Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 366/2006/ID κατά του Γραφείου Εναρμόνισης στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς
Απόφαση
Υπόθεση 366/2006/ID - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 15 Μαρτίου 2006 - Απόφαση στις Παρασκευή | 14 Δεκεμβρίου 2007
Στρασβούργο, 14 Δεκεμβρίου 2007
Αξιότιμε κ. A.,
Στις 3 Φεβρουαρίου 2006, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά του Γραφείου Εναρμόνισης στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (το «Γραφείο»), σχετικά με τη μη παροχή πρόσβασης σε έγγραφο και την ορθή διεκπεραίωση αίτησης πληρωμής.
Στις 15 Μαρτίου 2006, κίνησα έρευνα σχετικά με την εν λόγω καταγγελία και τη διαβίβασα στον πρόεδρο του Γραφείου. Η Υπηρεσία διαβίβασε τη γνώμη της στις 8 Ιουνίου 2006. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 18 Ιουλίου 2006. Με επιστολή της 23ης Ιανουαρίου 2007, μου αποστείλατε περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία σας.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει. Ζητώ συγγνώμη για την καθυστέρηση στον χειρισμό της υπόθεσής σας.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ
Τα ουσιώδη στοιχεία της υπό κρίση αιτιάσεως μπορούν να συνοψιστούν ως εξής. Ο καταγγέλλων είναι δικηγόρος ενώπιον του Δικηγορικού Συλλόγου Βρυξελλών. Εκπροσώπησε τον M. σε υπόθεση (υπόθεση T) ενώπιον του Πρωτοδικείου (στο εξής: Πρωτοδικείο), η οποία αφορούσε αγωγή αποζημίωσης κατά του Γραφείου Εναρμόνισης στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (στο εξής: Γραφείο). Η προσφυγή έγινε εν μέρει δεκτή και το Γραφείο καταδικάστηκε στο ένα πέμπτο των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο M. στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας (1). Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, η οποία εκδόθηκε στις 28 Οκτωβρίου 2004, ο καταγγέλλων, υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρου του M., ζήτησε από το Γραφείο, με επιστολή της 5ης Νοεμβρίου 2004, να του καταβάλει το ποσό των 2 727,08 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στο ένα πέμπτο της αμοιβής και των εξόδων του (συνολικά 13 635,43 ευρώ) για την παρούσα υπόθεση. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι αυτός ο τρόπος δράσης είναι φυσιολογικός και όταν ο δικηγόρος πληρώνεται το σχετικό ποσό, επιστρέφει στον πελάτη του, αλλά διατηρεί το ποσό που μπορεί να του οφείλει ο πελάτης του. Ο M. όφειλε στον καταγγέλλοντα 4 635,42 ευρώ και είχε ενημερωθεί σχετικά με επιστολή της 16ης Ιουλίου 2004. Στις 7 Δεκεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων έλαβε από το Γραφείο επιστολή στην οποία αναφερόταν ότι ο κ. M. είχε γνωστοποιήσει στο Γραφείο ότι δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ αυτού και του καταγγέλλοντος σχετικά με το οριστικό ποσό των τελών του καταγγέλλοντος στην εν λόγω υπόθεση. Κατά συνέπεια, το Γραφείο δεν ήταν σε θέση να καταβάλει στον καταγγέλλοντα το αιτούμενο χρηματικό ποσό έως ότου ο κ. M. συμφωνήσει ως προς το τελικό ποσό των τελών του καταγγέλλοντος. Ο καταγγέλλων συνήγαγε από την απάντηση αυτή ότι η επιστολή του της 5ης Νοεμβρίου 2004 είχε κοινοποιηθεί από το Γραφείο στον M., μολονότι ο M. δεν ήταν αποδέκτης της.
Στις 28 Δεκεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων απηύθυνε επιστολή στον κ. Μ., υπενθυμίζοντάς του το χρέος του. Την ίδια ημερομηνία, ο καταγγέλλων απέστειλε εκ νέου επιστολή στο Γραφείο. Στην εν λόγω επιστολή, επανέλαβε το αίτημα που διατύπωσε με την επιστολή του της 5ης Νοεμβρίου 2004, επισημαίνοντας ότι η εκτέλεση της απόφασης του Πρωτοδικείου εμπίπτει στην αρμοδιότητά του ως δικηγόρου και, κατά συνέπεια, σύμφωνα με την τρέχουσα πρακτική, να ζητήσει την επιστροφή των εξόδων που έπρεπε να καταβάλει το Γραφείο σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση. Στην ίδια επιστολή, η καταγγελία προσέθεσε ότι η λειτουργία αυτή ήταν ανεξάρτητη από το ζήτημα αν υπήρχε συμφωνία ή διαφωνία μεταξύ των μερών όσον αφορά το ύψος των αμοιβών και των εξόδων.
Με επιστολή της 30ής Αυγούστου 2005, το Γραφείο πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι είχε καταβάλει απευθείας στον κ. M. το χρηματικό ποσό που ο τελευταίος είχε προσδιορίσει ότι αντιστοιχούσε στο 20 τοις εκατό των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε για τους σκοπούς της δικαστικής διαδικασίας. Το Γραφείο τόνισε ότι, δεδομένου ότι ο M. είχε το δικαίωμα να του επιστραφούν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ως προσφεύγων στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, το Γραφείο αποφάσισε να του καταβάλει το χρηματικό ποσό που είχε ζητήσει ως επιστροφή του 20 % των εξόδων. Ως εκ τούτου, το Γραφείο έκρινε ότι, αφενός, είχε συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του βάσει της απόφασης του Πρωτοδικείου σχετικά με την επιστροφή των εξόδων και, αφετέρου, ότι η διαφορά μεταξύ του κ. M. και του καταγγέλλοντος σχετικά με την παροχή νομικών υπηρεσιών δεν ενέπιπτε στο πεδίο της εντολής του Γραφείου.
Με επιστολή της 14ης Σεπτεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων ζήτησε από τον M. να του καταβάλει το ποσό των 4 635,42 ευρώ που του όφειλε. Ωστόσο, η επιστολή επιστράφηκε στον καταγγέλλοντα. Με επιστολή της 27ης Σεπτεμβρίου 2005, απευθυνόμενη στο Γραφείο, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το Γραφείο δεν μπορούσε να επικαλεστεί την ενδεχόμενη διαφωνία μεταξύ αυτού και του M. για να αρνηθεί την καταβολή των δικαστικών εξόδων. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι το Γραφείο είχε πράγματι σκόπιμα ευνοήσει τον κ. M. στο πλαίσιο της διαφοράς του με τον καταγγέλλοντα, κατά παράβαση των κανόνων που ισχύουν για την καταβολή των εξόδων. Με επιστολή της 10ης Οκτωβρίου 2005, ο πρόεδρος του Γραφείου επιβεβαίωσε κατ’ ουσίαν τις δηλώσεις που περιέχονται στην προαναφερθείσα επιστολή της 30ής Αυγούστου 2005. Με επιστολή της 26ης Οκτωβρίου 2005, απευθυνόμενη στον πρόεδρο του Γραφείου, ο καταγγέλλων τόνισε ότι το Γραφείο είχε προφανώς ενημερωθεί από τον κ. M. ότι υπήρχε διαφορά μεταξύ αυτού και του καταγγέλλοντος όσον αφορά την καταβολή των αμοιβών, ότι το Γραφείο είχε επιλύσει τη διαφορά αυτή υπέρ του κ. M. χωρίς να έχει συμβουλευθεί τον καταγγέλλοντα και ότι, καταρχήν, τα έξοδα καλύπτουν τις αμοιβές των δικηγόρων και πρέπει κανονικά να καταβάλλονται στους δικηγόρους. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ζήτησε i) αντίγραφο της αίτησης επιστροφής εξόδων του κ. M. και ii) διευκρινίσεις σχετικά με την ημερομηνία κατά την οποία το Γραφείο είχε καταβάλει τα έξοδα στον κ. M.
Με έγγραφο της 22ας Νοεμβρίου 2005, ο πρόεδρος του Γραφείου αρνήθηκε να επιτρέψει στον καταγγέλλοντα την πρόσβαση στην αίτηση του M. περί αποδόσεως των εξόδων. Συναφώς, ο Πρόεδρος διευκρίνισε ότι, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την πρόσβαση στα έγγραφα, η αίτηση αφορούσε έγγραφο τρίτου, το οποίο δεν μπορούσε να κοινοποιηθεί στον καταγγέλλοντα χωρίς ad hoc άδεια του συντάκτη του εγγράφου. Με επιστολή της 2ας Δεκεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων άσκησε έφεση, υποστηρίζοντας ότι α) ο κ. M. δεν μπορούσε να θεωρηθεί τρίτος, δεδομένου ότι ήταν υπάλληλος του Γραφείου και είχε εκπροσωπηθεί από αυτόν ενώπιον του Πρωτοδικείου· και β) οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή (2) («κανονισμός 1049/2001») θα πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Στην αίτησή του, ο καταγγέλλων ζήτησε επίσης από το Γραφείο να διευκρινίσει τη νομική βάση της θέσης του ότι ο M. ήταν τρίτος.
Με έγγραφο της 12ης Ιανουαρίου 2006, ο πρόεδρος του Γραφείου απέρριψε την προσφυγή, επισημαίνοντας τα ακόλουθα. Η άρνησή του να επιτρέψει την πρόσβαση στο ζητούμενο έγγραφο βασίστηκε στον κανονισμό 1049/2001 και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (3) («κανονισμός 45/2001»), σε συνδυασμό. Ο Μ. ήταν τρίτος έναντι του Γραφείου, διότι το ζητηθέν έγγραφο δεν αφορούσε ούτε την άσκηση των καθηκόντων του Μ. ούτε τις δραστηριότητες του Γραφείου για τις οποίες εργαζόταν. Το έγγραφο περιείχε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του κανονισμού 45/2001, και, ως εκ τούτου, η Υπηρεσία θα ήταν υποχρεωμένη να συμβουλευτεί τον κ. M. πριν τα γνωστοποιήσει. Ως εκ τούτου, ο Πρόεδρος επιβεβαίωσε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001, το ζητηθέν έγγραφο αποτελούσε έγγραφο τρίτου το οποίο δεν μπορούσε να κοινοποιηθεί στον καταγγέλλοντα χωρίς τη συγκατάθεση του συντάκτη του, ήτοι του M., δεδομένου ότι ήταν πιθανό να περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και η γνωστοποίησή του θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά επέμβαση στην ιδιωτική ζωή του M.
Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων διατύπωσε τους ακόλουθους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς:
(1) Το Γραφείο (εκ προθέσεως) παρέλειψε να εξετάσει δεόντως την αίτησή του πληρωμής.
(2) Το Γραφείο κακώς αρνήθηκε να του παράσχει πρόσβαση στην αίτηση του Μ. περί αποδόσεως των εξόδων.
(3) Θα πρέπει να επιτραπεί στον καταγγέλλοντα η πρόσβαση στην αίτηση του κ. M. για επιστροφή των εξόδων.
(4) Το Γραφείο θα πρέπει να του καταβάλει αμελλητί το ποσό των 2 727,08 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο 20 % των εξόδων που έπρεπε να καταβάλει το Γραφείο σύμφωνα με την απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T.
(5) Το Γραφείο οφείλει να του καταβάλει τόκους υπερημερίας για το προαναφερθέν ποσό (8 τοις εκατό ετησίως, υπολογιζόμενους από τις 7 Νοεμβρίου 2004).
(6) Ο καταγγέλλων πρέπει να αποζημιωθεί (ύψους 15 000 ευρώ) για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω υπαιτιότητας του Γραφείου.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Στη γνωμοδότησή του επί της καταγγελίας, το Γραφείο, πρώτον, εξέφρασε ορισμένες ανησυχίες σχετικά με το παραδεκτό της καταγγελίας. Στη συνέχεια, απέρριψε τους ισχυρισμούς και τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι δεν ανταποκρίθηκε σωστά στην αίτηση πληρωμής του καταγγέλλοντος, επανέλαβε, κατ' ουσίαν, τα επιχειρήματα που είχε προβάλει με τις επιστολές της 30ής Αυγούστου 2005 και της 10ης Οκτωβρίου 2005 που είχε αποστείλει στον καταγγέλλοντα. Όσον αφορά τον ισχυρισμό σχετικά με την άρνησή του να παράσχει στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στην αίτηση επιστροφής του Μ., το Γραφείο επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι ήταν υποχρεωμένο, δυνάμει του άρθρου 118α του κανονισμού 40/94 του Συμβουλίου, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 4 (παράγραφοι 1, 2, 4) του κανονισμού 1049/2001, να ζητήσει τη γνώμη του Μ. σχετικά με το αν η δημοσιοποίηση του σχετικού εγγράφου θα έθιγε την ιδιωτική του ζωή. Στην επιστολή του της 26ης Οκτωβρίου 2005, ο καταγγέλλων ζήτησε την εμπιστευτική μεταχείριση του αιτήματός του για πρόσβαση. Το γεγονός αυτό εμπόδισε το Γραφείο να ζητήσει την άποψη του κ. M. σχετικά με τη δυνατότητα γνωστοποίησης και, ειδικότερα, σχετικά με το αν θεωρούσε ότι είχε εφαρμογή μία από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 ή 2 του κανονισμού 1049/2001. Ως εκ τούτου, το Γραφείο δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσει το αίτημα του καταγγέλλοντος.
Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στους ισχυρισμούς του. Απέρριψε επίσης την πρόταση του Γραφείου ότι η καταγγελία θα μπορούσε να είναι απαράδεκτη.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Προκαταρκτική παρατήρηση1.1 Στη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία, η Υπηρεσία εξέφρασε ορισμένες ανησυχίες σχετικά με το παραδεκτό της καταγγελίας, παραπέμποντας στο άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ (4) και στο άρθρο 1 παράγραφος 3 και στο άρθρο 2 παράγραφος 7 του καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (5). Σημείωσε ότι τα αιτήματα του καταγγέλλοντος αφορούσαν την εκτέλεση απόφασης του Πρωτοδικείου («Πρωτοδικείο») (στην υπόθεση Τ), κατά της οποίας είχε ασκηθεί αναίρεση (υπόθεση Γ). Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων απέρριψε τον ισχυρισμό του Γραφείου ότι η καταγγελία θα μπορούσε να είναι απαράδεκτη. Στη συνέχεια, ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε από το Δικαστήριο.
1.2 Σχετικά, αρκεί να σημειωθεί ότι η εκτίμηση του Διαμεσολαβητή σχετικά με το βάσιμο των ισχυρισμών του καταγγέλλοντος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι αμφισβητεί την ορθότητα της απόφασης του Πρωτοδικείου στην υπόθεση Τ ή της διάταξης του Δικαστηρίου στην υπόθεση Γ. Οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος που διερευνήθηκαν από τον Διαμεσολαβητή αφορούν την εξέταση από την Υπηρεσία των αιτήσεων πληρωμής του καταγγέλλοντος και την πρόσβαση σε έγγραφο. Το ζήτημα αυτό δεν εξετάστηκε στις προαναφερθείσες αποφάσεις, οι οποίες αφορούσαν εργασιακή διαφορά μεταξύ του Γραφείου και του M. Επομένως, οι ανησυχίες περί παραδεκτού που εξέφρασε η Υπηρεσία, λαμβανομένων υπόψη του άρθρου 195 της Συνθήκης ΕΚ και των άρθρων 1, παράγραφος 3, και 2, παράγραφος 7, του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, δεν είναι δικαιολογημένες.
2 Ισχυρισμός ότι το Γραφείο (εκ προθέσεως) παρέλειψε να εξετάσει δεόντως την αίτηση πληρωμής του καταγγέλλοντος2.1 Ο καταγγέλλων, δικηγόρος, εκπροσώπησε τον M. σε υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου. Η υπόθεση αφορούσε αγωγή αποζημίωσης κατά του Γραφείου. Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και το Γραφείο καταδικάστηκε να καταβάλει το 20 % των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο M. στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας. Φαίνεται ότι, μετά την απόφαση αυτή, υπήρξε διαφορά μεταξύ του Μ. και του καταγγέλλοντος όσον αφορά την καταβολή της αμοιβής του τελευταίου. Μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης στις 28 Οκτωβρίου 2004, ο καταγγέλλων, υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρου του M., ζήτησε από το Γραφείο, με επιστολή της 5ης Νοεμβρίου 2004, να του καταβάλει το ποσό των 2 727,08 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στο ένα πέμπτο της αμοιβής και των εξόδων του (συνολικά 13 635,43 ευρώ) για την υπόθεση αυτή. Στις 7 Δεκεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων έλαβε από το Γραφείο επιστολή στην οποία αναφερόταν ότι ο κ. M. είχε γνωστοποιήσει στο Γραφείο ότι δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ αυτού και του καταγγέλλοντος σχετικά με το οριστικό ποσό των τελών του καταγγέλλοντος στην εν λόγω υπόθεση. Κατά συνέπεια, το Γραφείο δεν ήταν σε θέση να καταβάλει στον καταγγέλλοντα το αιτούμενο χρηματικό ποσό έως ότου ο κ. M. συμφωνήσει ως προς το τελικό ποσό των τελών του καταγγέλλοντος.
Στις 28 Δεκεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων απηύθυνε επιστολή στον κ. Μ., υπενθυμίζοντάς του το χρέος του. Την ίδια ημερομηνία, ο καταγγέλλων απέστειλε εκ νέου επιστολή στο Γραφείο. Στην εν λόγω επιστολή, επανέλαβε το αίτημα που διατύπωσε με την επιστολή του της 5ης Νοεμβρίου 2004, επισημαίνοντας ότι η εκτέλεση της απόφασης του Πρωτοδικείου εμπίπτει στην αρμοδιότητά του ως δικηγόρου και, κατά συνέπεια, σύμφωνα με την τρέχουσα πρακτική, να ζητήσει την επιστροφή των εξόδων που έπρεπε να καταβάλει το Γραφείο σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση. Στην ίδια επιστολή, ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι η λειτουργία αυτή ήταν ανεξάρτητη από το ζήτημα αν υπήρχε συμφωνία ή διαφωνία μεταξύ των μερών όσον αφορά το ύψος των τελών και των εξόδων. Με επιστολή της 30ής Αυγούστου 2005, το Γραφείο πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι είχε καταβάλει απευθείας στον κ. M. το χρηματικό ποσό που ο τελευταίος είχε προσδιορίσει ότι αντιστοιχούσε στο 20 τοις εκατό των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε για τους σκοπούς της δικαστικής διαδικασίας. Το Γραφείο τόνισε ότι, δεδομένου ότι ο M. είχε το δικαίωμα να του επιστραφούν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ως προσφεύγων στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, το Γραφείο αποφάσισε να του καταβάλει το χρηματικό ποσό που είχε ζητήσει ως επιστροφή του 20 % των εξόδων. Ως εκ τούτου, το Γραφείο έκρινε ότι, αφενός, είχε συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του βάσει της απόφασης του Πρωτοδικείου σχετικά με την επιστροφή των εξόδων και, αφετέρου, ότι η διαφορά μεταξύ του κ. M. και του καταγγέλλοντος σχετικά με την παροχή νομικών υπηρεσιών δεν ενέπιπτε στο πεδίο της εντολής του Γραφείου.
Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Υπηρεσία (εκ προθέσεως) παρέλειψε να εξετάσει δεόντως την αίτησή του για πληρωμή. Θεώρησε ότι το Γραφείο είχε υποστηρίξει τον Μ. στο πλαίσιο της διαφοράς του με τον Μ. Κατά τη γνώμη του, το Γραφείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, επαναλαμβάνοντας, κατ' ουσίαν, τα ανωτέρω επιχειρήματά του. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στον ισχυρισμό του.
2.2 Ο Διαμεσολαβητής, πρώτον, επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 91 στοιχείο β) του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου (ο Κανονισμός), «τα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι για τους σκοπούς της δίκης, ιδίως τα έξοδα ταξιδίου και διαμονής και η αμοιβή των εκπροσώπων, συμβούλων ή δικηγόρων» θεωρούνται ως αποδοτέα έξοδα. Κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας,«[ε]άν υπάρχει διαφορά σχετικά με τα έξοδα που πρέπει να αναζητηθούν, το επιληφθέν της υποθέσεως Πρωτοδικείο, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου διαδίκου και αφού ακούσει τον αντίδικο, εκδίδει διάταξη, η οποία δεν υπόκειται σε αναίρεση».
α) τα έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν περιορίζονται, αφενός, σε εκείνα που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου και, αφετέρου, σε εκείνα που ήταν αναγκαία για τον σκοπό αυτό·
β) ελλείψει κοινοτικών διατάξεων περί καθορισμού των αμοιβών, το Δικαστήριο πρέπει να προβαίνει σε πλήρη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία τους από την άποψη του κοινοτικού δικαίου, καθώς και τις δυσχέρειες που παρουσιάζει η υπόθεση, τον όγκο της εργασίας που προκάλεσε η υπόθεση στους ενεχόμενους πληρεξουσίους ή συμβούλους και τα οικονομικά συμφέροντα που είχαν οι διάδικοι στη δίκη·
γ) το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να καθορίζει την αμοιβή που οφείλουν οι διάδικοι στους δικηγόρους τους, αλλά μπορεί να καθορίζει το ποσό της αμοιβής αυτής που μπορεί να αναζητηθεί από τον διάδικο που καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα·
δ) το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί της αιτήσεως καθορισμού των δικαστικών εξόδων, δεν υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη τους εθνικούς πίνακες αμοιβών δικηγόρων ή τις συμφωνίες περί αμοιβών που έχουν συναφθεί μεταξύ του ενδιαφερομένου διαδίκου και των εκπροσώπων ή συμβούλων του (6).
2.3 Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει τα ακόλουθα. Πρώτον, ο καταγγέλλων δεν φαίνεται να αμφισβήτησε την ορθότητα της θέσης του Γραφείου ότι ο κ. M., υπό την ιδιότητά του ως διάδικος στην εν λόγω δικαστική διαδικασία, και όχι ο καταγγέλλων (υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρου του κ. M.), είχε το δικαίωμα να του επιστραφεί από το Γραφείο το 20 % των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο κ. M. για τους σκοπούς της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου. Τα άρθρα 86 επ. του Κανονισμού, τα οποία αφορούν την καταβολή των δικαστικών εξόδων, δεν φαίνεται να δημιουργούν δικαίωμα πληρωμής υπέρ των δικηγόρων των διαδίκων που δικαιούνται να ανακτήσουν τα δικαστικά έξοδα. Επιπλέον, σύμφωνα με τους προαναφερθέντες κανόνες, όπως ερμηνεύθηκαν από το Πρωτοδικείο, τα έξοδα που έπρεπε να καταβάλει το Γραφείο ήταν τα «αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκε [ο Μ.] για τους σκοπούς της διαδικασίας»(η υπογράμμιση δική μου) τα οποία θα μπορούσαν, αλλά δεν συμπίπτουν κατ’ ανάγκην, με το χρηματικό ποσό που κατέβαλε ο καταγγέλλων στον Μ. για την παροχή υπηρεσιών στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας ή με το χρηματικό ποσό που προβλέπεται σε συμφωνία που συνήφθη μεταξύ του καταγγέλλοντος και του Μ. Από τους ίδιους κανόνες προκύπτει ότι, δεδομένου ότι το Γραφείο κατέληξε σε συμφωνία με τον Μ. ως προς το χρηματικό ποσό που έπρεπε να καταβληθεί ως δικαστικά έξοδα στον Μ., και πραγματοποίησε τη σχετική πληρωμή στον Μ., το Γραφείο θα πρέπει να θεωρηθεί ότι συμμορφώθηκε με την απόφαση του Πρωτοδικείου (στην υπόθεση Τ) όσον αφορά την καταβολή των εξόδων. Συναφώς, πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι δεν φαίνεται να έχει κοινοποιηθεί στο Γραφείο δικαστική απόφαση ή άλλη δεσμευτική πράξη που να το υποχρεώνει να απόσχει από την καταβολή της εν λόγω πληρωμής στον M., με σκοπό την εξασφάλιση των πληρωμών που ενδέχεται να πρέπει να καταβάλει ο M. στον καταγγέλλοντα.
2.4 Με βάση τα ανωτέρω, το Γραφείο δεν φαίνεται να συμμερίζεται την άποψη του κ. M. στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ του καταγγέλλοντος και του κ. M. Αντίθετα, φαίνεται ότι το Γραφείο απλώς συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις που υπέχει από την απόφαση του Πρωτοδικείου όσον αφορά την καταβολή των εξόδων. Το γεγονός ότι το Γραφείο και ο κ. M. κατέληξαν σε συμφωνία ως προς τα «αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκε [ο κ. M .] για τους σκοπούς της διαδικασίας» δεν σημαίνει, όπως ισχυρίζεται ο καταγγέλλων, ότι το Γραφείο έλαβε θέση σχετικά με το αν ο κ. M. όφειλε στον καταγγέλλοντα 4 635,42 ευρώ. Επιπλέον, το Γραφείο απάντησε (στις 7 Δεκεμβρίου 2004) στην αίτηση πληρωμής του καταγγέλλοντος (επιστολή της 5ης Νοεμβρίου 2004), εξηγώντας ότι δεν μπορούσε να καταβάλει το χρηματικό ποσό που είχε ζητήσει ο καταγγέλλων, δεδομένου ότι ο κ. M. είχε γνωστοποιήσει στο Γραφείο ότι δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ αυτού και του καταγγέλλοντος σχετικά με το τελικό ποσό των τελών του καταγγέλλοντος. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γραφείο φαίνεται να ενήργησε ευλόγως. Το Γραφείο έκρινε επίσης εύλογα ότι δεν ήταν αναγκαία μια τέτοια συμφωνία για τον καθορισμό των «αναγκαίων εξόδων στα οποία υποβλήθηκε [ο κ. M.] για τους σκοπούς της διαδικασίας», και για την εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσής του να καταβάλει δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με την απόφαση του Πρωτοδικείου. Πράγματι, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, οι δαπάνες αυτές ενδέχεται, αλλά όχι κατ’ ανάγκην, να συμπίπτουν με το χρηματικό ποσό που προβλέπεται σε μια τέτοια συμφωνία.
2.5 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος δεν είναι τεκμηριωμένος. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κρούσμα κακοδιοίκησης που να αντιστοιχεί στον ισχυρισμό αυτό.
3 Επί του ισχυρισμού ότι το Γραφείο κακώς αρνήθηκε να παράσχει στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στην αίτηση του M. περί αποδόσεως των εξόδων3.1 Ο καταγγέλλων, δικηγόρος, εκπροσώπησε τον M. σε υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου. Η υπόθεση αφορούσε αγωγή αποζημίωσης κατά του Γραφείου. Η προσφυγή έγινε εν μέρει δεκτή και το Γραφείο καταδικάστηκε στο ένα πέμπτο των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο M. στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας. Φαίνεται ότι, μετά την απόφαση αυτή, υπήρξε διαφορά μεταξύ του Μ. και του καταγγέλλοντος όσον αφορά την καταβολή της αμοιβής του τελευταίου. Με επιστολή της 30ής Αυγούστου 2005, το Γραφείο πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι είχε καταβάλει απευθείας στον κ. M. το χρηματικό ποσό που ο κ. M. είχε προσδιορίσει ότι αντιστοιχούσε στο 20 τοις εκατό των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε για τους σκοπούς της ανωτέρω δικαστικής διαδικασίας. Με επιστολή της 26ης Οκτωβρίου 2005, απευθυνόμενη στον πρόεδρο του Γραφείου, ο καταγγέλλων ζήτησε αντίγραφο της αιτήσεως του M. περί αποδόσεως των εξόδων.
3.2 Με επιστολή της 22ας Νοεμβρίου 2005, ο πρόεδρος του Γραφείου αρνήθηκε να δεχθεί το ανωτέρω αίτημα του καταγγέλλοντος, με την αιτιολογία ότι, σύμφωνα με την εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία, αφορούσε έγγραφο τρίτου, το οποίο δεν μπορούσε να κοινοποιηθεί στον καταγγέλλοντα χωρίς ad hoc άδεια του συντάκτη του εγγράφου. Με επιστολή της 2ας Δεκεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων άσκησε προσφυγή (επιβεβαιωτική αίτηση), υποστηρίζοντας ότι α) ο κ. M. δεν μπορούσε να θεωρηθεί τρίτος, δεδομένου ότι ήταν υπάλληλος του Γραφείου και είχε εκπροσωπηθεί από αυτόν ενώπιον του Πρωτοδικείου· β) οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή (7) («κανονισμός 1049/2001») θα πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Στην αίτησή του, ο καταγγέλλων ζήτησε επίσης από το Γραφείο να διευκρινίσει τη νομική βάση της θέσης του ότι ο M. ήταν τρίτος.
Με επιστολή της 12ης Ιανουαρίου 2006, ο πρόεδρος του Γραφείου απέρριψε την επιβεβαιωτική αίτηση, επισημαίνοντας τα ακόλουθα. Η άρνησή του να επιτρέψει την πρόσβαση στο ζητούμενο έγγραφο βασίστηκε στον κανονισμό 1049/2001 και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (8) («κανονισμός 45/2001»), σε συνδυασμό. Ο Μ. ήταν τρίτος έναντι του Γραφείου, διότι το ζητηθέν έγγραφο δεν αφορούσε ούτε την άσκηση των καθηκόντων του Μ. ούτε τις δραστηριότητες του Γραφείου για τις οποίες εργαζόταν. Το έγγραφο περιείχε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του κανονισμού 45/2001, και, ως εκ τούτου, η Υπηρεσία θα ήταν υποχρεωμένη να συμβουλευτεί τον κ. M. πριν τα γνωστοποιήσει. Ως εκ τούτου, ο Πρόεδρος επιβεβαίωσε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001, το ζητηθέν έγγραφο αποτελούσε έγγραφο τρίτου το οποίο δεν μπορούσε να κοινοποιηθεί στον καταγγέλλοντα χωρίς τη συγκατάθεση του συντάκτη του, ήτοι του M., δεδομένου ότι ήταν πιθανό να περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και η γνωστοποίησή του θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά επέμβαση στην ιδιωτική ζωή του M.
3.3 Στην καταγγελία του προς το Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Υπηρεσία κακώς αρνήθηκε να του παράσχει πρόσβαση στην αίτηση του κ. M. για επιστροφή εξόδων. Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, υποστήριξε ότι α) ο M. δεν ήταν τρίτος σε σχέση με το Γραφείο, δεδομένου ότι ήταν υπάλληλος του Γραφείου και υπέβαλε την αίτηση επιστροφής εξόδων κατόπιν δικαστικής απόφασης που επιλύει τη διαφορά που είχε με το Γραφείο· β) το εν λόγω έγγραφο ουδόλως αφορούσε την ιδιωτική ζωή του M. και δεν περιείχε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, δεδομένου ότι επρόκειτο απλώς για αίτηση πληρωμής.
3.4 Στη γνωμοδότησή του σχετικά με την παρούσα καταγγελία, το Γραφείο πρόσθεσε, προς στήριξη της απόρριψης της αίτησης πρόσβασης του καταγγέλλοντος, ότι ήταν υποχρεωμένο, σύμφωνα με το άρθρο 118α του κανονισμού 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (9) («κανονισμός 40/94»), σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 4 (παράγραφοι 1, 2, 4) του κανονισμού 1049/2001, να ζητήσει τη γνώμη του κ. M. σχετικά με το κατά πόσον η γνωστοποίηση του σχετικού εγγράφου θα έθιγε την ιδιωτική του ζωή, ιδίως τα εμπορικά του συμφέροντα σύμφωνα με τον κανονισμό 45/2001. Πράγματι, ήταν σαφές ότι ο καταγγέλλων επιθυμούσε να έχει πρόσβαση σε αυτό το έγγραφο τρίτου στο πλαίσιο ιδιωτικής εμπορικής διαφοράς μεταξύ του καταγγέλλοντος και του κ. M. Στην επιστολή του της 26ης Οκτωβρίου 2005, ο καταγγέλλων ζήτησε την εμπιστευτική μεταχείριση του αιτήματός του για πρόσβαση. Το γεγονός αυτό εμπόδισε το Γραφείο να ζητήσει την άποψη του κ. M. σχετικά με τη δυνατότητα γνωστοποίησης και, ειδικότερα, σχετικά με το αν θεωρούσε ότι είχε εφαρμογή μία από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 ή 2 του κανονισμού 1049/2001. Ως εκ τούτου, το Γραφείο δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσει το αίτημα του καταγγέλλοντος. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να χειριστεί την υπόθεσή του εμπιστευτικά.
Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στον ισχυρισμό του.
3.5 Σύμφωνα με το άρθρο 118α του κανονισμού 40/94, ο κανονισμός 1049/2001 εφαρμόζεται στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του Γραφείου.
Το άρθρο 3 του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι, για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως «τρίτος» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κάθε οντότητα εκτός του οικείου θεσμικού οργάνου, συμπεριλαμβανομένων των κρατών μελών, άλλων κοινοτικών ή μη κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών και τρίτων χωρών.»
Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού 1049/2001, «[τ]α θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία: (...) β) την ιδιωτική ζωή και την ακεραιότητα του ατόμου, ιδίως σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.»
Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 του ίδιου κανονισμού, «[τ]α θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία: - εμπορικά συμφέροντα φυσικού ή νομικού προσώπου (...) εκτός εάν για τη γνωστοποίηση υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.»
Το άρθρο 4 παράγραφος 4 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι «[ό]σον αφορά έγγραφα τρίτων, το θεσμικό όργανο διαβουλεύεται με τον τρίτο προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσον εφαρμόζεται εξαίρεση της παραγράφου 1 ή 2, εκτός εάν είναι σαφές ότι το έγγραφο θα δημοσιοποιηθεί ή όχι.»
Το άρθρο 2 του κανονισμού 45/2001 προβλέπει ότι, για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» νοούνται όλες οι πληροφορίες που αφορούν ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο (...) ; πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από φυσική, βιολογική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική άποψη.»
3.6 Επιπλέον, το Πρωτοδικείο, στην απόφασή του στην υπόθεση T-194/04 (10), έκρινε, μεταξύ άλλων, τα εξής: α) η πρόσβαση σε έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα εμπίπτει στην εφαρμογή του κανονισμού 1049/2001 (11)· β) η εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β ́, του εν λόγω κανονισμού αφορά μόνον τη γνωστοποίηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα η οποία θα έθιγε την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου (12)· γ) το γεγονός ότι η έννοια της «ιδιωτικής ζωής» είναι ευρεία, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και ότι το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να αποτελεί μία από τις πτυχές του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, δεν σημαίνει ότι όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα εμπίπτουν αναγκαστικά στην έννοια της «ιδιωτικής ζωής»(13)· κατά μείζονα λόγο, κάθε γνωστοποίηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι ικανή να υπονομεύσει την ιδιωτική ζωή του ενδιαφερομένου (14)· ε) το γεγονός και μόνον ότι ένα έγγραφο περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι θίγεται η ιδιωτική ζωή ή η ακεραιότητα των ενδιαφερόμενων προσώπων (15).
3.7 Εν προκειμένω, το Γραφείο απέρριψε κατ' ουσίαν την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος βάσει του ακόλουθου σκεπτικού, το οποίο εξέθεσε στη γνώμη του επί της καταγγελίας: i) το επίμαχο έγγραφο, ήτοι το αίτημα του M. περί αποδόσεως των εξόδων, ήταν έγγραφο τρίτου· ii) το έγγραφο περιείχε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του κανονισμού 45/2001, και θα μπορούσε να εφαρμοστεί η εξαίρεση του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001· iii) ως εκ τούτου, το Γραφείο θα ήταν υποχρεωμένο να ζητήσει τη γνώμη του κ. M. και να λάβει τη συγκατάθεσή του για τη γνωστοποίηση· iv) το Γραφείο δεν μπόρεσε να προβεί στην εν λόγω διαβούλευση, διότι ο καταγγέλλων είχε χαρακτηρίσει την αίτησή του για πρόσβαση ως εμπιστευτική.
3.8 Όσον αφορά το στοιχείο i), ο Διαμεσολαβητής αποδέχεται τη θέση της Υπηρεσίας ότι το εν λόγω έγγραφο ήταν έγγραφο τρίτου, κατά την έννοια του άρθρου 3 και του άρθρου 4 παράγραφος 4 του κανονισμού 1049/2001. Το έγγραφο αυτό συντάχθηκε από τον M. όχι στο πλαίσιο της ασκήσεως των καθηκόντων του ως υπαλλήλου του Γραφείου, αλλά υπό την ιδιότητά του ως ιδιώτη και ως διαδίκου ενώπιον του Πρωτοδικείου. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού, το Γραφείο θα πρέπει να διαβουλεύεται με τον κ. M. προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσον εφαρμόζεται εξαίρεση του άρθρου 4 παράγραφος 1 ή 2, εκτός εάν ήταν σαφές ότι το ζητούμενο έγγραφο θα πρέπει ή δεν θα πρέπει να δημοσιοποιηθεί.
3.9 Όσον αφορά το στοιχείο ii), ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι το έγγραφο δεν μπορούσε να περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, δεδομένου ότι επρόκειτο απλώς για αίτηση πληρωμής. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Το έγγραφο αναφερόταν προφανώς σε συγκεκριμένο χρηματικό ποσό το οποίο ο M. ζήτησε –και στη συνέχεια παρέλαβε (16)– και το οποίο αντιστοιχούσε στο 20 % των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου (17). Οι πληροφορίες αυτές ισοδυναμούν με «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα», κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού 45/2001.
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι το εν λόγω έγγραφο δεν είχε καμία σχέση με την ιδιωτική ζωή του M. Ούτε το επιχείρημα αυτό μπορεί να γίνει δεκτό. Η κοινοποίηση στον καταγγέλλοντα των ανωτέρω δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σχετικά με τον καθορισμό και την καταβολή στον κ. M. των δικαστικών εξόδων που δικαιούνταν να ανακτήσει, υπό την ιδιότητά του ως ιδιώτη και ως διαδίκου σε διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου, θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί ως παρέμβαση στο δικαίωμα του κ. M. στον σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής (18).
3.10 Όσον αφορά το στοιχείο iii), πρέπει, πρώτον, να επισημανθεί ότι, αντιθέτως προς όσα ανέφερε το Γραφείο με την απάντησή του στην επιβεβαιωτική αίτηση, το ζητηθέν έγγραφο μπορούσε να κοινοποιηθεί στον καταγγέλλοντα ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεση του Μ. Συναφώς, το άρθρο 4, παράγραφος 4, απαιτεί μόνον διαβούλευση και όχι άδεια του τρίτου.
Δεύτερον, μια τέτοια διαβούλευση πραγματοποιείται εκτός εάν είναι σαφές ότι το έγγραφο θα δημοσιοποιηθεί ή δεν θα δημοσιοποιηθεί. Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται διαβούλευση εάν δεν είναι σαφές ότι δεν εφαρμόζεται καμία από τις εξαιρέσεις ή ότι θα πρέπει να εφαρμόζεται τουλάχιστον μία από τις εξαιρέσεις. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει τις παρατηρήσεις του στο σημείο 3.9 ανωτέρω και το γεγονός ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό 45/2001, η ζητούμενη γνωστοποίηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα ήταν νόμιμη εάν ο κ. M. έδινε σαφώς τη συγκατάθεσή του. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής κρίνει ότι δεν ήταν παράλογο να θεωρήσει η Υπηρεσία ότι δεν ήταν σαφές αν έπρεπε ή όχι να εφαρμοστεί η εξαίρεση του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001.
3.11 Όσον αφορά το στοιχείο iv), ο εμπιστευτικός χαρακτήρας της αίτησης πρόσβασης του καταγγέλλοντος δεν αμφισβητήθηκε από τον ίδιο και επιβεβαιώνεται από τα έγγραφα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή (19). Επιπλέον, το σχετικό επιχείρημα της Υπηρεσίας, ότι η εμπιστευτικότητα της αίτησης πρόσβασης του καταγγέλλοντος την εμπόδισε να ζητήσει την άποψη του κ. σχετικά με τη δυνατότητα γνωστοποίησης, δεν αμφισβητήθηκε από τον καταγγέλλοντα και είναι εύλογο.
3.12 Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος δεν έχει τεκμηριωθεί. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κρούσμα κακοδιοίκησης που να αντιστοιχεί στον ισχυρισμό αυτό.
4 Απαιτήσεις4.1 Λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματά του στα σημεία 2.5 και 3.12 της παρούσας απόφασης, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί.
5 ΣυμπέρασμαΒάσει της έρευνάς του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε κρούσμα κακοδιοίκησης που να αντιστοιχεί στους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, κλείνει την υπόθεση.
Ο πρόεδρος του Γραφείου Εναρμόνισης στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Η απόφαση του Πρωτοδικείου δεν καθόρισε το πραγματικό ποσό των εξόδων που πρέπει να ανακτηθούν.
(2) ΕΕ L 145, σ. 43.
(3) ΕΕ L 8, σ. 1.
(4) Το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι «(...) ο Διαμεσολαβητής διεξάγει έρευνες για τις οποίες κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι (...) εκτός εάν τα καταγγελλόμενα πραγματικά περιστατικά αποτελούν ή έχουν αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας.»
(5) Το άρθρο 1 παράγραφος 3 του Καταστατικού προβλέπει ότι «[ο] Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να παρεμβαίνει σε υποθέσεις ενώπιον δικαστηρίων ούτε να αμφισβητεί την ορθότητα απόφασης δικαστηρίου».
Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 του Καθεστώτος, «[ό]ταν ο Διαμεσολαβητής, λόγω δικαστικών διαδικασιών που βρίσκονται σε εξέλιξη ή έχουν περατωθεί σχετικά με τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά, οφείλει να κηρύξει μια καταγγελία απαράδεκτη ή να περατώσει την εξέτασή της, τα αποτελέσματα των ερευνών που έχει διεξαγάγει μέχρι τότε υποβάλλονται οριστικά».
(6) Βλ., για παράδειγμα, υπόθεση 178/98 DEP Fresh Marine κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II-3127, σκέψεις 26-28, 33 και 41.
(7) ΕΕ L 145, σ. 43.
(8) ΕΕ L 8, σ. 1.
(9) ΕΕ 1994, L 11, σ. 1. Το άρθρο 118α (Πρόσβαση στα έγγραφα) προστέθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 1653/2003 του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2003, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 245, σ. 36).
(10) Υπόθεση T-194/04 Bavaria Lager κατά Επιτροπής, απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2007 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή).
(11) Βλ. σκέψη 107 της προαναφερθείσας υπόθεσης T-194/04 Bavaria Lager κατά Επιτροπής.
(12) Βλ. σκέψη 128 της προαναφερθείσας υπόθεσης T-194/04 Bavaria Lager κατά Επιτροπής.
(13) Βλέπε σκέψη 118 της προαναφερθείσας υπόθεσης T-194/04 Bavaria Lager κατά Επιτροπής.
(14) Βλ. σκέψη 119 της προαναφερθείσας υπόθεσης T-194/04 Bavaria Lager κατά Επιτροπής.
(15) Βλ. σκέψη 123 της προαναφερθείσας υπόθεσης T-194/04 Bavaria Lager κατά Επιτροπής.
(16) Σχετικά, υπενθυμίζεται ότι το Γραφείο είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα, πριν από την αίτησή του για πρόσβαση, ότι είχε καταβάλει στον Μ. το ποσό που είχε ζητήσει.
(17) Το Γραφείο δεν διευκρίνισε αν το εν λόγω έγγραφο περιείχε επίσης στοιχεία σχετικά με τα στοιχεία των εξόδων.
(18) Βλ. συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-465/00, C-138/01 και C-139/01 Österreichischer Rundfunk κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. I-4989, σκέψη 74.
(19) Η επιστολή του καταγγέλλοντος της 26ης Οκτωβρίου 2005, στην οποία διατύπωσε την αίτησή του για πρόσβαση στο έγγραφο, φέρει το σημείωμα «Confidentielle et staffle». Αντίγραφο της επιστολής αυτής επισυνάφθηκε στην καταγγελία.