FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 3254/2004/(JMA)(OV)ID κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Τον Νοέμβριο του 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, ισχυριζόμενος ότι η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει δεόντως την καταγγελία του βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, σχετικά με τη μη αναγνώριση από τις ελληνικές αρχές της ιδιότητας του χημικού μηχανικού βάσει των επαγγελματικών του προσόντων που αποκτήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, ως μηχανικού υλικών, και, ειδικότερα, ότι η Επιτροπή είχε ερμηνεύσει και εφαρμόσει εσφαλμένα την οδηγία 89/48/ΕΟΚ και τα άρθρα 43 και 47 της συνθήκης ΕΚ στην περίπτωσή του.

Ο Διαμεσολαβητής παρατήρησε, πρώτον, ότι, αποφασίζοντας, δυνάμει του άρθρου 195 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 3, παράγραφος 1, του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, αν δικαιολογείται περαιτέρω έρευνα και εξέταση καταγγελίας, εξετάζει, μεταξύ άλλων, αν η εκτίμηση του βασίμου της καταγγελίας συνεπάγεται εξέταση νομικών ή πραγματικών ζητημάτων που εγείρονται στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας ενώπιον κοινοτικού ή εθνικού δικαστηρίου. Αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό όταν η καταγγελία αφορά ζητήματα που αφορούν την ερμηνεία και την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας, δεδομένου ότι τα εθνικά δικαστήρια βρίσκονται σε καλύτερη θέση από τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή για την αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων.

Αφού εξέτασε προσεκτικά την καταγγελία του καταγγέλλοντος, τις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής και την προσφυγή ακύρωσης της σχετικής απόφασης της αρμόδιας ελληνικής αρχής που είχε υποβάλει ο καταγγέλλων ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) της Ελλάδας τον Σεπτέμβριο του 2004, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι η αξιολόγηση του βασίμου του προηγούμενου ισχυρισμού του καταγγέλλοντος θα συνεπαγόταν διεξοδική εξέταση των ζητημάτων που τέθηκαν στην προσφυγή του καταγγέλλοντος ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, ζητημάτων που αφορούν την ερμηνεία και την εφαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας σχετικά με τη ρύθμιση στην Ελλάδα των επαγγελματικών δραστηριοτήτων ενός «Μηχανικού Υλικών, με ειδίκευση στην Επιστήμη και Τεχνολογία Πολυμερών» και τη σχέση τους με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο του επαγγέλματος του Χημικού Μηχανικού, όπως ρυθμίζονται στο εν λόγω κράτος μέλος. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η περαιτέρω έρευνα και εξέταση του προαναφερθέντος ισχυρισμού δεν ήταν δικαιολογημένη, δεδομένου ότι θα ισοδυναμούσε, κατ’ ουσίαν, με επανάληψη των νομικών διαδικασιών που κίνησε ο καταγγέλλων ενώπιον του ελληνικού Συμβουλίου της Επικρατείας.

Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε περαιτέρω ότι ο καταγγέλλων μπορεί να ανανεώσει την καταγγελία του στον Διαμεσολαβητή, μετά την ολοκλήρωση των εν λόγω νομικών διαδικασιών, ιδίως εάν η Επιτροπή δεν επανεξετάσει την απάντησή της στην καταγγελία του για παράβαση ή εμμείνει στις θέσεις που έλαβε στην εν λόγω απάντηση, παρά το γεγονός ότι της έχει κοινοποιηθεί τελεσίδικη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας στην υπόθεσή του ή προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία μπορεί να εκδοθεί κατόπιν αιτήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδας στο πλαίσιο της υπόθεσής του, γεγονός που θέτει υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της απάντησής του στην καταγγελία του καταγγέλλοντος για παράβαση.


Στρασβούργο, 15 Δεκεμβρίου 2005

Αξιότιμε κ. M.,

Στις 11 Νοεμβρίου 2004, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ισχυριζόμενος ότι η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει δεόντως τις καταγγελίες σας σχετικά με τη μη αναγνώριση από τις ελληνικές αρχές της ιδιότητάς σας ως Χημικού Μηχανικού, βάσει των επαγγελματικών σας προσόντων, που αποκτήσατε στο Ηνωμένο Βασίλειο, ως Μηχανικού Υλικών, και, ειδικότερα, ότι η ερμηνεία της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ από την Επιτροπή όσον αφορά την υπόθεσή σας ήταν υπεραπλουστευμένη.

Στις 20 Δεκεμβρίου 2004, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 5 Απριλίου 2004. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 30 Μαΐου 2005.

Στις 15 Νοεμβρίου 2005 σας ζητήθηκε, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, να διευκρινίσετε στον Διαμεσολαβητή εάν είχατε ασκήσει προσφυγή ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου σχετικά με την άρνηση των ελληνικών αρχών να σας αναγνωρίσουν ως χημικό μηχανικό. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 23ης Νοεμβρίου 2005, με ενημερώσατε ότι είχατε υποβάλει στο Συμβούλιο της Επικρατείας προσφυγή για την ακύρωση της απόφασης 64/2003 του Συμβουλίου Αναγνώρισης Επαγγελματικής Ισοδυναμίας Διπλωμάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης, η οποία αφορούσε την υπόθεσή σας. Κατόπιν αιτήματος, έλαβα από το Συμβούλιο της Επικρατείας αντίγραφο της εν λόγω ενέργειας.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει. Για να αποφευχθούν παρανοήσεις, είναι σημαντικό να υπενθυμιστεί ότι η Συνθήκη ΕΚ εξουσιοδοτεί τον Διαμεσολαβητή να διερευνά πιθανές περιπτώσεις κακοδιοίκησης μόνο στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών. Το καταστατικό του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή προβλέπει συγκεκριμένα ότι καμία ενέργεια οποιασδήποτε άλλης αρχής ή προσώπου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή. Ως εκ τούτου, οι έρευνες του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία σας έχουν ως στόχο την εξέταση του κατά πόσον υπήρξε κακοδιοίκηση στις δραστηριότητες της Επιτροπής.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Στις 6 Δεκεμβρίου 2001, ο καταγγέλλων υπέβαλε στην αρμόδια ελληνική αρχή, το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικής Ισοδυναμίας Διπλωμάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης («ΣΑΕΙ»), αίτηση για την αναγνώριση του δικαιώματός του να ασκεί στην Ελλάδα το επάγγελμα του Χημικού Μηχανικού, βάσει των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και των επαγγελματικών προσόντων που είχε αποκτήσει στο Ηνωμένο Βασίλειο («Ηνωμένο Βασίλειο»). Με την απόφασή του 64/2003, το SAEI απέρριψε την προαναφερθείσα αίτηση του καταγγέλλοντος, διότι ο καταγγέλλων δεν είχε αποκτήσει τα απαραίτητα επαγγελματικά προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος του χημικού μηχανικού στο Ηνωμένο Βασίλειο. Με επιστολές της 12ης Ιουλίου 2002 και της 18ης Σεπτεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων κατήγγειλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το γεγονός ότι η Ελλάδα παραβίασε τα δικαιώματά του, βάσει της συνθήκης ΕΚ και της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών (1) (οδηγία 89/48/ΕΟΚ), να ασκεί στην Ελλάδα το επάγγελμα του χημικού μηχανικού, βάσει των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και των επαγγελματικών προσόντων που έχει αποκτήσει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μετά από εκτενή αλληλογραφία μεταξύ του καταγγέλλοντος και της Επιτροπής, η τελευταία ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα, με επιστολή της 10ης Ιουλίου 2003, ότι ο φάκελος της υπόθεσής του δεν φαίνεται να περιέχει αποδεικτικά στοιχεία για την εικαζόμενη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, δεδομένου ότι, παρόλο που από έγγραφο που απέστειλε το «Συμβούλιο Μηχανικών» του Ηνωμένου Βασιλείου προκύπτει ότι ο καταγγέλλων διέθετε τα απαραίτητα προσόντα για την άσκηση στο Ηνωμένο Βασίλειο του επαγγέλματος του «Μηχανικού Υλικών», με ειδίκευση στην Επιστήμη και Τεχνολογία Πολυμερών, το ίδιο έγγραφο δεν ανέφερε α) ότι το πεδίο δραστηριοτήτων που καλύπτονται από το επάγγελμα του «Μηχανικού Υλικών» ήταν ισοδύναμο με εκείνο που αντιστοιχεί στο επάγγελμα του «Μηχανικού Χημικών» στο Ηνωμένο Βασίλειο· ή β) ότι ο καταγγέλλων διέθετε τα απαραίτητα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος του «Χημικού Μηχανικού» στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εν προκειμένω, η Επιτροπή είχε αναφέρει στην επιστολή της της 19ης Φεβρουαρίου 2003 προς τον καταγγέλλοντα ότι, με βάση τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από το "Institution of Chemical Engineers" του Ηνωμένου Βασιλείου και από τις ελληνικές αρχές, η εγγραφή του καταγγέλλοντος ως "Chartered Chemical Engineer" στο Ηνωμένο Βασίλειο θα διευκόλυνε πιθανώς την αναγνώριση των επαγγελματικών του προσόντων στην Ελλάδα.

Με επιστολές της 13ης Σεπτεμβρίου 2004 και της 12ης Οκτωβρίου 2004, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή είχε ερμηνεύσει και εφαρμόσει το κοινοτικό δίκαιο στην περίπτωσή του, υποστηρίζοντας, κατ' ουσίαν, ότι α) λαμβάνοντας υπόψη ότι το "Engineering Council" του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο ρυθμίζει το επάγγελμα του μηχανικού στο Ηνωμένο Βασίλειο, είχε επιβεβαιώσει ότι " δικαιούται να αναλάβει το νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα του Μηχανικού Υλικών με ειδίκευση στην Επιστήμη και Τεχνολογία Πολυμερών"και ότι "η ανωτέρω επαγγελματική αναγνώριση είναι επιπέδου ίσου με εκείνο ενός Χημικού Μηχανικού", το επάγγελμά του θα πρέπει να θεωρηθεί ισοδύναμο/ίσο με το επάγγελμα του "Χημικού Μηχανικού", και β) είχε το δικαίωμα να αναγνωριστεί στην Ελλάδα ως «Χημικός Μηχανικός με ειδίκευση στην Επιστήμη και Τεχνολογία Υλικών». Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι ένας συμφοιτητής του, ο οποίος είχε ακριβώς τα ίδια ακαδημαϊκά προσόντα και επαγγελματικά δικαιώματα στο Ηνωμένο Βασίλειο με τον ίδιο, είχε αναγνωριστεί με αυτόν τον τρόπο.

Στην απάντησή της της 20ής Οκτωβρίου 2004, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι δεν ήταν σε θέση να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες σχετικά με την υπόθεση του καταγγέλλοντος, επισημαίνοντας ότι α) για τους σκοπούς της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ, το «επάγγελμα του μηχανικού» δεν πρέπει να θεωρείται ενιαίο επάγγελμα, δεδομένου ότι περιλαμβάνει πολλές διαφορετικές ειδικότητες που διαφέρουν μεταξύ των κρατών μελών· β) οι βρετανικές αρχές δεν είχαν επιβεβαιώσει ότι ο καταγγέλλων ήταν πλήρως αναγνωρισμένος ως χημικός μηχανικός στο Ηνωμένο Βασίλειο· γ) η επιστολή του Συμβουλίου Μηχανικών του Ηνωμένου Βασιλείου της 23ης Μαΐου 2003 απλώς επιβεβαίωσε ότι ο καταγγέλλων είχε το δικαίωμα να αναλάβει το επάγγελμα του μηχανικού υλικών στο Ηνωμένο Βασίλειο και ότι η επαγγελματική του αναγνώριση ήταν «σε επίπεδο ίσο με» εκείνο ενός χημικού μηχανικού, πράγμα που δεν σημαίνει ότι ο τομέας δραστηριοτήτων και των δύο επαγγελμάτων ήταν ο ίδιος ή ότι ο καταγγέλλων είχε το δικαίωμα να ασκήσει το επάγγελμα του χημικού μηχανικού στο Ηνωμένο Βασίλειο· δ) όσον αφορά το επιχείρημα που προέβαλε ο καταγγέλλων ότι άλλοι Μηχανικοί Υλικών είχαν αναγνωριστεί στην Ελλάδα ως Χημικοί Μηχανικοί με ειδίκευση στην Επιστήμη και Τεχνολογία Υλικών, δεν μπορούσε να διαπιστωθεί καμία διάκριση σε αυτή τη βάση, χωρίς περαιτέρω πληροφορίες, λαμβανομένου υπόψη ότι i) το γεγονός ότι στα πρόσωπα αυτά είχε χορηγηθεί ακαδημαϊκή αναγνώριση των προσόντων τους από τις ελληνικές αρχές ήταν εκτός του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 89/48 και δεν μπορούσε να επηρεάσει την ερμηνεία της εν λόγω οδηγίας· και ii) στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 22ας Ιουλίου 2002 αναφερόταν ότι τα πρόσωπα αυτά ασκούσαν και άλλα επαγγέλματα συνδεόμενα με το επάγγελμα του μηχανικού υλικών.

Στη συνέχεια, στις 11 Νοεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή (2), ισχυριζόμενος ότι η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει δεόντως τις προαναφερθείσες καταγγελίες του σχετικά με τη μη αναγνώριση από τις ελληνικές αρχές της ιδιότητάς του ως χημικού μηχανικού βάσει των επαγγελματικών προσόντων του, τα οποία αποκτήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, ως μηχανικού υλικών, και, ειδικότερα, ότι η ερμηνεία της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ από την Επιτροπή όσον αφορά την υπόθεσή του ήταν υπερβολικά απλουστευμένη.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη που εξέδωσε στις 18 Μαρτίου 2005, η Επιτροπή διατύπωσε συνοπτικά τις ακόλουθες παρατηρήσεις σχετικά με την υπόθεση του καταγγέλλοντος. Σκοπός της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ είναι να επιτρέψει σε ένα πρόσωπο που διαθέτει όλα τα προσόντα σε ένα κράτος μέλος για την άσκηση ενός επαγγέλματος να ασκεί το ίδιο επάγγελμα σε άλλο κράτος μέλος. Στην Ελλάδα, το επάγγελμα του Πολυμερούς Μηχανικού δεν υπάρχει, αλλά υπάρχει το ευρύτερο επάγγελμα του Χημικού Μηχανικού. Στο Ηνωμένο Βασίλειο υπάρχουν και τα δύο επαγγέλματα. Ο καταγγέλλων ζήτησε από τις ελληνικές αρχές την αναγνώριση του δικαιώματός του να ασκεί στην Ελλάδα το επάγγελμα του Χημικού Μηχανικού. Η καθιέρωση της αντιστοιχίας μεταξύ των επαγγελμάτων στα κράτη μέλη αποτελεί ιδιαίτερα περίπλοκο έργο στον τομέα της μηχανικής, στον βαθμό που υπάρχουν πολυάριθμοι κλάδοι οργανωμένοι με διαφορετικούς τρόπους από τα κράτη μέλη και οι οποίοι μπορούν να θεωρηθούν διαφορετικά επαγγέλματα. Σε τέτοιες περίπλοκες περιπτώσεις, οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν διαθέτουν την τεχνική επάρκεια που απαιτείται για να προσδιοριστεί ποιο είναι, σε ένα κράτος μέλος Α, το επάγγελμα που αντιστοιχεί σε εκείνο που ένας επαγγελματίας θα επιθυμούσε να ασκήσει σε ένα κράτος μέλος Β. Δεδομένου ότι η αρμοδιότητα για την οργάνωση των επαγγελμάτων ανήκει στα κράτη μέλη, η ανάλυση αυτή μπορεί να βασιστεί μόνο στις πληροφορίες που παρέχονται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές.

Όσον αφορά την περίπτωση του καταγγέλλοντος, σε ηλεκτρονικό μήνυμα της 7ης Φεβρουαρίου 2003, το Ινστιτούτο Χημικών Μηχανικών του Ηνωμένου Βασιλείου ανέφερε ότι «[τ]ο πρότυπο των ακαδημαϊκών προσόντων και η ικανότητα, η κατάρτιση και η πείρα που απαιτούνται για την εγγραφή ως Επαγγελματικό Μέλος του Ινστιτούτου Υλικών είναι συγκρίσιμα με το πρότυπο που απαιτείται για την εγγραφή ως Chartered Chemical Engineer στο IChemE. Ωστόσο, η εγγραφή ως Chartered Chemical Engineer μπορεί να απαιτεί την απόκτηση προσόντων σε διαφορετικό αντικείμενο και την απόκτηση ικανοτήτων, κατάρτισης και πείρας σε διαφορετικό τομέα. Η Χημική Μηχανική είναι ένα ποικιλόμορφο επάγγελμα και οι Chartered Chemical Engineers βρίσκονται να εργάζονται σε πολλούς διαφορετικούς τομείς και είναι πιθανό κάποιος που εργάζεται ως "πολυμερής μηχανικός" να μπορεί να χαρακτηριστεί ως Chartered Chemical Engineer. Με βάση τις διευκρινίσεις αυτές, οι ελληνικές αρχές θεώρησαν ότι ο καταγγέλλων δεν είχε χαρακτηριστεί «Χημικός Μηχανικός» στο Ηνωμένο Βασίλειο και, ως εκ τούτου, δεν είχε δικαίωμα αναγνώρισης των προσόντων του, με σκοπό την άσκηση του επαγγέλματος του Χημικού Μηχανικού στην Ελλάδα, βάσει της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ. Λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τις βρετανικές αρχές, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι δεν είχε διαπιστωθεί παραβίαση του κοινοτικού δικαίου στην παρούσα υπόθεση. Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι υπέστη διακρίσεις, επειδή άλλοι Μηχανικοί Υλικών με ακριβώς τα ίδια ακαδημαϊκά προσόντα και επαγγελματικά δικαιώματα στο Ηνωμένο Βασίλειο είχαν αναγνωριστεί στην Ελλάδα ως Χημικοί Μηχανικοί με ειδίκευση στην Επιστήμη και Τεχνολογία Υλικών, η Επιτροπή επανέλαβε όσα είχε επισημάνει στην επιστολή της 20ής Οκτωβρίου 2004 [βλ. ανωτέρω σημείο δ)].

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Ο καταγγέλλων υπέβαλε εκτενείς και λεπτομερείς παρατηρήσεις (με ημερομηνία 30 Μαΐου 2005) σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, επικαλούμενος παραβίαση και εσφαλμένη εφαρμογή της οδηγίας 89/48 από την πλευρά του, με βάση τα ακόλουθα επιχειρήματα:

α) Η οδηγία 89/48 δεν έχει μεταφερθεί ορθά από την Ελλάδα·

β) Η απάντηση της Επιτροπής στο προαναφερθέν επιχείρημά του ότι υπέστη διακρίσεις από τις ελληνικές αρχές βασίστηκε σε εσφαλμένη ανάγνωση της επιστολής του της 22ας Ιουλίου 2002·

γ) Το επάγγελμα του Μηχανικού με ειδίκευση στην Επιστήμη και Τεχνολογία Πολυμερών Υλικών υπάρχει στην Ελλάδα, ως νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα, κατά την έννοια της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ, και η Επιτροπή όφειλε να θεωρήσει ότι το Σ.Α.Ε.Ι. ήταν υποχρεωμένο να εξετάσει ποια από τις εννέα ειδικότητες Μηχανικών που προβλέπονται από την ελληνική νομοθεσία ήταν η πλησιέστερη στα συνολικά επαγγελματικά του προσόντα και να τον κατατάξει ως Μηχανικό με αυτή την εξειδίκευση.

δ) Η άδεια άσκησης του νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος του Χημικού Μηχανικού στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν αποτελεί προϋπόθεση για την αναγνώριση από τις ελληνικές αρχές των επαγγελματικών προσόντων του ως Μηχανικού (Χημικών) Πολυμερών.

ε) Το προαναφερθέν ηλεκτρονικό μήνυμα του Ιδρύματος Χημικών Μηχανικών του Ηνωμένου Βασιλείου της 7ης Φεβρουαρίου 2003 παρερμηνεύθηκε από την Επιτροπή και του κοινοποιήθηκε μόλις τον Οκτώβριο του 2004, κατά παράβαση των δικαιωμάτων υπεράσπισής του·

στ) Ο Χημικός Μηχανικός και ο Πολυμερής Μηχανικός δεν είναι δύο εντελώς διαφορετικά επαγγέλματα στο Ηνωμένο Βασίλειο και, όπως είχε σαφώς προτείνει το Ίδρυμα Χημικών Μηχανικών του Ηνωμένου Βασιλείου, ένας Πολυμερής Μηχανικός μπορεί να εγγραφεί ως Chartered Chemical Engineer εάν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του Ιδρύματος.

ζ) Η Επιτροπή ενέκρινε εμμέσως το αίτημα των ελληνικών αρχών για ακαδημαϊκή ισοδυναμία των διπλωμάτων του ως προϋπόθεση για την αναγνώριση της επαγγελματικής ισοδυναμίας των προσόντων του· και

η) Η Επιτροπή εσφαλμένως αγνόησε το γεγονός ότι το SAEI δεν είχε λάβει υπόψη την επαγγελματική του πείρα στην Ελλάδα ως αντισταθμιστικό παράγοντα.

Επιπλέον, στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι, αν υποτεθεί ότι η περίπτωσή του δεν καλύπτεται από την οδηγία 89/48, η Επιτροπή θα έπρεπε να δεχθεί ότι το ΣΕΙ έπρεπε να αναγνωρίσει τα επαγγελματικά του προσόντα, βάσει των άρθρων 43 και 47 της συνθήκης ΕΚ, όπως ερμηνεύθηκαν από το Δικαστήριο στην υπόθεση 340/89 Βλασσοπούλου (3), στην υπόθεση C-319/92 Haim (4) και στην υπόθεση C-238/98 Hocsman (5). Εν κατακλείδι, ο καταγγέλλων επισημαίνει ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή επέτρεψε σκοπίμως στον εαυτό της να εξαπατηθεί από το SAEI, δεδομένου ότι η ίδια η Επιτροπή δέχθηκε ότι βασίστηκε αποκλειστικά στις πληροφορίες που της δόθηκαν από τις αρμόδιες αρχές, μετά από μια «υπεραπλουστευμένη» ερμηνεία των αρχών και των διατάξεων της οδηγίας που υιοθέτησε στην περίπτωσή του και, κατά συνέπεια, για το επάγγελμα του μηχανικού, και μετά από κατάφωρη παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων.

Περαιτέρω έρευνες

Στην επιστολή του της 12ης Ιουλίου 2002 προς την Επιτροπή, ο καταγγέλλων ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι, εάν το ΣΕΙ αποφάσιζε να απορρίψει την αίτησή του της 6ης Δεκεμβρίου 2001 σχετικά με την αναγνώριση του δικαιώματός του να ασκεί στην Ελλάδα το επάγγελμα του χημικού μηχανικού, θα αμφισβητούσε τη νομιμότητα μιας τέτοιας απόφασης ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων. Ως εκ τούτου, στις 15 Νοεμβρίου 2005 ζητήθηκε από τον καταγγέλλοντα, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, να διευκρινίσει στον Διαμεσολαβητή αν είχε ασκήσει προσφυγή ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου σχετικά με την απόρριψη της προαναφερθείσας αίτησής του. Στη συνέχεια, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που εστάλη στις 23 Νοεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι είχε υποβάλει στο Συμβούλιο της Επικρατείας προσφυγή για την ακύρωση της απόφασης 64/2003 του ΣΕΙ (με αριθμό καταχώρισης 6348/2.9.2003). Στο ίδιο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι το Ελληνικό Συμβούλιο της Επικρατείας, στις αποφάσεις του 4753/1997 και 2070/1999, είχε ήδη ασχοληθεί με την υπόθεσή του, υποδηλώνοντας ότι η οδηγία 89/48/ΕΟΚ ήταν εφαρμοστέα. Ο καταγγέλλων ανέφερε επίσης ότι θεωρούσε ότι η παρέμβαση της Επιτροπής θα μπορούσε να αποτελέσει αποτελεσματικό μέσο για την εξάλειψη της αυθαιρεσίας των ελληνικών αρχών στην περίπτωσή του και ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν θα εξέταζε κατά πόσον η Επιτροπή είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της ως θεματοφύλακας της συνθήκης ΕΚ.

Κατόπιν αιτήματός του, ο Διαμεσολαβητής έλαβε από το Συμβούλιο της Επικρατείας αντίγραφο της προαναφερθείσας προσφυγής που υπέβαλε ο καταγγέλλων. Στην παρούσα προσφυγή, ο καταγγέλλων αμφισβητεί τη νομιμότητα της απόφασης 64/2003 του ΣΕΙ, επικαλούμενος παραβίαση και εσφαλμένη εφαρμογή της οδηγίας 89/48, με βάση τα ακόλουθα επιχειρήματα:

α) Η οδηγία 89/48 δεν έχει μεταφερθεί ορθά από την Ελλάδα·

β) Το επάγγελμα του Μηχανικού με ειδίκευση στην Επιστήμη και Τεχνολογία Πολυμερών Υλικών υπάρχει στην Ελλάδα, ως νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα, κατά την έννοια της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ, και το Σ.Α.Ε.Ι. θα έπρεπε να έχει εξετάσει ποια από τις εννέα ειδικότητες Μηχανικών που προβλέπονται από την ελληνική νομοθεσία ήταν η πλησιέστερη στα συνολικά επαγγελματικά του προσόντα και να τον κατατάξει ως Μηχανικό αυτής της ειδικότητας.

γ) Η άδεια άσκησης του νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος του Χημικού Μηχανικού στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν αποτελεί προϋπόθεση για την αναγνώριση από τις ελληνικές αρχές των επαγγελματικών προσόντων του ως Μηχανικού (Χημικών) Πολυμερών.

δ) Η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε έγγραφο του Institution of Chemical Engineers (Ινστιτούτου Χημικών Μηχανικών) του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο δεν του κοινοποιήθηκε, κατά παράβαση των δικαιωμάτων υπεράσπισής του·

ε) Χημικός Μηχανικός και Πολυμερής Μηχανικός δεν είναι δύο εντελώς διαφορετικά επαγγέλματα στο Ηνωμένο Βασίλειο?

στ) Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορούσε να απαιτεί ακαδημαϊκή ισοτιμία των πτυχίων του ως προϋπόθεση για την αναγνώριση της επαγγελματικής ισοτιμίας των προσόντων του· και

ζ) Το Σ.Α.Ε.Ι. δεν έλαβε υπόψη την επαγγελματική του πείρα στην Ελλάδα ως αντισταθμιστικό παράγοντα.

Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι, αν υποτεθεί ότι η περίπτωσή του δεν καλύπτεται από την οδηγία 89/48, το SAEI θα έπρεπε να έχει αναγνωρίσει τα επαγγελματικά του προσόντα, βάσει των άρθρων 43 και 47 της συνθήκης ΕΚ, όπως ερμηνεύθηκαν από το Δικαστήριο στην υπόθεση 340/89 Βλασσοπούλου (6), στην υπόθεση C-319/92 Haim (7) και στην υπόθεση C-238/98 Hocsman (8).

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Εικαζόμενη μη ορθή αντιμετώπιση της καταγγελίας παράβασης του καταγγέλλοντος προς την Επιτροπή

1.1 Στις 6 Δεκεμβρίου 2001, ο καταγγέλλων υπέβαλε στην αρμόδια ελληνική αρχή, το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικής Ισοδυναμίας Διπλωμάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης («ΣΑΕΙ»), αίτηση για την αναγνώριση του δικαιώματός του να ασκεί στην Ελλάδα το επάγγελμα του Χημικού Μηχανικού, βάσει των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και των επαγγελματικών προσόντων που είχε αποκτήσει στο Ηνωμένο Βασίλειο («Ηνωμένο Βασίλειο»). Με την απόφασή του 64/2003, το SAEI απέρριψε την προαναφερθείσα αίτηση του καταγγέλλοντος, διότι ο καταγγέλλων δεν είχε αποκτήσει τα απαραίτητα επαγγελματικά προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος του χημικού μηχανικού στο Ηνωμένο Βασίλειο. Με επιστολές της 12ης Ιουλίου 2002 και της 18ης Σεπτεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων κατήγγειλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το γεγονός ότι η Ελλάδα παραβίασε τα δικαιώματά του, βάσει της συνθήκης ΕΚ και της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών (9) («οδηγία 89/48/ΕΟΚ»), να ασκεί στην Ελλάδα το επάγγελμα του χημικού μηχανικού, βάσει των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και των επαγγελματικών προσόντων που έχει αποκτήσει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μετά από εκτενή αλληλογραφία μεταξύ του καταγγέλλοντος και της Επιτροπής, η τελευταία ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα, με επιστολή της 10ης Ιουλίου 2003, ότι ο φάκελος της υπόθεσής του δεν φαίνεται να περιέχει αποδεικτικά στοιχεία για την εικαζόμενη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Με επιστολές της 13ης Σεπτεμβρίου 2004 και της 12ης Οκτωβρίου 2004, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή είχε ερμηνεύσει και εφαρμόσει το κοινοτικό δίκαιο στην περίπτωσή του. Στην απάντησή της της 20ής Οκτωβρίου 2004, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι δεν ήταν σε θέση να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες όσον αφορά την υπόθεση του καταγγέλλοντος. Στη συνέχεια, στις 11 Νοεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ισχυριζόμενος ότι η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει δεόντως τις προαναφερθείσες καταγγελίες του σχετικά με την παράλειψη των ελληνικών αρχών να τον αναγνωρίσουν ως χημικό μηχανικό με βάση τα επαγγελματικά του προσόντα, που αποκτήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, ως μηχανικό υλικών, και, ειδικότερα, ότι η ερμηνεία της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ από την Επιτροπή όσον αφορά την υπόθεσή του ήταν υπερβολικά απλουστευμένη.

1.2 Στη γνώμη που εξέδωσε στις 18 Μαρτίου 2005, η Επιτροπή εξήγησε και υπερασπίστηκε τις ενέργειές της όσον αφορά τον χειρισμό της καταγγελίας παράβασης του καταγγέλλοντος.

1.3 Ο καταγγέλλων υπέβαλε εκτενείς και εμπεριστατωμένες παρατηρήσεις (με ημερομηνία 30 Μαΐου 2005) σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, επικαλούμενος παραβίαση και εσφαλμένη εφαρμογή της οδηγίας 89/48 από την πλευρά του, βάσει διαφόρων επιχειρημάτων. Επιπλέον, στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι, αν υποτεθεί ότι η περίπτωσή του δεν καλύπτεται από την οδηγία 89/48, η Επιτροπή θα έπρεπε να δεχθεί ότι το ΣΕΙ έπρεπε να αναγνωρίσει τα επαγγελματικά του προσόντα, βάσει των άρθρων 43 και 47 της συνθήκης ΕΚ, όπως ερμηνεύθηκαν από το κοινοτικό δικαστήριο στην υπόθεση 340/89 Βλασσοπούλου (10), στην υπόθεση C-319/92 Haim (11) και στην υπόθεση C-238/98 Hocsman (12). Εν κατακλείδι, ο καταγγέλλων επισημαίνει ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή επέτρεψε σκοπίμως στον εαυτό της να εξαπατηθεί από το SAEI, δεδομένου ότι η ίδια η Επιτροπή δέχθηκε ότι βασίστηκε αποκλειστικά στις πληροφορίες που της δόθηκαν από τις αρμόδιες αρχές, μετά από μια «υπεραπλουστευμένη» ερμηνεία των αρχών και των διατάξεων της οδηγίας που υιοθέτησε στην περίπτωσή του και, κατά συνέπεια, για το επάγγελμα του μηχανικού, και μετά από κατάφωρη παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων.

1.4 Στην επιστολή του της 12ης Ιουλίου 2002 προς την Επιτροπή, ο καταγγέλλων ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εάν το ΣΕΙ αποφάσιζε να απορρίψει την αίτησή του της 6ης Δεκεμβρίου 2001 σχετικά με την αναγνώριση του δικαιώματός του να ασκεί στην Ελλάδα το επάγγελμα του Χημικού Μηχανικού, θα αμφισβητούσε τη νομιμότητα μιας τέτοιας απόφασης ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων. Ως εκ τούτου, στις 15 Νοεμβρίου 2005 ζητήθηκε από τον καταγγέλλοντα, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, να διευκρινίσει στον Διαμεσολαβητή αν είχε ασκήσει προσφυγή ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου σχετικά με την απόρριψη της προαναφερθείσας αίτησής του. Στη συνέχεια, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που εστάλη στις 23 Νοεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι είχε υποβάλει στο Συμβούλιο της Επικρατείας προσφυγή για την ακύρωση της απόφασης 64/2003 του ΣΕΙ (με αριθμό καταχώρισης 6348/2.9.2003). Στο ίδιο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι το Ελληνικό Συμβούλιο της Επικρατείας, στις αποφάσεις του 4753/1997 και 2070/1999, είχε ήδη ασχοληθεί με την υπόθεσή του, υποδηλώνοντας ότι η οδηγία 89/48/ΕΟΚ ήταν εφαρμοστέα. Ο καταγγέλλων ανέφερε επίσης ότι θεωρούσε ότι η παρέμβαση της Επιτροπής θα μπορούσε να αποτελέσει αποτελεσματικό μέσο για την εξάλειψη της αυθαιρεσίας των ελληνικών αρχών στην περίπτωσή του και ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν θα εξέταζε κατά πόσον η Επιτροπή είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της ως θεματοφύλακας της συνθήκης ΕΚ.

1.5 Όσον αφορά τις αναφορές του καταγγέλλοντος στις αποφάσεις 4753/1997 και 2070/1999 του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο Συνήγορος του Πολίτη σημειώνει ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας, στην απόφασή του 4753/1997, έκρινε απλώς ότι, λαμβανομένων υπόψη των διπλωμάτων που είχε αποκτήσει ο καταγγέλλων στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο καταγγέλλων νομιμοποιούνταν να ασκήσει προσφυγή για την ακύρωση της παράλειψης της κυβέρνησης να μεταφέρει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ στην ελληνική έννομη τάξη, με σκοπό να επιδιώξει, βάσει της εν λόγω οδηγίας, την αναγνώριση στην Ελλάδα των επαγγελματικών του προσόντων ως Χημικού Μηχανικού. Ωστόσο, το Συμβούλιο της Επικρατείας, στις αποφάσεις του 4753/1997 και 2070/1999, ούτε δήλωσε ρητά ούτε πρότεινε την εφαρμογή της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ στην περίπτωση του καταγγέλλοντος.

1.6 Επιπλέον, κατόπιν αιτήματός του, ο Συνήγορος του Πολίτη έλαβε από το Συμβούλιο της Επικρατείας αντίγραφο της προαναφερθείσας προσφυγής που υπέβαλε ο καταγγέλλων. Στην παρούσα προσφυγή, ο καταγγέλλων αμφισβητεί τη νομιμότητα της απόφασης 64/2003 του ΣΕΙ, επικαλούμενος παραβίαση και εσφαλμένη εφαρμογή της οδηγίας 89/48, βάσει διαφόρων επιχειρημάτων, τα οποία είναι πανομοιότυπα, κατ’ ουσίαν, με εκείνα που διατυπώθηκαν στην καταγγελία του καταγγέλλοντος προς τον Διαμεσολαβητή, καθώς και στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής. Επιπλέον, στην ίδια προσφυγή, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι, αν υποτεθεί ότι η περίπτωσή του δεν καλύπτεται από την οδηγία 89/48, το ΣΕΙ έπρεπε να αναγνωρίσει τα επαγγελματικά του προσόντα, βάσει των άρθρων 43 και 47 της συνθήκης ΕΚ, όπως ερμηνεύθηκαν από το κοινοτικό δικαστήριο στην υπόθεση 340/89 Βλασσοπούλου (13), στην υπόθεση C-319/92 Haim (14) και στην υπόθεση C-238/98 Hocsman (15).

1.7 Κατά το άρθρο 195 ΕΚ, «[σ]ύμφωνα με τα καθήκοντά του, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής διεξάγει τις έρευνες για τις οποίες κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι [...] ." Επιπλέον, το άρθρο 3 παράγραφος 1 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή προβλέπει ότι "[ο] Διαμεσολαβητής διεξάγει, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν καταγγελίας, όλες τις έρευνες που θεωρεί δικαιολογημένες για τη διαλεύκανση κάθε υπόνοιας κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών." Ο Διαμεσολαβητής, αποφασίζοντας κατά πόσον δικαιολογείται περαιτέρω έρευνα και εξέταση καταγγελίας, εξετάζει, ειδικότερα, κατά πόσον η εκτίμηση του βασίμου της καταγγελίας συνεπάγεται εξέταση νομικών ή πραγματικών ζητημάτων που εγείρονται στο πλαίσιο προσφυγής που ασκείται ενώπιον κοινοτικού ή εθνικού δικαστηρίου (16). Αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό όταν η καταγγελία αφορά ζητήματα που αφορούν την ερμηνεία και την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας, δεδομένου ότι τα εθνικά δικαστήρια βρίσκονται σε καλύτερη θέση από τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή για την αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων.

1.8 Αφού εξέτασε προσεκτικά την καταγγελία του καταγγέλλοντος, τις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής και την προσφυγή ακύρωσης της απόφασης 64/2003 του Σ.Α.Ε.Ι. που είχε υποβάλει ο καταγγέλλων ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας στις 2 Σεπτεμβρίου 2004, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι η αξιολόγηση του βασίμου του ισχυρισμού του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε ορθά τις καταγγελίες του, δεδομένου ότι δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά την οδηγία 89/48/ΕΟΚ και τα άρθρα 43 και 47 της Συνθήκης ΕΚ στην περίπτωσή του, θα συνεπαγόταν διεξοδική εξέταση των ζητημάτων που τέθηκαν στην προσφυγή του καταγγέλλοντος ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, ζητημάτων που αφορούν την ερμηνεία και την εφαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας σχετικά με τη ρύθμιση στην Ελλάδα των επαγγελματικών δραστηριοτήτων ενός «Μηχανικού Υλικών με ειδίκευση στην Πολυμερή Επιστήμη και Τεχνολογία» και τη σχέση τους με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο του επαγγέλματος του Χημικού Μηχανικού, όπως ρυθμίζεται στο εν λόγω κράτος μέλος. Υπό τις συνθήκες αυτές, και μολονότι τα «γεγονότα που επικαλείται» ο καταγγέλλων δεν αποτελούν αντικείμενο των ανωτέρω νομικών διαδικασιών (17), δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν είναι διάδικος στις εν λόγω διαδικασίες, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η περαιτέρω έρευνα και εξέταση του ανωτέρω ισχυρισμού δεν είναι δικαιολογημένη, δεδομένου ότι θα ισοδυναμούσε, κατ’ ουσίαν, με επανάληψη των νομικών διαδικασιών που κίνησε ο καταγγέλλων ενώπιον του ελληνικού Συμβουλίου της Επικρατείας. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων μπορεί να ανανεώσει την καταγγελία του στον Διαμεσολαβητή, μετά την ολοκλήρωση των εν λόγω νομικών διαδικασιών, ιδίως εάν η Επιτροπή δεν επανεξετάσει την απάντησή της στην καταγγελία παράβασης που υπέβαλε ή εμμένει στις θέσεις που έλαβε στις απαντήσεις της που εξετάζονται στην παρούσα απόφαση, παρά το γεγονός ότι της έχει κοινοποιηθεί τελεσίδικη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας στην υπόθεσή του ή προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία μπορεί να εκδοθεί κατόπιν αιτήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδας στο πλαίσιο της υπόθεσής του, γεγονός που θέτει υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της απάντησής του στην καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος.

1.9 Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων υποστήριξε, για πρώτη φορά, ότι α) η Επιτροπή είχε ερμηνεύσει εσφαλμένα την επιστολή του της 22ας Ιουλίου 2002· και β) το προαναφερθέν ηλεκτρονικό μήνυμα του βρετανικού Ινστιτούτου Χημικών Μηχανικών της 7ης Φεβρουαρίου 2003, το οποίο επικαλέστηκε η Επιτροπή, του κοινοποιήθηκε μόλις τον Οκτώβριο του 2004, κατά παράβαση των δικαιωμάτων υπεράσπισής του. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί, οι οποίοι σχετίζονται με τις θέσεις που έλαβε η Επιτροπή στις προαναφερθείσες επιστολές της 20ής Οκτωβρίου 2004 και της 10ης Ιουλίου 2003, αντίστοιχα, εγείρουν περαιτέρω ζητήματα σχετικά με την ορθότητα του χειρισμού της καταγγελίας παράβασης του καταγγέλλοντος και δεν φαίνεται να έχουν προηγηθεί κατάλληλες διοικητικές προσεγγίσεις, όπως απαιτείται από το άρθρο 2 παράγραφος 4 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής δεν θα κινήσει έρευνες σχετικά με τους προαναφερθέντες νέους ισχυρισμούς. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων έχει τη δυνατότητα να υποβάλει νέα καταγγελία εάν επιθυμεί να δώσει συνέχεια σε αυτούς τους ισχυρισμούς.

2 Συμπέρασμα

Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής κρίνει ότι δεν δικαιολογείται περαιτέρω έρευνα και εξέταση της καταγγελίας. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ

Ο καταγγέλλων μπορεί να ανανεώσει την καταγγελία του στον Συνήγορο του Πολίτη, μετά την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας που έχει κινήσει ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδας, ιδίως εάν η Επιτροπή δεν επανεξετάσει την απάντησή της στην καταγγελία του για παράβαση ή εμμένει στις θέσεις που έλαβε στην εν λόγω απάντηση, παρά το γεγονός ότι της έχει κοινοποιηθεί τελεσίδικη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας στην υπόθεσή του ή προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία μπορεί να εκδοθεί κατόπιν αιτήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδας στο πλαίσιο της υπόθεσής του, γεγονός που θέτει υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της απάντησής του στην καταγγελία για παράβαση του καταγγέλλοντος.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) ΕΕ L 19/24.01.1989, σ. 16.

(2) Στις 19 Σεπτεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων είχε υποβάλει στον Διαμεσολαβητή παρόμοια καταγγελία (2822/2004/JMA), η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, διότι δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι της καταγγελίας είχαν προηγηθεί κατάλληλα διοικητικά διαβήματα προς την Επιτροπή.

(3) Υπόθεση 340/89 Βλασσοπούλου [1991] Συλλογή 2357.

(4) Υπόθεση C-319/92 Haim [1994] Συλλογή I-425 (' Haim I).

(5) Υπόθεση C-238/98 Hocsman [2000] Συλλογή I-6623.

(6) Υπόθεση 340/89 Βλασσοπούλου [1991] Συλλογή 2357.

(7) Υπόθεση C-319/92 Haim [1994] Συλλογή I-425 («Haim I»).

(8) Υπόθεση C-238/98 Hocsman [2000] Συλλογή I-6623.

(9) ΕΕ L 19/24.01.1989, σ. 16.

(10) Υπόθεση 340/89 Βλασσοπούλου [1991] Συλλογή 2357.

(11) Υπόθεση C-319/92 Haim [1994] Συλλογή I-425 («Haim I»).

(12) Υπόθεση C-238/98 Hocsman [2000] Συλλογή I-6623.

(13) Υπόθεση 340/89 Βλασσοπούλου [1991] Συλλογή 2357.

(14) Υπόθεση C-319/92 Haim [1994] Συλλογή I-425 («Haim I»).

(15) Υπόθεση C-238/98 Hocsman [2000] Συλλογή I-6623.

(16) Βλ., π.χ., απόφαση επί της καταγγελίας 803/2004/JMA, σημείο 1.8 (προσφυγή ενώπιον του κοινοτικού δικαστηρίου).

(17) Το άρθρο 195 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας εξουσιοδοτεί τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή να λαμβάνει καταγγελίες «… σχετικά με περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των κοινοτικών θεσμικών οργάνων ή οργανισμών …, εκτός εάν τα καταγγελλόμενα γεγονότα αποτελούν ή έχουν αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας».

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!