Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 3386/2004/ΒΒ κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 3386/2004/BB - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 20 Δεκεμβρίου 2004 - Απόφαση στις Δευτέρα | 13 Μαρτίου 2006
Στρασβούργο, 13 Μαρτίου 2006
Αξιότιμη κυρία Κ.,
Στις 11 Νοεμβρίου 2004, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τα εντάλματα είσπραξης MII00261, MII01728 και MII01825 (για το ποσό των 17 000 ευρώ), τα οποία απευθύνθηκαν τόσο στην εταιρεία Film après Film όσο και στον καταγγέλλοντα.
Στις 20 Δεκεμβρίου 2004, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 28 Φεβρουαρίου 2005. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 2 Μαΐου 2005.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Ζητώ συγγνώμη για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για να ολοκληρώσω τις έρευνές μου.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Ο καταγγέλλων είναι σκηνοθέτης ο οποίος καταγγέλλει για λογαριασμό ιδιωτικής εταιρείας με την επωνυμία «Film après Film». Το 1996, η Επιτροπή δημοσίευσε πρόσκληση υποβολής προτάσεων 6/96 στο πλαίσιο του αναπτυξιακού προγράμματος MEDIA. Ο καταγγέλλων υπέβαλε πρόταση έργου για λογαριασμό της εταιρείας Film après Film για μια ταινία ντοκιμαντέρ με τίτλο «Le nuage d'automne est fuyant plus fuyant encore» στο πλαίσιο της προαναφερθείσας πρόσκλησης υποβολής προτάσεων. Αυτή η μεγάλου μήκους ταινία ντοκιμαντέρ επρόκειτο να αποτυπώσει την ιστορία μιας νεαρής Κινέζας ηθοποιού που είχε φύγει από την Κίνα για να γίνει ηθοποιός στο Παρίσι, επειδή οι γονείς της, πρώην ηθοποιοί της Όπερας του Πεκίνου, είχαν φυλακιστεί κατά τη διάρκεια οκτώ ετών κατά τη διάρκεια της εκστρατείας επανεκπαίδευσης του Μάο.
Η πρόταση έργου του καταγγέλλοντος έγινε δεκτή. Στις 28 Απριλίου 1997, υπέγραψε για λογαριασμό της Film après Film σύμβαση με την Επιτροπή στο πλαίσιο του προγράμματος MEDIA Development Programme. Σύμφωνα με την εν λόγω σύμβαση αριθ. 9606DE10169FR, η Επιτροπή χορήγησε στον καταγγέλλοντα δάνειο ύψους 17 000 ECU (1). Σύμφωνα με τη ρήτρα 2.1 στοιχείο α) των γενικών όρων της σύμβασης, ο καταγγέλλων ήταν υποχρεωμένος να αποπληρώσει το πρώτο 25 % του δανείου 12 μήνες από την ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης. Στις 2 Ιουνίου 1998, κατόπιν αιτήματος του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή παρέτεινε την προθεσμία αποπληρωμής του πρώτου 25 % του δανείου MEDIA Development. Στις 18 Αυγούστου 1999, δεδομένου ότι η εταιρεία δεν είχε προβλέψει ετήσιο επικαιροποιημένο πακέτο, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι επιφυλάσσεται του δικαιώματος να καταγγείλει τη σύμβαση δανείου και να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση του ποσού των 16 900 ευρώ. Το 2000, η Επιτροπή απέστειλε τρία εντάλματα είσπραξης (MII-00261 για 4 050 ευρώ, MII-01728 για 4 250 ευρώ και MII-01825 για 4 250 ευρώ στον καταγγέλλοντα. Στις 31 Ιανουαρίου 2004, απεστάλη στον καταγγέλλοντα το χρεωστικό σημείωμα αριθ. 3240508573 ύψους 16 800 ευρώ.
Στις 26 Μαρτίου 2004, η καταγγέλλουσα απέστειλε επιστολή στη ΓΔ Προϋπολογισμού της Επιτροπής ζητώντας από την Επιτροπή να παραιτηθεί από την οφειλή, καθώς η εταιρεία της δεν ήταν σε θέση να εξοφλήσει την οφειλή αυτή λόγω της επισφαλούς οικονομικής της κατάστασης. Το αίτημά της δεν έγινε δεκτό.
Στις 11 Νοεμβρίου 2004, η καταγγέλλουσα υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή ισχυριζόμενη ότι η Επιτροπή κακώς αρνήθηκε να παραιτηθεί από το προαναφερθέν χρέος της εταιρείας της.
Στην καταγγελία της, η καταγγέλλουσα εξήγησε ότι 17 000 ευρώ που έλαβε από το πρόγραμμα MEDIA Development της επέτρεψαν να συμμετάσχει σε φόρουμ που διοργανώθηκε στο Άμστερνταμ, να κάνει pitching στη Βαρκελώνη και να κινηματογραφήσει στο Πεκίνο, προκειμένου να λάβει αποδείξεις ότι οι γονείς της νεαρής Κινέζας ηθοποιού θα δέχονταν να αποκαλύψουν ιστορίες του χρόνου τους στη φυλακή. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής της στο Πεκίνο απέκτησε 22 κασέτες των 40' και ένα απόσπασμα ταινίας των 5'. Επιπλέον, είχε αποστείλει διάφορα αρχεία στα γαλλικά τηλεοπτικά κανάλια και είχε υποβάλει αίτηση για οικονομική ενίσχυση από το CNC (Centre national de la cinématographie). Ωστόσο, δεν μπόρεσε να βρει διανομέα ή συμπαραγωγό. Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, είχε αναλάβει όλα όσα μπορούσε με το δάνειο από το πρόγραμμα MEDIA Development.
Η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι δεν είχε άλλα μέσα για να εξοφλήσει το χρέος της εταιρείας της εκτός από την παροχή στην Επιτροπή των κασετών και του αποσπάσματος της ταινίας.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε συνοπτικά τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Στο πλαίσιο της θέσπισης του προγράμματος MEDIA Development χορηγήθηκε δάνειο ύψους 17 000 Ecu στην εταιρεία Film après Film που εκπροσωπείται από τον καταγγέλλοντα για την ανάπτυξη ενός οπτικοακουστικού σχεδίου με τίτλο "Le nuage d'automne est fuyant plus fuyant encore". Σύμφωνα με τη σύμβαση αριθ. 9606DE10169FR που υπεγράφη στις 28 Απριλίου 1997, ο καταγγέλλων έλαβε 8 500 ECU στις 21 Μαΐου 1997 κατά την υπογραφή της συμφωνίας και άλλα 8 500 ECU στις 20 Αυγούστου 1997 μετά την έγκριση της ενδιάμεσης έκθεσης.
Σύμφωνα με τη σύμβαση και τα παραρτήματά της, η Επιτροπή δάνεισε στην Film après Film άτοκο δάνειο ανώτατου ύψους 17 000 Ecu ή 50 % των πραγματικών δαπανών για την ανάπτυξη του σχεδίου. Το δάνειο επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί από την Film après Film αποκλειστικά, αποκλειστικά και άμεσα για την κάλυψη των κατάλληλων δαπανών ανάπτυξης του έργου ως οπτικοακουστικού έργου σύμφωνα με τη σύμβαση και βάσει του συνημμένου προϋπολογισμού ανάπτυξης.
Σύμφωνα με τη ρήτρα 2.2 του παραρτήματος Ι της προαναφερθείσας σύμβασης, η αποπληρωμή του δανείου στην Επιτροπή έπρεπε να πραγματοποιηθεί ως εξής:
25 % (4 250 Ecu) 12 μήνες από την ημερομηνία της πρώτης δόσης (21 Μαΐου 1998)·
25 % (4 250 Ecu) 24 μήνες από την ημερομηνία της πρώτης δόσης (21 Μαΐου 1999)·
και τα εκκρεμή ποσά το αργότερο τρεις μήνες μετά την πρώτη ημέρα της κύριας φωτογραφίας του οπτικοακουστικού έργου.
Αφού έλαβε την πρώτη διαταγή επιστροφής του ποσού των 4 050 ευρώ (MII00261), ο καταγγέλλων ζήτησε την αναβολή της επιστροφής της πρώτης πληρωμής, η οποία έγινε δεκτή από την Επιτροπή. Μετά την απόφαση αυτή, η πρώτη πληρωμή έπρεπε να είχε επιστραφεί το αργότερο στις 21 Νοεμβρίου 1998. Ωστόσο, ο καταγγέλλων προέβη στις 20 Ιανουαρίου 1999 και στις 22 Οκτωβρίου 1999 σε δύο μόνο τμηματικές επιστροφές ύψους 100 ευρώ η καθεμία.
Στις 25 Απριλίου 2000, η Επιτροπή απέστειλε στον καταγγέλλοντα δεύτερη διαταγή επιστροφής 4 250 ευρώ (MII01728) και υπενθύμισε στον καταγγέλλοντα ότι το ποσό των 4 050 ευρώ της πρώτης πληρωμής παρέμενε ανεξόφλητο. Η Επιτροπή υπογράμμισε στον καταγγέλλοντα ότι όλα τα υπόλοιπα ποσά πρέπει να καταβληθούν πριν από τις 28 Απριλίου 2000.
Δεδομένου ότι δεν πραγματοποιήθηκαν πρόσθετες επιστροφές, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα στις 23 Ιουνίου 2000 ότι είχε αποφασίσει να τερματίσει τη συμφωνία και να απαιτήσει, βάσει της ρήτρας 2.3 i των γενικών όρων, την άμεση επιστροφή του υπόλοιπου ποσού στο σύνολό του. Ο καταγγέλλων θα έπρεπε να είχε καταβάλει 16 800 ευρώ που αντιστοιχούν στο χρηματικό ποσό που δάνεισε η Επιτροπή μείον 200 ευρώ που έχει ήδη καταβάλει ο καταγγέλλων. Μια τρίτη διαταγή επιστροφής (MII01825) για το ποσό των 8 500 ευρώ απευθύνθηκε στον καταγγέλλοντα.
Το σύνολο του προς ανάκτηση ποσού, ήτοι 16 800 ευρώ, καταχωρίστηκε στο λογιστικό σύστημα της Επιτροπής με αριθμό SI2.293537 (χρεωστικό σημείωμα αριθ. 3240508573) με καταληκτική ημερομηνία την 15η Φεβρουαρίου 2004, ημερομηνία μετά την οποία οι τόκοι μετά την τιμολόγηση REFI της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας + 1,5 % ετησίως θα μπορούσαν να ζητηθούν από τον καταγγέλλοντα.
Ο καταγγέλλων δεν προέβη σε επιστροφές του ποσού των 16 800 ευρώ.
Η ΓΔ Προϋπολογισμού απέστειλε επιστολή υπενθύμισης στις 8 Απριλίου 2004 και προειδοποιητική επιστολή στις 4 Ιουνίου 2004. Η καταγγέλλουσα αντέδρασε με επιστολή χωρίς ημερομηνία στην οποία παρέπεμψε σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 27ης Απριλίου 2004 στο οποίο περιέγραφε τη δυσχερή οικονομική της κατάσταση και ζήτησε την παραίτηση από την οφειλή. Στις 27 Απριλίου 2004, η Λογιστική Υπηρεσία (ΓΔ Προϋπολογισμού) απάντησε με ηλεκτρονικό μήνυμα εξηγώντας ότι δεν έχει την εξουσία να παραιτηθεί από οφειλή, δεδομένου ότι η αρμοδιότητα αυτή ανήκει εν προκειμένω αποκλειστικά στους διατάκτες της ΓΔ Εκπαίδευσης και Πολιτισμού και της ΓΔ Κοινωνίας της Πληροφορίας από την 1η Ιανουαρίου 2005. Στις 4 Ιουνίου 2004, οι λογιστικές υπηρεσίες απέστειλαν προειδοποιητική επιστολή στην καταγγέλλουσα σχετικά με την οφειλή της ύψους 16 800 ευρώ.
Η καταγγέλλουσα ανέφερε εκ νέου, με επιστολή της 15ης Ιουνίου 2004, ότι δεν είχε τη δυνατότητα να εξοφλήσει την οφειλή και ενημέρωσε την Επιτροπή για την καταγγελία της στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.
Η παραίτηση από την είσπραξη αποτελεί προνόμιο του αρμόδιου διατάκτη και είναι δυνατή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 73 του δημοσιονομικού κανονισμού και στο άρθρο 87 των διατάξεων εφαρμογής του. Οι διατάξεις αυτές προβλέπουν τρεις περιορισμένες και εξαντλητικές περιπτώσεις στις οποίες θα μπορούσε να προβλεφθεί η παραίτηση από την είσπραξη:
- το εκτιμώμενο κόστος της είσπραξης θα υπερέβαινε το ποσό της προς είσπραξη οφειλής και η παραίτηση δεν θα έβλαπτε την εικόνα των Κοινοτήτων·
- η απαίτηση δεν μπορεί να εισπραχθεί λόγω της παλαιότητάς της ή της αφερεγγυότητας του οφειλέτη (για την οποία απαιτείται αποδεδειγμένη εκκαθάριση με επιστολή εκκαθαριστή ή πτώχευσης και/ή διαγραφή από το εμπορικό μητρώο· πτώχευση του οφειλέτη με βεβαίωση του συνδίκου πτώχευσης (στη γαλλική γλώσσα: curateur d'absence d'actifs)·
- η ανάκτηση είναι επιζήμια για την αρχή της αναλογικότητας.
Οι διατάξεις αυτές δεν δημιουργούν δικαίωμα παραίτησης, αλλά αντιθέτως περιορίζουν τις δυνατότητες παραίτησης σε περιστάσεις που δεν συντρέχουν εν προκειμένω.
Στην πραγματικότητα, η εν λόγω εταιρεία εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένη ως ιδιωτική εταιρεία και δεν τελεί ούτε υπό εκκαθάριση ούτε υπό πτώχευση (2). Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η εταιρεία έπαυσε τη δραστηριότητά της στις 20 Μαρτίου 2003. Ωστόσο, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι, σύμφωνα με επιστολή που απέστειλε η καταγγέλλουσα στις 11 Νοεμβρίου 2004, εξακολουθούσε να αναζητεί τηλεοπτικό κανάλι και παραγωγό. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η καταγγέλλουσα επικαλέστηκε σε πολλές περιπτώσεις τις οικονομικές δυσκολίες της χωρίς ποτέ να παράσχει καμία απόδειξη αφερεγγυότητας ή χωρίς να ζητήσει επιμερισμό της οφειλής.
Η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι ο καταγγέλλων δεν εμπίπτει σε καμία από τις προαναφερθείσες κατηγορίες και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν για την Επιτροπή να παραιτηθεί από την οφειλή.
Σύμφωνα με το άρθρο 85 των διατάξεων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού, η Επιτροπή μπορεί να χορηγήσει πρόσθετη προθεσμία πληρωμής μόνο κατόπιν γραπτής αίτησης του οφειλέτη, δεόντως αιτιολογημένης, και υπό την προϋπόθεση ότι ο οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει τόκους και ότι καταθέτει οικονομική εγγύηση για την κάλυψη της οφειλής που εκκρεμεί τόσο ως προς το κεφάλαιο όσο και ως προς τους τόκους.
Η καταγγέλλουσα δεν υπέβαλε τέτοιο αίτημα καταβολής δόσης, αλλά περιορίστηκε να επιβεβαιώσει την αδυναμία επιστροφής.
Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι η καταγγέλλουσα έλαβε απάντηση στην επιστολή της 26ης Μαρτίου 2004 μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και απλού ταχυδρομείου στις 27 Απριλίου 2004. Ο διατάκτης επιβεβαίωσε την οφειλή και οι λογιστικές υπηρεσίες της απέστειλαν προειδοποιητική επιστολή στις 4 Ιουνίου 2004.
Η Επιτροπή έκρινε ότι ενήργησε σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης και ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να απορρίψει την καταγγελία.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΗ καταγγέλλουσα ενέμεινε στην καταγγελία της και υπέβαλε συνοπτικά τις ακόλουθες παρατηρήσεις. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Film après Film διαθέτει οικονομικούς πόρους, ούτε γραφείο, ούτε αυτοκίνητο, ούτε υπολογιστή, ούτε υπαλλήλους ή έργα. Επιπλέον, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι δεν διαθέτει καν επαρκείς οικονομικούς πόρους για να διαγράψει την εταιρεία της από το εμπορικό μητρώο.
Όσον αφορά τις προσπάθειες της καταγγέλλουσας να αποκτήσει άλλον παραγωγό για το σχέδιό της και να επαναλειτουργήσει η Film après Film, επιβεβαιώνει ότι οι προσπάθειες αυτές δεν ήταν επιτυχείς.
Η καταγγέλλουσα εξήγησε ότι ήταν πεπεισμένη ότι το πρόγραμμα MEDIA Development θα της παρείχε την αναγκαία στήριξη για την παραγωγή ταινιών. Κατά την άποψή της, προσπάθησε να επιστρέψει μέρος του ποσού όσο αυτό ήταν ακόμη δυνατό. Ωστόσο, αυτό δεν είναι πλέον δυνατό. Η καταγγέλλουσα πρότεινε ότι θα μπορούσε να εργαστεί χωρίς αμοιβή για το πρόγραμμα MEDIA Development.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Η Επιτροπή κακώς αρνήθηκε να παραιτηθεί από την οφειλή του καταγγέλλοντος1.1 Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή κακώς αρνήθηκε να παραιτηθεί από την οφειλή της. Το 2000, η Επιτροπή απέστειλε στον καταγγέλλοντα τρία εντάλματα είσπραξης: MII-00261 ευρώ, MII-01728 ευρώ και MII-01825 ευρώ. Στις 31 Ιανουαρίου 2004, απεστάλη στον καταγγέλλοντα το χρεωστικό σημείωμα αριθ. 3240508573 ύψους 16 800 ευρώ. Στις 26 Μαρτίου 2004, η καταγγέλλουσα απέστειλε επιστολή στη ΓΔ Προϋπολογισμού της Επιτροπής ζητώντας από την Επιτροπή να παραιτηθεί από το χρέος, καθώς η εταιρεία της δεν ήταν σε θέση να εξοφλήσει το χρέος της λόγω της επισφαλούς οικονομικής της κατάστασης. Το αίτημα απορρίφθηκε.
1.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η παραίτηση από την είσπραξη αποτελεί προνόμιο του αρμόδιου διατάκτη και είναι δυνατή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 73 του δημοσιονομικού κανονισμού και στο άρθρο 87 των διατάξεων εφαρμογής του. Οι διατάξεις αυτές προβλέπουν τρεις περιορισμένες και εξαντλητικές περιπτώσεις στις οποίες θα μπορούσε να προβλεφθεί η παραίτηση από την είσπραξη:
- το εκτιμώμενο κόστος της είσπραξης θα υπερέβαινε το ποσό της προς είσπραξη οφειλής και η παραίτηση δεν θα έβλαπτε την εικόνα των Κοινοτήτων·
- η απαίτηση δεν μπορεί να εισπραχθεί λόγω της παλαιότητάς της ή της αφερεγγυότητας του οφειλέτη (για την οποία απαιτείται αποδεδειγμένη εκκαθάριση με επιστολή εκκαθαριστή ή πτώχευσης και/ή διαγραφή από το εμπορικό μητρώο· πτώχευση του οφειλέτη με βεβαίωση του συνδίκου πτώχευσης (στη γαλλική γλώσσα: curateur d'absence d'actifs)·
- η ανάκτηση είναι επιζήμια για την αρχή της αναλογικότητας.
Οι διατάξεις αυτές δεν δημιουργούν δικαίωμα παραίτησης, αλλά αντιθέτως περιορίζουν τις δυνατότητες παραίτησης σε περιστάσεις που δεν συντρέχουν εν προκειμένω.
1.3 Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η εν λόγω εταιρεία εξακολουθεί στην πραγματικότητα να είναι εγγεγραμμένη ως ιδιωτική εταιρεία και ούτε υπό εκκαθάριση ούτε υπό πτώχευση (3). Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η εταιρεία έπαυσε τη δραστηριότητά της στις 20 Μαρτίου 2003. Ωστόσο, σύμφωνα με επιστολή που απέστειλε η καταγγέλλουσα στις 11 Νοεμβρίου 2004, εξακολουθούσε να αναζητεί τηλεοπτικό κανάλι και παραγωγό. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι η καταγγέλλουσα επικαλέστηκε πολλές φορές τις οικονομικές δυσκολίες της χωρίς ποτέ να παράσχει καμία απόδειξη αφερεγγυότητας ή χωρίς να ζητήσει επιμερισμό της οφειλής. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο καταγγέλλων δεν εμπίπτει σε καμία από τις προαναφερθείσες τρεις κατηγορίες και, ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να παραιτηθεί από την οφειλή.
1.4 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι το άρθρο 73 του δημοσιονομικού κανονισμού (4) προβλέπει ότι:
«Όταν ο αρμόδιος κύριος διατάκτης προτίθεται να παραιτηθεί από την είσπραξη βεβαιωθείσας απαίτησης, μεριμνά ώστε η παραίτηση να είναι κανονική και σύμφωνη με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και της αναλογικότητας, σύμφωνα με τις διαδικασίες και τα κριτήρια που καθορίζονται στους κανόνες εφαρμογής. Η απόφαση παραίτησης πρέπει να είναι αιτιολογημένη.»
Επιπλέον, το άρθρο 87 των διατάξεων εφαρμογής των δημοσιονομικών κανονισμών (5), το οποίο βασίζεται στο άρθρο 73 του δημοσιονομικού κανονισμού, προβλέπει ότι:
«Ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί να παραιτηθεί από την είσπραξη του συνόλου ή μέρους βεβαιωθείσας απαίτησης μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν το προβλεπόμενο κόστος ανάκτησης θα υπερέβαινε το προς ανάκτηση ποσό και η παραίτηση δεν θα έβλαπτε την εικόνα της Κοινότητας·
β) όταν η απαίτηση δεν μπορεί να εισπραχθεί λόγω της παλαιότητάς της ή της αφερεγγυότητας του οφειλέτη·
γ) όταν η ανάκτηση δεν συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας.»
1.5 Ο Διαμεσολαβητής παρατηρεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 87 των διατάξεων εφαρμογής των δημοσιονομικών κανονισμών, η Επιτροπή μπορεί να παραιτηθεί από την είσπραξη οφειλής μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο. Στην παρούσα υπόθεση, η καταγγέλλουσα ζήτησε από την Επιτροπή να παραιτηθεί από το χρέος της εταιρείας της, ουσιαστικά βάσει της προαναφερθείσας διάταξης που αναφέρεται στην «αφερεγγυότητα του οφειλέτη». Η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα, κυρίως επειδή η εταιρεία του καταγγέλλοντος δεν βρισκόταν ούτε σε εκκαθάριση ούτε σε πτώχευση και δεν είχε προσφερθεί από τον καταγγέλλοντα καμία απόδειξη αφερεγγυότητας του οφειλέτη. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε την ακρίβεια των εν λόγω γεγονότων στα οποία η Επιτροπή στήριξε την προσβαλλόμενη απόφασή της.
1.6 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η Επιτροπή έχει παράσχει επαρκείς και εύλογους λόγους για την απόφασή της να απορρίψει το αίτημα της καταγγέλλουσας για παραίτηση από την είσπραξη του χρέους της εταιρείας της . Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν αποδέχεται τον ισχυρισμό της καταγγέλλουσας ότι η Επιτροπή αρνήθηκε εσφαλμένα να παραιτηθεί από το χρέος της.
1.7 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής σχετικά με το θέμα.
2 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) ECU = EUR. Η Επιτροπή αναφέρεται σε EUR στην αλληλογραφία της προς τον καταγγέλλοντα από τις 18 Αυγούστου 1999 και μετά.
(2) Η Επιτροπή επισύναψε στη γνωμοδότησή της αντίγραφο της εντολής ανάκτησης MII-00261 με αντίγραφο ενημερωτικού δελτίου της 10ης Ιανουαρίου 2005 που περιέχει τις λεπτομέρειες της ύπαρξης ιδιωτικής εταιρείας με την επωνυμία Film après Film στο γραμματέα του γαλλικού εμπορικού δικαστηρίου στο Παρίσι.
(3) Η Επιτροπή επισύναψε στη γνωμοδότησή της αντίγραφο της εντολής ανάκτησης MII-00261 με αντίγραφο ενημερωτικού δελτίου της 10ης Ιανουαρίου 2005 που περιέχει τις λεπτομέρειες της ύπαρξης ιδιωτικής εταιρείας με την επωνυμία Film après Film στο γραμματέα του γαλλικού εμπορικού δικαστηρίου στο Παρίσι.
(4) Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 248, σ. 1).
(5) Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (EK, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 357, σ. 1).