υπό αμφισβήτηση τη συνεχιζόμενη χρήση δημόσιων πόρων για τη διαχείριση και τη χρηματοδότηση του Ιδρύματος, φαίνεται ότι είναι σύμφωνο με τις αρχές της χρηστής διοίκησης να κάνει η Επιτροπή χρήση του προνομίου της να συγκαλεί το διοικητικό συμβούλιο προκειμένου να ασχοληθεί με το μέλλον του Ιδρύματος και, ειδικότερα, να ασχοληθεί με τη μελλοντική συμμετοχή της Επιτροπής στο Ίδρυμα.

1.8 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή έχει ήδη ενημερώσει το Ίδρυμα για την πρόθεσή της να εξεύρει οριστική και συνολική λύση. Αυτό δεν είχε ακόμη καθοριστεί από τα εν ενεργεία μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή έχει δρομολογήσει τα αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης. Ο Διαμεσολαβητής υποθέτει ότι τα μέτρα αυτά συνεπάγονται κατ' ανάγκη τη σύγκληση του διοικητικού συμβουλίου μόλις αποφασιστεί η συνολική λύση για τη συμμετοχή της Επιτροπής.

1.9 Υπό το πρίσμα αυτής της εξέλιξης, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν απαιτούνται περαιτέρω έρευνες όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.

2 Ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή έπρεπε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει τη συνέχιση της λειτουργίας του Ιδρύματος.

2.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να εγγυηθεί την εύρυθμη λειτουργία του Ιδρύματος.

2.3 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι από το άρθρο 4 του καταστατικού του Ιδρύματος προκύπτει ότι «[η] διοίκηση του Ιδρύματος ανατίθεται σε διοικητικό συμβούλιο αποτελούμενο από είκοσι δύο μέλη, τα ένδεκα τουλάχιστον από υπαλλήλους ή πρώην υπαλλήλους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Προεδρία ανατίθεται αυτομάτως στο μέλος της Επιτροπής που είναι ιδιαίτερα αρμόδιο, στο πλαίσιο του Σώματος των Επιτρόπων, για τις κοινωνικές υποθέσεις»(4).

Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει περαιτέρω ότι το άρθρο 5 του εν λόγω καταστατικού προβλέπει ότι «[τ]ο διοικητικό συμβούλιο διαθέτει τις ευρύτερες εξουσίες για τη διαχείριση των δραστηριοτήτων του Ιδρύματος και για την εκτέλεση όλων των διοικητικών πράξεων που αφορούν το αντικείμενό του».

Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Επιτροπή έχει προφανώς να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στο Ίδρυμα, δεδομένου ότι προεδρεύει του Ιδρύματος και ότι τα μισά μέλη του διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος πρέπει να είναι υπάλληλοι ή πρώην υπάλληλοι της Επιτροπής. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν βρήκε καμία διάταξη στο καταστατικό του Ιδρύματος ή στον εσωτερικό κανονισμό του που θα υποχρέωνε την Επιτροπή ως θεσμικό όργανο να διασφαλίσει τη συνέχιση της λειτουργίας του Ιδρύματος.

Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι καμία διάταξη του καταστατικού του Ιδρύματος ή του εσωτερικού κανονισμού δεν υποχρέωσε την Επιτροπή να θέσει στη διάθεση του Ιδρύματος ένα μέλος του προσωπικού του, εν προκειμένω έναν γραμματέα.

2.4 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος δεν μπορεί να γίνει δεκτός.

3 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν απαιτούνται περαιτέρω έρευνες όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος και ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Απόφαση C (2004) της 4ης Αυγούστου 2004 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τις νέες κατευθύνσεις συμπεριφοράς όσον αφορά τη συμμετοχή της σε οργανισμούς ιδιωτικού δικαίου.

(2) Στα γαλλικά, στο πρωτότυπο κείμενο: « Règlement d’ordre intérieur du Conseil d’Administration de la Fondation Paul Finet arrêté par le Conseil d’Administration du 14 novembre 1966, modifié le 30 juin 1972, le 4 janvier 1975 et le 19 janvier 1989».

(3) Μετάφραση από το πρωτότυπο γαλλικό κείμενο.

(4) Μετάφραση από το πρωτότυπο γαλλικό κείμενο.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!