FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 1777/2005/GG κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης


Στρασβούργο, 31 Ιανουαρίου 2007

Αξιότιμε κ. X,

Στις 9 Μαΐου 2005, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τη διεκπεραίωση αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF).

Στις 19 Μαΐου 2005, διαβίβασα την καταγγελία στον γενικό διευθυντή της OLAF. Η OLAF απέστειλε τη γνωμοδότησή της στις 9 Αυγούστου 2005. Σας το διαβίβασα στις 29 Αυγούστου 2005 με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 16 Σεπτεμβρίου 2005.

Στις 21 Σεπτεμβρίου 2005, σας ενημέρωσα ότι, δεδομένου ότι το αντικείμενο της παρούσας καταγγελίας ήταν πολύ παρόμοιο με εκείνο μιας περαιτέρω καταγγελίας που υποβάλατε κατά της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (καταγγελία 1776/2005/GG - Εμπιστευτικό), θεώρησα σκόπιμο να εξετάσω και τις δύο καταγγελίες ταυτόχρονα.

Στις 19 Δεκεμβρίου 2005, απηύθυνα στην OLAF πρόταση για φιλική λύση. Ενημερωθήκατε σχετικά την ίδια ημέρα.

Η OLAF διατύπωσε τη γνώμη της σχετικά με την πρόταση αυτή στις 31 Ιανουαρίου 2006. Σας τη διαβίβασα στις 14 Φεβρουαρίου 2006 με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 30 Μαρτίου 2006.

Στις 29 Μαΐου 2006, απηύθυνα στην OLAF αίτημα παροχής περαιτέρω πληροφοριών. Σας ενημέρωσα σχετικά την ίδια ημέρα.

Στις 30 Ιουνίου 2006, η OLAF απάντησε στο αίτημά μου για περαιτέρω πληροφορίες. Σας διαβίβασα την παρούσα απάντηση στις 10 Ιουλίου 2006 με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 25 Αυγούστου 2006.

Στις 21 Σεπτεμβρίου 2006, απηύθυνα δεύτερο αίτημα παροχής περαιτέρω πληροφοριών στην OLAF. Σας ενημέρωσα σχετικά την ίδια ημέρα. Η OLAF απέστειλε την απάντησή της στις 26 Οκτωβρίου 2006 και σας διαβίβασα τις παρατηρήσεις σας στις 14 Νοεμβρίου 2006, τις οποίες αποστείλατε στις 18 Δεκεμβρίου 2006.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Ιστορικό

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, Γερμανό δικηγόρο, το ιστορικό της υπό κρίση υπόθεσης είναι, συνοπτικά, το ακόλουθο:

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, δύο εταιρείες σε έναν διεθνή όμιλο (μία από τη Σουηδία και μία από τη Γερμανία) έλαβαν μέρος σε ένα έργο στο Λεσόθο («έργο για τα ύδατα των υψιπέδων του Λεσόθο»), το οποίο υποστηρίχθηκε από κονδύλια που παρείχε η ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων κονδυλίων που διατέθηκαν από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων («ΕΤΕπ»). Πριν από την ανάθεση των σχετικών συμβάσεων, οι δύο εταιρείες είχαν προσλάβει έναν τοπικό σύμβουλο για να τους συμβουλεύσει σχετικά με το έργο και να τους βοηθήσει να αποκτήσουν τοπικές γνώσεις. Στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι ο εν λόγω σύμβουλος, ο οποίος είχε επίσης συμβουλεύσει άλλες εταιρείες, ενεργούσε σε συνεργασία με τον επικεφαλής της αρχής προμηθειών του Λεσότο και ότι τουλάχιστον ορισμένα από τα χρήματα που καταβλήθηκαν στον σύμβουλο από ορισμένους από τους πελάτες του ως αμοιβές συμβούλων είχαν μετακυλιστεί στην αναθέτουσα αρχή. Στη συνέχεια, ο επικεφαλής της αρχής προμηθειών κρίθηκε ένοχος διαφθοράς από δικαστήριο του Λεσότο και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης.

Η ομάδα είχε ενημερωθεί για την εικαζόμενη υπόθεση δωροδοκίας το 1998 και είχε αμέσως και πλήρως συνεργαστεί με τις αρχές του Λεσότο. Σε αντάλλαγμα για την παροχή πληροφοριών σε εθελοντική βάση σχετικά με το έργο, η ομάδα είχε λάβει ασυλία από τη δίωξη από τον Διευθυντή της Εισαγγελίας στο Λεσότο. Η ομάδα είχε πολιτική μηδενικής ανοχής όσον αφορά οποιαδήποτε μορφή δωροδοκίας και διαφθοράς.

Τον Απρίλιο του 2000, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η ΕΤΕπ αποφάσισαν να διενεργήσουν έλεγχο επί του θέματος. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης («OLAF») ενημερώθηκε για τον εν λόγω έλεγχο. Με βάση τα συμπεράσματα της έκθεσης ελέγχου, η έρευνα της OLAF περατώθηκε.

Τον Ιούνιο του 2003, και βάσει νέων πληροφοριών, η OLAF κίνησε νέα έρευνα σχετικά με το θέμα αυτό, απευθυνόμενη σε ελβετική εταιρεία που ανήκει στον όμιλο.

Με επιστολή της 16ης Σεπτεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα του φακέλου της OLAF σχετικά με το «Σχέδιο Υδάτων των Υψιπέδων του Λεσόθο»(1). Το αίτημα αυτό υποβλήθηκε βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (2) («κανονισμός 1049/2001»).

Στην απάντησή της της 7ης Οκτωβρίου 2004, η OLAF απέρριψε το αίτημα αυτό, επικαλούμενη τρεις εξαιρέσεις στον κανονισμό 1049/2001 στις οποίες βασίστηκε η απόφασή της: (1) την προστασία του σκοπού των επιθεωρήσεων, ερευνών και λογιστικών ελέγχων (άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού), «δεδομένου ότι η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη»· (2) την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού)· και 3) τα εμπορικά συμφέροντα φυσικών ή νομικών προσώπων (άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού). Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του καταγγέλλοντος στην επιστολή του της 16ης Σεπτεμβρίου 2004, η OLAF επιβεβαίωσε επίσης ότι είχε κινήσει νέα έρευνα το 2003.

Στις 2 Νοεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση, υποστηρίζοντας ότι θα πρέπει τουλάχιστον να δοθεί πρόσβαση στην έκθεση ελέγχου του 2000. Ο καταγγέλλων τόνισε ότι, χωρίς πρόσβαση στην εν λόγω έκθεση, ο πελάτης του δεν ήταν σε θέση να αξιολογήσει σε ποιο βαθμό η OLAF είχε πλέον στην κατοχή της νέες πληροφορίες που δικαιολογούσαν την έναρξη νέας έρευνας.

Στην απάντησή της της 30ής Νοεμβρίου 2004, η OLAF επιβεβαίωσε τη θέση της, ιδίως όσον αφορά το άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001. Όσον αφορά την έκθεση ελέγχου του 2000, η OLAF τόνισε ότι περιείχε προκαταρκτικά αποτελέσματα, γνώμες και συμπεράσματα σχετικά με την αρχική έρευνα. Η OLAF επισήμανε ότι αυτή η αρχική έκθεση, καθώς και οι νέες πληροφορίες που είχε λάβει εν τω μεταξύ, αποτέλεσαν τη βάση για περαιτέρω έρευνες που βρίσκονταν σε εξέλιξη εκείνη την περίοδο. Προσέθεσε ότι τα έγγραφα της δικογραφίας συνίσταντο στα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν συγκεντρωθεί μέχρι σήμερα και ότι τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία αποτέλεσαν αντικείμενο περαιτέρω ανάλυσης. Η OLAF υποστήριξε ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων του φακέλου της θα διατάρασσε την έρευνα που διεξάγεται επί του παρόντος. Κατά την OLAF, δεν ήταν δυνατή ούτε η χορήγηση μερικής πρόσβασης, δεδομένου ότι ο σχετικός διοικητικός φόρτος θα ήταν δυσανάλογος.

Καταγγελία 1450/2005/GG (εμπιστευτικό)

Στις 29 Μαρτίου 2005, ο παρών καταγγέλλων υπέβαλε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή καταγγελία κατά της απόφασης της OLAF (καταγγελία 1450/2005/GG - εμπιστευτική). Ωστόσο, ο παρών καταγγέλλων κατέστησε σαφές ότι ο καταγγέλλων στην εν λόγω υπόθεση επρόκειτο να είναι ο πελάτης του, η ελβετική εταιρεία. Το άρθρο 195 της Συνθήκης ΕΚ ορίζει ότι κάθε υπήκοος της ΕΕ ή κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει την καταστατική έδρα του στην ΕΕ μπορεί να υποβάλει καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Ως εκ τούτου, στις 2 Μαΐου 2005, ο Διαμεσολαβητής απέρριψε την καταγγελία, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν ανήκε στην κατηγορία των προσώπων που δικαιούνται να υποβάλλουν καταγγελίες στον Διαμεσολαβητή σύμφωνα με το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ.

Επί της υπό κρίση αιτιάσεως

Στις 9 Μαΐου 2005, ο δικηγόρος που είχε υποβάλει την καταγγελία 1450/2005/GG ανανέωσε την καταγγελία, επισημαίνοντας ότι ο ίδιος έπρεπε να θεωρηθεί ως καταγγέλλων. Ως εκ τούτου, η επιστολή αυτή πρωτοκολλήθηκε ως νέα καταγγελία (1777/2005/GG - εμπιστευτικό).

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η OLAF κακώς παρέλειψε να χορηγήσει πρόσβαση στον φάκελό της και, ειδικότερα, στην έκθεση που προέκυψε από τον έλεγχο που διενεργήθηκε το 2000 και ζήτησε να χορηγηθεί η εν λόγω πρόσβαση. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 δεν μπορούσε να ερμηνευθεί τόσο ευρέως ώστε να περιλαμβάνει έρευνες που είχαν ήδη ολοκληρωθεί. Επιπλέον, η προστασία δεν ήταν, εν πάση περιπτώσει, πλέον δικαιολογημένη βάσει του περιεχομένου του οικείου εγγράφου (άρθρο 4 παράγραφος 7 του κανονισμού 1049/2001). Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι θα πρέπει τουλάχιστον να δοθεί πρόσβαση στα έγγραφα που δεν είχαν πλέον άμεση σχέση με την τρέχουσα έρευνα, όπως η έκθεση ελέγχου του 2000.

Ο καταγγέλλων τόνισε ότι είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ποια νέα στοιχεία ήρθαν στο φως και τα οποία δικαιολογούν την επανέναρξη της έρευνας της OLAF. Αυτό ήταν απαραίτητο για να βοηθήσει την ομάδα να υπερασπιστεί τον εαυτό της.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Γνώμη της OLAF

Στη γνωμοδότησή της, η OLAF διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Η ΕΕ συμμετείχε στο σχετικό έργο στο Λεσόθο από τις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Τον Απρίλιο του 2000 διενεργήθηκε ανεξάρτητος έλεγχος κατόπιν αιτήματος της ΕΤΕπ και της Επιτροπής. Ο εν λόγω έλεγχος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είχε αποκαλυφθεί συγκεκριμένη ή άμεση κατάχρηση των κονδυλίων της ΕΤΕπ, αλλά ότι ήταν πιθανό οι ανάδοχοι που εισέπρατταν κονδύλια της ΕΤΕπ να είχαν πραγματοποιήσει πληρωμές σε όσους υλοποιούσαν το έργο με αντάλλαγμα χάρες.

Τον Ιούνιο του 2003, η OLAF έλαβε νέες πληροφορίες βάσει της δικαστικής έρευνας στο Λεσόθο. Οι πληροφορίες αυτές αποκάλυψαν ότι τα κονδύλια της ΕΤΕπ και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης είχαν χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά. Ως εκ τούτου, κινήθηκε έρευνα της OLAF.

Ήταν σημαντικό να γίνει διάκριση μεταξύ του δικαιώματος πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001 και του δικαιώματος πρόσβασης στον φάκελο από ένα ενδιαφερόμενο πρόσωπο για το θέμα αυτό. Όσον αφορά το πρώτο, η πρόσβαση έπρεπε να χορηγηθεί εκτός εάν το εν λόγω έγγραφο καλυπτόταν από μία από τις εξαιρέσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001. Αντιθέτως, το πρόσωπο το οποίο αφορούσε εθνική δικαστική διαδικασία είχε δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους εθνικούς δικονομικούς κανόνες. Στο πλαίσιο αυτό, ο ενδιαφερόμενος είχε δικαίωμα επικοινωνίας σχετικά με τα δικαιώματα υπεράσπισής του, το οποίο δεν είχε το κοινό. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι είχε δικαίωμα πρόσβασης λόγω της ανάγκης του να υπερασπιστεί τον πελάτη του ήταν άνευ σημασίας για την ανάλυση βάσει του κανονισμού 1049/2001.

Δεδομένου ότι υπήρχαν επί του παρόντος εθνικές δικαστικές διαδικασίες στο Λεσόθο, η πρόσβαση στον φάκελο ελέγχθηκε από τους διαδικαστικούς κανόνες του. Ο καταγγέλλων είχε τη δυνατότητα να απευθυνθεί στις αρχές του Λεσόθο για να ζητήσει το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο. Εναπόκειται στις εν λόγω αρχές να αποφασίσουν εάν και πότε θα πρέπει να χορηγηθεί πρόσβαση.

Τέλος, το νομικό πλαίσιο της OLAF δεν προέβλεπε δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο προσώπου το οποίο αφορούσε έρευνα της OLAF.

Η OLAF δεν ήταν σε θέση να κοινοποιήσει την έκθεση ελέγχου του 2000 ή «οποιοδήποτε από τα έγγραφα του φακέλου της έρευνας» βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001. Η δημοσιοποίηση θα ήταν επιζήμια για την εν εξελίξει έρευνα της OLAF, καθώς και για την έρευνα των δικαστικών αρχών του Λεσότο σχετικά με το θέμα αυτό. Όπως έχει ήδη εξηγηθεί στην απάντηση στην επιβεβαιωτική αίτηση πρόσβασης, η χορήγηση πρόσβασης θα αποκαλύψει τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στην κατοχή της η OLAF και τις στρατηγικές έρευνας της.

Η έκθεση ελέγχου περιείχε προκαταρκτικά αποτελέσματα, γνώμες και συμπεράσματα της αρχικής έρευνας και ήταν ένα από τα στοιχεία που αποτέλεσαν τη βάση για περαιτέρω έρευνες που διεξάγονται επί του παρόντος από την OLAF και τις αρχές του Λεσόθο σχετικά με το θέμα αυτό.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της OLAF, ο καταγγέλλων τόνισε ότι, όσον αφορά τη νομοθεσία που διέπει την πρόσβαση στους φακέλους της OLAF, δεν υπήρχαν (εξ όσων γνωρίζει) εκκρεμείς διαδικασίες κατά της ομάδας στο Λεσόθο. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι υπάρχει νομικά δεσμευτική δέσμευση του διευθυντή της εισαγγελίας του Λεσόθο να μην κινήσει διαδικασία κατά του ομίλου (3). Τόνισε ότι, ανεξάρτητα από τα γεγονότα αυτά, η δήλωση ότι το ζήτημα της πρόσβασης στον φάκελο της OLAF επηρεάστηκε ή ακόμη και διέπεται από το δίκαιο του Λεσότο ήταν παράλογη. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, οι δραστηριότητες των κοινοτικών οργάνων διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο.

Ο καταγγέλλων αντιτάχθηκε έντονα στη γνώμη της OLAF στο βαθμό που υπονοούσε ότι, λόγω της έλλειψης ρητής διάταξης, δεν υπήρχε δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο της OLAF για τα πρόσωπα τα οποία αφορούσαν οι έρευνες της OLAF. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, μια τέτοια θέση θα ήταν προδήλως αντίθετη προς τα θεμελιώδη δικαιώματα, καθώς και προς τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)(4). Ο καταγγέλλων υπέβαλε λεπτομερείς παρατηρήσεις, τόσο όσον αφορά το κοινοτικό δίκαιο όσο και όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, για να υποστηρίξει την άποψή του ότι τα πρόσωπα που αποτελούν αντικείμενο έρευνας της OLAF έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον δικό τους φάκελο και ότι, ως εκ τούτου, θα πρέπει να χορηγηθεί στην ομάδα πρόσβαση στον φάκελο της OLAF.

Όσον αφορά τον κανονισμό 1049/2001, ο καταγγέλλων υπενθύμισε την πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων σύμφωνα με την οποία οι εξαιρέσεις πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι ήταν πολύ απίθανο η δημοσιοποίηση κάθε εγγράφου του φακέλου της OLAF να είναι επιζήμια για την έρευνα.

ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΦΙΛΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ

Η πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση

Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της OLAF και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής δεν ήταν ικανοποιημένος από το γεγονός ότι η OLAF είχε απαντήσει επαρκώς στα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος.

Η άποψη αυτή βασίστηκε στις ακόλουθες εκτιμήσεις:

1. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε σκόπιμο να εξετάσει ορισμένα προκαταρκτικά ζητήματα πριν εξετάσει τον ισχυρισμό και τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.

Προκαταρκτικά ζητήματα

2. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ορθό το επιχείρημα της OLAF ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ (1) του δικαιώματος πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001 και (2) του δικαιώματος πρόσβασης στον φάκελο από ενδιαφερόμενο πρόσωπο στο θέμα αυτό. Στην παρούσα υπόθεση, η αίτηση του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα της 16ης Σεπτεμβρίου 2004 και η επιβεβαιωτική αίτησή του της 2ας Νοεμβρίου 2004 βασίζονταν σαφώς στον κανονισμό 1049/2001. Οι απαντήσεις της OLAF στις αιτήσεις αυτές βασίστηκαν επίσης στον εν λόγω κανονισμό. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων είχε ισχυριστεί, στην καταγγελία του, ότι η απόφαση της OLAF να απορρίψει την αίτηση πρόσβασης ήταν εσφαλμένη, η εξέταση του Διαμεσολαβητή έπρεπε επομένως να περιοριστεί στην εξακρίβωση του κατά πόσον η εν λόγω απόφαση έβρισκε επαρκή βάση στον κανονισμό 1049/2001. Ως εκ τούτου, δεν ήταν αναγκαίο, στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας, να εξεταστούν τα επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων για να στηρίξει την άποψή του ότι τα πρόσωπα που αποτελούν αντικείμενο έρευνας της OLAF θα έπρεπε να έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελό τους.

3. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων τόνισε ότι, για να βοηθήσει την ομάδα να υπερασπιστεί τον εαυτό της, ήταν σημαντικό να κατανοήσει ποια νέα αποδεικτικά στοιχεία είχαν έρθει στο φως που δικαιολογούσαν την επανέναρξη της έρευνας της OLAF. Στη γνώμη της, η OLAF υποστήριξε ότι το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι είχε δικαίωμα πρόσβασης λόγω της ανάγκης του να υπερασπιστεί τον πελάτη του ήταν άσχετο με την ανάλυση βάσει του κανονισμού 1049/2001. Δεδομένου ότι ο κανονισμός 1049/2001 δεν απαιτεί από τον αιτούντα να αιτιολογήσει την αίτησή του για πρόσβαση σε έγγραφα, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να εξεταστεί ο σκοπός που επιδίωκε ο καταγγέλλων με την αίτησή του για πρόσβαση.

4. Στη γνωμοδότησή της, η OLAF έκρινε ότι, δεδομένου ότι επί του παρόντος διεξάγονται εθνικές δικαστικές διαδικασίες στο Λεσόθο, η πρόσβαση στον φάκελο ελέγχεται από τους διαδικαστικούς κανόνες της εν λόγω χώρας. Η OLAF πρόσθεσε ότι ο καταγγέλλων είχε τη δυνατότητα να απευθυνθεί στις αρχές του Λεσόθο για να ζητήσει το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο. Σύμφωνα με την OLAF, εναπόκειται στις εν λόγω αρχές να αποφασίσουν εάν και πότε θα πρέπει να χορηγηθεί πρόσβαση. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η δήλωση ότι το ζήτημα της πρόσβασης στον φάκελο της OLAF επηρεάστηκε ή ακόμη και διέπεται από το δίκαιο του Λεσόθο ήταν παράλογη. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, οι δραστηριότητες των κοινοτικών οργάνων διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο.

5. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι η παρούσα υπόθεση αφορούσε αίτηση πρόσβασης στον φάκελο της OLAF και όχι αίτηση πρόσβασης στον φάκελο των αρχών του Λεσότο. Ως εκ τούτου, οι παρατηρήσεις που περιέχονται στη γνώμη της OLAF σχετικά με τη δυνατότητα του καταγγέλλοντος να απευθυνθεί στις αρχές του Λεσόθο ήταν άνευ σημασίας για τους σκοπούς της έρευνας του Διαμεσολαβητή.

6. Το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στον φάκελο της OLAF βασιζόταν στον κανονισμό 1049/2001. Στην επιστολή της με ημερομηνία 7 Οκτωβρίου 2004 με την οποία απέρριψε την αρχική αίτηση πρόσβασης, η OLAF επικαλέστηκε τρεις εξαιρέσεις στον κανονισμό 1049/2001, και συγκεκριμένα (1) την προστασία του σκοπού επιθεώρησης, έρευνας και οικονομικού ελέγχου (άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού)· (2) την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού)· και 3) τα εμπορικά συμφέροντα φυσικών ή νομικών προσώπων (άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού). Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι μόνο η πρώτη από αυτές τις εξαιρέσεις αναφέρθηκε ρητά στην απόφαση της OLAF σχετικά με την επιβεβαιωτική αίτηση και ότι μόνο αυτή η εξαίρεση συζητήθηκε στη γνωμοδότηση της OLAF. Με βάση τα γεγονότα αυτά, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να εξεταστούν οι άλλες δύο εξαιρέσεις στις οποίες είχε βασιστεί αρχικά η OLAF.

Ισχυρισμός και ισχυρισμός του καταγγέλλοντος

7. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η OLAF κακώς παρέλειψε να χορηγήσει πρόσβαση στον φάκελό της και, ειδικότερα, στην έκθεση που προέκυψε από τον έλεγχο που διενεργήθηκε το 2000 και ζήτησε να χορηγηθεί η εν λόγω πρόσβαση. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 δεν μπορούσε να ερμηνευθεί τόσο ευρέως ώστε να περιλαμβάνει έρευνες που είχαν ήδη ολοκληρωθεί. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η προστασία δεν ήταν, εν πάση περιπτώσει, πλέον δικαιολογημένη βάσει του περιεχομένου του σχετικού εγγράφου (άρθρο 4 παράγραφος 7 του κανονισμού 1049/2001). Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι θα πρέπει τουλάχιστον να δοθεί πρόσβαση σε εκείνα τα έγγραφα, όπως η έκθεση ελέγχου του 2000, τα οποία δεν είχαν πλέον άμεση σχέση με την τρέχουσα έρευνα.

8. Στη γνωμοδότησή της, η OLAF δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωστοποιήσει την έκθεση ελέγχου του 2000 ή οποιοδήποτε από τα έγγραφα του φακέλου της έρευνας βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001. Σύμφωνα με την OLAF, η δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων θα ήταν επιζήμια για την εν εξελίξει έρευνα της OLAF, καθώς και για την έρευνα των δικαστικών αρχών του Λεσότο σχετικά με το θέμα αυτό. Η OLAF τόνισε ότι η χορήγηση πρόσβασης στα σχετικά έγγραφα θα αποκαλύψει τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στην κατοχή της η OLAF και τις στρατηγικές έρευνας της. Προσέθεσε ότι η έκθεση ελέγχου του 2000 περιείχε προκαταρκτικά αποτελέσματα, γνώμες και συμπεράσματα της αρχικής έρευνας και ήταν ένα από τα στοιχεία που αποτέλεσαν τη βάση για περαιτέρω έρευνες που διεξάγουν επί του παρόντος η OLAF και οι αρχές του Λεσόθο σχετικά με το θέμα αυτό.

9. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε το επιχείρημα της OLAF ότι η άρνηση γνωστοποίησης των σχετικών εγγράφων δικαιολογούνταν από την ανάγκη προστασίας των ερευνών που διενήργησαν οι αρχές του Λεσόθο. Ούτε η απάντηση της OLAF της 7ης Οκτωβρίου 2004 στην αίτηση προσβάσεως ούτε η απάντησή της της 30ής Νοεμβρίου 2004 στην επιβεβαιωτική αίτηση περιείχαν οποιαδήποτε αναφορά σε τέτοιου είδους έρευνες. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσει με ποιον τρόπο το προαναφερθέν επιχείρημα θα μπορούσε να είναι λυσιτελές για την εξακρίβωση του κατά πόσον η απόφαση της OLAF να αρνηθεί την πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα θα μπορούσε να δικαιολογηθεί υπό τις παρούσες συνθήκες.

10. Όσον αφορά το επιχείρημα της OLAF ότι η άρνηση γνωστοποίησης των σχετικών εγγράφων δικαιολογούνταν από την ανάγκη προστασίας της δικής της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι το άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι τα θεσμικά όργανα «αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η γνωστοποίηση θα έθιγε την προστασία (...) του σκοπού επιθεώρησης, έρευνας και οικονομικού ελέγχου».

11. Από εσωτερικό σημείωμα της 11ης Ιουλίου 2003, αντίγραφο του οποίου απέστειλε η OLAF στον καταγγέλλοντα μαζί με την επιστολή της 7ης Οκτωβρίου 2004, προέκυψε ότι η OLAF είχε αποφασίσει την ημέρα εκείνη να κινήσει εξωτερική έρευνα σχετικά με το σχέδιο στο Λεσόθο. Με βάση τις πληροφορίες που παρείχε η OLAF στη γνωμοδότησή της, ο Διαμεσολαβητής θεώρησε ότι η εν λόγω έρευνα δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε επίσης ότι η OLAF είχε δηλώσει ότι η απόφαση για την έναρξη αυτής της νέας έρευνας είχε ληφθεί υπό το πρίσμα των νέων πληροφοριών που είχε λάβει. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ήταν επίσης εύλογο να υποτεθεί ότι η πρόσβαση στον φάκελο της OLAF θα αποκάλυπτε τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε στην κατοχή της η OLAF και τις στρατηγικές έρευνας της. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η δημοσιοποίηση των εν λόγω πληροφοριών θα υπονόμευε πράγματι την προστασία της έρευνας της OLAF και ότι, ως εκ τούτου, η αναφορά της OLAF στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 φαινόταν καταρχήν ορθή.

12. Ωστόσο, το επιχείρημα της OLAF ότι δεν μπορούσε να χορηγηθεί πρόσβαση σε «οποιοδήποτε από τα έγγραφα του φακέλου της έρευνας» προϋπέθετε ότι η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 εφαρμοζόταν σε όλα αυτά τα έγγραφα.

13. Ο Διαμεσολαβητής θεώρησε αμφίβολο ότι αυτό όντως συνέβη. Φάνηκε λογικό να υποτεθεί ότι ο φάκελος της OLAF σχετικά με την έρευνα περιείχε επίσης την απόφαση της OLAF της 11ης Ιουλίου 2003 να κινήσει την εν λόγω έρευνα. Ωστόσο, και όπως προαναφέρθηκε, η OLAF δεν αντιμετώπιζε καμία δυσκολία όσον αφορά τη χορήγηση πρόσβασης στο εν λόγω έγγραφο. Ως εκ τούτου, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η OLAF δεν είχε αποδείξει ότι το άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 θα την εμπόδιζε να αποκαλύψει όλα τα έγγραφα του φακέλου της.

14. Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής είχε σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν το σκεπτικό που προέβαλε η OLAF μπορούσε να δικαιολογήσει την άρνησή της να επιτρέψει την πρόσβαση στην έκθεση ελέγχου που καταρτίστηκε το 2000. Ενώ ο Διαμεσολαβητής είχε ήδη δεχθεί (5) ότι η προστασία που παρέχεται από διάταξη παρόμοια με την επίμαχη στην παρούσα υπόθεση δεν ήταν κατ' ανάγκη διαθέσιμη μόνο μέχρι την ολοκλήρωση της σχετικής επιθεώρησης, έρευνας ή ελέγχου, έπρεπε πρώτα να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το έγγραφο το οποίο αφορούσε η αίτηση του καταγγέλλοντος φαινόταν να έχει συνταχθεί περίπου τέσσερα έτη πριν από την υποβολή της αίτησης πρόσβασης. Ως εκ τούτου, δεν κατέστη αμέσως σαφές με ποιον τρόπο η δημοσιοποίηση του εν λόγω εγγράφου θα μπορούσε να υπονομεύσει την προστασία της τρέχουσας έρευνας της OLAF. Επιπλέον, μολονότι ο Διαμεσολαβητής δέχθηκε ότι η OLAF δικαιολογημένα ανησυχούσε ότι η παροχή πρόσβασης στον φάκελό της θα αποκάλυπτε τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε στην κατοχή της και τις στρατηγικές της έρευνας, από κανένα στοιχείο δεν προέκυπτε ότι η παροχή πρόσβασης στην έκθεση ελέγχου που καταρτίστηκε το 2000 θα είχε αυτές τις αρνητικές συνέπειες. Όσον αφορά την πρώτη από τις δύο πτυχές στις οποίες αναφέρεται η OLAF, πρέπει να σημειωθεί ότι η ίδια η OLAF είχε αποφασίσει να περατώσει την πρώτη έρευνά της υπό το πρίσμα των συμπερασμάτων της παρούσας έκθεσης. Υπό αυτές τις συνθήκες, ήταν επομένως δύσκολο να διαπιστωθεί εκ πρώτης όψεως με ποιον τρόπο η γνωστοποίηση αποδεικτικών στοιχείων που ενδεχομένως περιέχονται στην παρούσα έκθεση ελέγχου θα μπορούσε να επηρεάσει τη νέα έρευνα. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι θα μπορούσε να υποτεθεί με ασφάλεια ότι, εάν υπήρχαν απτά αποδεικτικά στοιχεία αδικοπραξίας όσον αφορά τον πελάτη του καταγγέλλοντος ή τις συνδεδεμένες εταιρείες, η OLAF δεν θα είχε περατώσει την πρώτη της έρευνα, αλλά θα τη συνέχιζε. Όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή, φαίνεται μάλλον απίθανο η έκθεση ελέγχου του 2000 να περιέχει πληροφορίες σχετικά με τις στρατηγικές της OLAF όσον αφορά την έρευνα που άρχισε το 2003.

15. Στη γνώμη της, η OLAF δεν εξέτασε τη δυνατότητα χορήγησης μερικής πρόσβασης. Επομένως, δεν ήταν σαφές αν η OLAF εξακολουθούσε να υποστηρίζει, όπως είχε πράξει με την απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2004 περί απορρίψεως της επιβεβαιωτικής αιτήσεως, ότι δεν ήταν δυνατή ούτε η χορήγηση μερικής προσβάσεως, δεδομένου ότι ο σχετικός διοικητικός φόρτος θα ήταν δυσανάλογος. Ακόμη και στην περίπτωση αυτή, ο Διαμεσολαβητής θεώρησε σημαντικό να σημειωθεί ότι η δήλωση αυτή φαίνεται να έγινε με σκοπό τη χορήγηση μερικής πρόσβασης στο σύνολο των εγγράφων του φακέλου έρευνας της OLAF. Ως εκ τούτου, δεν ήταν σαφές αν η χορήγηση μερικής πρόσβασης στην έκθεση ελέγχου του 2000 θα προκαλούσε επίσης δυσανάλογο διοικητικό φόρτο. Εν πάση περιπτώσει, λαμβανομένου υπόψη του αδιαμφισβήτητου γεγονότος ότι οι εξαιρέσεις από την πρόσβαση βάσει του κανονισμού 1049/2001 πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η άρνηση χορήγησης μερικής πρόσβασης θα μπορούσε να βασίζεται μόνο στο επιχείρημα ότι θα προκαλούσε δυσανάλογη διοικητική επιβάρυνση σε πολύ εξαιρετικές περιστάσεις.

16. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι η άρνηση της OLAF να χορηγήσει πρόσβαση ή μερική πρόσβαση στον φάκελό της και, ειδικότερα, στην έκθεση που προέκυψε από τον έλεγχο που διενεργήθηκε το 2000 θα μπορούσε να συνιστά κακοδιοίκηση.

Το άρθρο 3 παράγραφος 5 του καταστατικού του ορίζει ότι ο Διαμεσολαβητής επιδιώκει, στο μέτρο του δυνατού, την εξεύρεση λύσης με το οικείο θεσμικό όργανο για την εξάλειψη της περίπτωσης κακοδιοίκησης και την ικανοποίηση του καταγγέλλοντος.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε στην OLAF την ακόλουθη πρόταση για φιλική λύση:

Η OLAF θα μπορούσε να επανεξετάσει το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στον φάκελό της και ιδίως στην έκθεση που προέκυψε από τον έλεγχο που διενεργήθηκε το 2000.

Απάντηση της OLAF στην πρόταση του Διαμεσολαβητή

Στην απάντησή της στην πρόταση αυτή, η OLAF διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Ο Διαμεσολαβητής είχε αναγνωρίσει ότι η προσφυγή της OLAF στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 όσον αφορά την πρόσβαση στον φάκελο της έρευνάς της ήταν κατ' αρχήν ορθή. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής είχε επισημάνει ότι η OLAF δεν είχε προσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο η διάταξη αυτή θα μπορούσε να την εμποδίσει να αποκαλύψει όλα τα έγγραφα του φακέλου της, συμπεριλαμβανομένης της έκθεσης ελέγχου του 2000.

Η OLAF είχε επίσης εξετάσει κατά πόσον η δημοσιοποίηση άλλων εγγράφων του φακέλου, και ιδίως της έκθεσης ελέγχου, θα υπονόμευε την προστασία της εν εξελίξει έρευνάς της. Η OLAF είχε ενημερώσει την ΕΤΕπ ότι η δημοσιοποίηση της εν λόγω έκθεσης δεν θα έβλαπτε την έρευνά της. Ωστόσο, η ΕΤΕπ είχε ενημερώσει την OLAF ότι η δημοσιοποίηση της έκθεσης ελέγχου θα ήταν επιζήμια για τα εμπορικά συμφέροντα και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στην έκθεση. Η ΕΤΕπ είχε επισημάνει ότι μόνο μια μερική γνωστοποίηση που περιοριζόταν στη σύνοψη και στα συμπεράσματα της έκθεσης δεν θα έβλαπτε τα εν λόγω συμφέροντα.

Ως εκ τούτου, η OLAF επισύναψε αντίγραφο των εν λόγω τμημάτων της έκθεσης, με απαλοιφή των ονομάτων των προσώπων και των εταιρειών. Η ΕΤΕπ είχε ενημερώσει την OLAF ότι θα γνωστοποιούσε στον καταγγέλλοντα ιδιωτικά, και όχι στο πλαίσιο των κανόνων για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, το τμήμα της έκθεσης που αφορούσε την ομάδα.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι ήταν ικανοποιημένος όσον αφορά το ζήτημα της πρόσβασης στην έκθεση ελέγχου του 2000.

Υποστήριξε, ωστόσο, ότι η OLAF αγνόησε τη γνώμη του Διαμεσολαβητή ότι δεν είχε εξετάσει τη δυνατότητα χορήγησης μερικής πρόσβασης στον φάκελο που σχετίζεται με την τρέχουσα έρευνα. Ο καταγγέλλων τόνισε ότι, όταν υποβάλλεται αίτηση πρόσβασης σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001, πρέπει να διενεργείται συγκεκριμένη και εξατομικευμένη αξιολόγηση του περιεχομένου των σχετικών εγγράφων. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνον όταν ο διοικητικός φόρτος αποδεικνύεται ιδιαίτερα υψηλός, υπερβαίνοντας έτσι τα όρια του ευλόγως απαιτούμενου, μπορεί να επιτρέπεται παρέκκλιση από την υποχρέωση εξέτασης των επιμέρους εγγράφων. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι δεν ήταν ικανοποιημένος από την εκπλήρωση των σχετικών καθηκόντων της OLAF.

Ο καταγγέλλων τόνισε ότι ο πελάτης του ήταν σε θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό του μόνο εάν γνώριζε τις υποψίες και τα τεκμήρια εναντίον του και είχε την ευκαιρία να τα αποσαφηνίσει και να τα αντικρούσει. Ο πελάτης του είχε επίσης το δικαίωμα να ενημερωθεί για τα απαλλακτικά γεγονότα που είχε στην κατοχή της η OLAF.

Περαιτέρω έρευνες

Αφού εξέτασε την απάντηση της OLAF στην πρόταση για φιλική λύση, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι χρειαζόταν περαιτέρω πληροφορίες για να ασχοληθεί με την παρούσα υπόθεση.

Επί του πρώτου αιτήματος παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών

Ως εκ τούτου, στις 29 Μαΐου 2006, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε επιστολή στην OLAF. Στην επιστολή του, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι, στην πρότασή του για φιλική λύση, είχε προτείνει στην OLAF «να επανεξετάσει το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στον φάκελό του και ιδίως στην έκθεση που προέκυψε από τον έλεγχο που διενεργήθηκε το 2000». Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι, στην απάντησή της, η OLAF είχε εξετάσει μόνο το ζήτημα της δυνατότητας παροχής πρόσβασης στην έκθεση ελέγχου του 2000. Ως εκ τούτου, κάλεσε την OLAF να υποβάλει τις παρατηρήσεις της σχετικά με την πρόταση για φιλική λύση όσον αφορά το ζήτημα του κατά πόσον θα μπορούσε να επιτραπεί η πρόσβαση σε οποιαδήποτε έγγραφα του φακέλου της εκτός από την έκθεση ελέγχου του 2000.

Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε σχετικά την ίδια ημέρα. Στην επιστολή του, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι, στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση της OLAF στην πρόταση για φιλική λύση, ο καταγγέλλων επανέλαβε την άποψή του ότι ο πελάτης του έπρεπε να έχει πρόσβαση στον φάκελο της OLAF προκειμένου να είναι σε θέση να αμυνθεί. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων στο πλαίσιο αυτό φαίνεται να αφορούν το ζήτημα κατά πόσον ένα πρόσωπο που αποτελεί αντικείμενο έρευνας από την OLAF έχει δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο της OLAF στο πλαίσιο των δικαιωμάτων υπεράσπισής του. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό, όπως είχε εξηγήσει ο Διαμεσολαβητής στην πρότασή του για φιλική λύση, δεν καλύφθηκε από την παρούσα έρευνα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, εάν επιθυμούσε να δώσει συνέχεια στο ζήτημα, θα μπορούσε να υποβάλει σχετικό αίτημα στην OLAF και να υποβάλει περαιτέρω καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, εάν η απάντηση της OLAF δεν τον ικανοποιούσε.

Απάντηση της OLAF

Στην απάντησή της, η OLAF επισήμανε ότι, κατόπιν περαιτέρω εξέτασης, έπρεπε δυστυχώς να επιβεβαιώσει ότι η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001 εξακολουθούσε να ισχύει για τα άλλα έγγραφα του φακέλου της, δεδομένου ότι η δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων θα ήταν επιζήμια για την εν εξελίξει έρευνα των δικαστικών αρχών του Λεσόθο σχετικά με το θέμα αυτό. Όπως προαναφέρθηκε, η κοινοποίηση θα αποκαλύψει τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει επί του παρόντος στην κατοχή της η OLAF, καθώς και τις στρατηγικές έρευνας της.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υπέβαλε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Η απάντηση της OLAF δεν ήταν ικανοποιητική. Η OLAF ουδέποτε εξέτασε τη δυνατότητα χορήγησης μερικής πρόσβασης στον φάκελο που σχετίζεται με την τρέχουσα έρευνα. Ήταν πολύ αμφίβολο αν η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 εφαρμόζεται σε όλα τα έγγραφα του φακέλου αυτού. Κατά πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, όταν ένα θεσμικό όργανο λαμβάνει αίτηση προσβάσεως στον φάκελό του, υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να προβεί σε συγκεκριμένη και εξατομικευμένη εκτίμηση των εγγράφων στα οποία αναφέρεται η αίτηση αυτή. Με το από 30 Ιουνίου 2006 έγγραφό της, η OLAF απλώς απέρριψε την αίτηση προσβάσεως επικαλούμενη την εν λόγω εξαίρεση, χωρίς να εξηγήσει με οποιονδήποτε τρόπο αν και πώς είχε εφαρμόσει την εξαίρεση αυτή στον φάκελό της. Λαμβανομένης υπόψη της αρχής κατά την οποία οι εξαιρέσεις από το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα πρέπει να ερμηνεύονται στενά, ήταν πολύ απίθανο η γνωστοποίηση κάθε εγγράφου του φακέλου να είναι επιζήμια για την έρευνα και, ως εκ τούτου, έπρεπε να απορριφθεί. Αυτό είχε ήδη αποδειχθεί από το γεγονός ότι η OLAF δεν είχε καμία δυσκολία να παράσχει αντίγραφο της απόφασης κίνησης της νέας έρευνας. Όπως είχαν τα πράγματα τώρα, παρέμενε αδύνατο για τον πελάτη του να κρίνει ποιες πρόσθετες πληροφορίες είχαν έρθει στο φως για να καταστεί αναγκαία μια νέα έρευνα.

Αντιθέτως προς σχετική δήλωση της OLAF, δεν κινήθηκε, εξ όσων γνωρίζει ο εντολέας του, καμία διαδικασία κατά του εντολέα του στο Λεσότο.

Με την επιφύλαξη των ανωτέρω, θα υποβληθεί περαιτέρω αίτηση πρόσβασης στην OLAF βάσει των ιδιωτικών δικαιωμάτων υπεράσπισης του εντολέα του ως ενδιαφερόμενου προσώπου στην έρευνα.

Επί του δευτέρου αιτήματος παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών

Στις 6 Ιουλίου 2006, το Πρωτοδικείο εξέδωσε την απόφασή του στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-391/03 και T-70/04, Franchet και Byk κατά Επιτροπής. Οι υποθέσεις αυτές αφορούσαν αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα τις οποίες η OLAF είχε απορρίψει βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.

Η απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε αφού η OLAF είχε αποστείλει την απάντησή της στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες. Ο καταγγέλλων δεν είχε αναφερθεί στην απόφαση αυτή στις πιο πρόσφατες παρατηρήσεις του. Ωστόσο, δεδομένου ότι η απόφαση φαίνεται να είναι κρίσιμη για την παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε επιστολή στην OLAF στις 21 Σεπτεμβρίου 2006 προκειμένου να την καλέσει να σχολιάσει αν, υπό το πρίσμα της εν λόγω απόφασης, εξακολουθούσε να πιστεύει ότι είχε χειριστεί δεόντως την αίτηση πρόσβασης και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, να εξηγήσει τους λόγους στους οποίους βασίστηκε η άποψη αυτή.

Απάντηση της OLAF

Στην απάντησή της, η OLAF επισήμανε ότι, με επιστολή της 3ης Οκτωβρίου 2006, είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα ότι η έρευνά της είχε περατωθεί χωρίς να δοθεί συνέχεια, αφού πληροφορήθηκε ότι οι αρχές του Λεσότο δεν σκόπευαν πλέον να κινήσουν διαδικασία κατά του ομίλου. Η OLAF πρόσθεσε ότι είχε αποστείλει επιστολή στις αρχές του Λεσόθο για να τις ρωτήσει αν είχαν αντίρρηση για τη δημοσιοποίηση (ολική ή μερική) εγγράφων στον καταγγέλλοντα. Ο Διαμεσολαβητής θα ενημερωθεί για την απάντηση των εν λόγω αρχών και για την τελική απόφαση της OLAF επί του θέματος.

Η OLAF επισήμανε περαιτέρω ότι, στην απόφαση στην οποία αναφέρεται ο Διαμεσολαβητής, το Πρωτοδικείο είχε τονίσει την ανάγκη συγκεκριμένης ανάλυσης για κάθε σχετικό έγγραφο. Προσέθεσε ότι βρισκόταν στο στάδιο της αναλύσεως αυτής, αλλά ότι έπρεπε να αναμείνει την απάντηση των αρχών του Λεσόθο προκειμένου να καθορίσει αν η εξαίρεση θα εξακολουθούσε να ισχύει για οποιοδήποτε από τα επίμαχα έγγραφα. Η OLAF επισήμανε ότι, δεδομένου του όγκου των εγγράφων στον φάκελό της, θα ζητούσε από τον καταγγέλλοντα να διευκρινίσει το πεδίο εφαρμογής της αίτησής του για πρόσβαση.

Η OLAF ανέφερε ότι στις 19 Σεπτεμβρίου 2006 παρελήφθη νέα αίτηση πρόσβασης, η οποία βασιζόταν στα δικαιώματα υπεράσπισης, και πρόσθεσε αντίγραφο επιστολής κράτησης που είχε αποστείλει στον καταγγέλλοντα σχετικά με την εν λόγω αίτηση.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις 18 Δεκεμβρίου 2006, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι δεν επιθυμούσε να διατυπώσει παρατηρήσεις στην υπόθεση αυτή. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, δεδομένου ότι η OLAF είχε πλέον περατώσει την έρευνά της χωρίς να δώσει συνέχεια, θα έστελνε επιστολή στην OLAF για να επιβεβαιώσει ότι δεν θα ικανοποιούσε το αίτημά του για πρόσβαση στον φάκελο.

Ο καταγγέλλων ευχαρίστησε τον Διαμεσολαβητή για τη συνέχεια που έδωσε στην καταγγελία.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Εικαζόμενη μη παροχή πρόσβασης σε έγγραφα

1.1 Ο καταγγέλλων, Γερμανός δικηγόρος, εκπροσωπεί εταιρεία που ανήκει σε διεθνή όμιλο. Δύο άλλες εταιρείες αυτής της ομάδας είχαν συμμετάσχει σε ένα έργο στο Λεσόθο, το οποίο είχε χρηματοδοτηθεί εν μέρει από την ΕΕ. Το 2000, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων («ΕΤΕπ») διενήργησε έλεγχο σχετικά με τη χρηματοδότηση αυτή, ο οποίος οδήγησε σε έκθεση ελέγχου. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης («OLAF») ενημερώθηκε για τον εν λόγω έλεγχο. Με βάση τα συμπεράσματα της έκθεσης ελέγχου της ΕΤΕπ («έκθεση ελέγχου του 2000»), η έρευνα της OLAF περατώθηκε.

Τον Ιούνιο του 2003, και βάσει νέων πληροφοριών, η OLAF κίνησε νέα έρευνα σχετικά με το θέμα αυτό.

1.2 Με επιστολή της 16ης Σεπτεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα του φακέλου της OLAF σχετικά με το «Σχέδιο Υδάτων των Υψιπέδων του Λεσόθο»(6). Το αίτημα αυτό υποβλήθηκε βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (7) («κανονισμός 1049/2001»).

Στην απάντησή της της 7ης Οκτωβρίου 2004, η OLAF απέρριψε το αίτημα αυτό, επικαλούμενη τρεις εξαιρέσεις στον κανονισμό 1049/2001 στις οποίες βασίστηκε η απόφασή της: (1) την προστασία του σκοπού των επιθεωρήσεων, ερευνών και λογιστικών ελέγχων (άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού), «δεδομένου ότι η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη»· (2) την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού)· και 3) τα εμπορικά συμφέροντα φυσικών ή νομικών προσώπων (άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού). Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του καταγγέλλοντος στην επιστολή του της 16ης Σεπτεμβρίου 2004, η OLAF επιβεβαίωσε επίσης ότι είχε κινήσει νέα έρευνα το 2003.

Στις 2 Νοεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση. Στην απάντησή της της 30ής Νοεμβρίου 2004, η OLAF επιβεβαίωσε τη θέση της, ιδίως όσον αφορά το άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001. Όσον αφορά την έκθεση ελέγχου του 2000, η OLAF τόνισε ότι περιείχε προκαταρκτικά αποτελέσματα, γνώμες και συμπεράσματα σχετικά με την αρχική έρευνα. Η OLAF επισήμανε ότι αυτή η αρχική έκθεση, καθώς και οι νέες πληροφορίες που είχε στη διάθεσή της εν τω μεταξύ, αποτέλεσαν τη βάση για περαιτέρω έρευνες που βρίσκονταν σε εξέλιξη εκείνη την περίοδο. Προσέθεσε ότι τα έγγραφα της δικογραφίας συνίσταντο στα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν συγκεντρωθεί μέχρι σήμερα και ότι τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία αποτέλεσαν αντικείμενο περαιτέρω ανάλυσης. Η OLAF υποστήριξε ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων του φακέλου της θα διατάρασσε την έρευνα που διεξάγεται επί του παρόντος. Κατά την OLAF, δεν ήταν δυνατή ούτε η χορήγηση μερικής πρόσβασης, δεδομένου ότι ο σχετικός διοικητικός φόρτος θα ήταν δυσανάλογος.

1.3 Στην καταγγελία του προς τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, η οποία υποβλήθηκε στις 9 Μαΐου 2005, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η OLAF κακώς δεν επέτρεψε την πρόσβαση στον φάκελό της και, ειδικότερα, στην έκθεση που προέκυψε από τον έλεγχο που διενεργήθηκε το 2000 και ζήτησε να επιτραπεί η πρόσβαση αυτή.

1.4 Στη γνωμοδότησή της, η OLAF ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωστοποιήσει την έκθεση ελέγχου του 2000 ή οποιοδήποτε από τα έγγραφα του φακέλου της έρευνας βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001. Σύμφωνα με την OLAF, η δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων θα ήταν επιζήμια για την εν εξελίξει έρευνα της OLAF, καθώς και για την έρευνα των δικαστικών αρχών του Λεσότο σχετικά με το θέμα αυτό. Η OLAF τόνισε ότι η χορήγηση πρόσβασης στα σχετικά έγγραφα θα αποκαλύψει τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στην κατοχή της η OLAF και τις στρατηγικές έρευνας της.

1.5 Κατόπιν προκαταρκτικής εξέτασης των παρατηρήσεων που υπέβαλαν τα μέρη, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η OLAF δεν είχε απαντήσει επαρκώς στα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, στις 19 Δεκεμβρίου 2005, υπέβαλε πρόταση φιλικής λύσης, σύμφωνα με την οποία η OLAF θα μπορούσε να επανεξετάσει το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στον φάκελό της και, ιδίως, στην έκθεση που προέκυψε από τον έλεγχο που διενεργήθηκε το 2000 (8).

1.6 Με την απάντησή της στην πρόταση αυτή, η OLAF επισήμανε ότι είχε ενημερώσει την ΕΤΕπ ότι η γνωστοποίηση της εκθέσεως ελέγχου του 2000 δεν θα έθιγε την έρευνά της. Ωστόσο, η ΕΤΕπ είχε ενημερώσει την OLAF ότι η δημοσιοποίηση της έκθεσης ελέγχου θα ήταν επιζήμια για τα εμπορικά συμφέροντα και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στην έκθεση. Η OLAF πρόσθεσε ότι η ΕΤΕπ είχε επισημάνει ότι μόνο μια μερική γνωστοποίηση που περιοριζόταν στη σύνοψη και στα συμπεράσματα της έκθεσης δεν θα έθιγε τα συμφέροντα αυτά. Ως εκ τούτου, μαζί με την απάντησή της στον Διαμεσολαβητή, η OLAF επισύναψε αντίγραφο των εν λόγω τμημάτων της έκθεσης, με αφαίρεση των ονομάτων των προσώπων και των εταιρειών. Η OLAF επισήμανε ότι η ΕΤΕπ είχε ενημερώσει την OLAF ότι θα γνωστοποιούσε στον καταγγέλλοντα ιδιωτικά, και όχι στο πλαίσιο των κανόνων για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, το τμήμα της έκθεσης που αφορούσε την ομάδα.

1.7 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι ήταν ικανοποιημένος όσον αφορά το ζήτημα της πρόσβασης στην έκθεση ελέγχου του 2000. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι η OLAF αγνόησε τη γνώμη του Διαμεσολαβητή ότι δεν είχε εξετάσει τη δυνατότητα χορήγησης μερικής πρόσβασης στον φάκελο που σχετίζεται με την τρέχουσα έρευνα.

1.8 Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι απαιτούνται περαιτέρω έρευνες και απηύθυνε δύο αιτήματα για περαιτέρω πληροφορίες στην OLAF.

1.9 Στην απάντησή της στο δεύτερο από τα αιτήματα αυτά, η OLAF επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι, με επιστολή της 3ης Οκτωβρίου 2006, είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα ότι η έρευνά της είχε περατωθεί χωρίς να δοθεί συνέχεια, αφού πληροφορήθηκε ότι οι αρχές του Λεσότο δεν είχαν πλέον την πρόθεση να κινήσουν διαδικασία κατά του ομίλου.

1.10 Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την εν λόγω απάντηση, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι δεν επιθυμούσε να διατυπώσει παρατηρήσεις στην παρούσα υπόθεση. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, δεδομένου ότι η OLAF είχε πλέον περατώσει την έρευνά της χωρίς να δώσει συνέχεια, θα έστελνε επιστολή στην OLAF για να επιβεβαιώσει ότι δεν θα ικανοποιούσε το αίτημά του για πρόσβαση στον φάκελο. Ευχαριστεί τον Διαμεσολαβητή για την υποστήριξή του επί του θέματος.

1.11 Ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει υπό σημείωση το γεγονός ότι ο καταγγέλλων δεν επιθυμεί να δώσει συνέχεια στο αίτημά του για πρόσβαση στον φάκελο της OLAF. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν συντρέχουν λόγοι συνέχισης της έρευνάς του σχετικά με την παρούσα καταγγελία.

2 Συμπέρασμα

Υπό το πρίσμα των αποτελεσμάτων της εξέτασής του, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες στην παρούσα υπόθεση. Ως εκ τούτου, περατώνει την υπόθεση. Ο Γενικός Διευθυντής της OLAF θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Ο καταγγέλλων ζήτησε επίσης από την ΕΤΕπ πρόσβαση στην έκθεση ελέγχου. Η εξέταση της εν λόγω αίτησης οδήγησε σε καταγγελία κατά της ΕΤΕπ (καταγγελία 1776/2005/GG - εμπιστευτική).

(2) ΕΕ L 145, σ. 43.

(3) Ο καταγγέλλων επισύναψε αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου.

(4) ΕΕ 1999, L 136, σ. 1.

(5) Στο σχέδιο σύστασής του στην υπόθεση 1126/2004/GG (εμπιστευτικό) της 28ης Φεβρουαρίου 2005 (στο σημείο 3.15). Η μη εμπιστευτική εκδοχή της είναι διαθέσιμη στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).

(6) Ο καταγγέλλων ζήτησε επίσης από την ΕΤΕπ πρόσβαση στην έκθεση ελέγχου. Η εξέταση της εν λόγω αίτησης οδήγησε σε καταγγελία κατά της ΕΤΕπ (καταγγελία 1776/2005/GG - εμπιστευτική).

(7) ΕΕ L 145, σ. 43.

(8) Παρόμοια πρόταση φιλικής λύσης υποβλήθηκε και στις 19 Δεκεμβρίου 2005, στο πλαίσιο της έρευνας σχετικά με την καταγγελία κατά της ΕΤΕπ (καταγγελία 1776/2005/GG - εμπιστευτική).

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!