FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1440/2005/(IP)MHZ κατά της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας


Στρασβούργο, 20 Μαρτίου 2006

Αξιότιμε κ. B.,

Στις 2 Απριλίου 2005, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας («ΕΚΤ») σχετικά με τη διαδικασία επιλογής νομικού συμβούλου (αριθ. αναφ.: ECB/203/04/MLTSUN) που δημοσιεύθηκε από την ΕΚΤ. Αναφέρατε στην καταγγελία σας ότι δεν είχατε λάβει απάντηση από την ΕΚΤ σε ηλεκτρονικό μήνυμα που είχατε αποστείλει σχετικά με το θέμα.

Στις 24 Μαΐου 2005, οι υπηρεσίες μου επικοινώνησαν μαζί σας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προκειμένου να ελέγξουν αν στο μεταξύ είχατε λάβει απάντηση από την ΕΚΤ.

Στις 25 Μαΐου 2005, με ενημερώσατε ότι είχατε πράγματι λάβει απάντηση από την Υπηρεσία Προσλήψεων και Ανάπτυξης Προσωπικού της ΕΚΤ και μου αποστείλατε αντίγραφο της εν λόγω απάντησης.

Στις 30 Μαΐου 2005, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της ΕΚΤ.

Στις 24 Αυγούστου 2005, η ΕΚΤ απέστειλε γνώμη, την οποία σας διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις.

Στις 30 Σεπτεμβρίου 2005, έλαβα τις παρατηρήσεις σας.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά είναι, συνοπτικά, τα ακόλουθα:

Τον Δεκέμβριο του 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση για τη θέση του νομικού συμβούλου (αριθ. αναφ.: ΕΚΤ/203/04/MLTSUN). Η προκήρυξη κενής θέσης δημοσιεύθηκε από την ΕΚΤ στις εφημερίδες της Μάλτας.

Στις 7 Μαρτίου 2005, ο καταγγέλλων έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα από την ΕΚΤ (Τμήμα Προσλήψεων και Ανάπτυξης Προσωπικού της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού), με το οποίο ενημερώθηκε για τα ακόλουθα: «Η επιτροπή επιλογής εξέτασε σοβαρά την αίτησή σας με βάση την πείρα και το ιστορικό σας. Ωστόσο (...) δεν τα καταφέρατε με την ευκαιρία αυτή.»

Ο καταγγέλλων εξέφρασε την έκπληξή του για το γεγονός ότι δεν είχε λάβει καμία άλλη επίσημη κοινοποίηση μέσω συμβατικού ταχυδρομείου. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, εξέφρασε την άποψη ότι η εν λόγω επίσημη επικοινωνία μέσω συμβατικού ταχυδρομείου θα έπρεπε να αποτελεί πρακτική των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. Επίσης, έλεγξε εκ νέου τα προσόντα που απαιτούνται για την προκηρυχθείσα θέση και θεώρησε ότι διέθετε περισσότερα από τα απαιτούμενα προσόντα για την εν λόγω θέση (ή τουλάχιστον για να κληθεί σε συνέντευξη), δεδομένου ότι προτιμήθηκαν οι υποψήφιοι που διέθεταν τα προσόντα τους στο δίκαιο της Μάλτας. Στις 12 Μαρτίου 2005 απευθύνθηκε στην ΕΚΤ με ηλεκτρονικό μήνυμα ζητώντας περαιτέρω εξηγήσεις σχετικά με την απόφαση να μην περιληφθεί η αίτησή του στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων.

Στις 14 Μαρτίου 2005, το ηλεκτρονικό του μήνυμα του επεστράφη ως μη παραδοτέο. Ως εκ τούτου, απέστειλε εκ νέου το ηλεκτρονικό του μήνυμα σε όλες τις διευθύνσεις που διαφημίζονται στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ και έλαβε επιβεβαίωση ότι το μήνυμά του είχε παραληφθεί.

Δεδομένου ότι δεν έλαβε απάντηση εντός των επόμενων δύο εβδομάδων, απέστειλε υπενθύμιση στις 2 Απριλίου 2005 και, ταυτόχρονα, υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.

Στις 5 Απριλίου 2005, ο καταγγέλλων έλαβε απάντηση από την Υπηρεσία Προσλήψεων και Ανάπτυξης Προσωπικού της ΕΚΤ, υπογεγραμμένη από τον Ανώτερο Εμπειρογνώμονα Ανθρώπινου Δυναμικού που είναι αρμόδιος για τις προσλήψεις στη Γενική Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών. Στην εν λόγω απάντηση, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι, αν και ήταν κατανοητό ότι θα ήθελε να λάβει λεπτομερέστερες εξηγήσεις σχετικά με τους λόγους για τους οποίους δεν είχε κληθεί σε συνέντευξη, δεν ήταν πρακτική της ΕΚΤ να παρέχει τέτοιες εξηγήσεις σε κάθε υποψήφιο. Η ΕΚΤ δήλωσε ότι η επιτροπή επιλογής εξέτασε λεπτομερώς όλες τις υποψηφιότητες για την εν λόγω θέση και έπρεπε να λάβει απόφαση με βάση το κατά πόσον οι υποψήφιοι πληρούν τα απαιτούμενα προσόντα, αλλά και λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό στον οποίο πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις και, φυσικά, συγκρίνοντας όλες τις εκδηλώσεις ενδιαφέροντος. Η ΕΚΤ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: «αποφασίστηκε ότι άλλοι υποψήφιοι πληρούσαν σε μεγαλύτερο βαθμό τις απαιτήσεις για τη θέση και τη θέση και, υπό το πρίσμα αυτό, δεν κληθήκατε σε συνέντευξη».

Ο καταγγέλλων δεν ήταν ικανοποιημένος με την απάντηση αυτή και, στις 25 Μαΐου 2005, ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή σχετικά με την απάντηση και επιβεβαίωσε τους αρχικούς ισχυρισμούς και ισχυρισμούς του, όπως υποβλήθηκαν στις 2 Απριλίου 2005.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι:

i) η διαδικασία επιλογής δεν ήταν διαφανής·

ii) η αίτησή του δεν εξετάστηκε δεόντως·

iii) οι πληροφορίες που του παρέσχε η ΕΚΤ όσον αφορά την απόφαση περί μη αποδοχής της υποψηφιότητάς του δεν ήταν ικανοποιητικές· και

iv) η ΕΚΤ παρέλειψε να επικοινωνήσει δεόντως με τους αιτούντες μόνο ηλεκτρονικά.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΕΚΤ θα πρέπει α) να διευκρινίσει τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να μην δεχθεί την υποψηφιότητά του και β) να του εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους δεν υπήρχε τρόπος άμεσης επικοινωνίας με το πρόσωπο που εξέδωσε την άρνηση.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της ΕΚΤ

Συνοπτικά, η γνώμη της ΕΚΤ είχε ως εξής:

Η ΕΚΤ επισήμανε ότι, δεδομένου του μεγάλου αριθμού των υποψηφιοτήτων που έλαβε, είχε δημιουργήσει ένα σύστημα ηλεκτρονικών προσλήψεων που επέτρεπε στους υποψηφίους να βλέπουν τις προκηρύξεις κενών θέσεων και να υποβάλλουν ηλεκτρονικά αιτήσεις. Οι κανόνες προσλήψεών της καθορίστηκαν στη διοικητική εγκύκλιο 05/2004 της ΕΚΤ, της 18ης Μαΐου 2004, με τίτλο "Κανόνες πρόσληψης", η οποία δημοσιεύθηκε στο σύνολό της στο δικτυακό της τόπο. Επιπλέον, η σύνοψη των κανόνων σχετικά με τη διαδικασία πρόσληψης και επιλογής δημοσιεύθηκε στον σχετικό δικτυακό τόπο της ΕΚΤ. Ο εν λόγω δικτυακός τόπος περιείχε επίσης ρητή πρόσκληση προς τους υποψηφίους να συμβουλευθούν τη διοικητική εγκύκλιο 05/2004 της ΕΚΤ, της 18ης Μαΐου 2004, με τίτλο «Κανόνες πρόσληψης», χρησιμοποιώντας τον συγκεκριμένο σύνδεσμο.

Η εν λόγω προκήρυξη κενής θέσης δημοσιεύθηκε στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ, καθώς και στις εφημερίδες της Μάλτας. Ο καταγγέλλων υπέβαλε την αίτησή του χρησιμοποιώντας το σύστημα ηλεκτρονικών προσλήψεων της ΕΚΤ μέσω του δικτυακού τόπου της ΕΚΤ, όπως περιγράφεται ανωτέρω. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο καταγγέλλων ήταν σε θέση να εξοικειωθεί πλήρως με τους κανόνες της διαδικασίας πρόσληψης και επιλογής της ΕΚΤ.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η ΕΚΤ έκρινε ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος περί έλλειψης διαφάνειας στη διαδικασία επιλογής ήταν αβάσιμος.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η αίτηση του καταγγέλλοντος δεν εξετάστηκε δεόντως, η ΕΚΤ δήλωσε ότι η επιτροπή επιλογής εξέτασε 24 αιτήσεις που παρελήφθησαν έως την καταληκτική ημερομηνία εγγραφής. Μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, ο πρόεδρος της επιτροπής συνέταξε το υπόμνημα προσλήψεων. Το σημείωμα αυτό περιείχε τις διαπιστώσεις της επιτροπής επιλογής και, επιπλέον, αξιολογούσε κάθε προσφεύγοντα χωριστά, σύμφωνα με τα κριτήρια που προέβλεπε η ανακοίνωση κενής θέσεως.

Η προκήρυξη κενής θέσης ανέφερε ρητά ότι ο επιτυχών υποψήφιος θα ανατεθεί στο Τμήμα Χρηματοοικονομικού Δικαίου της ΕΚΤ και θα πρέπει να είναι έτοιμος να ενεργήσει ως «εισηγητής χώρας» για τη χρηματοπιστωτική και τραπεζική νομοθεσία της Μάλτας. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΚΤ εξήγησε στη γνωμοδότησή της τα καθήκοντα του «εισηγητή χώρας», τα οποία περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων: i) παρακολούθηση και υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις εθνικές νομικές εξελίξεις στον χώρο της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης· ii) παροχή συγκριτικής ανάλυσης όσον αφορά τους νομικούς φακέλους· iii) την κατάρτιση των γνωμών της ΕΚΤ σχετικά με σχέδια εθνικής χρηματοπιστωτικής και τραπεζικής νομοθεσίας και εκθέσεων σχετικά με τις επιπτώσεις των εν λόγω γνωμών· iv) είναι υπεύθυνος για τις διαδικασίες επαλήθευσης και συμμόρφωσης, ώστε να διασφαλίζεται η ομοιογενής και ορθή εφαρμογή των νομικών πράξεων της ΕΚΤ· και v) ενεργεί ως διεπαφή της Γενικής Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών με την Εθνική Κεντρική Τράπεζα της Μάλτας και άλλους σχετικούς εθνικούς φορείς στον τομέα αρμοδιότητας της ΕΚΤ.

Η προκήρυξη κενής θέσης καθόριζε τα ακόλουθα βασικά κριτήρια για την εν λόγω θέση: i) πτυχίο νομικής υψηλού επιπέδου/επαγγελματικό νομικό προσόν, κατά προτίμηση σε σχέση με το δίκαιο της Μάλτας· ii) ένα μεταπτυχιακό δίπλωμα, καθώς και ένα αρχείο έρευνας και δημοσιεύσεων θα αποτελούσαν πλεονέκτημα· iii) άριστη γνώση του χρηματοοικονομικού δικαίου και καλή λειτουργική γνώση του κοινοτικού δικαίου· iv) η επαγγελματική πείρα στο χρηματοοικονομικό ή το κοινοτικό δίκαιο θα αποτελούσε πλεονέκτημα.

Κατά την άποψη της ΕΚΤ, δεδομένου ότι ο επιλεγείς υποψήφιος θα ενεργούσε ως «εισηγητής χώρας» για τη χρηματοπιστωτική και τραπεζική νομοθεσία της Μάλτας, η ανωτέρω απαίτηση σχετικά με την άριστη γνώση του χρηματοπιστωτικού δικαίου ήταν σαφώς απαραίτητη προϋπόθεση. Ωστόσο, η επιτροπή επιλογής δεν βρήκε επαρκή στοιχεία στο βιογραφικό σημείωμα του καταγγέλλοντος που να υποδεικνύουν άριστη γνώση στον τομέα του χρηματοοικονομικού δικαίου. Η επιτροπή διαπίστωσε ότι ο καταγγέλλων ανέφερε στην αίτησή του ότι το τρέχον έργο του συνίστατο κυρίως στο αστικό και εμπορικό δίκαιο και δεν ανέφερε καθόλου την εμπειρογνωμοσύνη του στο χρηματοοικονομικό δίκαιο. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ανέφερε ως συγκεκριμένα συμφέροντά του: δίκαιο μεταφορών, δίκαιο διαδικτύου, δίκαιο διανοητικής ιδιοκτησίας, διεθνές ναυτικό δίκαιο, δίκαιο ανταγωνισμού, δημόσιο διεθνές δίκαιο και περιβαλλοντικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, δεδομένου του ιστορικού του καταγγέλλοντος, η απόφαση της επιτροπής να μην τον προεπιλέξει ήταν σύμφωνη με τα κριτήρια της ανακοίνωσης για την πλήρωση κενής θέσης και ήταν δικαιολογημένη.

Όσον αφορά την ανακοίνωση της ΕΚΤ σχετικά με την απόφασή της να μην καταρτίσει κατάλογο επικρατέστερων υποψηφίων για την αίτηση του καταγγέλλοντος, η ΕΚΤ δήλωσε ότι, στο ηλεκτρονικό της μήνυμα της 7ης Μαρτίου 2005, ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, «βάσει της πείρας και του ιστορικού του, δεν είχε επιλεγεί για τη θέση του νομικού συμβούλου».

Η ΕΚΤ παραδέχθηκε ότι η απάντηση του καταγγέλλοντος στο ανωτέρω ηλεκτρονικό μήνυμα του είχε επιστραφεί ως μη παραδοτέα και, ως εκ τούτου, έπρεπε να την αποστείλει εκ νέου στο Γραφείο Τύπου της ΕΚΤ και στον διαχειριστή του δικτυακού τόπου της ΕΚΤ. Η ΕΚΤ ζήτησε συγγνώμη για την ενόχληση που προκάλεσε εν προκειμένω.

Η ΕΚΤ σημείωσε, ωστόσο, ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος παραπέμφθηκε τελικά στη Διεύθυνση Προσλήψεων και Ανάπτυξης Προσωπικού της ΕΚΤ, η οποία του απάντησε στις 5 Απριλίου 2005. Στην εν λόγω απάντηση, το τμήμα προσλήψεων και ανάπτυξης προσωπικού ανέφερε i) ότι πραγματοποιήθηκε λεπτομερής εξέταση όλων των εισερχόμενων αιτήσεων· ii) ότι ελήφθη απόφαση με βάση την πλήρωση των απαιτούμενων προσόντων από τους υποψηφίους· και iii) ότι οι άλλοι υποψήφιοι πληρούσαν, σε μεγαλύτερο βαθμό, τις απαιτήσεις για τη θέση. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ έκρινε ότι το αρχικό ηλεκτρονικό της μήνυμα της 7ης Μαρτίου και το περαιτέρω ηλεκτρονικό της μήνυμα της 5ης Απριλίου 2005 υποδείκνυαν σαφώς ότι η πείρα και το ιστορικό του καταγγέλλοντος δεν επαρκούσαν για την εγγραφή του στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων. Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα καθήκοντα του νομικού συμβούλου θα περιλαμβάνουν τα καθήκοντα του «εισηγητή χώρας» για τη χρηματοπιστωτική και τραπεζική νομοθεσία της Μάλτας, η απόφαση να μην περιληφθεί ο καταγγέλλων στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων «θα μπορούσε να αφορά μόνο» την έλλειψη γνώσεων και πείρας του στο χρηματοπιστωτικό δίκαιο.

Όσον αφορά τη μέθοδο ηλεκτρονικής επικοινωνίας που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία με τους αιτούντες, η ΕΚΤ επισήμανε ότι το άρθρο 6 παράγραφος 3 της προαναφερθείσας διοικητικής εγκυκλίου της όριζε ότι οι αιτούντες έπρεπε να ενημερώνονται γραπτώς για την έκβαση της αίτησής τους. Ωστόσο, κατά την άποψη της ΕΚΤ, δεν υπήρχε συγκεκριμένη υποχρέωση της ΕΚΤ να προσφεύγει σε συμβατικές θέσεις, εφόσον το αποτέλεσμα της διαδικασίας επιλογής είχε υποβληθεί γραπτώς. Επιπλέον, το σύστημα προσλήψεων της ΕΚΤ ήταν μια ηλεκτρονική πλατφόρμα, η οποία χρησιμοποιούσε σύγχρονα τεχνολογικά χαρακτηριστικά, όπως το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, και με τον τρόπο αυτό διευκόλυνε την επεξεργασία των αιτήσεων που λάμβανε η ΕΚΤ. Επιπλέον, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι σήμερα η χρήση του διαδικτύου και του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου είναι ευρέως διαδεδομένη και κοινώς αποδεκτή από τους πολίτες και τις οργανώσεις της ΕΕ. Η ΕΚΤ επισήμανε επίσης ότι ένα από τα πλεονεκτήματα του ηλεκτρονικού συστήματος ήταν ότι οι αιτούντες ενημερώθηκαν ταχέως σχετικά με την έκβαση της αίτησής τους. Με την επιφύλαξη των ανωτέρω, όταν ο αιτών δεν ήταν σε θέση να υποβάλει αίτηση ηλεκτρονικά, η αίτηση μπορούσε επίσης να αποσταλεί με συμβατικό ταχυδρομείο και, στη συνέχεια, η περαιτέρω επικοινωνία θα γινόταν με συμβατικό ταχυδρομείο, εάν δεν αναγραφόταν διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Στην περίπτωση του καταγγέλλοντος, υπέβαλε ηλεκτρονική αίτηση και συμπλήρωσε δεόντως το τμήμα του εντύπου αίτησης ζητώντας στοιχεία επικοινωνίας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Επιπλέον, το βιογραφικό του ανέφερε δύο φορές τα στοιχεία επικοινωνίας του μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Η ΕΚΤ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: i) διεξήγαγε τη διαδικασία επιλογής σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, οι οποίοι παρατίθενται λεπτομερώς στον ίδιο ιστότοπο που χρησιμοποίησε ο καταγγέλλων για την υποβολή της αίτησής του· (ii) η απόφαση της Επιτροπής Επιλογής να μην δεχθεί τον καταγγέλλοντα αιτιολογήθηκε με το σκεπτικό ότι δεν διέθετε τα απαιτούμενα προσόντα, όπως αναφέρονται στην προκήρυξη κενής θέσης, για τη θέση του Νομικού Συμβούλου στο Δημοσιονομικό Δίκαιο, στον οποίο ανατέθηκε το καθήκον του «εισηγητή χώρας»· iii) τα δύο ηλεκτρονικά μηνύματα που εστάλησαν στον καταγγέλλοντα στις 7 Μαρτίου και στις 5 Απριλίου 2005 ανέφεραν σαφώς τους λόγους για την απόφαση να μην περιληφθεί στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων αναφέροντας τους λόγους που αναφέρονται στο σημείο ii) ανωτέρω· και iv) η επικοινωνία με τους υποψηφίους μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ήταν σύμφωνη με τους σχετικούς κανόνες της διαδικασίας της ΕΚΤ και «φαίνεται ότι έγινε σιωπηρώς αποδεκτή από τον υποψήφιο».

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, αν και φαίνεται ότι τηρήθηκαν οι διαδικασίες επιλογής και πρόσληψης της ΕΚΤ, αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι οι διαδικασίες αυτές ήταν δίκαιες και δίκαιες ή διαφανείς.

Κατά την άποψη των καταγγελλόντων, πληρούσε τα κριτήρια που καθορίζονταν στην προκήρυξη της κενής θέσης και υπέβαλε τα έγγραφα που το επιβεβαίωναν κατά την υποβολή της αίτησής του για την πλήρωση της θέσης. Επισημαίνει ότι i) είναι ειδικευμένος δικηγόρος και, για περισσότερα από πέντε έτη, ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου στη Μάλτα· ii) ήταν κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών ευρωπαϊκού και συγκριτικού δικαίου· iii) είχε ερευνητικό ιστορικό, δεδομένου ότι ήταν επίσης διδάκτωρ φιλοσοφίας· και iv) επί πέντε συναπτά έτη, εργάστηκε σε κορυφαία διεθνή ελεγκτική και λογιστική εταιρεία και σε τοπική εμπορική τράπεζα.

Ο καταγγέλλων θεώρησε επίσης ότι η ΕΚΤ, στο σκεπτικό της σχετικά με τους λόγους για τους οποίους δεν περιελήφθη στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων, επικεντρώθηκε σε δευτερεύουσες λεπτομέρειες οι οποίες, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, αφαιρέθηκαν βολικά από το βιογραφικό του σημείωμα και όχι στα πραγματικά επαγγελματικά του προσόντα.

Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι η ΕΚΤ, στο ηλεκτρονικό μήνυμά της της 7ης Μαρτίου 2005, δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους η αίτησή του δεν περιλήφθηκε στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων και ότι η δήλωση της ΕΚΤ, στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, ότι δεν ήταν επιτυχής δεν μπορούσε από μόνη της να θεωρηθεί ικανοποιητική.

Όσον αφορά το ηλεκτρονικό μήνυμα της ΕΚΤ της 5ης Απριλίου 2005, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η ΕΚΤ θα έπρεπε να είχε αναπτύξει τη δήλωσή της ότι άλλοι υποψήφιοι πληρούσαν σε μεγαλύτερο βαθμό τις απαιτήσεις για τη θέση. Επιπλέον, δήλωσε ότι, δεδομένου ότι οι περισσότεροι υποψήφιοι είναι πιθανώς Μαλτέζοι δικηγόροι, είναι δίκαιο και δίκαιο να γνωρίζουμε με ποιους τρόπους και με ποια προσόντα άλλοι υποψήφιοι πληρούν σε μεγαλύτερο βαθμό τις σχετικές απαιτήσεις.

Όσον αφορά τα σχόλια της ΕΚΤ σχετικά με την ηλεκτρονική επικοινωνία της με τους υποψηφίους, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν ήταν σωστό να καταφύγει σε τέτοιες συσκευές προκειμένου να μειώσει, να ελαχιστοποιήσει και ενδεχομένως να αποθαρρύνει οποιαδήποτε μελλοντική επικοινωνία με την ΕΚΤ. Ο καταγγέλλων δυσκολεύτηκε να κατανοήσει γιατί έπρεπε να ανατρέξει σε όλες τις διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ προκειμένου να λάβει απάντηση.

Επιπλέον, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, αφενός, η ΕΚΤ δήλωσε ότι η επικοινωνία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου καθιστά δυνατή την ταχεία ενημέρωση των αιτούντων, αλλά, αφετέρου, η ΕΚΤ χρειάστηκε σχεδόν ένα μήνα για να απαντήσει στα ηλεκτρονικά του μηνύματα.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Η διαδικασία επιλογής

1.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι i) η διαδικασία επιλογής δεν ήταν διαφανής· ii) η αίτησή του δεν εξετάστηκε δεόντως· και iii) οι πληροφορίες που του παρέσχε η ΕΚΤ όσον αφορά την απόφαση περί μη αποδοχής της υποψηφιότητάς του δεν ήταν ικανοποιητικές.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε (αίτημα [α]) ότι η ΕΚΤ έπρεπε να διευκρινίσει τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να μην δεχθεί την υποψηφιότητά του.

1.2 Στη γνώμη της, η ΕΚΤ ανέφερε, συνοπτικά, ότι οι προσφεύγοντες ήταν σε θέση να λάβουν γνώση των κανόνων προσλήψεως και της διαδικασίας επιλογής της ΕΚΤ, δεδομένου ότι οι κανόνες αυτοί είχαν δημοσιευθεί στον δικτυακό της τόπο. Η επιτροπή επιλογής εξέτασε 24 αιτήσεις που παρελήφθησαν έως την καταληκτική ημερομηνία εγγραφής. Στη συνέχεια, ο πρόεδρος της επιτροπής συνέταξε το σημείωμα προσλήψεων, το οποίο περιείχε τα πορίσματα της επιτροπής επιλογής, καθώς και την αξιολόγηση κάθε υποψηφίου, σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται στην ανακοίνωση κενής θέσης.

Συνοπτικά, η ΕΚΤ ανέφερε επίσης ότι το αρχικό της μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 7ης Μαρτίου και το συμπληρωματικό της μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 5ης Απριλίου 2005 υποδήλωναν σαφώς ότι η πείρα και το ιστορικό του καταγγέλλοντος δεν επαρκούσαν για την εγγραφή του στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων. Δεδομένου ότι ο επιλεγείς υποψήφιος θα ενεργεί ως «εισηγητής χώρας» για τη χρηματοπιστωτική και τραπεζική νομοθεσία της Μάλτας, η απαίτηση σχετικά με την άριστη γνώση του χρηματοπιστωτικού δικαίου ήταν απαραίτητη προϋπόθεση. Ωστόσο, η επιτροπή επιλογής δεν βρήκε επαρκή στοιχεία στο βιογραφικό σημείωμα του καταγγέλλοντος που να υποδεικνύουν άριστη γνώση στον τομέα του χρηματοοικονομικού δικαίου.

1.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος (i) περί έλλειψης διαφάνειας και ο ισχυρισμός του (iii) περί έλλειψης πληροφοριών αφορούν, κατ’ ουσίαν, το σκεπτικό της ΕΚΤ για τη μη συμπερίληψη του καταγγέλλοντος στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων.

1.4 Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει καταρχάς ότι, στη γνώμη της σχετικά με την παρούσα καταγγελία, η ΕΚΤ εξήγησε ότι η επιτροπή επιλογής δεν βρήκε επαρκή στοιχεία στο βιογραφικό σημείωμα του καταγγέλλοντος για να καταδείξει άριστη γνώση στον τομέα του χρηματοοικονομικού δικαίου και ότι η απαίτηση της προκήρυξης του διαγωνισμού σχετικά με την άριστη γνώση του χρηματοοικονομικού δικαίου αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση.

1.5 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι η ΕΚΤ υποστηρίζει, παραπέμποντας στα ηλεκτρονικά της μηνύματα της 7ης Μαρτίου και της 5ης Απριλίου, ότι, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα καθήκοντα του νομικού συμβούλου θα περιλαμβάνουν τα καθήκοντα του «εισηγητή χώρας» για τη χρηματοπιστωτική και τραπεζική νομοθεσία της Μάλτας, η απόφαση να μην περιληφθεί ο καταγγέλλων στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων «θα μπορούσε να αφορά μόνο» την έλλειψη γνώσεων και πείρας του στο χρηματοπιστωτικό δίκαιο. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι τα δύο μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, είτε εξετάζονται χωριστά είτε από κοινού, δεν περιέχουν στην πραγματικότητα τις πληροφορίες, ρητά ή εμμέσως, ότι η επιτροπή επιλογής δεν βρήκε επαρκή στοιχεία στο βιογραφικό σημείωμα του καταγγέλλοντος για να υποδείξει άριστη γνώση στον τομέα του δημοσιονομικού δικαίου και ότι η απαίτηση της προκήρυξης του διαγωνισμού σχετικά με την άριστη γνώση του δημοσιονομικού δικαίου ήταν απαραίτητη προϋπόθεση.

1.6 Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι οι πρόσθετες πληροφορίες που παρείχε η ΕΚΤ στη γνώμη της σχετικά με την παρούσα καταγγελία είναι επαρκείς ώστε ο καταγγέλλων να είναι σε θέση να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους η επιτροπή επιλογής δεν περιέλαβε τον καταγγέλλοντα στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων και ότι, ως εκ τούτου, η ΕΚΤ έλαβε τα κατάλληλα μέτρα ως απάντηση στους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος (i) και (iii) και στον ισχυρισμό του (α). Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαίο να διερευνηθούν περαιτέρω οι ισχυρισμοί και οι ισχυρισμοί.

1.7 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί επίσης ότι θα ήταν προς το συμφέρον των καλών σχέσεων με τους πολίτες, καθώς και σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοικητικής συμπεριφοράς, να ενημερώνει η ΕΚΤ, στο μέλλον, κάθε υποψήφιο που αποκλείεται από διαδικασία πρόσληψης επειδή δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται σε προκήρυξη κενής θέσης σχετικά με το ποια ακριβώς προϋπόθεση ή προϋποθέσεις δεν πληροί ο υποψήφιος. Περαιτέρω σχετική παρατήρηση θα γίνει κατωτέρω.

1.8 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστηρίζει ότι η ΕΚΤ θα έπρεπε να είχε αναπτύξει τη δήλωσή της ότι άλλοι υποψήφιοι πληρούσαν σε μεγαλύτερο βαθμό τις απαιτήσεις για τη θέση. Δήλωσε ότι, δεδομένου ότι οι περισσότεροι υποψήφιοι είναι πιθανώς Μαλτέζοι δικηγόροι, είναι δίκαιο και δίκαιο να γνωρίζουμε με ποιους τρόπους και με ποια προσόντα, άλλοι υποψήφιοι πληρούν σε μεγαλύτερο βαθμό τις σχετικές απαιτήσεις. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι οι πληροφορίες που θα μπορούσε να δώσει η ΕΚΤ σε έναν υποψήφιο σχετικά με άλλους υποψηφίους περιορίζονται κατ’ ανάγκη από το δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής ζωής των άλλων υποψηφίων. Επιπλέον, δεδομένου ότι η ΕΚΤ διευκρίνισε ότι η επιτροπή επιλογής δεν βρήκε επαρκή στοιχεία στο βιογραφικό σημείωμα του καταγγέλλοντος για να καταδείξει άριστη γνώση στον τομέα του χρηματοοικονομικού δικαίου, δεν φαίνεται να τίθεται ζήτημα συγκριτικής αξιολόγησης των προσόντων των υποψηφίων. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαίο να κληθεί η ΕΚΤ να σχολιάσει τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος επί του σημείου αυτού.

1.9 Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος (ii) ότι η αίτησή του δεν εξετάστηκε δεόντως, από την έρευνα του Διαμεσολαβητή δεν προέκυψαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η επιτροπή επιλογής δεν εξέτασε την αίτηση. Αντιθέτως, από τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι η επιτροπή επιλογής εξέτασε πράγματι την υποψηφιότητα και την αξιολόγησε με βάση τα κριτήρια που καθορίζονται στην προκήρυξη κενής θέσης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό.

1.10 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, κατά την άποψή του, πληρούσε τα κριτήρια που καθορίζονται στην προκήρυξη της κενής θέσης και είχε υποβάλει τα έγγραφα που το επιβεβαίωναν κατά την υποβολή της αίτησής του για την πλήρωση της κενής θέσης. Επισημαίνει ότι i) είναι ειδικευμένος δικηγόρος και, για περισσότερα από πέντε έτη, ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου στη Μάλτα· ii) ήταν κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών ευρωπαϊκού και συγκριτικού δικαίου· iii) είχε ερευνητικό ιστορικό, δεδομένου ότι ήταν επίσης διδάκτωρ φιλοσοφίας· και iv) επί πέντε συναπτά έτη, εργάστηκε σε κορυφαία διεθνή ελεγκτική και λογιστική εταιρεία και σε τοπική εμπορική τράπεζα.

Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει τις απόψεις του καταγγέλλοντος, αλλά δεν τις αντιλαμβάνεται ως νέο ισχυρισμό ότι η επιτροπή επιλογής υπέπεσε σε σφάλμα εκτίμησης. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να επισημάνει σχετικά ότι η νομολογία (1) των κοινοτικών δικαστηρίων παρέχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κατά την αξιολόγηση των προσόντων των υποψηφίων και, ως εκ τούτου, κατά την κρίση του κατά πόσον τα προσόντα αυτά επαρκούν για να γίνουν δεκτά.

2 Μέσα επικοινωνίας

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε (iv) ότι η ΕΚΤ παρέλειψε να επικοινωνήσει δεόντως με τους αιτούντες μόνο ηλεκτρονικά.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης β) ότι η ΕΚΤ θα πρέπει να του εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους δεν υπήρχε τρόπος άμεσης επικοινωνίας με το πρόσωπο που εξέδωσε την άρνηση.

2.2 Η ΕΚΤ δήλωσε ότι, προκειμένου να είναι σε θέση να αντεπεξέλθει στον μεγάλο όγκο των αιτήσεων που έλαβε, δημιούργησε ένα σύστημα ηλεκτρονικών προσλήψεων που επέτρεπε στους υποψηφίους να βλέπουν τις προκηρύξεις κενών θέσεων και να υποβάλλουν ηλεκτρονικά αιτήσεις. Κατά συνέπεια, η επικοινωνία με τους υποψηφίους πραγματοποιήθηκε επίσης μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Η ΕΚΤ επισήμανε επίσης, συνοπτικώς, ότι οι κανόνες της σχετικά με τη διαδικασία προσλήψεως και επιλογής δεν προβλέπουν ειδική υποχρέωση της ΕΚΤ να προσφεύγει σε συμβατικές θέσεις. Το σύστημα προσλήψεων της ΕΚΤ ήταν μια ηλεκτρονική πλατφόρμα, η οποία έκανε χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας, όπως το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, η οποία διευκολύνει την επεξεργασία των αιτήσεων και επιτρέπει την ταχεία ενημέρωση των αιτούντων σχετικά με το αποτέλεσμα της αίτησής τους. Σήμερα, η χρήση του διαδικτύου και του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου είναι ευρέως διαδεδομένη και κοινώς αποδεκτή από τους πολίτες και τις οργανώσεις της ΕΕ. Όταν ο αιτών δεν ήταν σε θέση να υποβάλει αίτηση ηλεκτρονικά, η αίτηση μπορούσε επίσης να αποσταλεί συμβατικώς και, στη συνέχεια, η περαιτέρω επικοινωνία θα γινόταν συμβατικώς, εάν δεν αναγραφόταν διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Όσον αφορά τη δυσκολία επικοινωνίας με την ΕΚΤ, η ΕΚΤ ζήτησε συγγνώμη για το γεγονός ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 12ης Μαρτίου 2005 του επεστράφη ως μη παραδοτέο, υποχρεώνοντάς τον έτσι να το αποστείλει εκ νέου.

2.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος (iv) εγείρει δύο χωριστά ζητήματα: πρώτον, θα πρέπει τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αποστέλλονται στους αιτούντες να επιβεβαιώνονται συνήθως με συμβατικά ταχυδρομικά μέσα και, δεύτερον, θα πρέπει οι αιτούντες να έχουν τη δυνατότητα να επικοινωνούν με την ΕΚΤ με συμβατικά και όχι με ηλεκτρονικά μέσα;

2.4 Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν την αποτελεσματική γραπτή ενημέρωση των αιτούντων σχετικά με τις αποφάσεις που τους αφορούν. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η εξήγηση της ΕΚΤ όσον αφορά τους λόγους και τα πλεονεκτήματα της απόφασής της να χρησιμοποιήσει ηλεκτρονική πλατφόρμα προσλήψεων είναι εύλογη.

Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, ο καταγγέλλων ενοχλήθηκε διότι ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που είχε αποστείλει στην ΕΚΤ επεστράφη ως μη παραδοτέο και, ως εκ τούτου, αναγκάστηκε να το αποστείλει εκ νέου. Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι η ΕΚΤ ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα στη γνώμη της για τη δυσλειτουργία αυτή.

Ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι το γεγονός ότι τα συστήματα ηλεκτρονικών μηνυμάτων ορισμένες φορές δυσλειτουργούν απαιτεί τη συνήθη επιβεβαίωση των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μέσω συμβατικού ταχυδρομείου. Ο Συνήγορος του Πολίτη σημειώνει ότι είναι ευρέως γνωστό ότι οι σύγχρονες επιχειρήσεις και η δημόσια διοίκηση βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην επικοινωνία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου χωρίς επακόλουθη επιβεβαίωση μέσω συμβατικού ταχυδρομείου.

2.5 Όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή του ισχυρισμού του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει και εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η ΕΚΤ έδωσε στους αιτούντες τη δυνατότητα να επιλέξουν να επικοινωνούν συμβατικώς.

2.6 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος (iv).

2.7 Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος (β), ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι αναφέρεται στο γεγονός ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε η ΕΚΤ στον καταγγέλλοντα στις 7 Μαρτίου 2005 δεν ανέφερε το όνομα του υπαλλήλου που απέστειλε το ηλεκτρονικό μήνυμα.

2.8 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η ΕΚΤ δεν απάντησε στον ισχυρισμό αυτό στη γνώμη της. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι το δεύτερο ηλεκτρονικό μήνυμα της ΕΚΤ προς τον καταγγέλλοντα, το οποίο εστάλη στις 5 Απριλίου 2005 (τρεις ημέρες μετά την υποβολή της καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή), ανέφερε το όνομα και τα καθήκοντα του προσώπου που την απέστειλε. Επιπλέον, ο καταγγέλλων δεν αναφέρθηκε στον ισχυρισμό β) στις παρατηρήσεις του. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν απαιτούνται περαιτέρω έρευνες σχετικά με τον εν λόγω ισχυρισμό.

2.9 Τέλος, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων σχολίασε στις παρατηρήσεις του ότι, αφενός, η ΕΚΤ δήλωσε ότι η επικοινωνία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου κατέστησε δυνατή την ταχεία ενημέρωση των αιτούντων, αλλά, αφετέρου, η ΕΚΤ χρειάστηκε σχεδόν ένα μήνα για να απαντήσει στα ηλεκτρονικά του μηνύματα.

2.10 Ο Διαμεσολαβητής δεν αντιλαμβάνεται ότι το ανωτέρω σχόλιο συνιστά νέο ισχυρισμό και, ως εκ τούτου, θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαίο να παραταθεί η παρούσα έρευνα, καλώντας την ΕΚΤ να λάβει θέση επί του σχολίου του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων είναι ελεύθερος να υποβάλει νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή σχετικά με το θέμα αυτό, εάν το κρίνει σκόπιμο.

3 Συμπέρασμα

Για τους λόγους που αναφέρονται στο σημείο 1.6 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η ΕΚΤ έχει λάβει τα κατάλληλα μέτρα ως απάντηση στους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος (i) και (iii) και στον ισχυρισμό του (α) και ότι δεν απαιτούνται περαιτέρω έρευνες σχετικά με τους ισχυρισμούς και τον ισχυρισμό·

Ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κρούσμα κακοδιοίκησης όσον αφορά τους ισχυρισμούς (ii) και (iv).

Για τους λόγους που αναφέρονται στο σημείο 2.8, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί επίσης ότι δεν απαιτούνται περαιτέρω έρευνες όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος (β).

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ

Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι θα ήταν προς το συμφέρον των καλών σχέσεων με τους πολίτες, καθώς και σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοικητικής συμπεριφοράς, να ενημερώνει η ΕΚΤ, στο μέλλον, κάθε υποψήφιο που αποκλείεται από διαδικασία πρόσληψης επειδή δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται σε προκήρυξη κενής θέσης σχετικά με το ποια ακριβώς προϋπόθεση ή προϋποθέσεις δεν πληροί ο υποψήφιος.

Ο Διαμεσολαβητής θα παρακαλούσε την ΕΚΤ να τον ενημερώσει εν ευθέτω χρόνω σχετικά με τα μέτρα που προβλέπονται εν προκειμένω, ούτως ώστε οι πληροφορίες αυτές να μπορούν να ληφθούν υπόψη στην ετήσια έκθεση του Διαμεσολαβητή για το 2006.

Ο Πρόεδρος της ΕΚΤ θα ενημερωθεί για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Βλ. υπόθεση T-54/91, Antunes κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συλλογή 1992, σ. II-1739, σκέψη 39· Υπόθεση T-249/01, Boixader Rivas κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2003, σ. II-749, σκέψη 29, υπόθεση T-214/99, Carrasco Benitez κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II-01169, σκέψη 70.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!