FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 3418/2004/OV κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 21 Δεκεμβρίου 2006

Αξιότιμε κ. X,

Στις 16 και 26 Νοεμβρίου 2004, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τη μη πληρωμή λογαριασμού στο πλαίσιο του έργου «xyz».

Στις 15 Δεκεμβρίου 2004, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 30 Μαρτίου 2005. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 24 Μαΐου 2005.

Στις 21 Σεπτεμβρίου 2005, οι υπηρεσίες μου επικοινώνησαν τηλεφωνικά με τις υπηρεσίες της Επιτροπής για να ζητήσουν επικαιροποιημένες πληροφορίες.

Στις 10 Οκτωβρίου 2005, απέστειλα επιστολή περαιτέρω ερευνών στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη συμπληρωματική γνώμη της στις 7 Δεκεμβρίου 2005. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 16 Φεβρουαρίου 2006.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά ήταν, συνοπτικά, τα εξής:

Κατά την περίοδο από τον Οκτώβριο του 2003 έως τον Ιανουάριο του 2004, ο καταγγέλλων ήταν ο επικεφαλής της ομάδας του έργου «xyz». Στο πλαίσιο του εν λόγω έργου, ο καταγγέλλων παρείχε υπηρεσίες βάσει σύμβασης που συνάφθηκε με την εταιρεία «Y» (συμφωνία αριθ. 035/CSV3016/2003», η οποία υπεγράφη στις 15 και 21 Οκτωβρίου 2003). Η εταιρεία αυτή είναι μέρος μιας κοινοπραξίας, "Z", με επικεφαλής την εταιρεία "B". Ο Y δεν είχε ακόμη εξοφλήσει τον λογαριασμό του για ποσό 14 221,70 ευρώ πλέον τόκων.

Η σύμβαση μεταξύ του καταγγέλλοντος και του Υ προέβλεπε ότι ο «ανάδοχος θα πληρώσει μόνο τις ημέρες που πράγματι εργάστηκαν και εγκρίθηκαν από τον Πελάτη». Δεδομένου ότι ο «Πελάτης» είναι η Επιτροπή, ο καταγγέλλων είχε, ως εκ τούτου, άμεσο συμφέρον για το κατά πόσον η Επιτροπή πλήρωσε για τις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν. Στις 24 Αυγούστου 2004, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον Επίτροπο Nielson ζητώντας από την Επιτροπή να εξετάσει το θέμα προκειμένου να επιταχυνθούν οι διαδικασίες.

Στις 12 Νοεμβρίου 2004, ο γενικός διευθυντής του Γραφείου Συνεργασίας EuropeAid απάντησε εξ ονόματος του Επιτρόπου Nielson. Η απάντηση αναφερόταν στις συζητήσεις που διεξάγονταν από τον Φεβρουάριο του 2004 μεταξύ της Επιτροπής και της Z σχετικά με την ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονταν βάσει της σύμβασης-πλαισίου αριθ. 2003/72193, η οποία συνήφθη τον Οκτώβριο του 2003. Κατόπιν των συζητήσεων αυτών, η Επιτροπή αποφάσισε να αναστείλει την πληρωμή του τελικού τιμολογίου έως ότου η Z παράσχει πρόσθετες πληροφορίες.

Ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο των ανωτέρω συζητήσεων μεταξύ της Επιτροπής και του Ζ. Ο καταγγέλλων θεώρησε επίσης ότι οι υπηρεσίες που είχε παράσχει ήταν ικανοποιητικές. Ο μισθός των άλλων κομμάτων είχε πληρωθεί. Επίσης, η Επιτροπή χρησιμοποίησε τα έγγραφα που προσκόμισε ο καταγγέλλων για το έργο του Συμβουλίου της Ευρώπης για το οποίο προοριζόταν. Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι η εταιρεία Υ δεν γνώριζε ποιες πρόσθετες πληροφορίες είχε ζητήσει η Επιτροπή.

Στις 16 και 26 (1) Νοεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, στην οποία διατύπωσε τον ακόλουθο ισχυρισμό:

Υπήρξε περιττή καθυστέρηση στην απόφαση σχετικά με την πληρωμή του λογαριασμού του, διότι η Επιτροπή δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της έναντι του αντισυμβαλλομένου της Ζ.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Η σύμβαση τεχνικής βοήθειας «xyz» ανατέθηκε στην κοινοπραξία Z, αποτελούμενη από τις εταιρίες Y και B. Η σύμβαση υπεγράφη από την Επιτροπή στις 13 Οκτωβρίου 2003 και από τον Z στις 15 Οκτωβρίου 2003 για συνολικό ποσό 64 995 ευρώ. Κατά την έναρξη της σύμβασης καταβλήθηκε προκαταβολή ύψους 38 997 EUR (60 % του συνολικού ποσού).

Η ομάδα έργου αποτελούνταν από έναν επικεφαλής ομάδας και έναν εμπειρογνώμονα για τη μεταρρύθμιση των συστημάτων κοινωνικής προστασίας, αν και προβλεπόταν επίσης η πρόσληψη τοπικών εμπειρογνωμόνων από τις δικαιούχους χώρες. Προκειμένου να εκπληρώσουν τους απαιτούμενους όρους εντολής, οι εμπειρογνώμονες έπρεπε να συντονίσουν τις δραστηριότητές τους με τα υπουργεία Κοινωνικών Υποθέσεων των δικαιούχων χωρών, καθώς και με τις αρμόδιες υπηρεσίες του Συμβουλίου της Ευρώπης και το Σύμφωνο Σταθερότητας για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη («Σύμφωνο Σταθερότητας») (βλ. τους όρους εντολής της σύμβασης με το Ζ (2)).

Ο καταγγέλλων απασχολήθηκε από την εταιρεία Υ και εργάστηκε σε αυτή την ανάθεση ως επικεφαλής της ομάδας του έργου. Η εκτέλεση της σύμβασης επηρεάστηκε από ορισμένα προβλήματα όσον αφορά την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι υπήρξε περιττή καθυστέρηση στην απόφαση σχετικά με την πληρωμή του λογαριασμού του, επειδή η Επιτροπή δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι του αντισυμβαλλομένου της Ζ, η Επιτροπή υπενθύμισε καταρχάς τα γεγονότα:

Στην αρχή της σύμβασης, στις 16 Οκτωβρίου 2003, ο καταγγέλλων συμμετείχε μαζί με άλλους εμπειρογνώμονες σε συνάντηση στο Στρασβούργο, όπου είχε την ευκαιρία να λάβει τις κατάλληλες πληροφορίες και να εξοικειωθεί με το πλαίσιο ανάπτυξης του έργου. Ωστόσο, όταν οι υπηρεσίες της Επιτροπής έλαβαν στις 9 Ιανουαρίου 2004 το σχέδιο εντολής από τον ανάδοχο, εκφράστηκαν αμφιβολίες ως προς την κατανόηση του σχεδίου από τον επικεφαλής της ομάδας. Το σχέδιο εγγράφου στερούνταν ποιότητας και σαφήνειας και έδειχνε διαφορετική προσέγγιση από εκείνη που αναφέρθηκε στις πρώτες επαφές με τον καταγγέλλοντα.

Στις 13 Ιανουαρίου 2004, πραγματοποιήθηκε συνάντηση με τον καταγγέλλοντα στις εγκαταστάσεις της Επιτροπής προκειμένου να διαπιστωθεί τι είχε γίνει μέχρι εκείνη τη στιγμή και να εξηγηθεί στον καταγγέλλοντα πώς να προχωρήσει με τις εργασίες προκειμένου να αποκτήσει ένα τελικό προϊόν σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης. Το συμπέρασμα αυτής της συνάντησης ήταν ότι το επίπεδο δέσμευσης, γνώσεων και εμπειρογνωμοσύνης του καταγγέλλοντος δεν ανταποκρινόταν στα αναμενόμενα πρότυπα. Μετά τη συνεδρίαση, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την ανάγκη για ευρύτερους και ειδικούς στόχους και προέβη σε σαφή διάκριση μεταξύ των προβλημάτων που έχουν ήδη εντοπιστεί και των αποτελεσμάτων που θα μπορούσαν να επιτευχθούν με το εν λόγω έργο. Αυτό απαιτούσε την εκ νέου σύνταξη του σχεδίου όρων εντολής βάσει ακριβέστερων πληροφοριών από το πεδίο (δηλαδή από τις δικαιούχους χώρες στις οποίες πραγματοποιήθηκε επίσκεψη). Λεπτομερής έκθεση αποστολής έπρεπε επίσης να υποβληθεί έως τις 22 Ιανουαρίου 2004. Προβλέπεται ότι η νέα εντολή θα εγκριθεί σε συνεδρίαση στο Στρασβούργο στις 22-23 Ιανουαρίου 2004 με τις αρμόδιες υπηρεσίες του Συμβουλίου της Ευρώπης και του Συμφώνου Σταθερότητας. Η έκθεση έπρεπε να περιλαμβάνει όλες τις σχετικές πληροφορίες προκειμένου να πραγματοποιηθεί η τελική αξιολόγηση της επόμενης έκδοσης του σχεδίου εντολής.

Δεδομένου ότι η προθεσμία που συμφωνήθηκε κατά τη συνεδρίαση δεν τηρήθηκε, στις 26 Ιανουαρίου 2004 οι υπηρεσίες της Επιτροπής ζήτησαν από τον Ζ να διαβιβάσει το σχέδιο εντολής και τα συνημμένα έγγραφα έως τις 31 Ιανουαρίου 2004 το αργότερο.

Στις 3 Φεβρουαρίου 2004, πραγματοποιήθηκε εκ νέου επικοινωνία με τον Z. Αυτή τη φορά, ο αντισυμβαλλόμενος-πλαίσιο ενημερώθηκε επίσης ότι η Επιτροπή ενδέχεται να καταγγείλει τη σύμβαση λόγω έλλειψης ποιότητας και παραβίασης των συμβατικών ρυθμίσεων, δεδομένου ότι - παρά τη συμφωνία που επιτεύχθηκε κατά τη συνάντηση με τον καταγγέλλοντα - δεν είχε λάβει παρατηρήσεις από αυτόν.

Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 9ης Φεβρουαρίου 2004, η Z ενημέρωσε την Επιτροπή ότι είχε λάβει από την Y τους αναθεωρημένους όρους εντολής και ορισμένα στοιχεία που είχε συντάξει η καταγγέλλουσα. Ωστόσο, όπως αναγνωρίζει και η ίδια η Ζ, η υποβολή των εν λόγω εγγράφων δεν ήταν δυνατή λόγω έλλειψης τεχνικής ποιότητας. Η Επιτροπή ενημερώθηκε επίσης ότι ο εργοδότης του καταγγέλλοντος είχε εν τω μεταξύ ζητήσει από άλλον εμπειρογνώμονα να αναθεωρήσει τους όρους αναφοράς. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημέρωσαν την κοινοπραξία ότι δεν θα πρέπει να προσληφθούν άλλοι εμπειρογνώμονες χωρίς την προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής.

Έως τα μέσα Φεβρουαρίου 2004, η Επιτροπή έλαβε τους τελικούς όρους εντολής που αντιστοιχούσαν στα απαιτούμενα ποιοτικά κριτήρια. Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 20ής Φεβρουαρίου 2004, η Επιτροπή τις ενέκρινε και ενημέρωσε την Z σχετικά με την πρόθεσή της να μην εξοφλήσει πλήρως το οφειλόμενο τιμολόγιο. Οι λόγοι για την απόφαση αυτή ήταν η έλλειψη ανταπόκρισης του καταγγέλλοντος και η κακή ποιότητα του έργου του, καθώς και το γεγονός ότι οι τελικοί όροι εντολής είχαν καταρτιστεί από άλλον εμπειρογνώμονα. Σε αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα, η Επιτροπή επέστησε επίσης την προσοχή του αναδόχου στις συνέπειες που προκύπτουν από τις κακές επιδόσεις και τις σημαντικές καθυστερήσεις.

Στις 2 Απριλίου 2004, ο Z απέστειλε στην Επιτροπή τελικό τιμολόγιο για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες, το οποίο ανερχόταν στο ποσό που προβλεπόταν στη σύμβαση (64 975 ευρώ (3)). Δεδομένου ότι είχε ήδη καταβληθεί προκαταβολή ύψους 38 997 EUR, η εταιρεία ζήτησε την καταβολή του οφειλόμενου ποσού των 25 978 EUR. Την 1η Ιουλίου 2004, η Επιτροπή πληροφόρησε εκ νέου τον Z ότι μέρος του τιμολογίου ήταν απαράδεκτο. Σε συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στις 6 Ιουλίου 2004, η Επιτροπή αναφέρθηκε εκ νέου στους λόγους που συνδέονται με τις κακές επιδόσεις και τις καθυστερήσεις ως δικαιολογία για τη μείωση του καταβλητέου ποσού. Επιτεύχθηκε συμβιβασμός με τον Ζ, ο οποίος συμφώνησε να αποστείλει ορθά διατυπωμένο τιμολόγιο.

Ωστόσο, μόλις στις 2 Νοεμβρίου 2004 ο Z επανήλθε σε επαφή με την Επιτροπή, ζητώντας συγγνώμη για την έλλειψη ανατροφοδότησης και προτείνοντας συνάντηση με τον συντονιστή της νέας κοινοπραξίας. Η Επιτροπή δεν θεώρησε αναγκαία μια τέτοια συνάντηση, δεδομένου ότι δεν είχαν παρασχεθεί νέα στοιχεία.

Τέλος, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 15ης Δεκεμβρίου 2004, ο Z απέστειλε άλλο τελικό τιμολόγιο συνολικού ύψους 48 475 ευρώ. Το νέο αυτό τιμολόγιο αντικατέστησε εκείνο που είχε υποβληθεί τον Απρίλιο του 2004, στο οποίο το συνολικό ποσό ανερχόταν σε 64 975 ευρώ. Δεδομένου ότι κατά την έναρξη της συμβάσεως είχε καταβληθεί προκαταβολή ύψους 38 997 ευρώ, η εταιρία ζήτησε την καταβολή νέου ποσού ύψους 9 478 ευρώ. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 20ής Δεκεμβρίου 2004, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ζήτησαν να υποβληθεί επίσημα η αίτηση πληρωμής σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες. Το αίτημα αυτό επαναλήφθηκε στις 13 Ιανουαρίου 2005 σε τηλεφωνική συνομιλία με τη λογιστική υπηρεσία της Z. Η εκκρεμής πληρωμή των 9 478 ευρώ θα διεκπεραιωνόταν δεόντως μετά την παραλαβή του εν λόγω τιμολογίου.

Εκτός από την επεξήγηση των πραγματικών περιστατικών, η Επιτροπή επισήμανε ότι ήθελε να τονίσει ότι δεν είχε καμία συμβατική σχέση με τον καταγγέλλοντα, δεδομένου ότι τα συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης ήταν η Επιτροπή και η Z.

Όσον αφορά την καθυστέρηση στην πληρωμή των υπηρεσιών του καταγγέλλοντος (14 221,70 ευρώ), η Επιτροπή αναγνώρισε ότι είχε αναστείλει την πληρωμή του τιμολογίου που υποβλήθηκε τον Απρίλιο του 2004 για τους προαναφερθέντες λόγους. Ωστόσο, η απόφαση αυτή δεν απευθυνόταν στον καταγγέλλοντα, αλλά στον Z ως αντισυμβαλλόμενο της Επιτροπής. Ο χρόνος που απαιτήθηκε για την έκδοση αποφάσεως σχετικά με την εξόφληση του τιμολογίου ήταν, βεβαίως, πολύς. Η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για την καθυστέρηση αυτή. Ωστόσο, σημαντικό μέρος αυτού του χρονικού διαστήματος οφειλόταν στην έλλειψη ανατροφοδότησης από την εταιρεία για σχεδόν τέσσερις μήνες.

Όσον αφορά το γεγονός ότι η σύμβαση του καταγγέλλοντος με την Υ ανέφερε ότι «ο ανάδοχος θα καταβάλει μόνο τις ημέρες πραγματικής εργασίας και έγκρισης από τον πελάτη», η Επιτροπή παρατήρησε ότι αυτό αφορούσε τη συμβατική σχέση μεταξύ του καταγγέλλοντος και της Υ.

Η Επιτροπή ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να ενημερώσει απευθείας τον καταγγέλλοντα. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της σύμβασης μεταξύ του καταγγέλλοντος και του Υ, ο συντονιστής του έργου του αναδόχου ήταν ο υπεύθυνος τόσο για την παροχή οδηγιών στον τομέα της διαχείρισης του έργου όσο και για την ενημέρωσή του για κάθε σχετικό θέμα που αφορούσε το έργο. Ο Ζ ενημερωνόταν συνεχώς για την έλλειψη ικανοποίησης από την πλευρά της Επιτροπής και συμφωνούσε ότι κάποιος άλλος θα έπρεπε να είναι υπεύθυνος για την προετοιμασία του σχεδίου εντολής.

Όσον αφορά τη δήλωση του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε έγγραφα που συνέταξε ο ίδιος και, ως εκ τούτου, δέχθηκε ότι οι υπηρεσίες του ήταν της απαιτούμενης ποιότητας, η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν χρησιμοποίησε τα σχέδια εγγράφων που υπέβαλε ο εμπειρογνώμονας για τον απλό λόγο ότι ήταν κακής ποιότητας.

Η επιστολή του καταγγέλλοντος προς τον Επίτροπο Nielson τον Αύγουστο του 2004 ήταν η πρώτη και μοναδική επαφή που είχε η Επιτροπή με τον καταγγέλλοντα μετά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 2004. Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο καταγγέλλων δεν επικοινώνησε με τις υπηρεσίες της Επιτροπής.

Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή έκρινε ότι οι υπηρεσίες της είχαν ενεργήσει σωστά και είχαν τηρήσει τους κανόνες και τις αρχές που την δεσμεύουν.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Συνοπτικά, ο καταγγέλλων υπέβαλε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Δεν υπήρχε επίσημη απόφαση στην οποία η Επιτροπή να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε ανεπαρκή την εκτέλεση της σύμβασης με τον Z. Η Επιτροπή δεν προσκόμισε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι το σχέδιο όρων εντολής στερείται σαφήνειας και ποιότητας ή ότι ο καταγγέλλων, ως επικεφαλής της ομάδας, δεν είχε τη σωστή άποψη για το έργο.

Η Επιτροπή δεν προσδιόρισε τον συντάκτη των όρων εντολής που έλαβε τον Φεβρουάριο του 2004. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι οι σχετικοί όροι εντολής θα μπορούσαν να είναι μόνο εκείνοι που έδωσε στον Υ στις 9 Φεβρουαρίου 2004. Η Επιτροπή θα έπρεπε να το είχε ελέγξει αυτό.

Η ηλεκτρονική έκδοση των όρων εντολής εστάλη για πρώτη φορά στον αρμόδιο υπάλληλο της Επιτροπής (διαχειριστή έργου) με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 9 Ιανουαρίου 2004. Η συνάντηση της 13ης Ιανουαρίου 2004 είχε επισπευσθεί επειδή ο καταγγέλλων είχε προγραμματίσει να μεταβεί στην Αμερική για σημαντικούς λόγους κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου 2004. Η ηλεκτρονική αυτή έκδοση της 9ης Ιανουαρίου 2004 δεν ήταν πλήρης, διότι ορισμένα τμήματα δεν είχαν συμπληρωθεί λόγω ασθένειας εμπειρογνώμονα, δηλαδή λόγω ανωτέρας βίας. Στη συνεδρίαση της 13ης Ιανουαρίου 2004 συμφωνήθηκε ότι τα μέρη αυτά θα ολοκληρώνονταν, αλλά δεν υπήρξε καμία διαφωνία σχετικά με τις ποιοτικές αστοχίες. Δεν ήταν δικαιολογημένο ο καταγγέλλων να πρέπει να αναλάβει την ευθύνη για το γεγονός ότι ένας άλλος εμπειρογνώμονας ήταν άρρωστος. Ωστόσο, ο πραγματογνώμονας αυτός είχε πληρωθεί.

Σε αντίθεση με ό,τι είχε αρχικά προβλεφθεί στην πρώτη συνεδρίαση, ο αρμόδιος υπάλληλος της Επιτροπής ζήτησε την υποβολή λεπτομερούς έκθεσης αποστολής και τη διεξαγωγή δεύτερης ενημέρωσης.

Αφού ο καταγγέλλων επέστρεψε από την Αμερική την 1η Φεβρουαρίου 2004, εκπόνησε νέα έκδοση των όρων εντολής στις 9 Φεβρουαρίου 2004. Τα έγγραφα αυτά εστάλησαν στον εργοδότη του, ο οποίος τα διαβίβασε στην Επιτροπή στις 11 Φεβρουαρίου 2004. Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 20ής Φεβρουαρίου 2004 προς τον Z, ο αρμόδιος υπάλληλος της Επιτροπής εξέφρασε την ικανοποίησή του για τη νέα έκδοση, προφανώς χωρίς να αντιληφθεί ότι είχε συνταχθεί από τον καταγγέλλοντα, μολονότι ο καταγγέλλων είχε ενημερώσει τον αρμόδιο υπάλληλο της Επιτροπής. Ωστόσο, ο υπάλληλος της Επιτροπής επισήμανε ότι δεν ήθελε να χρησιμοποιήσει το έγγραφο. Όσον αφορά την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι τα έγγραφα που εστάλησαν στην Επιτροπή τον Φεβρουάριο του 2004 ήταν σύμφωνα με τις διατάξεις που περιέχονται στη σύμβαση του καταγγέλλοντος και με το υπόδειγμα για τη συνήθη διαδικασία υποβολής προσφορών. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι είχε εκτελέσει πλήρως το έργο που του είχε ανατεθεί.

Μετά τις 9 Φεβρουαρίου 2004, ο καταγγέλλων δεν άκουσε εκ νέου την Επιτροπή. Ο καταγγέλλων πληροφορήθηκε από την Υ ότι η Επιτροπή είχε καταγγείλει μονομερώς τη σύμβαση και είχε αρνηθεί την καταβολή των αμοιβών του καταγγέλλοντος, χωρίς να αναφέρει τους λόγους.

Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, παρόλο που η Επιτροπή παρατήρησε ότι δεν είχε χρησιμοποιήσει το έγγραφο λόγω της κακής ποιότητάς του, ο αρμόδιος υπάλληλος, διαβάζοντας τα έγγραφα, το είχε χρησιμοποιήσει συνειδητά ή ασυνείδητα.

Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι το όνομα και η τιμή του είχαν αμαυρωθεί στην υπόθεση αυτή. Ο καταγγέλλων πληροφορήθηκε επίσης από τον Υ ότι ο αρμόδιος υπάλληλος πρότεινε στον Ζ να καταβάλει στον καταγγέλλοντα το 20 % των αμοιβών του, χωρίς εξήγηση, αλλά ότι, αφού άκουσε για την καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, έθεσε ως όρο για την προσφορά του την απόσυρση της καταγγελίας του από τον καταγγέλλοντα. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι είχε υποστεί πίεση.

Ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ανερχόταν πλέον σε 14 221,70 ευρώ, πλέον τόκων ύψους 1 986,53 ευρώ, για συνολικό ποσό 16 208,23 ευρώ.

Με βάση τα ανωτέρω, ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι:

  1. η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε τις αιτιάσεις της που οδήγησαν στη μη καταβολή των αμοιβών του·
  2. η Επιτροπή δεν τήρησε το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, σύμφωνα με το οποίο θα έπρεπε να έχει ακουστεί· και ότι, ως εκ τούτου:
  3. δεν υπήρχε πλέον νομική βάση για την άρνηση πληρωμής· και
  4. η Επιτροπή θα πρέπει να του καταβάλει ολόκληρο το τέλος και τα πρόσθετα έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των τόκων λόγω της καθυστέρησης, ύψους 16 208,23 EUR.

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΡΕΥΝΕΣ

Στις 21 Σεπτεμβρίου 2005, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή επικοινώνησαν τηλεφωνικά με τον υπάλληλο της Επιτροπής που ήταν αρμόδιος για τον φάκελο ρωτώντας εάν υπήρχαν νέες πληροφορίες μετά τη γνώμη της Επιτροπής της 30ής Μαρτίου 2005 σχετικά με την πληρωμή του τιμολογίου του Z. Ο υπάλληλος της Επιτροπής ενημέρωσε τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή ότι, μετά το αίτημα της Επιτροπής της 20ής Δεκεμβρίου 2004 προς τον Z, δεν είχε υποβληθεί τιμολόγιο και δεν είχε ληφθεί περαιτέρω κοινοποίηση από τον Z.

Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της Επιτροπής και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ήταν αναγκαίες περαιτέρω έρευνες. Ως εκ τούτου, απηύθυνε επιστολή στην Επιτροπή στις 10 Οκτωβρίου 2005 με την οποία ζητούσε από την Επιτροπή να γνωμοδοτήσει σχετικά με τους ακόλουθους νέους ισχυρισμούς που προέβαλε ο καταγγέλλων στις παρατηρήσεις του:

(1) Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ο αρμόδιος υπάλληλος της Επιτροπής απαιτούσε την υποβολή λεπτομερούς έκθεσης αποστολής και τη διεξαγωγή δεύτερης ενημέρωσης. Τα στοιχεία αυτά δεν είχαν προβλεφθεί στην αρχική ενημέρωση (βλ. σελίδα 3 των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, «niet gecontracteerde wensen»).

(2)(α) Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το όνομα και η τιμή του αμαυρώθηκαν στην υπόθεση αυτή.

(2)(β) Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι είχε υποστεί πιέσεις, δεδομένου ότι πληροφορήθηκε από τον Υ ότι ο αρμόδιος υπάλληλος της Επιτροπής πρότεινε στον Ζ να του καταβάλει το 20% των αμοιβών του, χωρίς εξήγηση, αλλά ότι, αφού άκουσε για την καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, η προσφορά είχε εξαρτηθεί από την απόσυρση της καταγγελίας από τον καταγγέλλοντα.

Δεύτερον, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να τον ενημερώσει σχετικά με την κατάσταση όσον αφορά το εκκρεμές τιμολόγιο ύψους 9 478 ευρώ από τον Z και τις προοπτικές πληρωμής.

Συμπληρωματική γνώμη της Επιτροπής

Στη συμπληρωματική γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε συνοπτικά τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Στις 16 Οκτωβρίου 2003, πραγματοποιήθηκε στο Στρασβούργο συνάντηση μεταξύ της Επιτροπής, του καταγγέλλοντος και άλλων εμπειρογνωμόνων με σκοπό την επανεξέταση και την επεξήγηση των εργασιών που έπρεπε να πραγματοποιηθούν. Στις 9 Ιανουαρίου 2004, ο Z διαβίβασε το σχέδιο εντολής στην Επιτροπή. Το σχέδιο αυτό δεν κρίθηκε ικανοποιητικό. Για τον λόγο αυτό, πραγματοποιήθηκε νέα συνάντηση με τον επικεφαλής της ομάδας (δηλαδή τον καταγγέλλοντα) στις 13 Ιανουαρίου 2004. Τα πρακτικά της συνεδρίασης αυτής, τα οποία η Επιτροπή επισύναψε στη συμπληρωματική γνώμη της, απεστάλησαν στον αντισυμβαλλόμενο. Η Επιτροπή ζήτησε από τον καταγγέλλοντα, μεταξύ άλλων, να ξαναγράψει το σχέδιο εντολής και να υποβάλει λεπτομερή έκθεση αποστολής που θα υποβληθεί έως τα τέλη Ιανουαρίου 2004. Η προθεσμία αυτή δεν τηρήθηκε.

Στις 9 Φεβρουαρίου 2004, ο αντισυμβαλλόμενος απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή δηλώνοντας ότι είχε λάβει το αναθεωρημένο σχέδιο εντολής, αλλά ότι θεωρούσε ότι το έγγραφο στερούνταν σαφήνειας. Στο ίδιο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ο ανάδοχος δήλωσε ότι είχε ζητήσει από έναν γερμανό εμπειρογνώμονα ειδικευμένο στην κοινωνική ασφάλιση, ο οποίος είχε καλή γνώση των Βαλκανίων, να αναθεωρήσει εκ νέου το σχέδιο όρων εντολής. Το τελικό σχέδιο εντολής που αντιστοιχεί στα απαιτούμενα πρότυπα ποιότητας παρελήφθη τελικά στα μέσα Φεβρουαρίου 2004. Λόγω αυτών των καθυστερήσεων, η Επιτροπή και ο αντισυμβαλλόμενός της συμφώνησαν ότι θα πρέπει να προβλεφθεί μείωση της τελικής πληρωμής.

Όσον αφορά τους νέους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Όσον αφορά τον πρώτο νέο ισχυρισμό , οι όροι εντολής της σύμβασης μεταξύ της Επιτροπής και της Z απαιτούσαν οι εμπειρογνώμονες να συντονίζουν τις δραστηριότητές τους με τα υπουργεία κοινωνικών υποθέσεων ή τα αντίστοιχα υπουργεία των δικαιούχων χωρών, με την υπηρεσία κοινωνικής συνοχής του Συμβουλίου της Ευρώπης και με την πρωτοβουλία για την κοινωνική συνοχή του συμφώνου σταθερότητας. Τα ονόματα των υπευθύνων επικοινωνίας δόθηκαν στους εμπειρογνώμονες πριν από την ανάθεση. Η διεξαγωγή συνεδριάσεων και η υποβολή σχετικών εκθέσεων είναι αναγκαίες και αποτελούν αδιαμφισβήτητο καθήκον κάθε προσώπου που εκτελεί αποστολή στο πλαίσιο σύμβασης. Ο ίδιος ο αντισυμβαλλόμενος αναγνώρισε την υποχρέωσή του να ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με το αποτέλεσμα των συμβάσεων των εμπειρογνωμόνων του και των αρμόδιων αρχών και απέστειλε στην Επιτροπή σειρά μνημονίων αποστολής.

Ωστόσο, το πρώτο σχέδιο όρων εντολής δεν ανταποκρινόταν στα πρότυπα και τα μνημόνια της αποστολής ήταν πολύ συνοπτικά για να επιτρέψουν την ορθή επαλήθευση των στοιχείων που υπέβαλαν οι τοπικές αρχές. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να ζητήσει από τον αντισυμβαλλόμενο να καταρτίσει νέο σχέδιο εντολής και να υποβάλει λεπτομερή έκθεση αποστολής έως τις 22 Ιανουαρίου 2004. Εάν η ποιότητα των εργασιών του αναδόχου ήταν καλή, η Επιτροπή ασφαλώς δεν θα είχε ζητήσει λεπτομερή έκθεση αποστολής.

Όσον αφορά τον δεύτερο νέο ισχυρισμό , η Επιτροπή διευκρίνισε ότι είναι υποχρεωμένη να διασφαλίζει την ποιότητα των εργασιών για τις οποίες πληρώνει στο πλαίσιο συμβάσεως. Στην περίπτωση της παρούσας σύμβασης, οι εργασίες που παρείχε ο ανάδοχος δεν πληρούσαν τα απαιτούμενα πρότυπα ποιότητας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να ενημερώσει τον ανάδοχο ότι θα πρέπει να διορθώσει τις εργασίες και να φέρει την ποιότητά τους στο επίπεδο που απαιτείται από τις συμβατικές υποχρεώσεις της.

Η Επιτροπή εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι ο καταγγέλλων προσβλήθηκε από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν μπόρεσε να αποδεχθεί τις εργασίες που παρήγαγε και παρουσίασε ο ανάδοχος. Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι η πρόθεση της Επιτροπής δεν ήταν ποτέ να αμαυρώσει το όνομα και την τιμή του καταγγέλλοντος.

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του δεύτερου νέου ισχυρισμού, ο καταγγέλλων διατύπωσε σοβαρές κατηγορίες στις παρατηρήσεις του, τις οποίες η Επιτροπή απορρίπτει κατηγορηματικά. Όπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή και ο αντισυμβαλλόμενός της προέβλεψαν μείωση της τελικής πληρωμής, διότι ο αντισυμβαλλόμενος αποδέχθηκε ότι οι εργασίες δεν παραδόθηκαν εγκαίρως. Η Επιτροπή δεν είναι ενήμερη για τις ενδεχόμενες επιπτώσεις αυτής της συμφωνίας για τον καταγγέλλοντα. Εάν υπήρχαν επιπτώσεις, αυτό θα ήταν ένα θέμα στο οποίο η Επιτροπή δεν θα είχε κανένα δικαίωμα να παρέμβει. Ως προς αυτό, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι ο συμβατικός αντισυμβαλλόμενος της Επιτροπής είναι ο Ζ και όχι ο καταγγέλλων.

Όσον αφορά το αίτημα του Διαμεσολαβητή να ενημερωθεί για την τρέχουσα κατάσταση σχετικά με το εκκρεμές τιμολόγιο ύψους 9 478 EUR από τον Z και την ενδεχόμενη πληρωμή του, ο Z είχε αποστείλει το τελευταίο του τιμολόγιο στην Επιτροπή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο δεν ήταν αποδεκτό. Στις 20 Δεκεμβρίου 2004, η Επιτροπή ζήτησε από τον Z να αποστείλει επίσημο τιμολόγιο με κανονικό ταχυδρομείο, αλλά το τιμολόγιο αυτό δεν είχε ακόμη παραληφθεί.

Η Επιτροπή θα επικοινωνήσει εκ νέου με την Z και θα της ζητήσει να υποβάλει το προαναφερθέν τιμολόγιο το συντομότερο δυνατόν. Η παραλαβή του τιμολογίου θα επέτρεπε στις υπηρεσίες της να πραγματοποιήσουν την αντίστοιχη πληρωμή.

Συμπληρωματικές παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Συνοπτικά, ο καταγγέλλων υπέβαλε τις ακόλουθες συμπληρωματικές παρατηρήσεις:

Η Επιτροπή είχε αποδεχθεί το τελικό σχέδιο εντολής, αλλά δήλωσε ότι αυτό δεν ήταν το έγγραφο που είχε προσκομίσει, χωρίς ωστόσο να παράσχει σχετική απόδειξη. Ήταν απίθανο το έγγραφό του να μην είχε χρησιμοποιηθεί κατά την προετοιμασία του σχεδίου που αποτελούσε το αντικείμενο της αποστολής του καταγγέλλοντος.

Δεν γνώριζε ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ της Επιτροπής και του αναδόχου σχετικά με τη μείωση της τελικής πληρωμής.

Όσον αφορά την υποτιθέμενη αμαύρωση του ονόματός του, θα ήταν απρόθυμος να δώσει το όνομά του για νέα έργα στον τομέα του, δεδομένου ότι δεν επιθυμούσε να διακινδυνεύσει την απόρριψη των έργων απλώς και μόνο επειδή το όνομά του περιλαμβανόταν στον κατάλογο των εμπειρογνωμόνων. Θεωρούσε ότι τα συμφέροντά του είχαν πληγεί.

Όσον αφορά την προβαλλόμενη πίεση, η Επιτροπή του είχε προτείνει προφορικά να αποσύρει την καταγγελία του.

Εξακολουθούσε να μην υπάρχει οριστική απόφαση σχετικά με την πληρωμή.

Η Επιτροπή δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δεν ενημερώθηκε αμέσως για τις φερόμενες ανεπάρκειες της εργασίας του. Η αποτυχία αυτή αντιβαίνει στις αρχές της χρηστής διοίκησης.

Πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι οι καθυστερήσεις δεν οφείλονταν στον ίδιο, αλλά στην ασθένεια του συναδέλφου του (περίπτωση ανωτέρας βίας) και ότι ο συνάδελφός του είχε παρόλα αυτά πληρωθεί.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με την έκταση της έρευνας

1.1 Κατά την περίοδο από τον Οκτώβριο του 2003 έως τον Ιανουάριο του 2004, ο καταγγέλλων ήταν ο επικεφαλής της ομάδας του έργου "xyz". Στο πλαίσιο του εν λόγω έργου, ο καταγγέλλων παρείχε υπηρεσίες βάσει σύμβασης που συνάφθηκε με την εταιρεία Υ, η οποία αποτελεί μέρος κοινοπραξίας, της Z, υπό την ηγεσία της εταιρείας «Β». Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ο Y δεν έχει ακόμη εξοφλήσει τον λογαριασμό του για ποσό 14 221,70 ευρώ πλέον τόκων. Η σύμβαση μεταξύ του καταγγέλλοντος και του Υ προέβλεπε ότι ο «ανάδοχος θα πληρώσει μόνο τις ημέρες που πράγματι εργάστηκαν και εγκρίθηκαν από τον Πελάτη». Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι οι υπηρεσίες που παρείχε ήταν ικανοποιητικές. Ο μισθός των άλλων κομμάτων είχε πληρωθεί. Επίσης, η Επιτροπή χρησιμοποίησε τα έγγραφα που προσκόμισε ο καταγγέλλων για το έργο του Συμβουλίου της Ευρώπης για το οποίο προοριζόταν. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι υπήρξε περιττή καθυστέρηση στην απόφαση σχετικά με την πληρωμή του λογαριασμού του, διότι η Επιτροπή δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι του αντισυμβαλλομένου της Ζ.

1.2 Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε καταρχάς να επισημάνει ότι δεν υπάρχει άμεση συμβατική σχέση μεταξύ του ίδιου του καταγγέλλοντος και της Επιτροπής, η οποία, ως εκ τούτου, δεν είναι η οντότητα που είναι υπεύθυνη για την καταβολή των αμοιβών του καταγγέλλοντος. Η σύμβαση που συνήψε ο καταγγέλλων στην παρούσα υπόθεση είναι η σύμβαση «Y Agreement No 035/CSV3016/2003» που συνήφθη με την εταιρεία Y και υπογράφηκε στις 15 και 21 Οκτωβρίου 2003. Ο Y είναι μέλος της κοινοπραξίας Z και είναι υπεύθυνος για την πληρωμή του καταγγέλλοντος για τις υπηρεσίες του (4). Ωστόσο, οι συμβατικές σχέσεις μεταξύ του καταγγέλλοντος και της Υ δεν εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων του Διαμεσολαβητή. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι οι αξιώσεις του καταγγέλλοντος, συμπεριλαμβανομένης της καταβολής των αμοιβών του, κατά του Υ μπορούν να ασκηθούν σύμφωνα με το σημείο 19 («Επίλυση διαφορών») της σύμβασής του με τον Υ, το οποίο προβλέπει ότι «[η] παρούσα συμφωνία υπόκειται στους νόμους και τη δικαιοδοσία της χώρας Χ. Σε περίπτωση διαφοράς που προκύπτει από ή σε σχέση με την παρούσα συμφωνία, αρμόδιο είναι το δικαστήριο της πόλης Χ (χώρα Χ)».

1.3 Τούτου λεχθέντος, η σύμβαση που αποτελεί τη βάση του ισχυρισμού του καταγγέλλοντος είναι η σύμβαση που υπεγράφη μεταξύ της Επιτροπής και της Z στις 13 και 15 Οκτωβρίου 2003. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η σύμβαση αυτή αποτελείται από i) την επιστολή σύμβασης αριθ. 2003/72193 (Σύμβαση-πλαίσιο AMS/451 - Παρτίδα αριθ. 8)· ii) τους γενικούς όρους των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών της EuropeAid· iii) την προσφορά του αναδόχου-πλαισίου· και iv) τους όρους εντολής της σύμβασης. Όσον αφορά την εν λόγω σύμβαση, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να αποσαφηνίσει τα ακόλουθα:

1.4 Σύμφωνα με το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ, ο Διαμεσολαβητής έχει την εξουσία να λαμβάνει καταγγελίες "που αφορούν περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των κοινοτικών θεσμικών οργάνων ή οργανισμών". Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι κακοδιοίκηση συντρέχει όταν ένας δημόσιος φορέας δεν ενεργεί σύμφωνα με κανόνα ή αρχή που τον δεσμεύει (5). Επομένως, η κακοδιοίκηση μπορεί επίσης να διαπιστωθεί όσον αφορά την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τα όργανα ή τους οργανισμούς των Κοινοτήτων.

1.5 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το πεδίο του ελέγχου που μπορεί να διενεργήσει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αναγκαστικά περιορισμένο. Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι δεν θα πρέπει να επιδιώκει να διαπιστώσει αν υπήρξε παραβίαση της σύμβασης από οποιοδήποτε από τα μέρη, εάν το ζήτημα αμφισβητείται. Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο από αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να ακούσει τα επιχειρήματα των διαδίκων σχετικά με το σχετικό εθνικό δίκαιο και να αξιολογήσει αντικρουόμενα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τυχόν αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά.

1.6 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, σε υποθέσεις που αφορούν συμβατικές διαφορές, δικαιολογημένα περιορίζει την έρευνά του στην εξέταση του κατά πόσον το θεσμικό όργανο ή ο οργανισμός της Κοινότητας του παρέσχε συνεκτική και εύλογη εικόνα της νομικής βάσης για τις ενέργειές του και των λόγων για τους οποίους θεωρεί ότι η άποψή του σχετικά με τη συμβατική θέση είναι δικαιολογημένη. Στην περίπτωση αυτή, ο Διαμεσολαβητής θα συμπεράνει ότι από την έρευνά του δεν προέκυψε περίπτωση κακοδιοίκησης. Το συμπέρασμα αυτό δεν θίγει το δικαίωμα των μερών να εξεταστεί η συμβατική διαφορά τους και να διευθετηθεί έγκυρα από αρμόδιο δικαστήριο.

1.7 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στις συμπληρωματικές παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων διατύπωσε νέο ισχυρισμό, δηλαδή ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε γιατί δεν ενημερώθηκε αμέσως για τις εικαζόμενες ανεπάρκειες του έργου του και ότι αυτό ήταν αντίθετο προς τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, προκειμένου να μην καθυστερήσει περαιτέρω την απόφασή του σχετικά με την παρούσα καταγγελία, θα περιορίσει την έρευνά του στον ισχυρισμό που διατυπώνεται στην αρχική καταγγελία και στους πρόσθετους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος. Ο καταγγέλλων είναι ελεύθερος να υποβάλει νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, αφού προηγουμένως προβεί στις κατάλληλες διοικητικές ενέργειες προς την Επιτροπή. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή δεν είχε συνάψει σύμβαση με τον καταγγέλλοντα. Επομένως, δύσκολα μπορεί να γίνει αντιληπτός ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή όφειλε να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με τις ανεπάρκειες του έργου του.

2 Επί του ισχυρισμού περί (i) άσκοπης καθυστερήσεως της αποφάσεως σχετικά με την πληρωμή του λογαριασμού του καταγγέλλοντος και (ii) απρόβλεπτης απαιτήσεως υποβολής εκθέσεως αποστολής

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι υπήρξε περιττή καθυστέρηση στην απόφαση σχετικά με την πληρωμή του λογαριασμού του, διότι η Επιτροπή δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της έναντι του αναδόχου της Ζ. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ειδικότερα ότι, αν και οι υπηρεσίες που παρείχε ήταν ικανοποιητικές, ο λογαριασμός του για ποσό ύψους 14 221,70 ευρώ δεν έχει ακόμη εξοφληθεί από τον Υ, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, η Επιτροπή ζήτησε πρόσθετες πληροφορίες. Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε τα έγγραφά του για ένα έργο στο Συμβούλιο της Ευρώπης για το οποίο προοριζόταν.

2.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή παρατήρησε ότι, όταν, στις 9 Ιανουαρίου 2004, οι υπηρεσίες της έλαβαν το σχέδιο εντολής (6) από τον αντισυμβαλλόμενό της (ήτοι τον Z), είχαν αμφιβολίες σχετικά με την κατανόηση του σχεδίου από τον επικεφαλής της ομάδας (ήτοι τον καταγγέλλοντα), δεδομένου ότι το σχέδιο εγγράφου στερούνταν ποιότητας και σαφήνειας. Σε συνεδρίαση της 13ης Ιανουαρίου 2004 με τον καταγγέλλοντα, συνήχθη το συμπέρασμα ότι οι όροι εντολής έπρεπε να αναδιατυπωθούν και ότι οι νέοι όροι θα εγκρίνονταν σε συνεδρίαση στις 22-23 Ιανουαρίου 2004. Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 9ης Φεβρουαρίου 2004, η Z ενημέρωσε την Επιτροπή ότι είχε λάβει τους αναθεωρημένους όρους εντολής από την Y, αλλά ότι η υποβολή του εγγράφου δεν ήταν δυνατή λόγω έλλειψης τεχνικής ποιότητας. Η Επιτροπή ενημερώθηκε επίσης ότι ο εργοδότης του καταγγέλλοντος είχε ζητήσει από άλλον εμπειρογνώμονα να αναθεωρήσει τους όρους εντολής. Στα μέσα Φεβρουαρίου 2004, η Επιτροπή έλαβε τελικά το νέο σχέδιο εντολής που πληρούσε τα απαιτούμενα ποιοτικά κριτήρια και, με ηλεκτρονικό μήνυμα της 20ής Φεβρουαρίου 2004, τα ενέκρινε. Ωστόσο, ενημέρωσε τον Z για την πρόθεσή της να μην εξοφλήσει το πλήρες τιμολόγιο, λόγω της έλλειψης ανταπόκρισης του καταγγέλλοντος, της κακής ποιότητας της εργασίας του, των σημαντικών καθυστερήσεων που είχαν σημειωθεί και του γεγονότος ότι οι τελικοί όροι εντολής είχαν καταρτιστεί από άλλον εμπειρογνώμονα. Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 15ης Δεκεμβρίου 2004, ο Z απέστειλε νέο τιμολόγιο, το οποίο αντικατέστησε προγενέστερο τιμολόγιο της 2ας Απριλίου 2004, για ποσό 48 475 ευρώ, και ζήτησε την καταβολή του οφειλόμενου ποσού των 9 478 ευρώ. Η Επιτροπή ανέφερε ότι η εκκρεμής πληρωμή θα διεκπεραιωνόταν δεόντως, μετά την παραλαβή ενός επίσημα υποβληθέντος τιμολογίου. Τέλος, η Επιτροπή τόνισε ότι δεν είχε καμία συμβατική σχέση με τον καταγγέλλοντα. Ωστόσο, η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για την καθυστέρηση στη λήψη απόφασης σχετικά με το τιμολόγιο, δηλώνοντας ότι σημαντικό μέρος της καθυστέρησης οφειλόταν στην απουσία ανατροφοδότησης από την Z για σχεδόν τέσσερις μήνες. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι δεν χρησιμοποίησε τα έγγραφα που συνέταξε ο καταγγέλλων επειδή ήταν κακής ποιότητας.

2.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του. Σε σχέση με τον κύριο ισχυρισμό του, διατύπωσε έναν πρόσθετο ισχυρισμό, δηλαδή ότι ο αρμόδιος υπάλληλος της Επιτροπής απαιτούσε την υποβολή λεπτομερούς έκθεσης αποστολής και τη διεξαγωγή δεύτερης ενημέρωσης και ότι τα στοιχεία αυτά δεν είχαν προβλεφθεί στην αρχική ενημέρωση.

2.4 Στη συμπληρωματική γνώμη της σχετικά με τον νέο ισχυρισμό, η Επιτροπή δήλωσε ότι είχε ζητήσει από τον καταγγέλλοντα να ξαναγράψει τους όρους αναφοράς και να υποβάλει λεπτομερή έκθεση αποστολής έως τις 22 Ιανουαρίου 2004. Η Επιτροπή επισήμανε ότι η διεξαγωγή συναντήσεων και η υποβολή σχετικών εκθέσεων είναι αναγκαίες και αποτελούν αδιαμφισβήτητο καθήκον κάθε προσώπου που εκτελεί αποστολή στο πλαίσιο σύμβασης. Εάν η ποιότητα των εργασιών του αναδόχου ήταν καλή, η Επιτροπή ασφαλώς δεν θα είχε ζητήσει λεπτομερή έκθεση αποστολής.

2.5 Απαντώντας στο αίτημα του Διαμεσολαβητή να ενημερωθεί σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση όσον αφορά το εκκρεμές τιμολόγιο ύψους 9 478 ευρώ από τη Ζ και τις προοπτικές πληρωμής του, η Επιτροπή επανέλαβε όσα είχε δηλώσει στην πρώτη γνώμη της: Η Z είχε αποστείλει το τελευταίο της τιμολόγιο στην Επιτροπή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, πράγμα που δεν έγινε δεκτό. Η Επιτροπή είχε ζητήσει από τον Z στις 20 Δεκεμβρίου 2004 να αποστείλει επίσημο τιμολόγιο με κανονικό ταχυδρομείο, αλλά το τιμολόγιο αυτό δεν είχε ακόμη παραληφθεί.

2.6 Ως εκ τούτου, στην παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής - όπως επισημάνθηκε ήδη στο σημείο 1.6 ανωτέρω - πρέπει να επαληθεύσει κατά πόσον η Επιτροπή έχει παράσχει συνεκτική και εύλογη περιγραφή της νομικής βάσης για τις ενέργειές της και για ποιον λόγο πιστεύει ότι η άποψή του σχετικά με τη συμβατική θέση όσον αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της έναντι του αντισυμβαλλομένου Ζ είναι δικαιολογημένη.

2.7 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το αντικείμενο της σύμβασης μεταξύ του Ζ και της Επιτροπής ήταν η «Προετοιμασία των όρων εντολής για το πρόγραμμα περιφερειακής δράσης CARDIS 2003 «Πρόγραμμα στήριξης των κοινωνικών ιδρυμάτων». Οι εμπειρογνώμονες για την εκτέλεση αυτού του καθήκοντος ήταν οι εξής: i) τον καταγγέλλοντα ως επικεφαλής ομάδας· ii) εμπειρογνώμονας στη μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής προστασίας· και iii) τοπικοί εμπειρογνώμονες. Το χρονοδιάγραμμα πληρωμών προέβλεπε ότι η Επιτροπή έπρεπε να καταβάλει προκαταβολή ύψους 60 % ,, ήτοι 38 997 ευρώ, κατά την έναρξη της σύμβασης, και ότι «[τ]ο υπόλοιπο [ήταν] ληξιπρόθεσμο εντός 60 ημερών από την παραλαβή του τελικού τιμολογίου με τον κατάλογο των δικαιολογητικών εγγράφων και μετά την έγκριση της τελικής έκθεσης». Η καταγγελία του καταγγέλλοντος αφορά αυτή την εικαζόμενη καθυστέρηση στην πληρωμή του υπολοίπου.

2.8 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το σημείο 5 («Υποβολή εκθέσεων») της συγγραφής υποχρεώσεων της σύμβασης προέβλεπε ότι «οι εμπειρογνώμονες θα εκπονήσουν ένα πρώτο σχέδιο της συγγραφής υποχρεώσεων του έργου πριν από τις 17 Οκτωβρίου 2003 και θα αποστείλουν ηλεκτρονική έκδοση, στην αγγλική γλώσσα, στον διαχειριστή του έργου της ΕΚ. Η τελική έκδοση, επίσης ηλεκτρονικά, πρέπει να υποβληθεί το αργότερο στις 24 Οκτωβρίου 2003»(η υπογράμμιση προστέθηκε). Σύμφωνα με τη σύμβασή του με τον Y, ο καταγγέλλων ήταν ο σύμβουλος που ήταν επιφορτισμένος με την παροχή των υπηρεσιών που ζητούσαν οι όροι εντολής της σύμβασης μεταξύ της Επιτροπής και του Z, και του διαβιβάστηκε αντίγραφο των εν λόγω όρων εντολής υπό τη μορφή του παραρτήματος Γ της σύμβασής του με τον Y.

2.9 Όσον αφορά την εκτέλεση της συμβάσεως που συνήφθη μεταξύ της Επιτροπής και της Ζ, ήτοι την υποβολή των όρων εντολής από την Ζ στην Επιτροπή και την εκκρεμή πληρωμή του λογαριασμού της Ζ από την Επιτροπή, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η χρονολογική σειρά των πραγματικών περιστατικών έχει ως εξής:

Στις 16 Οκτωβρίου 2003, πραγματοποιήθηκε στο Στρασβούργο συνάντηση σχετικά με το σχέδιο στο οποίο συμμετείχε ο καταγγέλλων μαζί με τους άλλους εμπειρογνώμονες. Το πρώτο σχέδιο εντολής απεστάλη στην Επιτροπή από τον Z στις 9 Ιανουαρίου 2004. Επειδή η Επιτροπή δεν ήταν ικανοποιημένη με την ποιότητά τους, αποφάσισε να οργανώσει δεύτερη συνάντηση με τον καταγγέλλοντα στις 13 Ιανουαρίου 2004 προκειμένου να εξηγήσει στον καταγγέλλοντα πώς να προχωρήσει περαιτέρω. Στις 19 Ιανουαρίου 2004, ο αρμόδιος υπάλληλος της Επιτροπής απέστειλε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στον Z, αναφερόμενος στη συνάντηση της 13ης Ιανουαρίου 2004 και εκφράζοντας την ελπίδα ότι η ομάδα εμπειρογνωμόνων με επικεφαλής τον καταγγέλλοντα θα παραδώσει ένα τελικό προϊόν υψηλής ποιότητας. Στις 26 Ιανουαρίου 2004, απέστειλε νέο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στον Z, αναφέροντας εκ νέου την πολύ κακή ποιότητα του σχεδίου εντολής και καθορίζοντας νέα προθεσμία έως τις 31 Ιανουαρίου 2004 για την υποβολή της τελικής εντολής. Στις 3 Φεβρουαρίου 2004, αφού δεν έλαβε καμία απάντηση από τον καταγγέλλοντα, ο υπάλληλος της Επιτροπής απέστειλε νέο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στον Ζ αναφέροντας το ενδεχόμενο καταγγελίας της σύμβασης λόγω της μη τήρησης των όρων εντολής της σύμβασης και της ανεπαρκούς ποιότητας της έκθεσης που υπέβαλε ο καταγγέλλων.

Σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 9ης Φεβρουαρίου 2004 προς τον αρμόδιο υπάλληλο της Επιτροπής, ο Z δήλωσε ότι ο καταγγέλλων είχε αποστείλει νέα έκδοση των όρων αναφοράς στον Y. Ο Y θεωρούσε ότι η ποιότητα της νέας έκδοσης δεν ήταν αρκετά καλή ώστε να διαβιβαστεί στην Επιτροπή και, ως εκ τούτου, είχε ζητήσει από έναν γερμανό εμπειρογνώμονα, ειδικευμένο στην κοινωνική ασφάλιση, να τους αναθεωρήσει και να τους υποβάλει έως τις 11 Φεβρουαρίου 2004 (7). Ως εκ τούτου, ο Z ζήτησε νέα προθεσμία. Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 11ης Φεβρουαρίου 2004, ο υπάλληλος της Επιτροπής απάντησε ότι κανένας νέος εμπειρογνώμονας δεν μπορούσε να προσληφθεί χωρίς την προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής.

Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 11ης Φεβρουαρίου 2004, ο Z διαβίβασε την αναθεωρημένη συγγραφή υποχρεώσεων στον αρμόδιο υπάλληλο της Επιτροπής. Στην απάντησή του της 20ής Φεβρουαρίου 2004, ο τελευταίος επισήμανε ότι το έγγραφο ήταν πολύ πιο κοντά στην απαιτούμενη ποιότητα. Ωστόσο, ενημέρωσε τον Z ότι, δεδομένης της κακής ποιότητας των εργασιών που πραγματοποιήθηκαν και δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν είχε νέα από τον καταγγέλλοντα μετά τη συνεδρίαση της 13ης Ιανουαρίου 2004, εξέταζε το ενδεχόμενο να μην εγκρίνει ολόκληρη την καταβολή των τελών του καταγγέλλοντος και να ενημερώσει σχετικά την αρμόδια οικονομική μονάδα. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στους γενικούς όρους των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών της EuropeAid.

Στις 2 Απριλίου 2004, ο Z απέστειλε στην Επιτροπή τελικό τιμολόγιο ύψους 25 978 ευρώ (ήτοι 64 975 ευρώ (8) μείον 38 997 ευρώ που είχαν ήδη καταβληθεί κατά την έναρξη της συμβάσεως). Κατόπιν συναντήσεως με τον συντονιστή της Z στις 6 Ιουλίου 2004, κατά την οποία η Επιτροπή επανέλαβε την πρόθεσή της να μην καταβάλει ολόκληρο το ποσό του τιμολογίου λόγω των κακών επιδόσεων και των καθυστερήσεων που σημειώθηκαν, η Z συμφώνησε να αποστείλει νέο τιμολόγιο. Με έγγραφο της 2ας Νοεμβρίου 2004, η Z ζήτησε συγγνώμη για την έλλειψη ανατροφοδότησης και για το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της συνάντησης της 6ης Ιουλίου 2004 και της αντίδρασής της. Ο Z εξήγησε ότι ο συντονιστής της κοινοπραξίας είχε αποχωρήσει τον Σεπτέμβριο του 2004 και ότι η παράδοση των εργασιών στον διάδοχο του συντονιστή διήρκεσε περισσότερο από το αναμενόμενο. Ως εκ τούτου, πρότεινε συνάντηση με τον συντονιστή της νέας κοινοπραξίας. Στις 15 Δεκεμβρίου 2004, ο Z απέστειλε νέο τιμολόγιο ύψους 9 478 ευρώ (ήτοι 48 475 ευρώ μείον 38 997 ευρώ που είχαν ήδη καταβληθεί) και ζήτησε εκ νέου συγγνώμη για την ταλαιπωρία που προκάλεσε η καθυστέρηση. Ωστόσο, στην απάντησή του της 20ής Δεκεμβρίου 2004, ο υπάλληλος της Επιτροπής ζήτησε να υποβληθεί επισήμως η αίτηση στην ομάδα οικονομικών σύμφωνα με τους κανόνες. Στη γνώμη που διατύπωσε στις 30 Μαρτίου 2005 σχετικά με την καταγγελία, η Επιτροπή δήλωσε ότι θα διεκπεραίωνε την τελική πληρωμή μετά την παραλαβή του διορθωμένου τιμολογίου. Στη συμπληρωματική γνώμη που εξέδωσε στις 7 Δεκεμβρίου 2005, η Επιτροπή ανέφερε ότι το τιμολόγιο αυτό δεν είχε ακόμη παραληφθεί.

Όσον αφορά τις εικαζόμενες καθυστερήσεις σχετικά με την πληρωμή του λογαριασμού του καταγγέλλοντος

2.10 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος είναι ότι υπήρξε άσκοπη καθυστέρηση στην απόφαση σχετικά με την πληρωμή του λογαριασμού του, διότι η Επιτροπή δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της έναντι του αντισυμβαλλομένου της Ζ. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί λογικό να υποτεθεί ότι οποιαδήποτε υποχρέωση της Επιτροπής να πληρώσει για τις υπηρεσίες του καταγγέλλοντος προϋπέθετε την υποβολή τιμολογίου (που καλύπτει τις εν λόγω υπηρεσίες) από τον Ζ στην Επιτροπή. Συναφώς, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο Z απέστειλε τελικό τιμολόγιο στην Επιτροπή στις 2 Απριλίου 2004 και ότι παρήλθαν τρεις μήνες προτού η Επιτροπή διοργανώσει τη συνεδρίαση της 6ης Ιουλίου 2004. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για την καθυστέρηση αυτή, αλλά επισήμανε επίσης ότι σημαντικό μέρος της συνολικής καθυστέρησης οφειλόταν στην έλλειψη ανατροφοδότησης από τον Z για σχεδόν τέσσερις μήνες (9). Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή όφειλε να απαντήσει ταχύτερα στο τιμολόγιο που απεστάλη στις 2 Απριλίου 2004. Ωστόσο, η εξέταση του εν λόγω τιμολογίου θα απαιτούσε την υποβολή του τιμολογίου σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες. Ωστόσο, η Επιτροπή υποστήριξε ότι αυτό δεν συνέβαινε και η Z δεν φαίνεται να αμφισβήτησε το γεγονός αυτό. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι ο Z δεν φαίνεται να αντέδρασε στο αίτημα της Επιτροπής της 20ής Δεκεμβρίου 2004 για υποβολή νέου τιμολογίου. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι, τον Δεκέμβριο του 2005, όταν η Επιτροπή υπέβαλε τη συμπληρωματική γνώμη της, ο Z δεν είχε ακόμη υποβάλει επίσημο τιμολόγιο.

2.11 Όσον αφορά την υποβολή του τελευταίου τιμολογίου της Ζ της 15ης Δεκεμβρίου 2004 (ύψους 9 478 ευρώ), ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε λεπτομερώς ποιες ήταν οι αντιρρήσεις της σχετικά με το εν λόγω τιμολόγιο. Όσον αφορά τις τυπικές πτυχές, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το σημείο 5 «Πρόγραμμα πληρωμών» της επιστολής σύμβασης αριθ. 2003/72193 μεταξύ της Επιτροπής και του Z προέβλεπε ότι οι αιτήσεις πληρωμής έπρεπε να υποβάλλονται στο δημοσιονομικό τμήμα. Συναφώς, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το τελευταίο τιμολόγιο της Z (το οποίο επισυνάφθηκε στο ηλεκτρονικό μήνυμα της Z της 15ης Δεκεμβρίου 2004) δεν διαβιβάστηκε στην οικονομική υπηρεσία, αλλά στον υπεύθυνο του σχεδίου της Επιτροπής. Όσον αφορά τη δήλωση της Επιτροπής ότι το τιμολόγιο είχε αποσταλεί μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το σημείο 7 της συμβατικής επιστολής ανέφερε σαφώς την ταχυδρομική διεύθυνση στην οποία έπρεπε να αποσταλούν οι αιτήσεις πληρωμής. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι από τη σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία της 15ης και 20ής Δεκεμβρίου 2004 μεταξύ του Z και της Επιτροπής προκύπτει ότι οι αιτιάσεις της Επιτροπής δεν περιορίζονταν σε τυπικές πτυχές, αλλά αφορούσαν επίσης την ουσία (10). Φαίνεται, ωστόσο, ότι το ζήτημα αυτό αφορά πρωτίστως τη σχέση μεταξύ του Z και της Επιτροπής.

2.12 Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι η Επιτροπή έχει παράσχει συνεκτική και εύλογη περιγραφή της νομικής βάσης για τη θέση της όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

Όσον αφορά την απαίτηση υποβολής έκθεσης αποστολής

2.13 Όσον αφορά τον πρόσθετο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι, σε αντίθεση με ό,τι είχε προβλεφθεί, ο αρμόδιος υπάλληλος της Επιτροπής απαίτησε την υποβολή λεπτομερούς έκθεσης αποστολής και τη διεξαγωγή δεύτερης ενημέρωσης, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το σημείο 4 («Τοποθεσία και διάρκεια») των όρων εντολής της σύμβασης προέβλεπε ότι «προβλέπεται να πραγματοποιηθεί ενημέρωση και ενημέρωση με τον επικεφαλής εμπειρογνώμονα [δηλαδή τον καταγγέλλοντα] και τον διαχειριστή έργου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και έναν εκπρόσωπο του Συμβουλίου της Ευρώπης [Συμβούλιο της Ευρώπης] είτε στις Βρυξέλλες είτε στο Στρασβούργο». Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η διατύπωση αυτή, ιδίως δεδομένου ότι αναφέρεται σε «προγραμματισμένη», δεν φαίνεται να επιβάλλει με απόλυτους όρους τη διεξαγωγή μίας μόνο ενημέρωσης και μίας ενημέρωσης. Η διατύπωση φαίνεται μάλλον να αναφέρεται στην κανονική κατάσταση στην οποία η σύμβαση θα εκτελεστεί όπως προβλέπεται. Στην παρούσα υπόθεση, ωστόσο, όπου η Επιτροπή είχε σοβαρές επιφυλάξεις όσον αφορά την ποιότητα και τη σαφήνεια του υποβληθέντος σχεδίου εντολής, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η ανωτέρω διατύπωση δεν φαίνεται να εμποδίζει την Επιτροπή να ζητήσει από τον καταγγέλλοντα να παραστεί σε δεύτερη συνεδρίαση (ενημέρωση) στις 13 Ιανουαρίου 2004, προκειμένου να εξηγήσει τις ανησυχίες του όσον αφορά την επιθυμητή ποιότητα του σχεδίου εντολής.

2.14 Όσον αφορά την απαιτούμενη υποβολή λεπτομερούς έκθεσης αποστολής έως τις 22 Ιανουαρίου 2004, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το άρθρο 24 των γενικών όρων των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών EuropeAid προβλέπει ότι «ο σύμβουλος [δηλαδή ο Z] παρέχει στον διαχειριστή έργου τις πληροφορίες που αφορούν τις υπηρεσίες και το έργο, τις οποίες ο διαχειριστής έργου μπορεί ανά πάσα στιγμή να ζητήσει». Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, δεδομένων ιδίως των προβλημάτων με την ποιότητα του υποβληθέντος πρώτου σχεδίου εντολής, η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να ζητήσει μια τέτοια λεπτομερή έκθεση αποστολής.

2.15 Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή έχει παράσχει συνεκτική και εύλογη περιγραφή της νομικής βάσης για την απαιτούμενη υποβολή λεπτομερούς έκθεσης αποστολής και τη διεξαγωγή δεύτερης ενημέρωσης.

2.16 Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, δεν διαπιστώθηκε καμία περίπτωση κακοδιοίκησης εκ μέρους της Επιτροπής.

3 Η υποτιθέμενη αμαύρωση του ονόματος και της τιμής του καταγγέλλοντος

3.1 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το όνομα και η τιμή του είχαν αμαυρωθεί στην υπόθεση αυτή.

3.2 Στη συμπληρωματική γνώμη της, η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι ο καταγγέλλων προσβλήθηκε από το γεγονός ότι δεν μπορούσε να αποδεχθεί το έργο που παρήγαγε, αλλά τόνισε ότι δεν είχε ποτέ την πρόθεση να αμαυρώσει το όνομα και την τιμή του καταγγέλλοντος.

3.3 Στις συμπληρωματικές παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι θα ήταν απρόθυμος να δώσει το όνομά του για νέα έργα στον τομέα του, καθώς δεν επιθυμούσε να διακινδυνεύσει την απόρριψη των έργων απλώς και μόνο επειδή το όνομά του περιλαμβανόταν στον κατάλογο των εμπειρογνωμόνων. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι τα συμφέροντά του είχαν θιγεί.

3.4 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι οι παρατηρήσεις της Επιτροπής ενδέχεται να αντανακλούν τη φήμη του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, φαίνεται ότι οι παρατηρήσεις αυτές δεν δημοσιοποιήθηκαν. Επίσης, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή είχε την πρόθεση να αμαυρώσει την εικόνα του καταγγέλλοντος. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει από το ηλεκτρονικό μήνυμα του Z της 9ης Φεβρουαρίου 2004 προς την Επιτροπή (11), ότι ο ίδιος ο Y είχε εκφράσει την άποψη ότι το σχέδιο εντολής που υπέβαλε ο καταγγέλλων δεν ήταν επαρκούς ποιότητας ώστε να διαβιβαστεί στην Επιτροπή. Ως εκ τούτου, βάσει αυτών των εκτιμήσεων, δεν μπορεί να διαπιστωθεί περίπτωση κακοδιοίκησης όσον αφορά την εν λόγω πτυχή της υπόθεσης.

4 Η εικαζόμενη πίεση που ασκείται στον καταγγέλλοντα

4.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι είχε υποστεί πιέσεις, δεδομένου ότι πληροφορήθηκε από τον Υ ότι ο αρμόδιος υπάλληλος της Επιτροπής, τον οποίο προσδιόρισε ο καταγγέλλων, πρότεινε στον Ζ να του καταβάλει το 20 % των αμοιβών του, χωρίς να αναφέρει τους λόγους, αλλά ότι, αφού άκουσε για την καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, είχε θέσει ως προϋπόθεση για την προσφορά την απόσυρση της καταγγελίας από τον καταγγέλλοντα.

4.2 Στη συμπληρωματική γνώμη της, η Επιτροπή απέρριψε κατηγορηματικά τις σοβαρές κατηγορίες που διατύπωσε ο καταγγέλλων. Η Επιτροπή δήλωσε ότι η Επιτροπή και ο αντισυμβαλλόμενός της εξέτασαν το ενδεχόμενο μείωσης της τελικής πληρωμής, διότι ο αντισυμβαλλόμενος αποδέχθηκε ότι οι εργασίες δεν παραδόθηκαν εγκαίρως. Η Επιτροπή δεν ήταν ενήμερη για τις ενδεχόμενες επιπτώσεις αυτής της συμφωνίας για τον καταγγέλλοντα. Εάν υπήρχαν επιπτώσεις, αυτό δεν θα ήταν ένα θέμα στο οποίο η Επιτροπή θα είχε οποιοδήποτε δικαίωμα παρέμβασης. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι ο αντισυμβαλλόμενός της ήταν ο Z και όχι ο καταγγέλλων.

4.3 Στις συμπληρωματικές παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν γνώριζε συμφωνία μεταξύ της Επιτροπής και του αναδόχου σχετικά με μείωση της τελικής πληρωμής. Όσον αφορά την υποτιθέμενη πίεση, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η Επιτροπή είχε προτείνει προφορικά να αποσύρει την καταγγελία του.

4.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος, εάν τεκμηριωθεί, είναι πολύ σοβαρός και ότι ο Διαμεσολαβητής θα διερευνήσει διεξοδικά έναν τέτοιο ισχυρισμό. Ωστόσο, στις συμπληρωματικές παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων φάνηκε να αποδυναμώνει τον ισχυρισμό του δηλώνοντας ότι «προφορικά από την πλευρά της Επιτροπής προτάθηκε να αποσύρω την καταγγελία μου. Το βίωσα αυτό ως πίεση (12)». Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων παρέμεινε ασαφής σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό και δεν παρείχε συγκεκριμένα υποστηρικτικά στοιχεία. Για παράδειγμα, δεν ανέφερε την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή επρόκειτο να υποβάλει την εν λόγω πρόταση. Φαίνεται επίσης ότι ο ισχυρισμός βασίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία που ελήφθησαν από την Y και όχι στην άμεση εμπειρία του καταγγέλλοντος με την Επιτροπή. Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό.

5 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Η αρχική καταγγελία που υποβλήθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2004 αφορούσε δύο σημεία, και συγκεκριμένα i) την εικαζόμενη παράλειψη απάντησης στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 24ης Αυγούστου 2004 προς τον Επίτροπο Nielson· Ωστόσο, έχοντας λάβει εν τω μεταξύ από το Γραφείο EuropeAid την απάντηση - με ημερομηνία 12 Νοεμβρίου 2004 - στην επιστολή του προς τον Επίτροπο Nielson, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον Διαμεσολαβητή στις 26 Νοεμβρίου 2004, για να τον ευχαριστήσει και να εμμείνει μόνο στον δεύτερο ισχυρισμό.

(2) Οι «όροι αναφοράς» έπρεπε να καταρτιστούν στο πλαίσιο της σύμβασης και αποτελούσαν την υπηρεσία που έπρεπε να παρασχεθεί, ενώ οι «όροι αναφοράς» ήταν οι όροι που ίσχυαν για τη σύμβαση.

(3) Η ελαφρά διαφορά των 20 ευρώ φαίνεται να οφείλεται σε λάθος της εταιρείας, δεδομένου ότι τα αρχικώς συμφωνηθέντα τέλη ανέρχονταν σε 64 995 ευρώ, αντί για 64 975 ευρώ.

(4) Οι διατάξεις σχετικά με την πληρωμή του καταγγέλλοντος παρατίθενται στο σημείο 6 («Αποδοχές») και στο σημείο 8 («Πληρωμές») της σύμβασής του με τον Y.

(5) Βλέπε ετήσια έκθεση 1997, σ. 22 και επόμενες.

(6) Οι «όροι αναφοράς» έπρεπε να καταρτιστούν στο πλαίσιο της σύμβασης και αποτελούσαν την υπηρεσία που έπρεπε να παρασχεθεί, ενώ οι «όροι αναφοράς» ήταν οι όροι που ίσχυαν για τη σύμβαση.

(7) Το αρχικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη γαλλική γλώσσα της 9ης Φεβρουαρίου 2004 έχει ως εξής: "Il [le plaignant] a, en effet, envoyé une nouvelle version révisée à la fin de ce WE à Y mais ceux-ci ont jugé que la qualité de ses termes de référence n'était pas suffisante pour vous la transmettre. Ils ont donc demandé à un expert allemand spécialisé en sécurité sociale et ayant une bonne connaissance des Balkans de les réviser à nouveau. Cet expert s'est engagé à nous les soumettre pour le mercredi 11 février [2004]".

(8) Η ελαφρά διαφορά των 20 ευρώ φαίνεται να οφείλεται σε λάθος της εταιρείας, δεδομένου ότι τα αρχικώς συμφωνηθέντα τέλη ανέρχονταν σε 64 995 ευρώ, αντί για 64 975 ευρώ.

(9) Συναφώς, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Z πράγματι ζήτησε δύο φορές συγγνώμη, ήτοι, στις γραπτές ανακοινώσεις της 2ας Νοεμβρίου 2004 και της 15ης Δεκεμβρίου 2004, για την έλλειψη ανατροφοδότησης μετά τη συνεδρίαση της 6ης Ιουλίου 2004 και την καθυστέρηση στην αντίδρασή της. Στην επιστολή της 2ας Νοεμβρίου 2004, η Z εξήγησε ότι ο συντονιστής της κοινοπραξίας είχε αποχωρήσει στα μέσα Σεπτεμβρίου 2004 και ότι η παράδοση αυτού του συντονισμού είχε διαρκέσει περισσότερο από το αναμενόμενο.

(10) Στο ηλεκτρονικό μήνυμά του της 15ης Δεκεμβρίου 2004 προς την Επιτροπή, ο Ζ έγραψε: «Θα σας παρακαλούσαμε να αποδεχθείτε την έκδοση του συνημμένου τελικού τιμολογίου σχετικά με το προαναφερόμενο έργο» και πρόσθεσε: «Ελπίζουμε ότι η πρότασή μας θα γίνει αποδεκτή». Στην απάντησή του της 20ής Δεκεμβρίου 2004, ο Υπεύθυνος Συντονιστής της Επιτροπής δήλωσε τα εξής: «Θα ήθελα να σας ενημερώσω ότι στο παρόν στάδιο δεν είμαι σε θέση να σας παράσχω κανενός είδους συμφωνία με τη μορφή που προτείνατε για τους ακόλουθους λόγους: Ουδέποτε έλαβα επίσημη πρόταση από την [L]· πράγματι, συναντηθήκαμε τον Ιούνιο του 2004, όταν συζητήσαμε αυτά τα θέματα, αλλά δεν έλαβα ποτέ κανενός είδους ανατροφοδότηση σχετικά με οποιαδήποτε συζήτηση για την έκβαση αυτού του ζητήματος. Η πρώτη αντίδραση μετά τη συνάντηση αυτή ήταν η επιστολή [του καταγγέλλοντος] απευθείας στον Επίτροπο Nielson (...) Μέχρι να λάβω πρόσθετες πληροφορίες, δεν βλέπω κανένα λόγο να αλλάξω την εκτίμησή μου όσον αφορά την ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται από την ομάδα έργου και από τον επικεφαλής της ομάδας (...)».

(11) Το πρωτότυπο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη γαλλική γλώσσα της 9ης Φεβρουαρίου 2004 παρατίθεται στην υποσημείωση 7 ανωτέρω.

(12) Στο ολλανδικό πρωτότυπο: "Mondeling werd zijdens the Commissie voorgesteld dat ik mijn klacht daarop zou intrekken. Ik ervoer dit als druk".

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!