Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 2674/2005/MF κατά του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου
Απόφαση
Υπόθεση 2674/2005/MF - Εκκίνηση έρευνας στις Πέμπτη | 22 Σεπτεμβρίου 2005 - Απόφαση στις Δευτέρα | 11 Ιουνίου 2007
Στρασβούργο, 11 Ιουνίου 2007
Αξιότιμε κ. P.,
Στις 5 Αυγούστου 2005, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου («το ΕΕΣ») σχετικά με τους όρους της συνταξιοδότησής σας, δηλαδή τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών σας δικαιωμάτων.
Στις 22 Σεπτεμβρίου 2005, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο του ΕΕΣ. Η προθεσμία για την υποβολή της γνωμοδότησής της ήταν η 31η Δεκεμβρίου 2005.
Με επιστολή της 16ης Δεκεμβρίου 2005, ο Πρόεδρος του ΕΕΣ ζήτησε παράταση της προθεσμίας για την υποβολή της γνωμοδότησής του.
Με επιστολή της 10ης Ιανουαρίου 2006, ενημέρωσα τον Πρόεδρο του ΕΕΣ ότι αποδέχομαι το αίτημά του. Την ίδια ημέρα, ενημερωθήκατε σχετικά με επιστολή.
Το ΕΕΣ διατύπωσε τη γνώμη του στις 27 Ιανουαρίου 2006. Στις 31 Ιανουαρίου 2006, σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 22 Φεβρουαρίου 2006. Στις 27 Φεβρουαρίου 2006, μου αποστείλατε νέα επιστολή σχετικά με την καταγγελία σας.
Στις 23 Μαΐου 2006, ζήτησα από το ΕΕΣ περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία σας. Το ΕΕΣ απέστειλε την απάντησή του στις 27 Ιουνίου 2006. Η απάντηση του ΕΕΣ σας διαβιβάστηκε με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 10 Ιουλίου 2006.
Στις 11 Μαΐου 2007, τηλεφωνήσατε στις υπηρεσίες μου και τις ενημερώσατε ότι, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, είχατε υποβάλει την υπόθεση στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει. Ζητώ συγγνώμη για την καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της καταγγελίας σας.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά ήταν, συνοπτικά, τα εξής:
Ο καταγγέλλων είναι συνταξιούχος υπάλληλος του ΕΕΣ. Πριν εργαστεί στο Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο («το ΕΕΣ»), εργάστηκε στον τραπεζικό τομέα στη Γαλλία, από το 1974 έως το 1982.
Στις 10 Νοεμβρίου 1994, ο καταγγέλλων ζήτησε από το ΕΕΣ να μεταφέρει στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα που απορρέουν από την προηγούμενη περίοδο δραστηριότητας στον τραπεζικό τομέα στη Γαλλία. Στις 13 Νοεμβρίου 1996, το ΕΕΣ απάντησε ότι η μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν στον τραπεζικό τομέα δεν ήταν δυνατή. Απάντησε επίσης ότι εναπόκειται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να θεσπίσει κανονισμό με την Ένωση Επικουρικών Συνταξιοδοτικών Καθεστώτων («ARRCO»(1)) προκειμένου να καταστεί δυνατή η μεταφορά του συνόλου των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχουν αποκτηθεί στη Γαλλία.
Στις 25 Αυγούστου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε στο ΕΕΣ αίτηση πρόωρης συνταξιοδότησης. Βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, ζήτησε επίσης από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του ΕΕΣ να καθορίσει τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα. Την ίδια ημέρα, απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή με την οποία ισχυριζόταν ότι η τελευταία δεν είχε λάβει μέτρα για να διασφαλίσει ότι οι γαλλικές αρχές θα τηρούσαν τις διατάξεις του ΚΥΚ σχετικά με τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Ο καταγγέλλων απέστειλε επίσης στην Επιτροπή αντίγραφο της εν λόγω επιστολής της 25ης Αυγούστου 2004 προς το ΕΕΣ.
Στις 6 Μαρτίου 2005, ο καταγγέλλων υπέβαλε ένσταση βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης κατά της απόφασης του ΕΕΣ να μην θεμελιώσει τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα, ενόψει της πιθανότητας μελλοντικής συνταξιοδότησής του.
Στις 21 Ιουνίου 2005, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον Γενικό Γραμματέα του ΕΕΣ με την οποία ζητούσε την πρόωρη συνταξιοδότηση από τις 31 Δεκεμβρίου 2005 και τον καθορισμό των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 2 του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης (2).
Στις 28 Ιουνίου 2005, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του ΕΕΣ απέρριψε την προσφυγή του καταγγέλλοντος της 6ης Μαρτίου 2005. Δήλωσε ότι ήταν αλήθεια ότι, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, «[ο] υπάλληλος που εισέρχεται στην υπηρεσία των Κοινοτήτων μετά την (…) άσκηση μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας (...) δικαιούται (…) να έχει καταβάλει στις Κοινότητες το κεφάλαιο, αναπροσαρμοσμένο μέχρι την ημερομηνία της πραγματικής μεταφοράς, των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο της εν λόγω υπηρεσίας ή των εν λόγω δραστηριοτήτων.»
Ωστόσο, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δήλωσε ότι, εφόσον η ARRCO και ο καταγγέλλων δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν σχετικά με το ποσό της προς μεταφορά σύνταξης, το ΕΕΣ δεν θα ήταν σε θέση να καθορίσει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα του καταγγέλλοντος. Τέλος, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, στις 31 Μαΐου 2005, η Επιτροπή είχε ενημερώσει το ΕΕΣ ότι ο φάκελος του καταγγέλλοντος εκκρεμούσε και ότι θα ενημέρωνε το ΕΕΣ, το συντομότερο δυνατόν, σχετικά με νέα πρόταση για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του τελευταίου.
Στις 25 Ιουλίου 2005, το ΕΕΣ ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι είχε αποφασίσει να τον συνταξιοδοτήσει από την 1η Σεπτεμβρίου 2005. Στις 5 Αυγούστου 2005, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του ΕΕΣ. Υποστήριξε ότι η απόφαση της 25ης Ιουλίου 2005 περί συνταξιοδοτήσεώς του από 1ης Σεπτεμβρίου 2005 δεν ανταποκρινόταν στην αίτησή του της 21ης Ιουνίου 2005 περί πρόωρης συνταξιοδοτήσεως από 31ης Δεκεμβρίου 2005 και ότι, κατά συνέπεια, το ποσό της συντάξεώς του είχε μειωθεί.
Στις 5 Αυγούστου 2005, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά του ΕΕΣ. Υπέβαλε τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
- Το ΕΕΣ δεν έδωσε συνέχεια στο αίτημά του για μεταφορά των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων, το οποίο υποβλήθηκε στις 10 Νοεμβρίου 1994 και επαναλήφθηκε στις 25 Αυγούστου 2004.
- Το ΕΕΣ κακώς αποφάσισε να τον συνταξιοδοτήσει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, από την 1η Σεπτεμβρίου 2005, ήτοι πριν από τον καθορισμό των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων.
Ο καταγγέλλων ζήτησε να του χορηγηθεί συμπληρωματική πριμοδότηση για τα συντάξιμα έτη, η οποία ανερχόταν σε 10 έτη, 3 μήνες και 24 ημέρες, προκειμένου να μπορέσει να συνταξιοδοτηθεί από την 1η Ιανουαρίου 2006 το αργότερο (3).
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η προσέγγιση του ΔιαμεσολαβητήΟ Διαμεσολαβητής αποφάσισε να κινήσει έρευνα σχετικά με τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος και ενημέρωσε σχετικά τον καταγγέλλοντα με επιστολή της 5ης Ιουλίου 2005.
Ωστόσο, στην επιστολή αυτή, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε περαιτέρω τον καταγγέλλοντα ότι, δεδομένου ότι τα εσωτερικά ένδικα μέσα που προβλέπονται στο άρθρο 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης δεν φαίνεται να έχουν εξαντληθεί όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του και τον ισχυρισμό του, αποφάσισε να θεωρήσει αυτές τις πτυχές της καταγγελίας ως απαράδεκτες βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 8 του Καθεστώτος του. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι, ως εκ τούτου, οι εν λόγω πτυχές της καταγγελίας δεν θα καλύπτονταν από την έρευνα της Διαμεσολαβήτριας.
Γνώμη του ΕΕΣΗ γνώμη του ΕΕΣ σχετικά με την καταγγελία ήταν, συνοπτικά, η ακόλουθη:
Το ΕΕΣ αμφισβήτησε αρχικά το παραδεκτό της καταγγελίας και επισήμανε ότι, δεδομένου ότι η καταγγελία είχε υποβληθεί στις 5 Αυγούστου 2005, ήταν παραδεκτή μόνο στον βαθμό που αφορούσε πραγματικά περιστατικά γνωστά στον καταγγέλλοντα από τις 5 Αυγούστου 2003. Ωστόσο, παρά τη δήλωση αυτή, το ΕΕΣ απάντησε στον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος στο σύνολό του, συμπεριλαμβανομένων των αναφορών στα πραγματικά περιστατικά που άρχισαν στις 10 Νοεμβρίου 1994.
Το ΕΕΣ έκρινε ότι είχε εκπληρώσει τις διοικητικές του υποχρεώσεις. Προσέθεσε ότι το επίμαχο ζήτημα ήταν η άρνηση της ARRCO να μεταφέρει το σύνολο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν στη Γαλλία από τον καταγγέλλοντα και ότι μόνο η Επιτροπή ήταν αρμόδια να ασχοληθεί με τις εθνικές αρχές στον τομέα αυτό.
Σε συνέχεια του αιτήματος του καταγγέλλοντος του 1994 για τη μεταφορά των δικαιωμάτων του, το ΕΕΣ επικοινώνησε με τα αρμόδια γαλλικά συνταξιοδοτικά ταμεία. Από το 1995 έως το 2004, το ΕΕΣ είχε επανειλημμένα ζητήσει από την Επιτροπή να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την επίλυση του ζητήματος. Τον Νοέμβριο του 2004, το ΕΕΣ είχε ζητήσει από την Επιτροπή να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά της Γαλλίας. Από τα μέσα του 1995 έως τα μέσα του 2005, η Επιτροπή είχε οδηγήσει το ΕΕΣ να αντιληφθεί ότι το ζήτημα που αφορούσε την άρνηση της ARRCO να λάβει υπόψη τις εισφορές που κατέβαλε ο καταγγέλλων στα γαλλικά συνταξιοδοτικά ταμεία θα επιλυόταν στο εγγύς μέλλον.
Το ΕΕΣ δήλωσε επίσης ότι, μετά το αίτημα του καταγγέλλοντος της 10ης Νοεμβρίου 1994 για μεταφορά των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων, περισσότερα από τα μισά από αυτά είχαν μεταφερθεί τον Σεπτέμβριο του 1997, δηλαδή πριν από περισσότερα από 8 χρόνια. Στις 11 Ιουλίου 2005, η ARRCO, στη νέα πρότασή της για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του καταγγέλλοντος, δέχθηκε να λάβει υπόψη το σύνολο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του τελευταίου. Το ΕΕΣ δήλωσε ότι τα δικαιώματα αυτά δεν είχαν ακόμη μεταφερθεί στο κοινοτικό σύστημα, διότι πολλά σημεία, συμπεριλαμβανομένης της αναπροσαρμογής του προς μεταφορά ποσού, δεν είχαν ακόμη εξεταστεί. Ωστόσο, μέχρι την ημερομηνία υποβολής της καταγγελίας του καταγγέλλοντος, δηλαδή στις 5 Αυγούστου 2005, το ζήτημα είχε ήδη επιλυθεί.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΟ καταγγέλλων δήλωσε, συνοπτικά, ότι τα πραγματικά περιστατικά που περιέγραψε το ΕΕΣ στη γνώμη του δεν αντιστοιχούσαν στην πραγματικότητα. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, υπήρχαν στην πραγματικότητα δύο εθνικοί φορείς τους οποίους αφορούσε η καταγγελία, η ARRCO και η Γενική Ένωση Συνταξιοδοτικών Ιδρυμάτων Διευθυντικού Προσωπικού («AGIRC»(4)).
Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η μεταφορά των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων εξαρτάται από συμφωνία που έχει συναφθεί μεταξύ της Επιτροπής και των αρμόδιων γαλλικών αρχών. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το ΕΕΣ δεν τον είχε ακόμη ενημερώσει αν ένιωθε υποχρεωμένο να εφαρμόσει την εν λόγω συμφωνία.
Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι, μέχρι την ημερομηνία των παρατηρήσεών του, δεν είχε λάβει ακόμη καμία πρόταση για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων.
Συμπληρωματική επιστολή του καταγγέλλοντος της 27ης Φεβρουαρίου 2006Στις 27 Φεβρουαρίου 2006, ο καταγγέλλων απέστειλε νέα επιστολή στον Διαμεσολαβητή. Δήλωσε ότι, στις 7 Δεκεμβρίου 2005, είχε υποβάλει καταγγελία δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 στο ΕΕΣ σχετικά με «δύο σημειώματα που περιείχαν πρόταση για τον υπολογισμό των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων». Στις 17 Φεβρουαρίου 2006, ο καταγγέλλων έλαβε την απάντηση του Γενικού Γραμματέα του ΕΕΣ στην καταγγελία του βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2.
Στην επιστολή του προς τον Διαμεσολαβητή, ο ενδιαφερόμενος αμφισβήτησε την απάντηση του ΕΕΣ και επέστησε την προσοχή του Διαμεσολαβητή σε δύο σημεία της εν λόγω απάντησης:
- Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, μετά από όλες τις καθησυχαστικές δηλώσεις του, το ΕΕΣ αναφέρθηκε ξαφνικά στην απάντησή του σε απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου του 1989, σύμφωνα με την οποία το ΕΕΣ δεν θα ήταν υπεύθυνο για την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από τις εθνικές αρχές.
- Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι δηλώσεις που επανέλαβε το ΕΕΣ στην απάντησή του δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.
Υπό το πρίσμα των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος και της συμπληρωματικής επιστολής που αναφέρεται ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι φαινόταν ότι ο καταγγέλλων επιθυμούσε να εγείρει το ουσιαστικό ζήτημα και όσον αφορά τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από το ΕΕΣ να γνωμοδοτήσει επί του ουσιαστικού ζητήματος, δηλαδή επί του διακανονισμού των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του καταγγέλλοντος.
Επί του αιτήματος παροχής περαιτέρω πληροφοριώνΗ Διαμεσολαβήτρια ζήτησε επίσης από το ΕΕΣ να εξετάσει το ακόλουθο ζήτημα:
Απάντηση του ΕΕΣ«Στη γνώμη του, το Ελεγκτικό Συνέδριο δήλωσε ότι τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα του καταγγέλλοντος δεν είχαν ακόμη μεταφερθεί στο κοινοτικό σύστημα, διότι πολλά σημεία (μεταξύ των οποίων η αναπροσαρμογή του προς μεταφορά ποσού) δεν είχαν ακόμη εξεταστεί. Στις παρατηρήσεις του, ωστόσο, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, κατά την ημερομηνία των παρατηρήσεών του, δεν είχε λάβει ακόμη καμία πρόταση για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων. Θα μπορούσε το Ελεγκτικό Συνέδριο, υπό τις συνθήκες αυτές, να ενημερώσει τον Διαμεσολαβητή σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση όσον αφορά τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του καταγγέλλοντος;»
Στην απάντησή του, το ΕΕΣ επανέλαβε την άποψή του ότι θεωρούσε ότι είχε εκπληρώσει τις διοικητικές υποχρεώσεις του στην περίπτωση του καταγγέλλοντος. Αφού έλαβε, στις 4 και 24 Νοεμβρίου 2005, τις προτάσεις για τα δικαιώματα μεταφοράς του καταγγέλλοντος από την AGIRC και την ARRCO, το ΕΕΣ καθόρισε τα συντάξιμα έτη που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του καταγγέλλοντος, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Με σημείωμα της 6ης Δεκεμβρίου 2005, το ΕΕΣ είχε διαβιβάσει πρόταση στον καταγγέλλοντα βάσει αυτού του υπολογισμού. Στις 7 Δεκεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων υπέβαλε στο ΕΕΣ καταγγελία βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2, στην οποία ο Γενικός Γραμματέας του ΕΕΣ απάντησε στις 17 Φεβρουαρίου 2006.
Το ΕΕΣ δήλωσε επίσης ότι, όπως αναφέρεται στην πρώτη γνώμη του, μετά το αίτημα του καταγγέλλοντος της 10ης Νοεμβρίου 1994 για μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του, περισσότερα από τα μισά συνταξιοδοτικά δικαιώματα του καταγγέλλοντος είχαν ήδη μεταφερθεί στο κοινοτικό σύστημα τον Σεπτέμβριο του 1997.
Τέλος, το ΕΕΣ δήλωσε ότι, σε αντίθεση με όσα ανέφερε στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων είχε λάβει πρόταση για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων, βάσει των εισφορών που κατέβαλε στο συνταξιοδοτικό ταμείο της Société Générale («CRSG»(5)). Η πρόταση αυτή είχε επισυναφθεί στα σημειώματα που απηύθυνε ο προϊστάμενος του τμήματος ανθρώπινων πόρων στον καταγγέλλοντα στις 6 Δεκεμβρίου 2005, τα οποία περιείχαν πρόταση για τον υπολογισμό των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων.
Περαιτέρω παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση του ΕΕΣ, ο καταγγέλλων ενέμεινε στον ισχυρισμό του. Επισήμανε ότι υπήρξε παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Κατά την άποψή του, το επιχείρημα που προέβαλε το ΕΕΣ, σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή ήταν το θεσμικό όργανο της Ένωσης που ήταν αρμόδιο να επιλαμβάνεται των εθνικών αρχών στον τομέα της μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τη θέση του ΕΕΣ. Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι υπήρξε παραβίαση του καθήκοντος μέριμνας και του καθήκοντος αρωγής.
Τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ του καταγγέλλοντος και των υπηρεσιών του ΔιαμεσολαβητήΜε την ευκαιρία τηλεφωνικής συνομιλίας στις 11 Μαΐου 2007, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή ότι, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, είχε υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά του ΕΕΣ σχετικά με τον ισχυρισμό που διατυπώθηκε στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος1.1 Ο καταγγέλλων είναι συνταξιούχος υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου («ΕΕΣ»). Προτού εργαστεί στο ΕΕΣ, εργάστηκε στον τραπεζικό τομέα στη Γαλλία, από το 1974 έως το 1982. Στις 10 Νοεμβρίου 1994, ο καταγγέλλων ζήτησε από το ΕΕΣ να μεταφέρει στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα που απορρέουν από την προηγούμενη περίοδο δραστηριότητας στον τραπεζικό τομέα στη Γαλλία. Στις 13 Νοεμβρίου 1996, το ΕΕΣ απάντησε ότι η μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν στον τραπεζικό τομέα δεν ήταν δυνατή. Απάντησε επίσης ότι εναπόκειται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να θεσπίσει κανονισμό με την Ένωση Επικουρικών Συνταξιοδοτικών Καθεστώτων («ARRCO»(6)), προκειμένου να μεταφέρει το σύνολο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχουν αποκτηθεί στη Γαλλία. Στις 25 Αυγούστου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση πρόωρης συνταξιοδότησης και ζήτησε να καθοριστούν τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα. Στις 6 Μαρτίου 2005, ο καταγγέλλων υπέβαλε ένσταση, βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, κατά της απόφασης του ΕΕΣ επί του αιτήματός του, την οποία δεν έκρινε ικανοποιητική. Στις 28 Ιουνίου 2005, το ΕΕΣ απέρριψε την προσφυγή του καταγγέλλοντος. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το ΕΕΣ δεν έδωσε συνέχεια στο αίτημά του για μεταφορά των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων, το οποίο υποβλήθηκε στις 10 Νοεμβρίου 1994 και επαναλήφθηκε στις 25 Αυγούστου 2004 (7).
1.2 Στη γνώμη του, το ΕΕΣ ανέφερε ότι θεωρούσε ότι είχε εκπληρώσει τις διοικητικές του υποχρεώσεις. Προσέθεσε ότι το επίμαχο ζήτημα ήταν η άρνηση της ARRCO να μεταφέρει το σύνολο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν στη Γαλλία από τον καταγγέλλοντα και ότι μόνο η Επιτροπή ήταν αρμόδια να ασχοληθεί με τις εθνικές αρχές στον τομέα αυτό. Σε συνέχεια του αιτήματος του καταγγέλλοντος του 1994 για τη μεταφορά των δικαιωμάτων του, το ΕΕΣ επικοινώνησε με τα αρμόδια γαλλικά συνταξιοδοτικά ταμεία. Από το 1995 έως το 2004, το ΕΕΣ είχε ζητήσει επανειλημμένα από την Επιτροπή να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την επίλυση του ζητήματος. Τον Νοέμβριο του 2004, το ΕΕΣ είχε ζητήσει από την Επιτροπή να κινήσει διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά της Γαλλίας. Από τα μέσα του 1995 έως τα μέσα του 2005, η Επιτροπή είχε οδηγήσει το ΕΕΣ να αντιληφθεί ότι το ζήτημα που αφορούσε την άρνηση της ARRCO να λάβει υπόψη τις εισφορές που κατέβαλε ο καταγγέλλων στα γαλλικά συνταξιοδοτικά ταμεία επρόκειτο σύντομα να επιλυθεί. Το ΕΕΣ δήλωσε επίσης ότι, μετά το αίτημα του καταγγέλλοντος της 10ης Νοεμβρίου 1994 για μεταφορά των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων, περισσότερα από τα μισά από αυτά είχαν μεταφερθεί τον Σεπτέμβριο του 1997, δηλαδή πριν από περισσότερα από 8 χρόνια. Στις 11 Ιουλίου 2005, η ARRCO, στη νέα πρότασή της για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του καταγγέλλοντος, δέχθηκε να λάβει υπόψη το σύνολο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του τελευταίου. Το ΕΕΣ δήλωσε ότι τα δικαιώματα αυτά δεν είχαν ακόμη μεταφερθεί στο κοινοτικό σύστημα, διότι πολλά σημεία, συμπεριλαμβανομένης της αναπροσαρμογής του προς μεταφορά ποσού, δεν είχαν ακόμη εξεταστεί. Ωστόσο, σύμφωνα με το ΕΕΣ, το ζήτημα είχε ήδη επιλυθεί κατά την ημερομηνία υποβολής της καταγγελίας του από τον καταγγέλλοντα στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.
1.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι τα γεγονότα που περιέγραψε το ΕΕΣ στη γνώμη του δεν αντιστοιχούσαν στην πραγματικότητα. Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι η μεταφορά των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων εξαρτάται από συμφωνία που έχει συναφθεί μεταξύ της Επιτροπής και των αρμόδιων γαλλικών αρχών. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το ΕΕΣ δεν τον είχε ακόμη ενημερώσει αν θεωρούσε ότι ήταν υποχρεωμένο να εφαρμόσει τη συμφωνία αυτή. Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι, μέχρι την ημερομηνία των παρατηρήσεών του, δεν είχε λάβει ακόμη καμία πρόταση για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων.
1.4 Υπό το φως των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος και της συμπληρωματικής επιστολής του της 27ης Φεβρουαρίου 2006, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από το ΕΕΣ να παράσχει συμπληρωματική γνώμη επί του ουσιαστικού ζητήματος, δηλαδή της διευθέτησης των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του καταγγέλλοντος.
1.5 Στην απάντησή του, το ΕΕΣ επανέλαβε την άποψή του ότι θεωρούσε ότι είχε εκπληρώσει τις διοικητικές υποχρεώσεις του στον φάκελο του καταγγέλλοντος. Το ΕΕΣ δήλωσε επίσης ότι, σε αντίθεση με όσα ανέφερε στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων είχε λάβει πρόταση για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων, βάσει των εισφορών που κατέβαλε στο συνταξιοδοτικό ταμείο της «Société Générale»(«CRSG»(8)).
1.6 Στις περαιτέρω παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι υπήρξε παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και παραβίαση του καθήκοντος μέριμνας και αρωγής.
1.7 Με την ευκαιρία τηλεφωνικής συνομιλίας στις 11 Μαΐου 2007, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή ότι, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, είχε υποβάλει αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά του ΕΕΣ σχετικά με τον ισχυρισμό που διατυπώθηκε στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή (9).
1.8 Το άρθρο 195 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας εξουσιοδοτεί το Διαμεσολαβητή να λαμβάνει καταγγελίες "(...) σχετικά με περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των κοινοτικών θεσμικών οργάνων ή οργανισμών (…), εκτός εάν τα καταγγελλόμενα γεγονότα αποτελούν ή έχουν αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας. Στην περίπτωση αυτή, το αποτέλεσμα των ερευνών που έχουν διεξαχθεί μέχρι εκείνη την ημερομηνία πρέπει να υποβληθεί χωρίς περαιτέρω ενέργειες, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 του Καταστατικού του Διαμεσολαβητή.
1.9 Με βάση τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον καταγγέλλοντα κατά την τηλεφωνική συνομιλία της 11ης Μαΐου 2007 με τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το αντικείμενο της παρούσας καταγγελίας και το αντικείμενο της προσφυγής που υπέβαλε ο καταγγέλλων στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης (υπόθεση F-17/07 )(10) φαίνεται να αφορούν τα ίδια πραγματικά περιστατικά.
2 ΣυμπέρασμαΩς εκ τούτου, βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 7 του Καταστατικού του Διαμεσολαβητή, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την εξέταση της καταγγελίας και καταθέτει την υπόθεση χωρίς περαιτέρω ενέργειες.
Ο Πρόεδρος του ΕΕΣ θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Το ακρωνύμιο αυτό σημαίνει «Association des régimes de retraites complémentaires».
(2) Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, «ο υπάλληλος που αποχωρεί από την υπηρεσία πριν από τη συμπλήρωση του 63ου έτους της ηλικίας του μπορεί να ζητήσει τη χορήγηση σύνταξης αρχαιότητας: α) αναβάλλεται μέχρι την πρώτη ημέρα του ημερολογιακού μήνα που έπεται εκείνου κατά τον οποίο συμπληρώνει το 63ο έτος της ηλικίας του· ή β) καταβάλλεται αμέσως, υπό τον όρο ότι δεν είναι μικρότερος των 55 ετών. Στην περίπτωση αυτή, η σύνταξη αρχαιότητας μειώνεται κατά ποσό που υπολογίζεται σε συνάρτηση με την ηλικία του υπαλλήλου κατά την έναρξη της συνταξιοδότησής του. (…) Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να αποφασίσει, προς το συμφέρον της υπηρεσίας βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και διαφανών διαδικασιών που θεσπίζονται μέσω γενικών εκτελεστικών διατάξεων, να μην εφαρμόσει την ανωτέρω μείωση στους οικείους υπαλλήλους.»
(3) Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η Επιτροπή δεν διασφάλισε ότι οι γαλλικές αρχές τηρούν τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης σχετικά με τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του. Δεδομένου ότι αυτή η πτυχή της υπόθεσης στρεφόταν κατά άλλου ευρωπαϊκού θεσμικού οργάνου, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή καταχώρισαν την καταγγελία κατά της Επιτροπής με νέο αριθμό αναφοράς 3001/2005/MF.
(4) Το ακρωνύμιο αυτό σημαίνει «Association générale des institutions de retraite des cadres».
(5) Το ακρωνύμιο αυτό σημαίνει "Caisse de retraite de la Société Générale".
(6) Το ακρωνύμιο αυτό σημαίνει «Association des régimes de retraites complémentaires».
(7) Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι το ΕΕΣ είχε εσφαλμένα αποφασίσει να τον συνταξιοδοτήσει σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, από την 1η Σεπτεμβρίου 2005, δηλαδή πριν από τον καθορισμό των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων. Ο καταγγέλλων ζήτησε να του χορηγηθεί συμπληρωματική πριμοδότηση για τα συντάξιμα έτη, η οποία ανερχόταν σε 10 έτη, 3 μήνες και 24 ημέρες, προκειμένου να μπορέσει να συνταξιοδοτηθεί από την 1η Ιανουαρίου 2006 το αργότερο. Στην επιστολή του της 5ης Ιουλίου 2005, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 8 του καταστατικού του, αυτές οι πτυχές της καταγγελίας δεν θα καλύπτονταν από την έρευνά του.
(8) Το ακρωνύμιο αυτό σημαίνει "Caisse de retraite de la Société Générale".
(9) Υπόθεση F-17/07 P. κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, προσφυγή που ασκήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 2007.
(10) Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το δεύτερο εδάφιο του μέρους που αφορά τους λόγους ακυρώσεως και τα κύρια επιχειρήματα του δικογράφου της προσφυγής έχει ως εξής: «Προς στήριξη της προσφυγής του, ο προσφεύγων προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως, αντλούμενους, αντιστοίχως, από: i) παράβαση διαφόρων διατάξεων του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων και του παραρτήματός του VIII (ιδίως του άρθρου 11, παράγραφος 2, και του άρθρου 26 του εν λόγω παραρτήματος)· ii) παράβαση του καθήκοντος μέριμνας και αρωγής του άρθρου 24 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων· iii) παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων· iv) παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.»