Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 2689/2005/BB κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 2689/2005/BB - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 13 Σεπτεμβρίου 2005 - Απόφαση στις Τετάρτη | 16 Ιουλίου 2008
Στρασβούργο, 16 Ιουλίου 2008
Αξιότιμε κ. A.,
Στις 5 Αυγούστου 2005, ενεργώντας εξ ονόματος της CINAR Ltd. (εφεξής «CINAR»), υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η καταγγελία σας αφορούσε εξωτερικό έλεγχο και τις επακόλουθες φάσεις του σε τέσσερις συμβάσεις έρευνας (1), οι οποίες συνήφθησαν στο πλαίσιο του τέταρτου και πέμπτου προγράμματος έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης («ΕΤΑ») της Επιτροπής. Ο έλεγχος αυτός πραγματοποιήθηκε στις εγκαταστάσεις της CINAR στις 20-21 Αυγούστου 2002.
Στις 13 Σεπτεμβρίου 2005, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής.
Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 11 Ιανουαρίου 2006. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 4 Απριλίου 2006.
Στις 29 Ιανουαρίου 2008, αποστείλατε νέο υπόμνημα με το οποίο με ενημερώνατε σχετικά με την ολοκλήρωση της έρευνας της OLAF, η οποία περιλάμβανε τις ανωτέρω τέσσερις συμβάσεις.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Ζητώ συγγνώμη για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί η έρευνά μου.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Ο καταγγέλλων είναι διευθυντής μιας εταιρείας με την επωνυμία CINAR Ltd. (εφεξής «CINAR»), η οποία είναι μια μικρή εταιρεία υψηλής τεχνολογίας με εμπειρογνωμοσύνη στον τομέα της καύσης άνθρακα και βιομάζας και του ελέγχου των εκπομπών. Παρέχει τεχνικές υπηρεσίες και έχει συμμετάσχει σε διάφορα ερευνητικά και αναπτυξιακά έργα που χρηματοδοτήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Μεταξύ Ιουνίου 1998 και Μαΐου 2000, η CINAR, ενεργώντας ως ανάδοχος, συνήψε τέσσερις συμβάσεις έρευνας (2) με την Επιτροπή σχετικά με επτά ερευνητικά έργα που αναλήφθηκαν στο πλαίσιο του τέταρτου προγράμματος-πλαισίου («ΠΠ4») και του πέμπτου προγράμματος-πλαισίου («ΠΠ5»).
Στις 20-21 Αυγούστου 2002, ένας εκπρόσωπος της Μονάδας Εξωτερικού Ελέγχου της Γενικής Διεύθυνσης Έρευνας της Επιτροπής («ΓΔ RTD») και δύο λογιστές επισκέφθηκαν τα γραφεία του CINAR προκειμένου να ελέγξουν τις ανωτέρω τέσσερις συμβάσεις έρευνας.
Στις 15 Σεπτεμβρίου 2003, η Επιτροπή ενέκρινε την έκθεση ελέγχου που συνέταξαν οι ελεγκτές. Απέρριψε τις εξηγήσεις και τα αποδεικτικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των αποδεικτικών στοιχείων του εκκαθαριστικού σημειώματος μισθοδοσίας, που προσκομίστηκαν στη συνέχεια από τη CINAR, διότι δεν είχαν προσκομιστεί νωρίτερα. Επιπλέον, απέρριψε περαιτέρω τις δαπάνες προσωπικού και τα σχετικά γενικά έξοδα, τα οποία η CINAR είχε δηλώσει ως επιλέξιμες δαπάνες.
Στις 28 Φεβρουαρίου 2005, ο καταγγέλλων συναντήθηκε με τον εκπρόσωπο της Επιτροπής προκειμένου να αποσαφηνίσει τα συμπεράσματα του ελέγχου, αλλά δεν τα κατάφερε.
Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή είχε αντιμετωπίσει άδικα τη CINAR όσον αφορά τον ανωτέρω εξωτερικό έλεγχο του 2002 και τις επόμενες φάσεις του.
Ο καταγγέλλων, πρώτον, υποστήριξε ότι οι εκπρόσωποι της CINAR «έπρεπε να αισθάνονται σαν εγκληματίες μπροστά στους ελεγκτές, και (...) ακόμη και ένα φυλετικό σχόλιο διατυπώθηκε κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης» και ότι «[ο] στόχος του ελέγχου φαίνεται να συνορεύει με την εμμονή να μας κλείσει».
Δεύτερον, ο καταγγέλλων υποστήριξε τη μη τήρηση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή της CINAR, καθώς ζητήθηκαν προσωπικά και συμβατικά στοιχεία και πληροφορίες σχετικά με τους μισθούς των μελών του προσωπικού. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτό ήταν «πικρότατα ανεκτό».
Τρίτον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ζητήθηκε από τη CINAR να παράσχει άσχετες και αδικαιολόγητες πληροφορίες, δηλαδή πληροφορίες για «όλες τις εκκρεμείς προτάσεις», αν και μόνο ένα μέρος των προτάσεων αυτών χρηματοδοτήθηκε από την Επιτροπή.
Τέταρτον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, παρόλο που έλειπε μόνο ένα μέρος των πληροφοριών μισθοδοσίας, οι εξωτερικοί ελεγκτές προέβησαν σε αθέμιτη δήλωση ότι «δεν ελήφθησαν πληροφορίες μισθοδοσίας από τη CINAR».
Το πέμπτο επιχείρημα αφορούσε, κατ’ ουσίαν, τον ρόλο του ελεγκτή της Επιτροπής από τη συμπλήρωση της εκθέσεως ελέγχου από το εξωτερικό ελεγκτικό γραφείο έως τη συνάντηση με τους εκπροσώπους της CINAR στις 28 Φεβρουαρίου 2005. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων επέκρινε την απόφαση του ελεγκτή της Επιτροπής να εγκρίνει την έκθεση ελέγχου που συνέταξαν εξωτερικοί ελεγκτές και να απορρίψει όλες τις εξηγήσεις και τα αποδεικτικά στοιχεία του καταγγέλλοντος απλώς και μόνο επειδή δεν είχε παρασχεθεί νωρίτερα.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΙστορικό
Η CINAR συνήψε τέσσερις συμβάσεις έρευνας (3) με την Επιτροπή.
Στις 6 Ιουνίου 2002, η ΓΔ RTD ζήτησε οικονομικό έλεγχο στις εγκαταστάσεις της CINAR. Προκειμένου να λάβει έκθεση ελέγχου από ανεξάρτητη και επαγγελματική πηγή, η Επιτροπή αποφάσισε να αναθέσει την εν λόγω αποστολή ελέγχου σε εξωτερική ελεγκτική εταιρεία, δηλαδή στην Littlejohn Frasier («LF»)(4). Μια ειδική συμφωνία για το σκοπό αυτό συνήφθη με την LF τον Ιούλιο του 2002 και η Επιτροπή όρισε δικό της ελεγκτή από τη μονάδα εξωτερικού ελέγχου για να συνεργαστεί με την LF.
Στις 6 Ιουνίου 2002, η Επιτροπή ενημέρωσε τη CINAR με συστημένη επιστολή ότι ο έλεγχος θα ξεκινούσε από τις εγκαταστάσεις της και περιέγραψε το πεδίο εφαρμογής του ως εξής:
- επανεξέταση του εύλογου χαρακτήρα και της λογοδοσίας των συστημάτων κοστολόγησης και τιμολόγησης που λειτουργούν στο CINAR· και
- τον έλεγχο των δαπανών για τις συμβάσεις έρευνας, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσον η Επιτροπή έχει τιμολογηθεί σύμφωνα με τις συμβατικές διατάξεις για τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν κατά την εκτέλεση του ερευνητικού έργου.
Στην επιστολή αυτή, η Επιτροπή ζήτησε επίσης από τη CINAR να υποβάλει στον ελεγκτή της Επιτροπής, εντός ενός μηνός από την παραλαβή της παρούσας επιστολής, τα ακόλουθα έγγραφα ή πληροφορίες:
(1) Υπογεγραμμένο και χρονολογημένο αντίγραφο όλων των συμβάσεων εργασίας όλων των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με τις προαναφερθείσες συμβάσεις, μαζί με ένδειξη εάν τα εν λόγω πρόσωπα εξακολουθούν να απασχολούνται από τη Cinar Ltd. επί του παρόντος.
(2) Οργανόγραμμα της Cinar Ltd, στο οποίο αναφέρονται το όνομα και τα καθήκοντα της διοίκησης και του διοικητικού συμβουλίου, εάν υπάρχουν. Περαιτέρω ένδειξη του συνολικού αριθμού των εργαζομένων που εργάζονται για τη Cinar Ltd.
(3) Απάντηση στο ακόλουθο ερώτημα: Τηρούνται οι λογαριασμοί της Cinar από υπαλλήλους της Cinar ή από εξωτερικούς λογιστές; Εάν ισχύει το τελευταίο, παρακαλείσθε να μας παράσχετε πλήρη στοιχεία.»
Στην απάντησή της της 8ης Ιουλίου 2002, η CINAR εξήγησε ότι οι λογαριασμοί της τηρούνταν από τους λογιστές της, με τους οποίους ο ελεγκτής της Επιτροπής θα έπρεπε να επικοινωνήσει σε περίπτωση που απαιτούνταν περισσότερες πληροφορίες.
Μετά από περαιτέρω ρυθμίσεις μεταξύ της LF και της CINAR, πραγματοποιήθηκε συμφωνημένος επιτόπιος έλεγχος στις 20-21 Αυγούστου 2002. Η Επιτροπή διαβίβασε αντίγραφα των λεπτομερών πρακτικών του ελέγχου.
Στις 29 Μαΐου 2003, η Επιτροπή απέστειλε στη CINAR, με συστημένη επιστολή, το σχέδιο έκθεσης ελέγχου που είχαν καταρτίσει οι εξωτερικοί ελεγκτές για να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους. Η CINAR απάντησε αρχικά προσωρινά με επιστολή της 19ης Ιουνίου 2003. Μια πιο οριστική απάντηση εστάλη στις 30 Ιουλίου 2003. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν τροποποίησε την έκθεση ελέγχου υπό το πρίσμα των παρατηρήσεων της CINAR και της διαβίβασε την αμετάβλητη τελική έκθεση ελέγχου στις 15 Σεπτεμβρίου 2003.
Η Επιτροπή υπογράμμισε στη γνώμη της τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι ελεγκτές κατά τη λήψη σχετικών πληροφοριών από τη CINAR. Κατά την Επιτροπή, από τον έλεγχο προέκυπτε ότι, αντιθέτως προς ό,τι είχε δηλώσει η CINAR με το από 8 Ιουλίου 2002 έγγραφό της, οι λογιστές της CINAR δεν είχαν στη διάθεσή τους κανένα σχετικό στοιχείο ελέγχου.
Η Επιτροπή αναφέρθηκε στην έκθεση ελέγχου στην οποία οι εξωτερικοί ελεγκτές δήλωσαν, κατ’ ουσίαν, ότι τα υποστηρικτικά στοιχεία του CINAR για τη διεκδίκηση δαπανών σχετικά με τις εν λόγω συμβάσεις ήταν ανεπαρκή, δεδομένου ότι:
- δεν υποβλήθηκαν προς έλεγχο πληροφορίες σχετικά με τη μισθοδοσία·
- τα δελτία χρόνου εργασίας που υποβλήθηκαν σε έλεγχο δεν αντιστοιχούσαν στις ώρες που δηλώθηκαν στις δηλώσεις δαπανών·
- δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός τιμολογίων για την επικύρωση δαπανών που δηλώθηκαν για ταξίδια και αναλώσιμα για τις εταιρείες TESSA, ENDASH και VISCON·
- δεν υποβλήθηκαν υπολογισμοί για να αποδειχθεί η βάση επί της οποίας είχαν ζητηθεί τα γενικά έξοδα· και
- η επιτρεπόμενη απόσβεση για τον εξοπλισμό ENDASH υπολογίστηκε εσφαλμένα.
Επιπλέον, η έκθεση ελέγχου ανέφερε προβλήματα στους ακόλουθους τομείς:
- οικονομική διαχείριση του έργου·
- περιγραφή των βασικών εσωτερικών ελέγχων·
- δοκιμή των εσωτερικών ελέγχων του συστήματος τήρησης λογιστικών βιβλίων·
- δελτία χρόνου εργασίας, πληροφορίες μισθοδοσίας, τιμολόγια προμηθευτών και γενικά έξοδα·
- θέσπιση χωριστού συστήματος κοστολόγησης των έργων·
- διαχωρισμός των δαπανών που συνδέονται με έργα χρηματοδοτούμενα από την ΕΚ από τις δαπάνες που προκύπτουν κατά την εκτέλεση εργασιών ιδιωτών πελατών, καθώς και των καθηκόντων μεταξύ του προσωπικού της CINAR.
Κατά την Επιτροπή, βάσει της συγκεφαλαιωτικής εκθέσεως ελέγχου, η δημοσιονομική διαχείριση των συμβάσεων δεν πραγματοποιήθηκε με αποδεκτό τρόπο και δεν ήταν σύμφωνη με τις απαιτήσεις της συμβάσεως. Φαίνεται ότι τα επιπλέον ποσά που χρεώθηκαν ήταν περίπου 300 000 GBP για τις τέσσερις ελεγχθείσες συμβάσεις.
Η Επιτροπή υποστήριξε ότι, στην απάντηση της CINAR της 25ης Σεπτεμβρίου 2003, δεν υπήρχαν σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που να υπονομεύουν τις συνολικές διαπιστώσεις της έκθεσης ελέγχου. Η Επιτροπή απάντησε στη CINAR στις 13 Νοεμβρίου 2003 και δεν έλαβε καμία περαιτέρω απάντηση μέχρι το τέλος του 2004.
Η Επιτροπή ανέφερε ότι, δεδομένου ότι οι υπάλληλοι υποχρεούνται βάσει των κανόνων να κοινοποιούν στην OLAF παρατυπίες και υπόνοιες απάτης, η ΓΔ RTD ενημέρωσε την OLAF σχετικά με την έκθεση ελέγχου της CINAR στις 14 Απριλίου 2004. Η OLAF αποφάσισε να κινήσει έρευνα (OF/2004/0203) και κοινοποίησε στη CINAR, με επιστολή της 28ης Ιουνίου 2005, τους λόγους των ερευνών της.
Η Επιτροπή επισήμανε ότι τα περισσότερα γεγονότα στα οποία βασίστηκε η καταγγελία συνδέονταν με εξελίξεις που σημειώθηκαν είτε κατά την εκτέλεση του ελέγχου (20-21 Αυγούστου 2002) είτε πριν από την κοινοποίηση της έκθεσης ελέγχου στον καταγγέλλοντα (29 Μαΐου 2003). Η Επιτροπή υποστήριξε ότι, και στις δύο περιπτώσεις, δεν τηρήθηκε η προθεσμία για την υποβολή καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή, βάσει των γεγονότων αυτών. Ωστόσο, σε πνεύμα καλής συνεργασίας με τον Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή απάντησε σε όλες τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος.
Επιχείρημα σχετικά με τη συμπεριφορά των ελεγκτώνΌσον αφορά τη συμπεριφορά των ελεγκτών κατά τη διάρκεια της επίσκεψης στις εγκαταστάσεις της CINAR στις 20-21 Αυγούστου 2002, η Επιτροπή παρατήρησε ότι, στην έκθεση ελέγχου που εστάλη στον καταγγέλλοντα στις 29 Μαΐου 2003, αναφερόταν:
«[Ο ελεγκτής της Επιτροπής] ρώτησε [τον καταγγέλλοντα] αν πιστεύει ότι η διαδικασία ελέγχου που εφαρμόστηκε ήταν ορθή, κατά την άποψή του. [Ο καταγγέλλων] απάντησε ότι πιστεύει ότι η διαδικασία ελέγχου εφαρμόστηκε ορθά καθ’ όλη τη διάρκεια της επιτόπιας επίσκεψης.»
Κατά την Επιτροπή, το εν λόγω επιχείρημα προβλήθηκε για πρώτη φορά από τη CINAR μόλις με το έγγραφο της 25ης Σεπτεμβρίου 2003.
Όσον αφορά το υποτιθέμενο «φυλετικό σχόλιο», η Επιτροπή υπογράμμισε ότι ο καταγγέλλων δεν διευκρίνισε ποιο σχόλιο είχε διατυπωθεί που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «φυλετικό» ούτε είχε προσδιορίσει ποιος το είχε κάνει. Ωστόσο, ο ελεγκτής της Επιτροπής αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι κατά τη διάρκεια της επιτόπιας επίσκεψης διατυπώθηκε οποιοδήποτε σχόλιο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «φυλετικό».
Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η διατύπωση οποιασδήποτε τέτοιας παρατήρησης θα ήταν απαράδεκτη, αλλά, υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν ήταν δυνατόν να εξεταστεί περαιτέρω το επιχείρημα αυτό.
Όσον αφορά την υποτιθέμενη «εμμονή να κλείσει το CINAR», η Επιτροπή υποστήριξε ότι είχε απλώς διενεργήσει έλεγχο σύμφωνα με τις συνήθεις διαδικασίες που χρησιμοποιούνται για τους ελέγχους αυτούς και όπως προβλέπεται από τις συμβάσεις της ΕΚ. Επιπλέον, είχε διενεργήσει τον έλεγχο με τον δέοντα σεβασμό για όλες τις πιθανές εγγυήσεις για την ελεγχόμενη εταιρεία, όπως η παρουσία ανεξάρτητων εξωτερικών ελεγκτών για τη διενέργεια του ελέγχου και η υποβολή των προσωρινών πορισμάτων του ελέγχου στη CINAR για υποβολή παρατηρήσεων. Ωστόσο, η CINAR δεν προσκόμισε τα σχετικά έγγραφα που αιτιολογούν τις δαπάνες και τα τελικά πορίσματα του ελέγχου καθορίστηκαν σε αυτή τη βάση.
Επί του επιχειρήματος περί μη τηρήσεως του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωήςΗ Επιτροπή υποστήριξε ότι οι συμβάσεις που ελέγχθηκαν περιείχαν τις ακόλουθες διατάξεις:
α) Οι δύο ελεγχθείσες συμβάσεις που διέπονται από το 4ο ΠΠ:
Άρθρο 24 του παραρτήματος II: 24.1: «Η Επιτροπή ή τα εξουσιοδοτημένα από αυτήν πρόσωπα δικαιούνται να διενεργούν λογιστικούς ελέγχους έως και δύο έτη μετά την ημερομηνία ολοκλήρωσης ή την καταγγελία της σύμβασης. Έχουν πλήρη επιτόπια πρόσβαση, ανά πάσα εύλογη στιγμή, στο προσωπικό που απασχολείται στο έργο και σε όλα τα έγγραφα, τα ηλεκτρονικά αρχεία και τον εξοπλισμό που σχετίζονται με το έργο ή, όταν είναι αναγκαίο, έχουν το δικαίωμα να απαιτούν την υποβολή κάθε τέτοιου αποδεικτικού εγγράφου».
Το άρθρο 22 του παραρτήματος II ορίζει τα εξής: «Κάθε αντισυμβαλλόμενος τηρεί, σε τακτική βάση και σύμφωνα με τις συνήθεις λογιστικές συμβάσεις του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένος, κατάλληλα λογιστικά βιβλία και κατάλληλη τεκμηρίωση για την υποστήριξη και την αιτιολόγηση των δαπανών και των ωρών που δηλώνονται. Τα στοιχεία αυτά διατίθενται για λογιστικούς ελέγχους».
Επιπλέον, το παράρτημα Ε, τα άρθρα 18-21 και το υπόδειγμα δήλωσης δαπανών απαιτούν να αναφέρονται τα ονόματα των ατόμων που εργάζονται για το έργο. Η CINAR παρέλειψε να παράσχει τις απαραίτητες πληροφορίες σε ορισμένες περιπτώσεις σχετικά με τις εν λόγω ονομασίες.
β) Οι δύο ελεγχθείσες συμβάσεις που διέπονται από το 5ο ΠΠ περιείχαν παρόμοιες και ακόμη αυστηρότερες διατάξεις σε σύγκριση με το 4ο ΠΠ.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, για να ελέγξουν οι ελεγκτές ότι η CINAR είχε ορθώς δηλώσει δαπάνες προσωπικού, δεν ήταν μόνο απαραίτητο να ελέγξουν ποιος εργάστηκε στα εν λόγω έργα, αλλά και τον χρόνο που είχε αφιερώσει κάθε υπάλληλος στα έργα, με ποιο μισθό και αν οι μισθοί αυτοί είχαν πράγματι καταβληθεί από τη CINAR στους εν λόγω υπαλλήλους.
Επιχείρημα σχετικά με άσχετες και αδικαιολόγητες πληροφορίεςΗ Επιτροπή υπογράμμισε ότι είχε ζητήσει προφορικά, κατά τη διάρκεια της επιτόπιας επίσκεψης στις 20-21 Αυγούστου 2002, δύο έγγραφα και είχε δώσει στη CINAR προθεσμία δύο εβδομάδων για να παράσχει τις πληροφορίες αυτές. Το αίτημα αυτό καταγράφηκε ως μέρος των επιχειρησιακών συμπερασμάτων στα πρακτικά της συνάντησης με τον καταγγέλλοντα της 20ής Αυγούστου 2002. Διατυπώνουν τα εξής:
«[ο ελεγκτής της Επιτροπής] ζήτησε από [τον καταγγέλλοντα] να προσκομίσει τα ακόλουθα δύο έγγραφα:
1) επεξήγηση (έως δύο σελίδες) των λόγων για τους οποίους η CINAR χρησιμοποίησε διαφορετικούς μέσους συντελεστές για τις δαπάνες προσωπικού, για τις ίδιες χρονικές περιόδους, μεταξύ διαφορετικών προτάσεων συμβάσεων,
2) Το προαναφερόμενο χρονοδιάγραμμα που παρουσιάζει όλα τα χρηματοδοτούμενα από την ΕΚ σχέδια στα οποία συμμετείχε το CINAR από την 1η Ιανουαρίου 1997, καθώς και περιγραφή του προσωπικού του CINAR που εργάστηκε σε κάθε σχέδιο.
[Ο καταγγέλλων] συμφώνησε να προσκομίσει τα εν λόγω έγγραφα,
[Ο ελεγκτής της Επιτροπής] ζήτησε στη συνέχεια να επιτραπεί στην ομάδα ελέγχου να συνομιλήσει με υπαλλήλους της CINAR στους οποίους είχαν ανατεθεί και οι οποίοι εργάζονταν για τις ελεγχθείσες συμβάσεις. [Ο καταγγέλλων] δεν είχε αντίρρηση για το αίτημα αυτό.»
Μολονότι ο καταγγέλλων είχε συμφωνήσει χωρίς να διατυπώσει επιφυλάξεις για την παροχή των εν λόγω εγγράφων, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι δεν είχε λάβει κανένα από αυτά.
Οι εξωτερικοί ελεγκτές επανέλαβαν το αίτημά τους για τα προαναφερθέντα έγγραφα (1) και (2) στο ηλεκτρονικό τους μήνυμα της 5ης Σεπτεμβρίου 2002. Επιπλέον, ζήτησαν ετήσια ένδειξη του ποσοστού του κύκλου εργασιών που προέκυψε από τις εισφορές της ΕΚ· αντίγραφα ορισμένων συμβάσεων εργασίας, πιστοποιητικών διπλωμάτων, φύλλων κατανομής χρόνου και τιμολογίων· καθώς και δήλωση στην οποία επεξηγούνται οι διαφορές στις μέσες τιμές που χρησιμοποιούνται στις διάφορες συμβάσεις που εκτελούνται ταυτόχρονα.
Στις 19 Σεπτεμβρίου 2002, ο ελεγκτής της Επιτροπής απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο ζητούσε δηλώσεις σχετικά με δύο υπαλλήλους της CINAR, προκειμένου να επιβεβαιώσει την ύπαρξη των συμβάσεων εργασίας τους, οι οποίες δεν μπορούσαν να εντοπιστούν κατά τη διάρκεια του επιτόπιου ελέγχου.
Δεδομένου ότι δεν είχε ληφθεί καμία από τις ανωτέρω ζητούμενες πληροφορίες, στις 24 Σεπτεμβρίου 2002 εστάλη στον καταγγέλλοντα νέο ηλεκτρονικό μήνυμα σχετικά με το θέμα αυτό.
Στις 25 Σεπτεμβρίου 2002, οι εξωτερικοί ελεγκτές έλαβαν ορισμένες πληροφορίες από τον καταγγέλλοντα ταχυδρομικώς. Ωστόσο, δεν παρασχέθηκαν οι πληροφορίες μισθοδοσίας για όλους τους ερευνητές που συμμετείχαν στα έργα.
Στις 8 Οκτωβρίου 2002, οι εξωτερικοί ελεγκτές απέστειλαν εκ νέου μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στον καταγγέλλοντα ζητώντας να πληροφορηθεί πότε θα απαντηθούν τα υπόλοιπα στοιχεία και επιβεβαίωσαν ότι όλες αυτές οι πληροφορίες ήταν απαραίτητες για την πλήρη τεκμηρίωση των δαπανών που ζητήθηκαν από την Επιτροπή.
Στις 9 Οκτωβρίου 2002, η καταγγέλλουσα απάντησε με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ότι «υπήρξε πολύ απασχολημένη μετά από ένα ήσυχο καλοκαίρι και θα παραμείνει μέχρι το τέλος του μήνα και δυσκολεύομαι να βρω χρόνο για να απαντήσω στα αιτήματά σας. Θα βρίσκομαι στην Ιταλία την επόμενη εβδομάδα, όπου διοργανώνουμε μαθήματα καύσης». Παρείχε τα αιτούμενα ποσοστά πληροφοριών σχετικά με τις συνεισφορές της ΕΚ.
Στις 14 Οκτωβρίου 2002, ο ελεγκτής της Επιτροπής απέστειλε εκ νέου το ηλεκτρονικό του μήνυμα της 19ης Σεπτεμβρίου 2002.
Στις 30 Οκτωβρίου 2002, οι εξωτερικοί ελεγκτές απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα στον καταγγέλλοντα ζητώντας τις πληροφορίες που είχαν ήδη ζητήσει με το ηλεκτρονικό τους μήνυμα της 5ης Σεπτεμβρίου 2002, αλλά δεν είχαν ακόμη λάβει. Οι ελεγκτές εξήγησαν επίσης ότι οι πληροφορίες μισθοδοσίας που δείχνουν την πραγματική αμοιβή που καταβάλλεται στους ερευνητές που συμμετέχουν στα έργα ήταν το σημαντικότερο στοιχείο εκκρεμών πληροφοριών.
Στις 8 Νοεμβρίου 2002, οι εξωτερικοί ελεγκτές απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα στον καταγγέλλοντα επιβάλλοντας προθεσμία έως τις 30 Νοεμβρίου 2002 για την παροχή όλων των εκκρεμών πληροφοριών.
Στις 11 Νοεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση ενημερώνοντάς τους ότι δεν θα βρισκόταν στο γραφείο του κατά τη διάρκεια δύο εβδομάδων και ότι θα προσπαθούσε να αποστείλει περισσότερες πληροφορίες μετά την περίοδο αυτή.
Στις 27 Νοεμβρίου 2002, οι εξωτερικοί ελεγκτές απέστειλαν επίσημη επιστολή στον καταγγέλλοντα επιβεβαιώνοντας ότι εξακολουθούσε να ισχύει η προθεσμία της 30ής Νοεμβρίου 2002 για την παροχή εκκρεμών πληροφοριών. Οι ελεγκτές εξήγησαν επίσης ότι, σε περίπτωση μη παροχής των εν λόγω πληροφοριών, η έκθεση ελέγχου θα βασιζόταν σε πληροφορίες που είχαν πράγματι παρασχεθεί και οι δαπάνες δεν θα επιτρεπόταν αναλόγως. Στην εν λόγω επιστολή επαναλαμβάνονταν οι πληροφορίες που εξακολουθούσαν να εκκρεμούν.
Στις 27 Νοεμβρίου 2002, ο ελεγκτής της Επιτροπής απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον καταγγέλλοντα επαναλαμβάνοντας την προθεσμία που είχε τεθεί με την ανωτέρω επιστολή των εξωτερικών ελεγκτών.
Στις 4 Δεκεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στους εξωτερικούς ελεγκτές, σε απάντηση της ανωτέρω επιστολής, αρνούμενος ουσιαστικά να παράσχει τις υπόλοιπες πληροφορίες, δεδομένου ότι «σήμερα ήταν πέρα από τους ανθρώπινους πόρους μας». Όσον αφορά τις ελλείπουσες πληροφορίες μισθοδοσίας, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι αυτό ήταν στα χέρια του «(...) προηγούμενου λογιστή του, ο οποίος δυστυχώς [δεν ήταν] σε θέση να επικοινωνήσει».
Στις 13 Ιανουαρίου 2003, δεδομένου ότι η προθεσμία είχε παρέλθει, η εταιρία εξωτερικού ελέγχου ζήτησε να πληροφορηθεί αν ένα μέλος του προσωπικού της μπορούσε να επισκεφθεί τους λογιστές της CINAR προκειμένου να λάβει τις απαιτούμενες πληροφορίες μισθοδοσίας.
Στις 14 Ιανουαρίου 2003, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι εξουσιοδότησε την εταιρεία εξωτερικού ελέγχου να επικοινωνήσει με τους λογιστές της CINAR.
Στις 30 Ιανουαρίου 2003, οι εξωτερικοί ελεγκτές απέστειλαν επιστολή στους λογιστές της CINAR ζητώντας πληροφορίες σχετικά με τη μισθοδοσία πριν από οποιαδήποτε επίσκεψη στις εγκαταστάσεις τους.
Δεδομένου ότι δεν ελήφθη καμία απάντηση σχετικά με την παροχή πληροφοριών μισθοδοσίας, οι εξωτερικοί ελεγκτές τηλεφώνησαν στους λογιστές σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, κάθε φορά για να ενημερωθούν ότι ο εν λόγω λογιστής ήταν εκτός γραφείου.
Στις 4 Μαρτίου 2003, λόγω της έλλειψης απάντησης, εστάλη δεύτερη επιστολή στους λογιστές της CINAR. Οι εξωτερικοί ελεγκτές απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα στον καταγγέλλοντα ζητώντας του να διασφαλίσει ότι θα ληφθεί απάντηση από τους λογιστές της CINAR προκειμένου να συμπληρωθεί η έκθεση ελέγχου. Οι εξωτερικοί ελεγκτές τόνισαν ότι «[ε]άν οι πληροφορίες αυτές δεν ληφθούν, θα αναγκαστούμε να συμπεράνουμε αναλόγως».
Στις 5 Μαρτίου 2003, οι λογιστές της CINAR απάντησαν ότι η μισθοδοσία καταρτίστηκε από τη CINAR και ότι δεν τηρούσαν αντίγραφα των βιβλίων μισθοδοσίας.
Μεταξύ της 5ης Μαρτίου και της 28ης Μαΐου 2003, ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε συμπληρωματικές πληροφορίες. Ως εκ τούτου, οι ελεγκτές δεν είχαν άλλη επιλογή από το να συμπληρώσουν την έκθεση βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών.
Στις 29 Μαΐου 2003, αντίγραφο της έκθεσης απεστάλη με συστημένη επιστολή στη CINAR για να λάβει τις παρατηρήσεις τους.
Στις 19 Ιουνίου 2003, ο καταγγέλλων απέστειλε προσωρινή απάντηση στην έκθεση.
Στις 24 Ιουλίου 2003, οι ελεγκτές απέστειλαν μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στον καταγγέλλοντα, αναγνωρίζοντας την παραλαβή της προσωρινής απάντησής του και δηλώνοντας ότι η CINAR είχε προθεσμία έως τις 28 Αυγούστου 2003 για να παράσχει είτε λεπτομερέστερη απάντηση στην έκθεση είτε τα απαιτούμενα έγγραφα.
Στις 30 Ιουλίου 2003, ο καταγγέλλων απάντησε με σύντομη επιστολή τονίζοντας ότι ο έλεγχος εξακολουθούσε να αμφισβητείται και ότι η CINAR δεν μπορούσε να αποδεχθεί το κείμενο που απέστειλαν οι ελεγκτές. Ο καταγγέλλων επισύναψε 34 αντίγραφα πληροφοριών εκκαθαριστικού σημειώματος μισθοδοσίας σχετικά με τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν στους ερευνητές που συμμετείχαν σε τέσσερις συμβάσεις. Δήλωσε ότι οι ελεγκτές έλαβαν αντίγραφα των εν λόγω δελτίων μισθοδοσίας.
Στις 3 Σεπτεμβρίου 2003, οι εξωτερικοί ελεγκτές απάντησαν ότι τα συνημμένα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας αφορούσαν μόνο το έργο VISCON. Αρνήθηκαν ότι είχαν λάβει αντίγραφα εκκαθαριστικών σημειωμάτων μισθοδοσίας είτε κατά τη διάρκεια της επίσκεψης είτε μετά από διάφορα αιτήματα για τις πληροφορίες αυτές. Πράγματι, όταν ζητήθηκαν εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας, οι ελεγκτές ενημερώθηκαν ότι δεν ήταν δυνατή η πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες από το σύστημα μισθοδοσίας και ότι θα ήταν αναγκαίο να απευθυνθούν στους λογιστές του καταγγέλλοντος. Εξήγησαν επίσης ότι θα απαιτηθούν σημαντικές πρόσθετες επιτόπιες εργασίες στο CINAR και ότι, δεδομένου α) του παρατεταμένου χαρακτήρα της αλληλογραφίας για τη συγκέντρωση των απαιτούμενων αποδεικτικών στοιχείων· β) το γεγονός ότι η LF είχε ολοκληρώσει την έκθεσή της έως το τελικό στάδιο· και γ) ότι τυχόν πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία που θα συγκεντρωθούν θα οδηγήσουν σε αναδιατύπωση της έκθεσης, το κόστος των εν λόγω πρόσθετων ελεγκτικών εργασιών και η σύνταξη της έκθεσης θα πρέπει να βαρύνουν τη CINAR με εκτιμώμενο κόστος περίπου 2 900 GBP, χωρίς ΦΠΑ.
Η Επιτροπή υποστήριξε στη γνώμη της ότι, για τους ακόλουθους λόγους, τα ζητηθέντα έγγραφα και πληροφορίες δεν ήταν άσχετα ή δυσανάλογα, όπως υποδήλωνε η καταγγελία:
θ) η CINAR είχε χρησιμοποιήσει, στις προτάσεις της για συμβάσεις, διαφορετικά μέσα ποσοστά για τους «ανώτερους μηχανικούς» και τους «μηχανικούς» κατά το ίδιο έτος και η διακύμανση των ποσοστών γενικών εξόδων για τις συμβάσεις του 4ου ΠΠ ήταν πολύ υψηλή (από 40% έως 100%)·
ii) Η CINAR, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν ανέφερε τα ονόματα των βασικών υπαλλήλων που εργάζονταν για τα έργα. Αντ 'αυτού, μερικές φορές αναφέρονταν μόνο βαθμοί προσωπικού. Δεδομένου ότι το 55 % των εσόδων της CINAR προέρχεται από ιδιωτικές συμβουλευτικές υπηρεσίες, ήταν αδύνατο να συμβιβαστούν οι εργασίες που πραγματοποίησε το προσωπικό της CINAR σε έργα χρηματοδοτούμενα από την ΕΚ με τις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν σε άλλες εργασίες. Οι ελεγκτές θέλησαν να αποκτήσουν σαφή εικόνα του τρόπου με τον οποίο μια μάλλον μικρή εταιρεία, όπως η CINAR, κατόρθωσε να εργαστεί τόσες πολλές ώρες για έργα της ΕΚ εκτός από συμβουλευτικές ή άλλες εργασίες εκτός ΕΚ. Η έκθεση ελέγχου αναφέρει: «[ε]άν δεν ήταν δυνατόν να ελεγχθεί πόσο αποτελεσματικά ο ανάδοχος είναι σε θέση να διαχωρίσει τις δαπάνες που συνδέονται με έργα χρηματοδοτούμενα από την ΕΚ από τις δαπάνες που πραγματοποιούνται κατά την εκτέλεση εργασιών ιδιωτών πελατών»(5) ·
iii) Δεδομένου ότι η CINAR είχε επίσης συμβάσεις με άλλες ΓΔ της Επιτροπής πλην της ΓΔ RTD, ήταν δικαιολογημένο να σχηματιστεί πλήρης εικόνα των εν λόγω συμβάσεων. Ο αριθμός των έργων της ΕΕ που χρηματοδοτήθηκαν από τη ΓΔ RTD, στο πλαίσιο του 4ου ΠΠ και του 5ου ΠΠ, ήταν μικρότερος από 20·
iv) Στη συνολική εικόνα του τι είχε πραγματικά ζητηθεί κατά τη διάρκεια της επιτόπιας επίσκεψης, το CINAR επικεντρώθηκε σε ένα θέμα ήσσονος σημασίας, δηλαδή στις προτάσεις που εκκρεμούσαν κατά τον χρόνο της επίσκεψης ελέγχου. Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι παρέλειψε να επισημάνει ότι ο W., ένας από τους εξωτερικούς ελεγκτές, είχε συμπεριλάβει το σημείο αυτό στην επιστολή του της 29ης Νοεμβρίου 2002 και ζήτησε συγγνώμη για το γεγονός αυτό. Ωστόσο, υποστήριξε την άποψη ότι το συγκεκριμένο αίτημα ήταν δικαιολογημένο στο πλαίσιο της διαμόρφωσης συνολικής εικόνας σχετικά με τον τρόπο και τους υπαλλήλους της CINAR που θα συμμετείχαν σε έργα της ΕΕ, δεδομένου ότι σχεδόν όλοι οι υπάλληλοι της CINAR φαίνεται να συμμετέχουν ήδη σε άλλα έργα που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ.
Επιχείρημα ότι έλειπε μόνο ένα μέρος των πληροφοριών μισθοδοσίαςΌσον αφορά το επιχείρημα της CINAR ότι «παρουσιάστηκαν συνοπτικές πληροφορίες μισθοδοσίας», αυτό αντικρούστηκε σαφώς από την έκθεση ελέγχου. Η Επιτροπή δεν έβλεπε κανένα λόγο για τον οποίο οι ελεγκτές θα δήλωναν ότι δεν είχαν λάβει ορισμένες πληροφορίες εάν ίσχυε το αντίθετο. Πράγματι, εάν οι πληροφορίες είχαν ληφθεί, θα αναφέρονταν στην έκθεση ελέγχου - είτε θετικά είτε αρνητικά. Ο ελεγκτής της Επιτροπής επιβεβαίωσε ότι δεν ελήφθησαν πληροφορίες σχετικά με τη μισθοδοσία κατά τη διάρκεια της επιτόπιας επίσκεψης και ότι η ίδια η CINAR παρέπεμψε τους ελεγκτές απευθείας στους λογιστές της CINAR.
Ωστόσο, τελικά προέκυψε ότι οι λογιστές δεν τηρούσαν πληροφορίες μισθοδοσίας. Ο λογιστής της CINAR ανέφερε σε επιστολή του της 5ης Μαρτίου 2003:
Επιχείρημα σχετικά με τον ρόλο του ελεγκτή της Επιτροπής«Σας ευχαριστούμε για τις επιστολές σας και ζητούμε συγγνώμη για την καθυστέρηση στην απάντηση. Η μισθοδοσία καταρτίστηκε από τη CINAR Limited και όχι από εμάς και δεν λάβαμε αντίγραφα των αρχείων μισθοδοσίας όταν επισκεφθήκαμε τα γραφεία της εταιρείας για να προετοιμάσουμε τους λογαριασμούς (...)».
Το πέμπτο επιχείρημα αφορούσε, κατ’ ουσίαν, τον ρόλο του ελεγκτή της Επιτροπής από τη συμπλήρωση της εκθέσεως ελέγχου από το εξωτερικό ελεγκτικό γραφείο έως τη συνάντηση με τους εκπροσώπους της CINAR στις 28 Φεβρουαρίου 2005.
Η Επιτροπή διαπίστωσε τον Μάρτιο του 2003 ότι οι ελεγκτές δεν θα λάμβαναν τις απαιτούμενες πληροφορίες από τους λογιστές της CINAR. Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να το λάβει από τη CINAR ήταν ήδη σαφές από τον επιτόπιο έλεγχο στις εγκαταστάσεις της CINAR τον Αύγουστο του 2002. Η Επιτροπή υπενθύμισε επίσης ότι η CINAR δεν είχε παράσχει πληροφορίες σχετικά με τους υπολογισμούς των γενικών εξόδων της. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο ελεγκτής της Επιτροπής ζήτησε από τους εξωτερικούς ελεγκτές να υποβάλουν το σχέδιο έκθεσης ελέγχου τους στη CINAR, λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαδικασία ελέγχου είχε εξηγηθεί σαφώς στη CINAR κατά τη διάρκεια της επιτόπιας επίσκεψης και περιγράφηκε στην έκθεση ελέγχου ως εξής:
«Τέλος,[ο ελεγκτής της Επιτροπής] ενημέρωσε [τον καταγγέλλοντα] σχετικά με τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθηθούν όσον αφορά την έκθεση ελέγχου που καταρτίστηκε, παραθέτοντας από το άρθρο 26 παράγραφος 3 της πέμπτης σύμβασης-πλαισίου: «Με βάση τα πορίσματα του δημοσιονομικού ελέγχου συντάσσεται προσωρινή έκθεση. Διαβιβάζεται από την Επιτροπή στον ενδιαφερόμενο αντισυμβαλλόμενο, ο οποίος μπορεί να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του εντός προθεσμίας ενός μηνός από την παραλαβή της.»
Η τελική έκθεση διαβιβάζεται στον ενδιαφερόμενο αντισυμβαλλόμενο. Ο τελευταίος μπορεί να κοινοποιήσει τις παρατηρήσεις του στην Επιτροπή εντός ενός μηνός από την παραλαβή τους. Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να μην λάβει υπόψη τις παρατηρήσεις που διαβιβάστηκαν μετά την εν λόγω προθεσμία.
Με βάση τα συμπεράσματα του ελέγχου, η Επιτροπή λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα που κρίνει αναγκαία, συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης εντάλματος είσπραξης για το σύνολο ή μέρος των πληρωμών που πραγματοποίησε.»
Έτσι, το σχέδιο έκθεσης ελέγχου υποβλήθηκε με συστημένη επιστολή της 29ης Μαΐου 2003, οπότε η CINAR ενημερώθηκε πλήρως για τα πραγματικά περιστατικά και τις διαπιστώσεις που περιέχονται σε αυτό λίγο μετά τις 29 Μαΐου 2003. Η CINAR απάντησε με επιστολή της 19ης Ιουνίου 2003, η τελευταία παράγραφος της οποίας έχει ως εξής: «Υπό αυτές τις συνθήκες, υποχρεωθήκαμε να συμβουλευτούμε τον λογιστή μας, καθώς και μια νομική εταιρεία, προκειμένου να προετοιμάσουμε μια πιο οριστική απάντηση στην έκθεσή σας, η οποία θα σας διαβιβαστεί το συντομότερο δυνατό».
Με επιστολή της 30ής Ιουλίου 2003, η CINAR παρέσχε ορισμένες πληροφορίες. Οι εξωτερικοί ελεγκτές το ανέλυσαν και διαβίβασαν τις παρατηρήσεις του στη CINAR με επιστολή της 3ης Σεπτεμβρίου 2003. Στην επιστολή αυτή, αμφισβήτησαν τη δήλωση του καταγγέλλοντος ότι, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής τους στις εγκαταστάσεις, «τους δόθηκαν αντίγραφα των εκκαθαριστικών σημειωμάτων μισθοδοσίας για τους ερευνητές που συμμετείχαν και στα τέσσερα ελεγχθέντα έργα».
Σύμφωνα με την Επιτροπή, η μονάδα εξωτερικού ελέγχου έκρινε ότι η CINAR είχε αρκετό χρόνο και επαρκείς ευκαιρίες για να παρουσιάσει σχετικές πληροφορίες (επίσης όσον αφορά τον υπολογισμό των γενικών εξόδων, για τα οποία η CINAR είχε σιωπήσει εντελώς) και αποφάσισε ότι, στο στάδιο αυτό, ήταν καιρός να λάβει θέση η Επιτροπή. Η Επιτροπή το έπραξε με συστημένη επιστολή της 15ης Σεπτεμβρίου 2003, υπενθυμίζοντας το συνολικό ιστορικό και απαντώντας στις παρατηρήσεις της CINAR που περιέχονταν στις επιστολές της 19ης Ιουνίου και της 30ής Ιουλίου 2003. Η τελευταία παράγραφος της ανωτέρω επιστολής της Επιτροπής προς τη CINAR έχει ως εξής:
«Ωστόσο, προκειμένου να γίνει πλήρως σεβαστό το δικαίωμα υπεράσπισης και το δικαίωμα ακρόασης, μπορείτε (βλ. άρθρο 26 παράγραφος 3 του παραρτήματος ΙΙ των συμβάσεων Viscon και διάβρωσης) να κοινοποιήσετε τυχόν παρατηρήσεις σχετικά με τη συνημμένη τελική έκθεση εντός ενός μηνός από την ημερομηνία παραλαβής της παρούσας επιστολής. Θα πρέπει να γνωρίζετε ότι η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να λάβει υπόψη τυχόν παρατηρήσεις που θα παραληφθούν μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής. Με την επιφύλαξη των ανωτέρω, θα θεωρήσουμε ότι ο εν λόγω έλεγχος έχει περατωθεί και οι αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής θα εφαρμόσουν τα αποτελέσματα του ελέγχου.»
Η CINAR απάντησε με επιστολή της 25ης Σεπτεμβρίου 2003 και η Επιτροπή απάντησε στις 13 Νοεμβρίου 2003 αναφέροντας στην τελευταία παράγραφο:
Μεταγενέστερη συνεδρίαση της 28ης Φεβρουαρίου 2005«Συμπερασματικά, διαπιστώνουμε ότι η επιστολή σας της 25ης Σεπτεμβρίου 2003 δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο ή οποιοδήποτε σχετικό επιχείρημα που θα έθετε υπό αμφισβήτηση το πόρισμα της έκθεσης ελέγχου. Ως εκ τούτου, δεν είμαστε σε θέση να επανεξετάσουμε ή να τροποποιήσουμε οποιοδήποτε μέρος της έκθεσης ελέγχου ή τη θέση μας, όπως περιέχεται στην επιστολή μας της 15ης Σεπτεμβρίου 2003. Δεδομένου ότι η CINAR είχε στη διάθεσή της επαρκή χρόνο για να παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες και είχε τις κατάλληλες ευκαιρίες για να κοινοποιήσει τις παρατηρήσεις της, θεωρούμε πλέον ότι ο εν λόγω έλεγχος έχει περατωθεί οριστικά.»
Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι η CINAR παρέμεινε σιωπηλή μεταξύ Νοεμβρίου 2003 και Δεκεμβρίου 2004. Μετά από ορισμένες ανταλλαγές μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η Επιτροπή δέχθηκε να συναντηθεί με εκπροσώπους της CINAR στις 28 Φεβρουαρίου 2005, παρά το γεγονός ότι η CINAR δεν είχε αναφέρει το ακριβές αντικείμενο της συνάντησης και ότι είχε ενημερωθεί σαφώς (ήδη στην επιστολή της Επιτροπής της 15ης Σεπτεμβρίου 2003) ότι άλλες υπηρεσίες ΕΤΑ εκτός από τη μονάδα εξωτερικού ελέγχου ήταν επιφορτισμένες με την εφαρμογή των πορισμάτων του ελέγχου που ήταν πλέον οριστικά. Επιπλέον, στο ηλεκτρονικό της μήνυμα της 3ης Φεβρουαρίου 2005, η CINAR ανέφερε τον ακόλουθο ισχυρισμό (τον οποίο αρνήθηκε την επόμενη ημέρα η Επιτροπή):
«Έχω μια ερώτηση. Οι Βρετανοί ελεγκτές ήταν, κατά τη γνώμη μας, δρακόντειοι από κάθε άποψη. Φήμες λένε ότι τους καταβάλλεται προμήθεια για τα ανακτηθέντα κεφάλαια. Αυτό μου φαίνεται μάλλον απίστευτο. Μπορείς να αρνηθείς αυτή τη φήμη, σε παρακαλώ;
Τα εσωτερικά πρακτικά της συνεδρίασης, τα οποία συνέταξε εκπρόσωπος των ελεγκτών της Μονάδας Εξωτερικού Ελέγχου, έρχονται σαφώς σε αντίθεση με τα ζητήματα που θίγονται στην παράγραφο 2 της σελίδας 3 της καταγγελίας της CINAR προς τον Διαμεσολαβητή σχετικά με την έγκριση της έκθεσης ελέγχου και την απόρριψη των εξηγήσεων και των αποδεικτικών στοιχείων του καταγγέλλοντος, με την αιτιολογία ότι δεν είχαν αποσταλεί νωρίτερα. Τα πρακτικά αυτά διευκρινίζουν, μεταξύ άλλων, τα εξής:
"1. [Ο ελεγκτής της Επιτροπής] υπενθύμισε τόσο [στον ελεγκτή της ΓΔ RTD] όσο και [στον καταγγέλλοντα] το ιστορικό του ελέγχου, όπου:
- Στην επιστολή με την οποία αναγγέλθηκε ο έλεγχος (που θα διενεργηθεί από το ελεγκτικό γραφείο [LF]) αναφερόταν σαφώς ποια έγγραφα θα έπρεπε να θεωρηθούν ως αποδεικτικά στοιχεία για τις δηλωθείσες δαπάνες· έθεσε επίσης το συγκεκριμένο ερώτημα σχετικά με τον τόπο τήρησης των λογαριασμών της CINAR. Η απάντηση που δόθηκε στο ερώτημα αυτό ήταν ότι [η εταιρία λογιστών της CINAR] τηρούσε τα βιβλία για τη CINAR.
- Κατά την επικοινωνία με τον λογιστή της CINAR, οι ελεγκτές ενημερώθηκαν ότι ο λογιστής δεν είχε στην πραγματικότητα τίποτα. Ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατόν να αποδειχθούν πληροφορίες σχετικά με τη μισθοδοσία.
- Η CINAR δεν μπόρεσε να προσκομίσει το μεγαλύτερο μέρος των εκκαθαριστικών σημειωμάτων μισθοδοσίας του προσωπικού που καταλογίζεται στις συμβάσεις της ΕΚ.
- Δεν μπορούσαν να αποδείξουν ότι είχαν πληρωθεί.
- Τα έντυπα των δελτίων μισθοδοσίας δεν μπορούσαν να τα δείξει.
- Τα τιμολόγια των υπεργολάβων δεν φαινόταν να είναι νόμιμα λόγω [] της απουσίας αριθμού ΦΠΑ και, επιπλέον, η CINAR δεν μπορούσε να αποδείξει ότι είχαν εξοφληθεί.
- Τα αποτελέσματα του ελέγχου κοινοποιήθηκαν στη CINAR μέσω της επιστολής συμπερασμάτων [15 Σεπτεμβρίου 2003]. Οι απαντήσεις που ελήφθησαν από τη CINAR ήταν πολύ ασαφείς και δεν απαντούσαν σε κανένα από τα ζητήματα.
- σε περίπτωση που αναγνώριζε ότι η σύμβαση που υπέγραψε η CINAR με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή απαιτούσε από τη CINAR να αποδείξει τις δαπάνες που δαπανήθηκαν για τη σύμβαση και η CINAR δεν το έπραξε. Ως εκ τούτου, ο έλεγχος περατώθηκε και τα αποτελέσματα διαβιβάστηκαν στις οικείες Διευθύνσεις για εφαρμογή.
2. [Ο καταγγέλλων] και η LF αναγνώρισαν ότι υπήρχαν ορισμένα ζητήματα σχετικά με τη διοίκησή τους, καθώς ήταν όλοι τεχνικοί και όχι οικονομικοί [προσωπικό]. Ως εκ τούτου, είχαν αναθέσει τη λογιστική σε εξωτερικούς συνεργάτες, αλλά υπήρχαν προβλήματα με την επικοινωνία· [ο καταγγέλλων] υποστηρίζει, ωστόσο, ότι οι πληροφορίες μισθοδοσίας απεστάλησαν στην ΕΚ για όλο το προσωπικό εκτός από ένα. [Ο ελεγκτής της Επιτροπής] δεν έχει στην κατοχή του τέτοιες πληροφορίες και δεν τις έχει δει ποτέ. [Η καταγγέλλουσα] και η FL υποστηρίζουν αμφότερες ότι τα τιμολόγια των υπεργολάβων ήταν νόμιμα και πληρούσαν τις απαιτήσεις του δικαίου του Ηνωμένου Βασιλείου.
3. [Ο ελεγκτής της Επιτροπής] τους ενημέρωσε για τον πολύ αυστηρό διαχωρισμό των καθηκόντων που ασκεί η ΕΚ/ΓΔ RTD. Η μονάδα ελέγχου διενεργεί τον έλεγχο και διαβιβάζει το συμπέρασμα του αποτελέσματος στην οικεία Διεύθυνση για εφαρμογή. Η μονάδα ελέγχου δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να επηρεάζει την εφαρμογή των αποτελεσμάτων. Μόνο ο διατάκτης της Διεύθυνσης μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις σχετικά με τη μη εκτέλεση ή τη μερική εκτέλεση των αποτελεσμάτων του ελέγχου. Η CINAR θα πρέπει να προσεγγίσει τις ενδιαφερόμενες διευθύνσεις και να τις πείσει για τα επιχειρήματά τους [που σχετίζονται, για παράδειγμα, με τις τεχνικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν]. [Ο ελεγκτής της Επιτροπής] είναι πρόθυμος να παράσχει στη CINAR τα στοιχεία επικοινωνίας.
4. [Ο ελεγκτής της Επιτροπής] ενημέρωσε επίσης τη CINAR ότι, εάν οι ενδιαφερόμενες διευθύνσεις το ζητήσουν, η μονάδα εξωτερικού ελέγχου ήταν πρόθυμη να διενεργήσει άλλον έλεγχο, αλλά δήλωσε ότι, εάν πραγματοποιηθεί τέτοιος έλεγχος, τότε η CINAR πρέπει να διασφαλίσει ότι όλες οι δαπάνες καταγράφονται και τεκμηριώνονται δεόντως μαζί με την απόδειξη πληρωμής και ότι δεν θα γίνουν δεκτές εξαιρέσεις. [Ο καταγγέλλων] συμφώνησε με αυτό.»
Επιπλέον, η Επιτροπή δεν μπορούσε να διαπραγματευτεί με ελεγχόμενη εταιρεία προκειμένου να καταλήξει σε κάποιο πόρισμα ελέγχου σχετικά με αυτήν. Κάθε πόρισμα ελέγχου μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο βάσει σαφών, ουσιαστικών και αμοιβαίων πληροφοριών και τεκμηρίωσης.
Γύρω στον Ιούνιο του 2005, η Μονάδα Εξωτερικού Ελέγχου έλαβε γνώση μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε ο καταγγέλλων σε οικονομικό υπάλληλο της Διεύθυνσης J της ΓΔ RTD, στο οποίο αναφερόταν ότι «[ο ελεγκτής της Επιτροπής] συμφώνησε να επανεξετάσει το αποτέλεσμα του ελέγχου και μας υποσχέθηκε απάντηση στην υπόθεσή μας κατά το πέρας της συνεδρίασης». Στις 10 Ιουνίου 2005, ο ελεγκτής της Επιτροπής απάντησε ως εξής:
Συμπεράσματα της Επιτροπής«Κατά τη διάρκεια αυτής της συνεδρίασης [28 Φεβρουαρίου 2005] εξήγησα σαφώς ότι ο ρόλος της μονάδας εξωτερικών ελέγχων (ΓΔ RTD R4) «εξαντλήθηκε», δεδομένου ότι ο έλεγχος της CINAR από την Επιτροπή ολοκληρώθηκε το 2003. Επιπλέον, επισήμανα ότι δεν ήμουν σε θέση (υπό την έννοια της «μη αρμοδιότητας», δεδομένου του διαχωρισμού των καθηκόντων εντός της Επιτροπής) να επανεξετάσω τα πορίσματα του ελέγχου και να συμμετάσχω στην εφαρμογή τους, καθώς αυτό ήταν αποκλειστική ευθύνη των διατακτών των σχετικών επιχειρησιακών διευθύνσεων της ΓΔ RTD.»
Από όλα τα ανωτέρω, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι i) είχε ασκήσει ορθά τα συμβατικά της δικαιώματα για τη διενέργεια ελέγχου σε τέσσερις από τις συμβάσεις της με τη CINAR· ii) θεωρεί ότι οι ελεγκτές συμπεριφέρθηκαν σωστά ανά πάσα στιγμή· iii) η CINAR τηρήθηκε ενήμερη σχετικά με τα πορίσματα, της προσφέρθηκε επαρκής χρόνος και ευκαιρίες για να αμυνθεί και να παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες· iv) η φύση των αιτημάτων για τις εν λόγω πληροφορίες ήταν σαφής· και v) δεν υπήρξε κακοδιοίκηση και άδικη μεταχείριση.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΟ καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του και ισχυρίστηκε ότι παρείχε στην Επιτροπή και στην LF τις πληροφορίες που έλειπαν όταν η έκθεσή τους βρισκόταν ακόμη στο στάδιο του σχεδίου. Ωστόσο, τα συμπεράσματα της Επιτροπής βασίζονταν αποκλειστικά στο σχέδιο έκθεσης, μολονότι μέχρι τότε είχε λάβει γνώση των πληροφοριών σχετικά με τη μισθοδοσία και το δελτίο χρόνου εργασίας όσον αφορά τα έξοδα προσωπικού και τα γενικά έξοδα.
Δεδομένου ότι στο CINAR είχαν επισκεφθεί τρία μέλη της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), τα οποία, την εποχή εκείνη, ερευνούσαν διεξοδικά όλα τα έργα του CINAR από το 1996 έως το 2006, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είχαν ήδη ελεγχθεί, ήταν πέρα από τους περιορισμένους πόρους του CINAR να παράσχει εκτενή και γραμμική απάντηση στη γνώμη της Επιτροπής.
Αναφερόμενος στα ασαφή πορίσματα του σχεδίου έκθεσης σχετικά με τις τέσσερις ελεγχθείσες συμβάσεις που, κατά τον χρόνο εκείνο, εξετάζονταν από την OLAF, ο καταγγέλλων πρότεινε στον Διαμεσολαβητή να αναστείλει κάθε περαιτέρω ενέργεια σχετικά με την παρούσα καταγγελία.
Στις 29 Ιανουαρίου 2008, ο καταγγέλλων απέστειλε περαιτέρω παρατηρήσεις ενημερώνοντας τον Διαμεσολαβητή σχετικά με την ολοκλήρωση της έρευνας της OLAF, η οποία περιλάμβανε τις ανωτέρω τέσσερις συμβάσεις.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις1.1 Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέφρασε τις ανησυχίες της κατά τη διάρκεια της έρευνας όσον αφορά το παραδεκτό της παρούσας καταγγελίας της 5ης Αυγούστου 2005. Υποστήριξε ότι δεν τηρήθηκε η προϋπόθεση του παραδεκτού της διετούς προθεσμίας για την υποβολή καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίστηκε η καταγγελία έλαβαν χώρα στις 20-21 Αυγούστου 2002 (ημερομηνία του ελέγχου) και στις 29 Μαΐου 2003 (ημερομηνία αποστολής του σχεδίου έκθεσης ελέγχου).
1.2 Ο Διαμεσολαβητής δεν αντιλαμβάνεται από τις ανωτέρω δηλώσεις ότι η Επιτροπή επιθυμούσε να αμφισβητήσει την αρμοδιότητα του Διαμεσολαβητή να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης. Επισημαίνει σχετικά ότι η καταγγελία κάλυπτε όχι μόνο τον έλεγχο, ο οποίος πράγματι διενεργήθηκε περισσότερο από δύο έτη πριν από την υποβολή της καταγγελίας σε αυτόν, αλλά και τα γεγονότα που προέκυψαν από τον έλεγχο και, ως εκ τούτου, έλαβαν χώρα μετά από αυτόν. Τα γεγονότα αυτά περιελάμβαναν το αίτημα της Επιτροπής της 15ης Σεπτεμβρίου 2003 προς τον καταγγέλλοντα να υποβάλει παρατηρήσεις εντός ενός μηνός σχετικά με το σχέδιο έκθεσης ελέγχου, προκειμένου να γίνει πλήρως σεβαστό το δικαίωμα υπεράσπισης του καταγγέλλοντος και το δικαίωμα ακρόασης.
Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για τη δήλωση της Επιτροπής ότι, σε πνεύμα καλής συνεργασίας με τον Διαμεσολαβητή, αποφάσισε να απαντήσει σε όλες τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος.
1.3 Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων ανέφερε στις παρατηρήσεις του την έρευνα της OLAF. Επισημαίνει, ωστόσο, ότι η παρούσα καταγγελία υποβλήθηκε αρχικά κατά της Επιτροπής και, ως εκ τούτου, τα ζητήματα που σχετίζονται με τις έρευνες της OLAF δεν εξετάζονται στην παρούσα απόφαση του Διαμεσολαβητή.
1.4 Τέλος, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων του ζήτησε να εφαρμόσει προσωρινά μέτρα και να αναστείλει την εκτέλεση των συμπερασμάτων του ελέγχου. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διευκρινίζει ότι, σε αντίθεση με τα δικαστήρια, δεν έχει την εξουσία να διατάσσει προσωρινά μέτρα.
2 Εικαζόμενη άδικη μεταχείριση2.1 Ο καταγγέλλων, μια μικρή επιχείρηση συμβούλων με εμπειρία στην καύση άνθρακα και βιομάζας και στον έλεγχο των εκπομπών, συνήψε με την Επιτροπή τέσσερις συμβάσεις έρευνας στο πλαίσιο του τέταρτου προγράμματος-πλαισίου («ΠΠ4») και του πέμπτου προγράμματος-πλαισίου («ΠΠ5») για το πρόγραμμα έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης («ΕΤΑ»). Οι συμβάσεις αυτές αφορούσαν την έρευνα στους τομείς της βιομάζας, των τοξικών μετάλλων και των επιλεγμένων εκπομπών χλωριωμένων ενώσεων, καθώς και τη διάβρωση και τον βελτιστοποιημένο έλεγχο της απόδοσης των τραπεζών καυστήρων και τη βελτίωση της διάρκειας ζωής των εγκαταστάσεων (έργα/συμβάσεις VISCON, TESSA, CORROSION και ENDASH).
Βάσει των σχετικών διατάξεων των εν λόγω συμβάσεων, η Επιτροπή αποφάσισε να διενεργήσει έλεγχο των λογαριασμών του καταγγέλλοντος σχετικά με την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων. Η Επιτροπή ανέθεσε τον έλεγχο σε εξωτερική ελεγκτική εταιρεία, αλλά συμμετείχε και η δική της μονάδα ελέγχου.
Στις 20-21 Αυγούστου 2002, οι εξωτερικοί ελεγκτές έλεγξαν έγγραφα στις εγκαταστάσεις του καταγγέλλοντος και πραγματοποίησαν συνεντεύξεις με υπαλλήλους του καταγγέλλοντος.
Στη συνέχεια, εκτός από τις συναντήσεις μεταξύ του καταγγέλλοντος και της Επιτροπής, πραγματοποιήθηκε ανταλλαγή επιστολών μεταξύ i) του καταγγέλλοντος και των εξωτερικών ελεγκτών· ii) τους εξωτερικούς ελεγκτές και τους λογιστές του καταγγέλλοντος· και iii) τον καταγγέλλοντα και την Επιτροπή.
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή έτυχε άδικης μεταχείρισης όσον αφορά τον εξωτερικό έλεγχο και τα επακόλουθα στάδια του. Ο καταγγέλλων προέβαλε πέντε συγκεκριμένα επιχειρήματα προς στήριξη του ισχυρισμού του («επιχειρήματα i)-v)»).
2.2 Η Επιτροπή έλαβε θέση για καθένα από τα συγκεκριμένα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος χωριστά. Συνοπτικά, έκρινε συνολικά ότι είχε ασκήσει ορθώς τα συμβατικά δικαιώματά της για τη διενέργεια ελέγχου επί τεσσάρων εκ των συμβάσεών της με τη CINAR. Έκρινε ότι οι ελεγκτές συμπεριφέρονταν σωστά ανά πάσα στιγμή. Η CINAR ενημερώθηκε σχετικά με τα πορίσματα των ελεγκτών και της προσφέρθηκε επαρκής χρόνος και ευκαιρίες για να αμυνθεί και να παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες. Η φύση των αιτήσεων παροχής των πληροφοριών αυτών ήταν σαφής. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εξωτερικοί ελεγκτές της και η ίδια αντιμετώπισαν δίκαια τον καταγγέλλοντα. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι ο καταγγέλλων είχε δηλώσει κατά τη διάρκεια της επιτόπιας επίσκεψης στις εγκαταστάσεις της CINAR «ότι πίστευε ότι η διαδικασία ελέγχου εφαρμόστηκε ορθά καθ' όλη τη διάρκεια της επιτόπιας επίσκεψης».
2.3 Ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει τον παρόντα ισχυρισμό παραπέμποντας σε καθένα από τα συγκεκριμένα επιχειρήματα (i)-(v), τα οποία υπέβαλε ο καταγγέλλων προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού.
Επιχείρημα i) σχετικά με τη συμπεριφορά των ελεγκτών2.4 Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι οι εκπρόσωποι του CINAR "έγιναν να αισθάνονται σαν εγκληματίες μπροστά στους ελεγκτές, και (...) ακόμη και ένα φυλετικό σχόλιο ειπώθηκε κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης ". Επιπλέον, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι «[ο] στόχος του ελέγχου φαίνεται να συνορεύει με την εμμονή να μας κλείσει».
2.5 Όσον αφορά τη δήλωση σχετικά με την «εμμονή να κλείσει το CINAR», η Επιτροπή αντεπιχειρηματολόγησε ότι είχε απλώς διενεργήσει έλεγχο σύμφωνα με τις συνήθεις διαδικασίες που προβλέπονται από τις συμβάσεις της ΕΚ και τηρώντας όλες τις πιθανές εγγυήσεις για την ελεγχόμενη εταιρεία. Όσον αφορά το «φυλετικό» σχόλιο, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι ο καταγγέλλων δεν είχε διευκρινίσει ποιο σχόλιο είχε διατυπωθεί που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «φυλετικό» ούτε είχε εντοπίσει ποιος είχε υποβάλει τέτοιο σχόλιο.
2.6 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει συναφώς ότι, κατά την Επιτροπή, είχε το δικαίωμα, βάσει των σχετικών διατάξεων του άρθρου 24, παράγραφος 1, του παραρτήματος ΙΙ των επίμαχων συμβάσεων, να διενεργήσει τον έλεγχο έως και δύο έτη μετά την ολοκλήρωση της συμβάσεως. Επιπλέον, η διαδικασία σχετικά με τον έλεγχο προβλεπόταν στο άρθρο 26 («Έλεγχος») του παραρτήματος ΙΙ των συμβάσεων.
2.7 Βάσει των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων, φαίνεται ότι οι εξωτερικοί ελεγκτές της Επιτροπής και ο ελεγκτής της Επιτροπής ζήτησαν επανειλημμένα πληροφορίες από τον καταγγέλλοντα με επιστολές και ηλεκτρονικά μηνύματα (5 Σεπτεμβρίου, 19 Σεπτεμβρίου, 24 Σεπτεμβρίου, 8 Οκτωβρίου, 14 Οκτωβρίου, 30 Οκτωβρίου, 8 Νοεμβρίου και 27 Νοεμβρίου 2002, καθώς και στις 13 Ιανουαρίου και 4 Μαρτίου 2003), προκειμένου να συμπληρώσουν τα εν λόγω έγγραφα. Επιπλέον, συναντήθηκαν με τον καταγγέλλοντα στις 28 Φεβρουαρίου 2005 για να ακούσουν τα επιχειρήματά του.
2.8 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε τεκμηριωμένα αποδεικτικά στοιχεία για να υποστηρίξει το επιχείρημά του ότι ο έλεγχος σχεδιάστηκε ή «ήταν η έκφραση μιας εμμονικής προσπάθειας» να κλείσει το CINAR.
2.9 Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι i) η Επιτροπή αρνήθηκε κατηγορηματικά στη γνώμη της ότι οι υπάλληλοι ή οι εξωτερικοί ελεγκτές της διατύπωσαν «φυλετικές» ή οποιεσδήποτε άλλες παρατηρήσεις που οδήγησαν το προσωπικό της ελεγχόμενης εταιρείας να αισθανθεί ότι ήταν εγκληματίες και ii) ο καταγγέλλων δεν ανέπτυξε το συγκεκριμένο επιχείρημα στις μεταγενέστερες παρατηρήσεις του. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί χρήσιμο να διεξαγάγει περαιτέρω έρευνες όσον αφορά τα δύο αυτά επιχειρήματα σχετικά με τη συμπεριφορά των ελεγκτών.
Επιχείρημα ii) περί μη σεβασμού του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή2.10 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής της CINAR δεν είχε γίνει σεβαστό, καθώς ζητήθηκαν προσωπικά και συμβατικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου του ποσού των μισθών που καταβλήθηκαν σε μεμονωμένους ερευνητές.
2.11 Η Επιτροπή βασίστηκε σε διατάξεις που περιλαμβάνονταν στις ελεγχθείσες συμβάσεις, προβλέποντας συνοπτικά ότι ο καταγγέλλων ήταν υποχρεωμένος i) να τηρεί βιβλία και να τα καθιστά διαθέσιμα κατά τη διάρκεια ελέγχου με όλες τις λεπτομερείς πληροφορίες που περιλαμβάνονταν σε αυτά σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο που εφαρμόζεται στη λογιστική. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ζητήθηκε επίσης από τον καταγγέλλοντα (ii) να παράσχει τα ονόματα των ατόμων που εργάζονται βάσει των τεσσάρων συμβάσεων και, επιπλέον, όσον αφορά δύο από τις συμβάσεις· τον χρόνο που αφιερώνουν συγκεκριμένα άτομα στα έργα· για ποιο μισθό· και αν ο μισθός αυτός είχε πράγματι καταβληθεί από τη CINAR. Η Επιτροπή εξήγησε επίσης ότι οι πληροφορίες αυτές ήταν απαραίτητες προκειμένου να ελεγχθεί αν το ποσό που ζήτησε η CINAR για τις δαπάνες προσωπικού της ήταν ορθό.
2.12 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι εξηγήσεις της Επιτροπής είναι εύλογες και δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος (ii).
Επιχείρημα iii) σχετικά με άσχετες και αδικαιολόγητες πληροφορίες2.13 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή είχε ζητήσει άσχετες και αδικαιολόγητες πληροφορίες, όπως «πλήρη κατάλογο όλων των προτάσεων καθώς και των έργων, τα οποία (...) πρέπει να είναι εκτός του πεδίου ελέγχου, δεδομένου ότι μόνο ένα μέρος των προτάσεων [του CINAR] έγιναν δεκτές και χρηματοδοτήθηκαν από την Επιτροπή».
2.14 Κατά τη γνώμη της, η Επιτροπή αιτιολόγησε την ανάγκη της να συμβουλευθεί τα έγγραφα αυτά, διότι, συνοπτικά, η CINAR είχε ήδη συμμετάσχει, κατά τον χρόνο του ελέγχου, σε ορισμένα άλλα έργα που εκκρεμούσαν και χρηματοδοτούνταν από την ΕΕ, στα οποία εργάζονταν σχεδόν όλοι οι υπάλληλοι της CINAR. Ως εκ τούτου, οι ελεγκτές έκριναν δικαιολογημένο να αξιολογήσουν κατά πόσον εξακολουθούσαν να υπάρχουν διαθέσιμοι ανθρώπινοι πόροι των οποίων οι εργασίες θα μπορούσαν να διαχωριστούν από άλλα έργα που εκτελούνται από τη CINAR, γεγονός που θα τους επέτρεπε να απασχοληθούν για την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι η CINAR χρησιμοποίησε πολύ μεγάλες διακυμάνσεις στα ποσοστά γενικών εξόδων για τις συμβάσεις του 4ου ΠΠ (από 40 % έως 100 %) και παρέλειψε να αναφέρει τα ονόματα των βασικών υπαλλήλων που εργάζονταν για τα έργα.
2.15 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εξηγήσεων, το αίτημα της Επιτροπής για πλήρη κατάλογο όλων των προτάσεων καθώς και των έργων φαίνεται εύλογο. Επιπλέον, όπως υποστήριξε η Επιτροπή και ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε, ο καταγγέλλων συμφώνησε να παράσχει πληροφορίες σχετικά με όλες τις προτάσεις κατά τη διάρκεια της επιτόπιας επίσκεψης στις 20-21 Αυγούστου 2002 και η συμφωνία αυτή καταγράφηκε στα πρακτικά της επίσκεψης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος (iii).
Επί του επιχειρήματος iv) ότι έλειπε μέρος μόνο των πληροφοριών μισθοδοσίας και επί του επιχειρήματος v) σχετικά με τον ρόλο του ελεγκτή της Επιτροπής2.16 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, στην έκθεση ελέγχου (σχέδιο και τελικό), οι εξωτερικοί ελεγκτές προέβησαν σε ψευδή δήλωση ότι «δεν ελήφθησαν πληροφορίες μισθοδοσίας από τη CINAR». Υποστήριξε ότι είχε παράσχει μέρος των πληροφοριών μισθοδοσίας.
2.17 Η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο ελεγκτής της επιβεβαίωσε ότι δεν ελήφθησαν πληροφορίες σχετικά με τη μισθοδοσία κατά τη διάρκεια της επιτόπιας επίσκεψης και ότι οι ελεγκτές παραπέμφθηκαν στους λογιστές της CINAR, οι οποίοι, με τη σειρά τους, αρνήθηκαν ότι είχαν στην κατοχή τους τέτοια έγγραφα.
2.18 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, κατά την αντίληψή του για το επιχείρημα του καταγγέλλοντος, ο τελευταίος αναφέρθηκε στις πληροφορίες μερικής μισθοδοσίας σχετικά με το έργο VISCON, οι οποίες επισυνάφθηκαν στην επιστολή του προς τους εξωτερικούς ελεγκτές της 30ής Ιουλίου 2003, η οποία χρονολογείται μετά (α) την επιτόπια επίσκεψη, (β) τη διαβούλευση με τους λογιστές του καταγγέλλοντος και (γ) το σχέδιο έκθεσης ελέγχου που του υποβλήθηκε στις 29 Μαΐου 2003.
Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων προέβαλε επίσης το επιχείρημά του (v) ότι, παρόλο που παρείχε πράγματι τις πληροφορίες αυτές (ανεξάρτητα από την ημερομηνία), ο ελεγκτής της Επιτροπής ενήργησε αδίκως διότι δεν τροποποίησε την έκθεση ελέγχου όπως συντάχθηκε από τους εξωτερικούς ελεγκτές, αλλά την αποδέχθηκε ως τελική.
Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων επικεντρώθηκε στον ρόλο του ελεγκτή της Επιτροπής από τη στιγμή της ολοκλήρωσης της έκθεσης ελέγχου από την εξωτερική ελεγκτική εταιρεία έως τη συνάντηση με εκπροσώπους της CINAR στις 28 Φεβρουαρίου 2005. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων επέκρινε την απόφαση του ελεγκτή της Επιτροπής να εγκρίνει την έκθεση ελέγχου που συνέταξαν οι εξωτερικοί ελεγκτές και να απορρίψει όλες τις εξηγήσεις και τα αποδεικτικά στοιχεία του καταγγέλλοντος απλώς και μόνο επειδή δεν είχαν παρασχεθεί νωρίτερα.
2.19 Αρχικά, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στην απάντησή του της 3ης Σεπτεμβρίου 2003 στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 30ής Ιουνίου 2003 που περιείχε τις μερικές πληροφορίες μισθοδοσίας, οι εξωτερικοί ελεγκτές εξήγησαν ότι η έκθεση ελέγχου είχε ήδη ολοκληρωθεί έως τις 29 Μαΐου 2003. Εξήγησαν επίσης ότι, εάν, βάσει των πληροφοριών μερικής μισθοδοσίας που παρέχονται τώρα, τροποποιούσαν την έκθεση ελέγχου, αυτό θα απαιτούσε σημαντική πρόσθετη εργασία και το κόστος αυτής της πρόσθετης εργασίας θα έπρεπε να βαρύνει τη CINAR. Το ποσό αυτής της πρόσθετης εργασίας ήταν περίπου 2.900 λίρες στερλίνες, χωρίς ΦΠΑ. Φαίνεται ότι ο καταγγέλλων δεν κατέβαλε τέτοια πληρωμή.
2.20 Επομένως, χωρίς να ληφθεί θέση επί του αιτήματος των εξωτερικών ελεγκτών για μια τέτοια πληρωμή, τίθεται το ερώτημα αν ο ελεγκτής της Επιτροπής μπορούσε να λάβει μέτρα για να τροποποιήσει την τελική έκθεση ελέγχου της 15ης Σεπτεμβρίου 2003 και να παρεκκλίνει από το σχέδιο έκθεσης της 29ης Μαΐου 2003, προκειμένου να λάβει υπόψη τα στοιχεία μερικής μισθοδοσίας που είχαν, εν τω μεταξύ, παρασχεθεί.
2.21 Υπό το πρίσμα των πληροφοριών που παρασχέθηκαν και από τα δύο μέρη, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ως εκ τούτου, ότι, μέσω της αλληλογραφίας (6) της Επιτροπής που απευθυνόταν τόσο στον καταγγέλλοντα όσο και στους λογιστές της CINAR, ο καταγγέλλων είχε αρκετές ευκαιρίες, μετά την επιτόπια επίσκεψη της 20ής-21ης Αυγούστου 2002, να παράσχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ιδίως το σύνολο των πληροφοριών σχετικά με τη μισθοδοσία μετά τον έλεγχο.
Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι η Επιτροπή είχε επανειλημμένα τονίσει, μεταξύ άλλων στο ηλεκτρονικό της μήνυμα της 5ης Σεπτεμβρίου 2002, τη σημασία της παροχής πλήρων πληροφοριών σχετικά με τη μισθοδοσία, υπογραμμίζοντας ότι επρόκειτο για το σημαντικότερο στοιχείο εκκρεμών πληροφοριών.
Επιπλέον, η Επιτροπή είχε καταστήσει σαφές στον καταγγέλλοντα ότι, σε περίπτωση που δεν λαμβάνονταν αυτές οι πληροφορίες, οι ελεγκτές θα ήταν αναγκασμένοι να ολοκληρώσουν την έκθεσή τους χωρίς αυτές. Έδωσε στον καταγγέλλοντα τελική προθεσμία έως τις 30 Νοεμβρίου 2002 για την παροχή όλων των πληροφοριών σχετικά με τη μισθοδοσία.
Φαίνεται, ωστόσο, ότι ο καταγγέλλων δεν παρείχε πλήρεις αλλά μόνο μερικές πληροφορίες μισθοδοσίας και το έπραξε μόλις οκτώ μήνες μετά τη λήξη της ανωτέρω τελικής προθεσμίας. Επιπλέον, δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να τηρήσει την προθεσμία.
2.22 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, δεν φαίνεται ότι ο ελεγκτής της Επιτροπής ενήργησε αθέμιτα έναντι του καταγγέλλοντος, καθώς δεν τροποποίησε την τελική έκθεση βάσει των πληροφοριών μερικής μισθοδοσίας. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή συμπεριέλαβε στην έκθεση ελέγχου αντίγραφα τόσο της επιστολής του καταγγέλλοντος της 30ής Ιουλίου 2003 όσο και της απάντησης των εξωτερικών ελεγκτών της 3ης Σεπτεμβρίου 2003 με την οποία ευχαριστούσαν τον καταγγέλλοντα για τις μερικές πληροφορίες του εκκαθαριστικού σημειώματος μισθοδοσίας (7). Ως εκ τούτου, η Επιτροπή φαίνεται να αναφέρθηκε με ακρίβεια στην έκθεση ελέγχου της στη μερική παροχή πληροφοριών σχετικά με τη μισθοδοσία. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κρούσμα κακοδιοίκησης από την Επιτροπή όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος (iv).
2.23 Όσον αφορά το ρόλο του ελεγκτή της Επιτροπής εν γένει, ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει υπό σημείωση i) τις πληροφορίες που του υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας· ii) ειδικότερα, τις σχετικές διατάξεις που διέπουν τις ελεγχθείσες συμβάσεις JOR3-CT98-0285, ENV4-CT97-0597, ENK5-CT99-0002 και ENK5-CT99-0025· iii) τις σχετικές διαπιστώσεις της έκθεσης ελέγχου σύμφωνα με τις οποίες η δημοσιονομική διαχείριση των εν λόγω συμβάσεων δεν πραγματοποιήθηκε με αποδεκτό τρόπο και ότι η έκθεση δεν ήταν σύμφωνη με τις απαιτήσεις της σύμβασης· και iv) τις λεπτομερείς εξηγήσεις που έδωσε η Επιτροπή στη γνώμη της. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι ούτε ο ελεγκτής της Επιτροπής ούτε η Επιτροπή αντιμετώπισαν αθέμιτα τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τον εξωτερικό έλεγχο και τις επόμενες φάσεις του.
Αντιθέτως, από τις εξηγήσεις που παρέσχε η Επιτροπή στη γνώμη της προκύπτει ότι ο ελεγκτής της εφάρμοσε τις διατάξεις των σχετικών συμβάσεων. Επιπλέον, φαίνεται ότι είχε δοθεί στον καταγγέλλοντα η δυνατότητα να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του πριν από την έγκριση του τελικού ελέγχου.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος (v).
3 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όσον αφορά τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος προς στήριξη του ισχυρισμού του περί καταχρηστικότητας. Όσον αφορά το επιχείρημα σχετικά με τη διατύπωση εικαζόμενων «φυλετικών» ή άλλων παρατηρήσεων που οδήγησαν το προσωπικό της ελεγχόμενης εταιρείας να αισθανθεί ότι ήταν εγκληματίες ή ότι ο έλεγχος ήταν η έκφραση μιας εμμονικής προσπάθειας να κλείσει το CINAR, για τους λόγους που εξηγούνται στο σημείο 2.9 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Ο έλεγχος αφορούσε τις ακόλουθες συμβάσεις έρευνας που συνήφθησαν μεταξύ της Επιτροπής και της CINAR ως αναδόχου: i) JOR3-CT98-0285 σχετικά με την εφαρμογή της χρήσης και των εκπομπών υπολειμμάτων βιομάζας από βιομηχανικούς καυστήρες - ENDASH· (ii) ENV4-CT97-0597 για τον ποσοτικό προσδιορισμό και τον έλεγχο των εμπλουτισμένων με τοξικά μέταλλα σωματιδίων υπομικρομέτρων και επιλεγμένων χλωριωμένων σύνθετων εκπομπών από κλιβάνους τσιμέντου που λειτουργούν με εναλλακτικά καύσιμα - TESSA· iii) ENK5-CT99-0002 σχετικά με την πυρίμαχη διάβρωση σε λέβητες κοινής ωφέλειας με καύση άνθρακα - ΔΙΑΒΡΩΣΗ· και iv) ENK5-CT99-0025 σχετικά με τη V isual Sensing for Optimised Control of Burner Bank Performance and Enhanced Plant Lifetime - VISCON.
(2) Οι περίοδοι των συμβάσεων ήταν οι ακόλουθες: ENDASH από την 1η Ιανουαρίου 1999 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2001· TESSA από την 1η Ιουνίου 1998 έως τις 30 Νοεμβρίου 2000· ΔΙΑΒΡΩΣΗ από την 1η Μαΐου 2000 έως τις 30 Απριλίου 2003· και VISCON από την 1η Απριλίου έως τις 31 Μαρτίου 2003.
(3) Βλ. υποσημείωση 1.
(4) Η LF ήταν μέλος του διεθνούς δικτύου ελέγχου Α/Α με το οποίο η Επιτροπή είχε τότε συνάψει σύμβαση-πλαίσιο. Μια ειδική συμφωνία για το σκοπό αυτό συνήφθη με την εν λόγω εταιρεία τον Ιούλιο του 2002.
(5) Έκθεση ελέγχου, σ. 7 (ενότητα 4.1).
(6) Ειδικότερα, μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 5ης Σεπτεμβρίου, της 24ης Σεπτεμβρίου, της 8ης Οκτωβρίου και της 27ης Νοεμβρίου 2002, καθώς και επιστολές της 27ης Νοεμβρίου 2002, της 13ης Ιανουαρίου, της 30ής Ιανουαρίου και της 4ης Μαρτίου 2003.
(7) Βλέπε έκθεση ελέγχου, σελίδες 71-73 (επιστολή του καταγγέλλοντος της 30ής Ιουλίου 2003) και σελίδα 74 (απάντηση του Littlejohn Frasier της 3ης Σεπτεμβρίου 2003).