FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 2521/2004/GG κατά της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων


Στρασβούργο, 20 Ιανουαρίου 2005

Αξιότιμε κ. X.,

Στις 17 Αυγούστου 2004, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τον χειρισμό από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων της αίτησής σας για θέση χρηματοοικονομικού αναλυτή στην ΕΤΕπ (αριθ. αναφοράς FI04WW03).

Στις 2 Σεπτεμβρίου 2004, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Η ΕΤΕπ διατύπωσε τη γνώμη της στις 5 Οκτωβρίου 2004. Σας τη διαβίβασα στις 12 Οκτωβρίου 2004 με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 25 Οκτωβρίου 2004.

Στις 23 Νοεμβρίου 2004, ζήτησα από την ΕΤΕπ περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία σας. Η ΕΤΕπ απάντησε στις 8 Δεκεμβρίου 2004. Σας διαβίβασα την παρούσα απάντηση στις 14 Δεκεμβρίου 2004 με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 21 Δεκεμβρίου 2004.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Στις 16 (1) Μαΐου 2004, ο καταγγέλλων, Κύπριος υπήκοος που κατοικεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, υπέβαλε αίτηση για τη θέση του Χρηματοοικονομικού Αναλυτή (αριθ. αναφοράς FI04WW03) που είχε διαφημιστεί από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ). Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, συμπλήρωσε την αίτησή του μέσω του δικτυακού τόπου της ΕΤΕπ, όπως απαιτείται, υποβάλλοντας τόσο συνοδευτικό σημείωμα όσο και βιογραφικό σημείωμα.

Στις 2 Ιουλίου 2004, και ελλείψει απάντησης, ο καταγγέλλων αποφάσισε να επικοινωνήσει με την ΕΤΕπ για να ζητήσει πληροφορίες σχετικά με το αποτέλεσμα της αίτησής του.

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, χρειάστηκε έξι δαπανηρές τηλεφωνικές κλήσεις για να μπορέσει να μιλήσει με κάποιον στο τμήμα ανθρώπινων πόρων της ΕΤΕπ. Του είπαν ότι η αίτηση δεν μπορούσε να βρεθεί. Σύμφωνα πάντα με τον καταγγέλλοντα, μετά από κάποια έρευνα διαπιστώθηκε ότι η αίτηση είχε καταχωριστεί χρησιμοποιώντας το όνομά του ως επώνυμο. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι ενημερώθηκε ότι η ΕΤΕπ δεν διέθετε αντίγραφο του βιογραφικού του σημειώματος και ότι θα ενημερωνόταν σχετικά με την έκβαση της αίτησής του.

Στις 9 Ιουλίου 2004, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε με τυποποιημένη επιστολή που απέστειλε ο κ. U. της ΕΤΕπ ότι η αίτησή του απορρίφθηκε. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η εν λόγω επιστολή είχε παρακινηθεί από την έρευνά του της 2ας Ιουλίου 2004. Διερωτάται επίσης με ποιον τρόπο η ΕΤΕπ ήταν σε θέση να αξιολογήσει την αίτησή του σε σχέση με την περιγραφή της θέσης εργασίας, εάν δεν διέθετε αντίγραφο του βιογραφικού του σημειώματος.

Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι το βιογραφικό του σημείωμα αντιστοιχούσε σε μεγάλο βαθμό στην απαίτηση απασχόλησης και, ως εκ τούτου, ζήτησε από την ΕΤΕπ να εξηγήσει την απόφασή της να μην συμπεριλάβει την αίτησή του στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων.

Στην απάντησή του της 21ης Ιουλίου 2004, ο κ. U. ανέφερε βασικά, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, δύο λόγους για τους οποίους η αίτησή του δεν είχε συμπεριληφθεί στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων, και συγκεκριμένα α) την έλλειψη ελάχιστης πενταετούς επαγγελματικής πείρας στους τομείς των χρηματοπιστωτικών αγορών και των κεφαλαιαγορών, των τεχνικών διαχείρισης τραπεζών και της διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού/παθητικού, όπως απαιτείται για τη θέση αυτή, και β) το γεγονός ότι από το βιογραφικό του σημείωμα δεν προέκυπτε ότι ο καταγγέλλων είχε «πολύ καλή γνώση ή καλή γνώση της γαλλικής γλώσσας».

Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι είχε επταετή σχετική επαγγελματική πείρα (δύο έτη στη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, ένα έτος στην επενδυτική τραπεζική, δύο έτη στην Audit &amp· Corporate Finance, δύο έτη στη διαχείριση χρηματοδότησης έργων), ότι είχε σαφώς πείρα στους τομείς των χρηματοπιστωτικών αγορών και των κεφαλαιαγορών, ότι η πείρα του στη διαχείριση χαρτοφυλακίου και η πείρα του ως βοηθού εμπορικού διευθυντή χαρακτηρίζονταν ως διαχείριση περιουσιακών στοιχείων/παθητικού και ότι η πείρα του ως διαχειριστή χαρτοφυλακίου υποδείκνυε σαφώς την πείρα του στις τεχνικές διαχείρισης τραπεζών. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι η περιγραφή της θέσης εργασίας απαιτούσε σαφώς είτε την αγγλική είτε τη γαλλική γλώσσα. Εξέφρασε επίσης την άποψη ότι η ΕΤΕπ, ως θεσμικό όργανο της ΕΕ, δεν επιτρέπεται να εισάγει διακρίσεις εις βάρος ατόμων που δεν μιλούν γαλλικά.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι, όταν ρώτησε πού θα μπορούσε να διαμαρτυρηθεί για τη μεταχείριση που έλαβε, ο U. πρότεινε, με ειρωνικό τόνο, ότι θα μπορούσε να επικοινωνήσει με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, ο κ. U. θα έπρεπε επίσης να είχε αναφέρει τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή.

Ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι ο κ. U. δεν είχε δει ποτέ αντίγραφο του βιογραφικού του σημειώματος και είχε παραποιήσει τους λόγους για τους οποίους δεν περιέλαβε την αίτησή του στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων, καθώς οι συνάδελφοί του είχαν τοποθετήσει εσφαλμένα την αίτησή του (του καταγγέλλοντος) και δεν την είχαν εξετάσει ποτέ σοβαρά. Υποστήριξε επίσης ότι του είχαν πει ψέματα και ότι είχε υποστεί διακρίσεις λόγω γλώσσας.

Ο καταγγέλλων σημείωσε ότι είχε αποστείλει αντίγραφα της καταγγελίας του σε βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τόσο στο Ηνωμένο Βασίλειο όσο και στην Κύπρο και ότι επιφυλάχθηκε του δικαιώματος να προσφύγει κατά της ΕΤΕπ ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων κατέταξε τις αιτιάσεις του κατά της ΕΤΕπ σε τέσσερις τομείς. Ωστόσο, τα δύο πρώτα από αυτά φαίνεται να συνδέονται μεταξύ τους. Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι ο καταγγέλλων επιθυμούσε να προβάλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς:

(1) Η ΕΤΕπ δεν είχε διεκπεραιώσει και αξιολογήσει σωστά την αίτησή του.

(2) Η αιτιολογία της απορρίψεως της αιτήσεως ήταν αβάσιμη και συνεπαγόταν δυσμενείς διακρίσεις.

(3) Η ΕΤΕπ δεν είχε παράσχει πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες προσφυγής.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων

Στη γνώμη της, η ΕΤΕπ διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Οι διαδικτυακοί αιτούντες ήταν υπεύθυνοι για την ορθή εισαγωγή δεδομένων που εισήχθησαν απευθείας στο σύστημα παραλαβής αιτήσεων της ΕΤΕπ. Ο καταγγέλλων είχε αναγράψει το όνομά του στο τετραγωνίδιο που προοριζόταν για το επώνυμό του. Ως εκ τούτου, τα συστήματα της ΕΤΕπ είχαν καταχωρίσει αυτόματα την αίτηση του καταγγέλλοντος με το όνομά του. Ως εκ τούτου, το τμήμα ανθρώπινων πόρων της ΕΤΕπ δεν ήταν σε θέση να εντοπίσει την αίτηση όταν ο καταγγέλλων τηλεφώνησε στις 2 Ιουλίου 2004. Στη συνέχεια, οι υπάλληλοι της ΕΤΕπ διόρθωσαν το σφάλμα του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, αυτό δεν είχε επηρεάσει καθόλου τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης.

Λόγω του μεγάλου αριθμού αιτήσεων (κατά μέσο όρο 250 αιτήσεις ανά θέση), η διαδικασία πρόσληψης στην ΕΤΕπ χρειάστηκε συνήθως μερικούς μήνες για να ολοκληρωθεί. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αρνητική απάντηση εστάλη στον καταγγέλλοντα στις 9 Ιουλίου 2004, την ίδια στιγμή που και άλλοι υποψήφιοι είχαν λάβει αρνητικές απαντήσεις για την ίδια θέση. Η αρνητική απάντηση είχε δοθεί σύμφωνα με τις συνήθεις διαδικασίες της ΕΤΕπ όσον αφορά τις προσλήψεις και δεν είχε σχέση με την τηλεφωνική έρευνα του καταγγέλλοντος της 2ας Ιουλίου 2004.

Ο καταγγέλλων δεν διέθετε τουλάχιστον πενταετή επαγγελματική πείρα στους τομείς που προσδιορίζονται στην περιγραφή καθηκόντων. Μολονότι το βιογραφικό σημείωμα του καταγγέλλοντος αντανακλούσε επταετή επαγγελματική πείρα, η πείρα αυτή δεν αφορούσε εξ ολοκλήρου τους τομείς που προσδιορίζονται στην περιγραφή καθηκόντων. Η δήλωση του καταγγέλλοντος ότι η ΕΤΕπ δεν είχε κρατήσει αντίγραφο του βιογραφικού του σημειώματος ήταν αβάσιμη (2).

Η περιγραφή της θέσης εργασίας απαιτούσε πολύ καλή γνώση της γαλλικής γλώσσας ή καλή γνώση της γαλλικής γλώσσας. Από το βιογραφικό σημείωμα του καταγγέλλοντος προκύπτει ότι δεν είχε καμία γνώση της γαλλικής γλώσσας. Η απαίτηση ειδικών γλωσσικών δεξιοτήτων δεν ήταν παράνομη και ήταν κοινή στις διαδικασίες πρόσληψης όλων των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ. Συνάδει επίσης πλήρως με τις αρχές που έχει αναπτύξει η νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων.

Απαντώντας στην ερώτηση του καταγγέλλοντος, η οποία τέθηκε στο ηλεκτρονικό του μήνυμα της 12ης Ιουλίου 2004, σχετικά με το με ποια «νομική αρχή» θα μπορούσε να επικοινωνήσει σε περίπτωση που η απάντηση της ΕΤΕπ στο ηλεκτρονικό του μήνυμα θεωρηθεί μη ικανοποιητική, η ΕΤΕπ, στην επιστολή της 21ης Ιουλίου 2004, ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι είχε το δικαίωμα να ζητήσει επανόρθωση ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η απάντηση αυτή δόθηκε στον καταγγέλλοντα λαμβάνοντας υπόψη ένα σαφώς καθορισμένο ερώτημα που έθεσε. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώθηκε επίσης από το γεγονός ότι ο καταγγέλλων είχε ολοκληρώσει τηλεφωνική συνομιλία με τον κ. U. μερικές ημέρες αργότερα με τη φράση «βλέπετε στο Δικαστήριο». Η απάντηση της ΕΤΕπ βασίστηκε στην εκτίμηση ότι ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής, ενεργώντας ως διαμεσολαβητής, θα μπορούσε να προσφέρει στους πολίτες επιλογή μέσων έννομης προστασίας, με χαρακτηριστικά και πλεονεκτήματα διαφορετικά από τα τυπικά μέσα έννομης προστασίας που παρέχονται από δικαστήριο, καθώς οι συστάσεις του δεν είναι νομικά δεσμευτικές για το οικείο θεσμικό όργανο ή οργανισμό. Σε κάθε περίπτωση, η δυνατότητα των πολιτών να υποβάλλουν καταγγελίες στον Διαμεσολαβητή αναφερόταν σαφώς σε διάφορα έγγραφα που δημοσιεύθηκαν στον ιστότοπο της ΕΤΕπ (όπως ο κώδικας ορθής διοικητικής συμπεριφοράς για το προσωπικό της ΕΤΕπ στις σχέσεις της με το κοινό). Ο καταγγέλλων είχε πλήρη πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές και τις χρησιμοποίησε αποτελεσματικά υποβάλλοντας καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Αυτό έδειξε ότι ο καταγγέλλων ήταν καλά ενημερωμένος σχετικά με το ενδεχόμενο αυτό και ότι δεν είχε υποστεί καμία ζημία από το γεγονός ότι η ΕΤΕπ δεν το είχε αναφέρει.

Ως εκ τούτου, η ΕΤΕπ έκρινε ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του και υπέβαλε τις ακόλουθες περαιτέρω παρατηρήσεις:

Ακόμη και αν το όνομά του είχε καταχωριστεί ως επώνυμο, η ΕΤΕπ θα έπρεπε να είναι σε θέση να απαντήσει εγκαίρως στην αίτηση. Δεδομένου ότι η ΕΤΕπ ισχυρίστηκε ότι είχαν αποσταλεί αρνητικές απαντήσεις σε άλλους υποψηφίους ταυτόχρονα με τις επιστολές που του είχε απευθύνει, η ΕΤΕπ όφειλε να υποβάλει αντίγραφα των εν λόγω επιστολών, συνοδευόμενα από αποδεικτικά στοιχεία ότι οι εν λόγω υποψήφιοι είχαν υποβάλει υποψηφιότητα για την ίδια θέση.

Όσον αφορά την επαγγελματική πείρα, το μόνο που είχε κάνει η ΕΤΕπ ήταν να δηλώσει ότι η επαγγελματική πείρα του δεν ήταν συναφής. Η ΕΤΕπ θα πρέπει να εξηγήσει ακριβώς γιατί η εμπειρία του ήταν άσχετη με την περιγραφή της θέσης εργασίας.

Η ΕΤΕπ θα πρέπει να αποδείξει γιατί η γαλλική γλώσσα ήταν σημαντική για τη συγκεκριμένη θέση. Η συλλογιστική της ΕΤΕπ δεν αποδεικνύει ότι η ΕΤΕπ δεν προέβη σε δυσμενή διάκριση εις βάρος των προσώπων που δεν ομιλούν τη γαλλική γλώσσα.

Η απαίτηση της γαλλικής γλώσσας είχε επίσης εφαρμοστεί σε μια πολύ παρόμοια θέση που είχε προκηρυχθεί από την ΕΤΕπ πριν από μερικούς μήνες και για την οποία είχε υποβάλει αίτηση. Ούτε αυτός είχε λάβει απάντηση για την αίτηση αυτή.

Η περιγραφή της θέσης εργασίας απαιτούσε «πολύ καλή γνώση της αγγλικής ή/και της γαλλικής γλώσσας». Αυτό σήμαινε ότι ένας υποψήφιος έπρεπε να έχει πολύ καλή γνώση της αγγλικής ή της γαλλικής γλώσσας.

Η ΕΤΕπ είχε στη διάθεσή της μια ολόκληρη νομική ομάδα (που αμείβεται από τον ευρωπαίο φορολογούμενο) βοηθώντας την να συντάξει την απάντησή της. Προκειμένου αυτό να είναι μια μάχη μεταξύ ίσων, ζητήθηκε η συμβουλή του Διαμεσολαβητή σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να του παρασχεθούν οι ίδιοι πόροι.

Ο καταγγέλλων κατέληξε λέγοντας ότι θα εκτιμούσε εάν ο Διαμεσολαβητής μπορούσε να διατηρήσει την αλληλογραφία εμπιστευτική και να μην ενημερώσει την ΕΤΕπ για την ταυτότητα του εργοδότη για τον οποίο εργάζεται τώρα.

Περαιτέρω έρευνες
Αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες

Υπό το πρίσμα των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, φαίνεται ότι απαιτούνται περαιτέρω πληροφορίες προκειμένου να μπορέσει ο Διαμεσολαβητής να εξετάσει την καταγγελία. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την ΕΤΕπ να διευκρινίσει τους λόγους για τους οποίους ήταν απαραίτητη η πολύ καλή γνώση της γαλλικής γλώσσας για τη θέση για την οποία είχε υποβάλει αίτηση ο καταγγέλλων.

Με βάση το αίτημα που υπέβαλε ο καταγγέλλων στις παρατηρήσεις του, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε περαιτέρω ότι η καταγγελία (η οποία αρχικά δεν ήταν εμπιστευτική) θα πρέπει να θεωρηθεί εμπιστευτική από εκείνο το σημείο και μετά.

Σύμφωνα με τη συνήθη διαδικασία του, αντίγραφο των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος διαβιβάστηκε στο θεσμικό όργανο μαζί με το αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων είχε ζητήσει από τον Διαμεσολαβητή να μην αποκαλύψει την ταυτότητα του νέου εργοδότη του στην ΕΤΕπ (η οποία αναφέρθηκε στην τελευταία παράγραφο των παρατηρήσεων), ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε στην ΕΤΕπ αντίγραφο των παρατηρήσεων που δεν παρουσίαζαν τα εν λόγω δεδομένα. Η ΕΤΕπ ενημερώθηκε σχετικά.

Η απάντηση της ΕΤΕπ

Στην απάντησή της, η ΕΤΕπ εξήγησε ότι «οι γλώσσες εργασίας που χρησιμοποιούνται σε καθημερινή βάση στην Τράπεζα είναι η αγγλική και η γαλλική», όπως ορίζεται στο εγχειρίδιο διαδικασιών, κανόνων και διαδικασιών του Γενικού Γραφείου της Τράπεζας για όλο το προσωπικό της ΕΤΕπ. Σύμφωνα με την ΕΤΕπ, και οι δύο γλώσσες ήταν κατά κανόνα απαραίτητες για την καλή εκτέλεση της καθημερινής εργασίας. Η ΕΤΕπ πρόσθεσε ότι ο καταγγέλλων είχε υποβάλει αίτηση για θέση συντονισμού στη Διεύθυνση Οικονομικών, για την οποία η απαίτηση αυτή ήταν ακόμη πιο ουσιώδης για την εκτέλεση των καθηκόντων που είναι εγγενή στη θέση, τα οποία περιλάμβαναν έρευνα σε αγορές βάσει δημοσιευμένων πηγών, καθώς και επαφές με σχετικούς δημόσιους και ιδιωτικούς οργανισμούς και τραπεζικούς αντισυμβαλλομένους του γαλλόφωνου κόσμου.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του. Υποστήριξε ότι τα αγγλικά ήταν η κυρίαρχη γλώσσα σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό χωρών από τα γαλλικά. Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι η αγγλική (και όχι η γαλλική) εκλαμβάνεται ως η επιχειρηματική γλώσσα στο μεγαλύτερο μέρος του πολύγλωσσου κόσμου.

Ο καταγγέλλων ζήτησε επίσης την άδεια του Διαμεσολαβητή να θέσει την αλληλογραφία σχετικά με την υπόθεση αυτή στη διάθεση των μελών του βρετανικού κοινοβουλίου.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Εισαγωγικές παρατηρήσεις

1.1 Η παρούσα καταγγελία αφορά αίτηση για τη θέση του χρηματοοικονομικού αναλυτή (αριθ. αναφοράς FI04WW03) η οποία είχε δημοσιευθεί από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ).

1.2 Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων δεν είχε ζητήσει εμπιστευτικότητα. Ωστόσο, στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της ΕΤΕπ, ο καταγγέλλων σημείωσε ότι θα το εκτιμούσε εάν ο Διαμεσολαβητής μπορούσε να διατηρήσει την αλληλογραφία εμπιστευτική. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε ότι η καταγγελία θα πρέπει να θεωρηθεί εμπιστευτικού χαρακτήρα. Η απόφαση αυτή ελήφθη με μοναδικό σκοπό τη συμμόρφωση με το αίτημα του καταγγέλλοντος για την προστασία των συμφερόντων του. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων παραμένει ελεύθερος να παραιτηθεί από την εν λόγω προστασία και να θέσει την αλληλογραφία στη διάθεση τρίτων, εφόσον το επιθυμεί. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει την καταγγελία ως εμπιστευτική για τον σκοπό της διεκπεραίωσης πιθανών αιτήσεων πρόσβασης στα έγγραφα που έχει στην κατοχή του.

1.3 Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της ΕΤΕπ, ο καταγγέλλων επεσήμανε ότι η ΕΤΕπ έχει στη διάθεσή της μια ολόκληρη νομική ομάδα (που πληρώνεται από τον ευρωπαίο φορολογούμενο) προκειμένου να τη βοηθήσει να συντάξει την απάντησή της. Προκειμένου αυτό να αποτελέσει μάχη μεταξύ ίσων, ο καταγγέλλων ζήτησε τη συμβουλή του Διαμεσολαβητή σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να του παρασχεθούν οι ίδιοι πόροι. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Διαμεσολαβητής ενεργεί με πλήρη ανεξαρτησία και ότι έχει τη δυνατότητα να ζητήσει από τη διοίκηση όλες τις πληροφορίες και εξηγήσεις που μπορεί να χρειαστεί για την εξέταση μιας καταγγελίας, εάν χρειαστεί με δική του πρωτοβουλία. Επομένως, το γεγονός ότι ο καταγγέλλων δεν διαθέτει εξειδικευμένους δικηγόρους δεν θα πρέπει να συνεπάγεται μειονέκτημα για τον καταγγέλλοντα.

1.4 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι είχε υποβάλει αίτηση για παρόμοια θέση στην ΕΤΕπ πριν από μερικούς μήνες, χωρίς να λάβει καμία απάντηση για την εν λόγω αίτηση. Ελλείψει πιο συγκεκριμένων πληροφοριών σχετικά με την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας θέσης και τα ακριβή στοιχεία αναφοράς της, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι σε θέση να εξετάσει αυτή την πτυχή της καταγγελίας. Ωστόσο, ο καταγγέλλων είναι ελεύθερος να υποβάλει νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή σχετικά με το θέμα αυτό.

2 Εικαζόμενη αποτυχία χειρισμού και ορθής αξιολόγησης της εφαρμογής

2.1 Ο καταγγέλλων υπέβαλε την αίτησή του ηλεκτρονικά στις 16 Μαΐου 2004. Στις 2 Ιουλίου 2004, και ελλείψει απάντησης, ο καταγγέλλων αποφάσισε να επικοινωνήσει με την ΕΤΕπ για να ζητήσει πληροφορίες σχετικά με το αποτέλεσμα της αίτησής του. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, χρειάστηκε έξι δαπανηρές τηλεφωνικές κλήσεις για να μπορέσει να μιλήσει με κάποιον στο τμήμα ανθρώπινων πόρων της ΕΤΕπ. Του είπαν ότι η αίτηση δεν μπορούσε να βρεθεί. Σύμφωνα πάντα με τον καταγγέλλοντα, μετά από κάποια έρευνα διαπιστώθηκε ότι η αίτηση είχε καταχωριστεί χρησιμοποιώντας το όνομά του ως επώνυμο. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι ενημερώθηκε ότι η ΕΤΕπ δεν διέθετε αντίγραφο του βιογραφικού σημειώματός του και ότι θα ενημερωνόταν σχετικά με την έκβαση της αίτησής του. Στις 9 Ιουλίου 2004, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε με τυποποιημένη επιστολή που απέστειλε ο κ. U. της ΕΤΕπ ότι η αίτησή του απορρίφθηκε. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η εν λόγω επιστολή είχε παρακινηθεί από την έρευνά του της 2ας Ιουλίου 2004. Διερωτάται επίσης με ποιον τρόπο η ΕΤΕπ ήταν σε θέση να αξιολογήσει την αίτησή του σε σχέση με την περιγραφή της θέσης εργασίας, εάν δεν διέθετε αντίγραφο του βιογραφικού του σημειώματος. Στην απάντησή του της 21ης Ιουλίου 2004, ο κ. U. ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για τους λόγους για τους οποίους η αίτησή του δεν είχε περιληφθεί στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι ο κ. U. δεν είχε δει ποτέ αντίγραφο του βιογραφικού του σημειώματος και είχε παραποιήσει τους λόγους για τους οποίους δεν περιέλαβε την αίτησή του στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων, καθώς οι συνάδελφοί του είχαν τοποθετήσει εσφαλμένα την αίτησή του (του καταγγέλλοντος) και δεν την είχαν εξετάσει ποτέ σοβαρά. Ως εκ τούτου, ισχυρίστηκε ότι η ΕΤΕπ παρέλειψε να εξετάσει και να αξιολογήσει δεόντως την αίτησή του.

2.2 Στη γνώμη της, η ΕΤΕπ υποστήριξε ότι οι διαδικτυακοί αιτούντες ήταν υπεύθυνοι για την ορθή εισαγωγή δεδομένων τα οποία εισήχθησαν απευθείας στο σύστημα παραλαβής αιτήσεων της ΕΤΕπ. Σύμφωνα με την ΕΤΕπ, ο καταγγέλλων είχε καταχωρίσει το όνομά του στο τετραγωνίδιο που προοριζόταν για το επώνυμό του. Ως εκ τούτου, τα συστήματα της ΕΤΕπ είχαν καταχωρίσει αυτόματα την αίτηση του καταγγέλλοντος με το όνομά του. Ως εκ τούτου, το τμήμα ανθρώπινων πόρων της ΕΤΕπ δεν ήταν σε θέση να εντοπίσει την αίτηση όταν ο καταγγέλλων τηλεφώνησε στις 2 Ιουλίου 2004. Στη συνέχεια, οι υπάλληλοι της ΕΤΕπ διόρθωσαν το σφάλμα του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, σύμφωνα με την ΕΤΕπ, αυτό δεν είχε επηρεάσει καθόλου τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης. Η ΕΤΕπ υποστήριξε ότι, λόγω του μεγάλου αριθμού αιτήσεων, οι διαδικασίες πρόσληψης της χρειάζονταν συνήθως μερικούς μήνες για να ολοκληρωθούν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αρνητική απάντηση εστάλη στον καταγγέλλοντα στις 9 Ιουλίου 2004, την ίδια στιγμή που και άλλοι υποψήφιοι είχαν λάβει αρνητικές απαντήσεις για την ίδια θέση. Σύμφωνα με την ΕΤΕπ, η αρνητική απάντηση δεν είχε σχέση με την τηλεφωνική έρευνα του καταγγέλλοντος της 2ας Ιουλίου 2004. Η ΕΤΕπ υποστήριξε επίσης ότι η δήλωση του καταγγέλλοντος ότι δεν είχε κρατήσει αντίγραφο του βιογραφικού του ήταν αβάσιμη.

2.3 Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της ΕΤΕπ, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, ακόμη και αν το όνομά του είχε καταχωριστεί ως επώνυμο, η ΕΤΕπ θα έπρεπε να είναι σε θέση να απαντήσει στην αίτηση εγκαίρως. Δεδομένου ότι η ΕΤΕπ ισχυρίστηκε ότι είχαν αποσταλεί αρνητικές απαντήσεις σε άλλους υποψηφίους ταυτόχρονα με την επιστολή της προς αυτόν, η ΕΤΕπ θα έπρεπε, κατά την άποψή του, να είχε υποβάλει αντίγραφα των εν λόγω επιστολών, μαζί με αποδεικτικά στοιχεία ότι οι εν λόγω υποψήφιοι είχαν υποβάλει αίτηση για την ίδια θέση.

2.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο παρών ισχυρισμός αφορά τις διαδικαστικές πτυχές του χειρισμού από την ΕΤΕπ της αίτησης που υπέβαλε ο καταγγέλλων. Το ζήτημα του βασίμου της απορρίψεως της αιτήσεως αυτής αποτελεί αντικείμενο της δεύτερης αιτιάσεως (βλ. σημείο 3 κατωτέρω).

2.5 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι τα στοιχεία που υπέβαλε η ΕΤΕπ φαίνεται να επιβεβαιώνουν ότι ο καταγγέλλων αναγράφει εσφαλμένα το όνομά του στο τετραγωνίδιο που προορίζεται για το επώνυμό του. Υπό τις συνθήκες αυτές, η εξήγηση της ΕΤΕπ ότι, ως εκ τούτου, δεν ήταν σε θέση να εντοπίσει την αίτηση όταν ο καταγγέλλων είχε τηλεφωνήσει στις 2 Ιουλίου 2004 είναι εύλογη. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι η ΕΤΕπ ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα στις 9 Ιουλίου 2004, δηλαδή λιγότερο από δύο μήνες μετά την κατάθεση της αίτησης, ότι η τελευταία δεν ευδοκίμησε. Λαμβανομένου υπόψη του σημαντικού αριθμού αιτήσεων που φαίνεται να έχει λάβει η ΕΤΕπ, το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε η ΕΤΕπ για να αξιολογήσει την αίτηση δεν φαίνεται υπερβολικό. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαίο να ζητηθεί από την ΕΤΕπ να υποβάλει αντίγραφα των επιστολών με τις οποίες απορρίπτονται άλλες αιτήσεις για την ίδια θέση.

2.6 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει περαιτέρω ότι, όταν, με το ηλεκτρονικό του μήνυμα της 12ης Ιουλίου 2004, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την απόφαση που έλαβε η ΕΤΕπ, η τελευταία απάντησε με επιστολή της 21ης Ιουλίου 2004, εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους η αίτηση του καταγγέλλοντος απορρίφθηκε. Ως εκ τούτου, η ΕΤΕπ φαίνεται ότι αντέδρασε αμέσως στο ερώτημα του καταγγέλλοντος.

2.7 Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η ΕΤΕπ δεν είχε κρατήσει αντίγραφο του βιογραφικού του σημειώματος, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η ΕΤΕπ αμφισβήτησε το σημείο αυτό και υπέβαλε στοιχεία που αποδεικνύουν ότι είχε καταχωρίσει και διατηρήσει το εν λόγω βιογραφικό σημείωμα. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι στην επιστολή του της 21ης Ιουλίου 2004 (αντίγραφο της οποίας υποβλήθηκε από την ΕΤΕπ), ο κ. U. αναφέρθηκε ρητά στο βιογραφικό σημείωμα του καταγγέλλοντος.

2.8 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δεν απέδειξε την ύπαρξη κακοδιοίκησης όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του.

3 Επί των λόγων απορρίψεως της αιτήσεως

3.1 Στην επιστολή της με ημερομηνία 21 Ιουλίου 2004, η ΕΤΕπ ανέφερε δύο λόγους για τους οποίους η αίτηση του καταγγέλλοντος δεν είχε συμπεριληφθεί στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων, και συγκεκριμένα α) την έλλειψη τουλάχιστον πέντε ετών επαγγελματικής εμπειρογνωμοσύνης στους τομείς των χρηματοπιστωτικών αγορών και των κεφαλαιαγορών, των τεχνικών διαχείρισης τραπεζών και της διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού/παθητικού, όπως απαιτείται για τη θέση αυτή, και β) το γεγονός ότι από το βιογραφικό του σημείωμα δεν προέκυπτε ότι ο καταγγέλλων είχε «πολύ καλή γνώση ή καλή γνώση της γαλλικής γλώσσας». Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι διέθετε την απαιτούμενη επαγγελματική πείρα. Εξέφρασε επίσης την άποψη ότι η ΕΤΕπ, ως θεσμικό όργανο της ΕΕ, δεν επιτρέπεται να εισάγει διακρίσεις εις βάρος ατόμων που δεν μιλούν γαλλικά.

3.2 Κατά τη γνώμη της, η ΕΤΕπ υποστήριξε ότι η θέση της ήταν ορθή. Η ΕΤΕπ τόνισε ότι, ενώ το βιογραφικό σημείωμα του καταγγέλλοντος αντικατόπτριζε επταετή επαγγελματική πείρα, η πείρα αυτή δεν αφορούσε εξ ολοκλήρου τους τομείς που προσδιορίζονται στην περιγραφή καθηκόντων. Υποστήριξε επίσης ότι η περιγραφή καθηκόντων απαιτούσε πολύ καλή γνώση της γαλλικής γλώσσας και ότι από το βιογραφικό σημείωμα του καταγγέλλοντος προέκυπτε ότι δεν είχε καμία γνώση της γαλλικής γλώσσας. Η ΕΤΕπ έκρινε ότι η απαίτηση ειδικών γλωσσικών δεξιοτήτων δεν ήταν παράνομη και ήταν κοινή στις διαδικασίες πρόσληψης όλων των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ. Κατά την ΕΤΕπ, η απαίτηση αυτή ήταν επίσης απολύτως σύμφωνη με τις αρχές που έχουν διαμορφωθεί από τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων.

3.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στη θέση του. Υποστήριξε ότι η περιγραφή της θέσης απαιτεί «πολύ καλή γνώση της αγγλικής και/ή της γαλλικής γλώσσας» και ότι αυτό σημαίνει ότι ένας υποψήφιος πρέπει να έχει πολύ καλή γνώση της αγγλικής ή της γαλλικής γλώσσας. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η ΕΤΕπ έπρεπε να αποδείξει τους λόγους για τους οποίους η γαλλική γλώσσα θα έπρεπε να είναι σχετική με τη συγκεκριμένη θέση.

3.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η πολύ καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας ήταν επαρκής για τη σχετική θέση φαίνεται να βασίζεται σε παρανόηση του χωρίου που καθορίζει τις γλωσσικές απαιτήσεις. Το χωρίο αυτό έχει ως εξής: «Πολύ καλή γνώση της αγγλικής ή/και της γαλλικής γλώσσας και καλή κατανόηση της άλλης γλώσσας. (...)». Είναι επομένως σαφές ότι αυτό που απαιτούνταν ήταν μια πολύ καλή γνώση μιας από τις γλώσσες που αναφέρονται εδώ και μια καλή κατανόηση της άλλης γλώσσας.

3.5 Στην απάντησή της σε σχετική ερώτηση του Διαμεσολαβητή, η ΕΤΕπ εξήγησε ότι «οι γλώσσες εργασίας που χρησιμοποιούνται σε καθημερινή βάση στην Τράπεζα είναι η αγγλική και η γαλλική», όπως ορίζεται στο Εγχειρίδιο Διαδικασιών, Κανόνων και Διαδικασιών του Γενικού Γραφείου της Τράπεζας για όλο το προσωπικό της ΕΤΕπ. Σύμφωνα με την ΕΤΕπ, και οι δύο γλώσσες ήταν κατά κανόνα απαραίτητες για την καλή εκτέλεση της καθημερινής εργασίας.

3.6 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, εντός των ορίων που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο, η απόφαση σχετικά με το ποια γλώσσα (ή γλώσσες) θα χρησιμοποιηθεί (ή πρόκειται να χρησιμοποιηθούν) ως γλώσσα (ή γλώσσες) εργασίας θα πρέπει να επαφίεται στο οικείο κοινοτικό όργανο ή οργανισμό. Είναι σαφές ότι η αποτελεσματική εσωτερική επικοινωνία εντός ενός κοινοτικού οργάνου ή οργανισμού και, ως εκ τούτου, η εύρυθμη λειτουργία του οικείου οργάνου ή οργανισμού θα καθίστατο εξαιρετικά δυσχερής, αν όχι αδύνατη, χωρίς απόφαση σχετικά με τη γλώσσα που πρέπει να χρησιμοποιείται για την εσωτερική επικοινωνία. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική επικοινωνία εντός ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού, θα αρκούσε ο καθορισμός μίας γλώσσας ως κοινής γλώσσας εργασίας. Ωστόσο, δεν φαίνεται να αποκλείεται ένα θεσμικό όργανο ή οργανισμός να μπορεί να επιλέξει περισσότερες γλώσσες από μία για να χρησιμεύσει ως γλώσσα εργασίας, όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να το πράξει. Φαίνεται ότι η ΕΤΕπ επέλεξε τα αγγλικά και τα γαλλικά ως γλώσσες εργασίας. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι, σε πρόσφατη γνωμοδότηση (3), ο γενικός εισαγγελέας Poiares Maduro εξέφρασε την άποψη ότι, στις περιπτώσεις αυτές, η απαίτηση να είναι δυνατή η διατήρηση αποτελεσματικής εσωτερικής επικοινωνίας δεν παρέχει, αυτή καθαυτή, το δικαίωμα σε θεσμικό όργανο ή οργανισμό να απαιτεί από τους υποψηφίους να γνωρίζουν όλες τις γλώσσες εργασίας. Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας, η γνώση μιας ενιαίας κοινής γλώσσας φαίνεται επαρκής για τη διασφάλιση της καλής επικοινωνίας εντός του οργανισμού, υπό την προϋπόθεση ότι όλοι οι εργαζόμενοι κατέχουν τη γλώσσα αυτή (4). Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί το επιχείρημα αυτό πειστικό.

3.7 Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η ΕΤΕπ δικαιολόγησε την απαίτηση γνώσης τόσο της αγγλικής όσο και της γαλλικής γλώσσας όχι μόνο με αναφορά στο γεγονός ότι χρησιμοποιεί και τις δύο γλώσσες ως εσωτερικές γλώσσες εργασίας, αλλά και με αναφορά στην αντίστοιχη θέση καθαυτή. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΤΕπ επισήμανε ότι ο καταγγέλλων είχε υποβάλει αίτηση για θέση συντονισμού στη Διεύθυνση Οικονομικών, για την οποία η απαίτηση αυτή ήταν ακόμη πιο απαραίτητη για την εκτέλεση των καθηκόντων που είναι εγγενή στη θέση, τα οποία περιλάμβαναν έρευνα σχετικά με τις αγορές βάσει δημοσιευμένων πηγών, καθώς και επαφές με σχετικούς δημόσιους και ιδιωτικούς οργανισμούς και τραπεζικούς αντισυμβαλλομένους του γαλλόφωνου κόσμου. Υπό το πρίσμα αυτών των εξηγήσεων, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η επιμονή της ΕΤΕπ ότι οι υποψήφιοι για τη σχετική θέση πρέπει να έχουν γνώση τόσο της αγγλικής όσο και της γαλλικής γλώσσας δεν φαίνεται παράλογη.

3.8 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε το επιχείρημα της ΕΤΕπ ότι από το βιογραφικό σημείωμα του καταγγέλλοντος προέκυπτε ότι δεν γνώριζε τη γαλλική γλώσσα. Δεδομένου ότι, ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν πληρούσε έναν από τους όρους που συνδέονται με τη σχετική θέση, η απόφαση της ΕΤΕπ να απορρίψει την υποψηφιότητά του φαίνεται ορθή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί αναγκαίο να εξετάσει κατά πόσον η ΕΤΕπ ορθώς έκρινε επίσης ότι ο καταγγέλλων δεν πληρούσε την απαίτηση να διαθέτει τουλάχιστον πενταετή σχετική επαγγελματική πείρα. Πράγματι, ακόμη και αν η εκτίμηση της ΕΤΕπ σχετικά με το σημείο αυτό ήταν εσφαλμένη, η απόφαση απόρριψης της αίτησης του καταγγέλλοντος θα εξακολουθούσε να είναι θεμιτή, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν διέθετε τις απαιτούμενες γλωσσικές δεξιότητες.

3.9 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό που υπέβαλε ο καταγγέλλων.

4 Μη παροχή πλήρων πληροφοριών σχετικά με τις δυνατότητες άσκησης προσφυγής

4.1 Ο καταγγέλλων σημείωσε ότι, όταν τον ρώτησαν πού θα μπορούσε να υποβάλει καταγγελία για τη μεταχείριση που έλαβε, του είπαν ότι θα μπορούσε να επικοινωνήσει με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η ΕΤΕπ θα έπρεπε επίσης να αναφέρει τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΕΤΕπ δεν είχε παράσχει πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες προσφυγής.

4.2 Η ΕΤΕπ απάντησε ότι η προαναφερθείσα απάντηση είχε δοθεί στον καταγγέλλοντα λαμβάνοντας υπόψη ένα σαφώς καθορισμένο ερώτημα που έθεσε. Σύμφωνα με την ΕΤΕπ, η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώθηκε επίσης από το γεγονός ότι ο καταγγέλλων είχε ολοκληρώσει τηλεφωνική συνομιλία με τον κ. U. μερικές ημέρες αργότερα με τη φράση «βλέπετε στο Δικαστήριο». Η ΕΤΕπ τόνισε επίσης ότι η δυνατότητα των πολιτών να υποβάλλουν καταγγελίες στον Διαμεσολαβητή αναφέρεται σε κάθε περίπτωση σαφώς σε διάφορα έγγραφα που δημοσιεύονται στον δικτυακό τόπο της ΕΤΕπ, ότι ο καταγγέλλων είχε πλήρη πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές και ότι τις χρησιμοποίησε αποτελεσματικά υποβάλλοντας καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Σύμφωνα με την ΕΤΕπ, αυτό έδειξε ότι ο καταγγέλλων ήταν καλά ενημερωμένος σχετικά με το ενδεχόμενο αυτό και ότι δεν είχε υποστεί καμία ζημία από το γεγονός ότι η ΕΤΕπ δεν το είχε αναφέρει.

4.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι θα ήταν πράγματι καλύτερο εάν η ΕΤΕπ είχε επίσης αναφέρει ρητά στον καταγγέλλοντα τη δυνατότητα να υποβάλει καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων μπόρεσε παρόλα αυτά να υποβάλει καταγγελία σε αυτόν, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με αυτή την πτυχή της καταγγελίας.

5 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Από έγγραφο που υπέβαλε η ΕΤΕπ με τη γνωμοδότησή της (αντίγραφο της καταχώρισης του εν λόγω αντιγράφου στο σύστημα παραλαβής της αίτησης) προκύπτει ότι η αίτηση μπορεί να έχει ήδη υποβληθεί στις 13 Μαΐου 2004. Ωστόσο, το σημείο αυτό δεν φαίνεται να έχει σημασία για την παρούσα έρευνα.

(2) Μαζί με τη γνώμη της, η ΕΤΕπ υπέβαλε αντίγραφο του βιογραφικού σημειώματος και αντίγραφο της καταχώρισης του εν λόγω αντιγράφου στο σύστημα παραλαβής της αίτησής της.

(3) Προτάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 2004 στην υπόθεση C-160/03, Ισπανία κατά Επιτροπής.

(4) όπ.π., σκέψη 56.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!