Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 2468/2004/OV κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 2468/2004/OV - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 28 Σεπτεμβρίου 2004 - Απόφαση στις Τρίτη | 02 Οκτωβρίου 2007
Ο καταγγέλλων, μια εταιρεία, συμμετείχε σε διάφορα έργα που χρηματοδοτήθηκαν από την Επιτροπή. Στο πλαίσιο εμπορικής διαφοράς, ένας από τους υπεργολάβους της έλαβε από δικαστήριο του Λουξεμβούργου διαταγή κατασχέσεως εις βάρος της. Όταν η Επιτροπή ενημερώθηκε για την εντολή αυτή, μπλόκαρε όλες τις πληρωμές προς τον καταγγέλλοντα και τις καταχώρισε στο αποκαλούμενο «σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης» («ΣΕΠ»). Το ΣΕΠ προειδοποιεί την Επιτροπή σε περιπτώσεις στις οποίες δικαιούχος ή δυνητικός δικαιούχος έχει διαπράξει ή ενδέχεται να έχει διαπράξει (σοβαρά) διοικητικά σφάλματα ή ακόμη και απάτη. Όταν η Επιτροπή πληροφορήθηκε ότι η διαταγή κατάσχεσης περιοριζόταν σε 50 000 ευρώ, αποφάσισε να παρακρατήσει το ποσό αυτό από τα ποσά που οφείλονταν στον καταγγέλλοντα. Ωστόσο, ο καταγγέλλων παρέμεινε στο ΣΕΠ έως ότου αρθεί η διαταγή κατάσχεσης σχεδόν ένα έτος αργότερα.
Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η απόφαση της Επιτροπής i) να παρακρατήσει το ποσό των 50 000 ευρώ και ii) να καταχωρίσει τον καταγγέλλοντα στο ΣΕΠ ήταν άδικη, παράνομη, αβάσιμη και παραβίαζε τον ευρωπαϊκό κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή θα πρέπει να αποστείλει επεξηγηματική επιστολή σε όλες τις υπηρεσίες της Επιτροπής προκειμένου να αποκατασταθεί η φήμη της. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η καταχώρισή του στο ΣΕΠ είχε ως αποτέλεσμα σοβαρά προβλήματα όσον αφορά την ανάθεση νέων συμβάσεων από την Επιτροπή, σημαντικές καθυστερήσεις στις πληρωμές και ανεπανόρθωτη βλάβη της φήμης του.
Στη γνώμη της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η δέσμευση 50 000 ευρώ ήταν πλήρως δικαιολογημένη και ότι η εγγραφή στο ΣΕΠ πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανόνες της.
Ο Διαμεσολαβητής διενήργησε περαιτέρω έρευνες, καθώς και έλεγχο των σχετικών εγγράφων. Όσον αφορά την απόφαση της Επιτροπής να παρακρατήσει το ποσό των 50 000 ευρώ από τον καταγγέλλοντα, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση διότι η Επιτροπή φαινόταν να έχει ενεργήσει σύμφωνα με τον νόμο.
Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι η Επιτροπή είχε διατηρήσει τον καταγγέλλοντα στον κατάλογο ΣΕΠ ακόμη και αφού είχε ενημερωθεί ότι η εντολή κατάσχεσης είχε περιοριστεί σε 50 000 EUR και αφού είχε δεσμεύσει το εν λόγω ποσό. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι οι αρνητικές επιπτώσεις της καταχώρισης που ανέφερε ο καταγγέλλων φαίνονταν αξιόπιστες. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η συνεχιζόμενη καταχώριση του καταγγέλλοντος στο ΣΕΠ ήταν άδικη και συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος εξέτασης των λοιπών ισχυρισμών.
Ο Διαμεσολαβητής επικοινώνησε με τον καταγγέλλοντα με σκοπό να διερευνήσει τη δυνατότητα εξεύρεσης φιλικής λύσης. Ωστόσο, ο καταγγέλλων προτίμησε να λάβει την τελική απόφαση του Διαμεσολαβητή. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την υπόθεση με επικριτική παρατήρηση.
Στρασβούργο, 2 Οκτωβρίου 2007
Αξιότιμε κ. X,
Στις 10 Αυγούστου 2004, ο κ. Y., δικηγόρος, υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή εξ ονόματος της εταιρείας σας κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σχετικά με την απόφαση της τελευταίας να παρακρατήσει το ποσό των 50 000 ευρώ από τα ποσά που οφείλονται στην εταιρεία σας και να το καταχωρίσει στο σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης.
Στις 28 Σεπτεμβρίου 2004, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 14 Δεκεμβρίου 2004. Το διαβίβασα στον Y. με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία απέστειλε στις 23 Φεβρουαρίου 2005.
Στις 31 Μαρτίου 2006, απηύθυνα επιστολή στον Πρόεδρο της Επιτροπής ζητώντας περαιτέρω πληροφορίες και γνωμοδότηση σχετικά με νέους ισχυρισμούς. Ενημέρωσα τον κ. Y. με επιστολή της ίδιας ημέρας.
Στις 9 Ιουνίου 2006, η Επιτροπή διαβίβασε τη συμπληρωματική γνώμη της. Το διαβίβασα στον Y. με πρόσκληση να υποβάλει παρατηρήσεις έως τις 31 Ιουλίου 2006.
Με επιστολή της 23ης Ιουλίου 2006, ο κ. Y. με ενημέρωσε ότι δεν εκπροσωπούσε πλέον την εταιρεία σας. Στις 26 Ιουλίου 2006, μου αποστείλατε επιστολή με την οποία με ενημερώνατε ότι η καταγγελία θα διεκπεραιωνόταν εσωτερικά από το νομικό τμήμα της εταιρείας σας. Ταυτόχρονα, ζητήσατε παράταση της προθεσμίας για την υποβολή συμπληρωματικών παρατηρήσεων από τις 31 Ιουλίου 2006 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2006.
Με επιστολή της 11ης Σεπτεμβρίου 2006, έκανα δεκτό το αίτημά σας για παράταση της προθεσμίας έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2006. Στις 29 Σεπτεμβρίου 2006 αποστείλατε τις συμπληρωματικές παρατηρήσεις σας.
Στις 12 Φεβρουαρίου 2007, απηύθυνα επιστολή στην Επιτροπή ζητώντας της να εξετάσει διάφορα έγγραφα. Σας ενημέρωσα σχετικά με επιστολή της ίδιας ημέρας. Ο έλεγχος διενεργήθηκε από τις υπηρεσίες μου στις 28 Μαρτίου 2007 στις εγκαταστάσεις της Επιτροπής στις Βρυξέλλες.
Με επιστολή της 17ης Απριλίου 2007, σας απέστειλα αντίγραφο της έκθεσης ελέγχου, καθώς και αντίγραφο δύο μη εμπιστευτικών εγγράφων που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του ελέγχου. Την ίδια ημέρα απέστειλα επίσης την έκθεση ελέγχου στην Επιτροπή. Στις 12 Ιουνίου 2007, αποστείλατε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με την έκθεση ελέγχου.
Μετά από λεπτομερή ανάλυση όλων των εγγράφων του φακέλου, η Υπηρεσία μου επικοινώνησε μαζί σας τηλεφωνικά στις 7 Σεπτεμβρίου 2007 προκειμένου να συζητήσει τη δυνατότητα φιλικής λύσης μεταξύ εσάς και της Επιτροπής. Απαντήσατε ότι έπρεπε να συζητήσετε το θέμα με τη διοίκηση της εταιρείας σας. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 10ης Σεπτεμβρίου 2007, ενημερώσατε το Γραφείο μου ότι δεν επιθυμείτε να επιδιώξετε φιλική λύση.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Ζητώ συγγνώμη για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για την εξέταση της καταγγελίας σας.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά είναι, συνοπτικά, τα ακόλουθα:
Στο πλαίσιο εμπορικής διαφοράς με υπεργολάβο του καταγγέλλοντος, η οποία προέκυψε από ορισμένα τιμολόγια που αμφισβήτησε ο καταγγέλλων, ο υπεργολάβος του καταγγέλλοντος έλαβε από τον πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου διαταγή κατάσχεσης (1) κατά του καταγγέλλοντος για ποσό 50 000 ευρώ. Ο υπεργολάβος υπέβαλε την εν λόγω εντολή κατάσχεσης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία στη συνέχεια, και χωρίς προηγούμενη ακρόαση του καταγγέλλοντος, αποφάσισε να παρακρατήσει το ποσό των 50 000 EUR από τα ποσά που οφείλονταν στον καταγγέλλοντα από το Κοινό Κέντρο Ερευνών («ΚΚΕρ») στη Σεβίλλη. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η απόφαση αυτή ήταν δυσανάλογη και παράνομη. Η διαφορά μεταξύ του υπεργολάβου και του καταγγέλλοντος εκκρεμούσε ενώπιον των δικαστηρίων του Λουξεμβούργου και του κράτους μέλους στο οποίο ο καταγγέλλων είχε την έδρα του.
Αφού έλαβε την εντολή κατάσχεσης, ο υπόλογος της Επιτροπής κατέγραψε περαιτέρω τον καταγγέλλοντα στο «σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης» («ΣΕΠ») της Επιτροπής. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτό δεν ήταν δικαιολογημένο. Επιπλέον, κατά την άποψή της, δεδομένου ότι η εντολή κατάσχεσης κοινοποιήθηκε σε όλες τις υπηρεσίες της Επιτροπής και λόγω της εγγραφής του καταγγέλλοντος στο ΣΕΠ της Επιτροπής, υπέστη σοβαρή ζημία όσον αφορά τις νέες συμβάσεις, σημαντικές καθυστερήσεις στις πληρωμές, γενικά διοικητικά έξοδα και ανεπανόρθωτη βλάβη της φήμης του. Ο καταγγέλλων αντάλλαξε διάφορες επιστολές με την Επιτροπή σχετικά με το θέμα.
Μη ικανοποιημένος από την αντίδραση της Επιτροπής, ο καταγγέλλων υπέβαλε, στις 10 Αυγούστου 2004, την παρούσα καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι:
- Η απόφαση της Επιτροπής (i) να παρακρατήσει το ποσό των 50 000 ευρώ από τα ποσά που οφείλονται στον καταγγέλλοντα και (ii) να καταχωρίσει τον καταγγέλλοντα στο ΣΕΠ είναι παράνομη, αβάσιμη και άδικη και παραβιάζει τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς (2).
- Η Επιτροπή διαβίβασε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του καταγγέλλοντος σε μη εξουσιοδοτημένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που συνεργάζονται με τον καταγγέλλοντα και, ως εκ τούτου, παρέβη το άρθρο 21 του ευρωπαϊκού κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς (3).
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι:
Η Επιτροπή θα πρέπει i) να απομακρύνει τον καταγγέλλοντα από το ΣΕΠ και ii) να αποστείλει επεξηγηματική επιστολή σε όλες τις υπηρεσίες της Επιτροπής για την αποκατάσταση της φήμης του καταγγέλλοντος.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Η Επιτροπή ενημερώθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 2003 για διαταγή κατάσχεσης που έλαβε υπεργολάβος κατά του καταγγέλλοντος από το Επαρχιακό Δικαστήριο του Λουξεμβούργου. Μετά τις πληροφορίες αυτές, εφαρμόστηκε η διαδικασία που περιγράφεται στον Πρακτικό Οδηγό Συνημμένων Διαταγών (SEC(2000)465, 10 Μαρτίου 2000).
Στην επιστολή του της 12ης Σεπτεμβρίου 2003, ο υπόλογος ενημέρωσε τον δικαστικό επιμελητή για την ύπαρξη των οφειλών της Επιτροπής έναντι του καταγγέλλοντος, χωρίς να επικαλεστεί, για τις περισσότερες από αυτές τις οφειλές, το πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων («ΠΠΠ»). Αντίγραφο της εν λόγω συστημένης επιστολής απεστάλη στον καταγγέλλοντα. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε για τη δράση της Επιτροπής.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, από την παραλαβή του επίσημου εγγράφου που περιείχε διαταγή κατάσχεσης, το συνημμένο μέρος (εν προκειμένω η Επιτροπή) δεν μπορούσε πλέον να διαθέσει τα κατασχεθέντα ποσά ή περιουσιακά στοιχεία. Αν το είχε πράξει, θα μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνη για το αντικείμενο της κατασχέσεως. Η διαταγή κατάσχεσης ήταν έγκυρη έως ότου το δικαστήριο αποφανθεί επί της ουσίας της απαίτησης του δανειστή.
Σύμφωνα με τις τυποποιημένες και συμφωνημένες διαδικασίες της Επιτροπής, όπως περιγράφονται στον πρακτικό οδηγό για τις εντολές κατάσχεσης [σημείο 21 στοιχείο γ)], ο υπόλογος συμπεριέλαβε τον καταγγέλλοντα στο ΣΕΠ. Το ΣΕΠ ανέφερε σαφώς την παραπομπή σε διαταγή κατάσχεσης για την οποία όλες οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν ήδη ενημερωθεί με το σημείωμα SG(03)A/8367 της 3ης Σεπτεμβρίου 2003. Το γεγονός της καταχώρισης μιας εταιρείας στο ΣΕΠ δεν οδήγησε ποτέ σε μπλοκαρισμένες εντολές πληρωμής και δεν είχε αφ’ εαυτού καμία επίπτωση στη σύναψη (νέων) συμβάσεων (σημείο 19 του πρακτικού οδηγού για τις εντολές κατάσχεσης).
Η χρήση του ΣΕΠ για διαταγές κατάσχεσης επιβεβαιώθηκε στο υπόμνημα C(2004)193/3 της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 2004. Η εγγραφή στο ΣΕΠ, η οποία αποφασίζεται με πρωτοβουλία του υπολόγου, επιτρέπει στον τελευταίο να παρακολουθεί δεόντως τις εντολές πληρωμής υπέρ των αντισυμβαλλομένων που υπόκεινται σε εντολή κατάσχεσης και, ως εκ τούτου, του επιτρέπει να προστατεύει καλύτερα τα οικονομικά συμφέροντα της Επιτροπής.
Η απόφαση του πρωτοδικείου του Λουξεμβούργου της 21ης Οκτωβρίου 2003, η οποία κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 4 Νοεμβρίου 2003, ανέφερε ότι το ποσό της διαταγής κατάσχεσης περιοριζόταν σε 50 000 ευρώ. Η εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου επέτρεψε στην Επιτροπή να αποδεσμεύσει όλες τις εγκεκριμένες εντολές πληρωμής, με εξαίρεση τα 50 000 ευρώ. Κατόπιν αιτήματος του υπολόγου, ζητήθηκε από μια συγκεκριμένη υπηρεσία της Επιτροπής, το ΚΚΕρ, να δεσμεύσει το ποσό αυτό εν αναμονή της τελικής απόφασης του Συνεδρίου.
Με επιστολή της 13ης Νοεμβρίου 2003, ο υπόλογος της Επιτροπής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα σχετικά με τη δέσμευση του ανωτέρω ποσού. Σε περαιτέρω αλληλογραφία μεταξύ του καταγγέλλοντος και του υπολόγου και σε τηλεφωνικές συνομιλίες μεταξύ του τμήματος λογιστικής και του καταγγέλλοντος, εξηγήθηκε ότι η Επιτροπή σε καμία περίπτωση δεν παρεμπόδιζε συμβάσεις ή πληρωμές πέραν του ποσού των 50 000 ευρώ. Ο καταγγέλλων έλαβε τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Τμήματος Λογιστικής σε περίπτωση που αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα όσον αφορά τη σύναψη συμβάσεων ή ειδοποιήσει για καθυστέρηση πληρωμών λόγω της εντολής κατάσχεσης. Ο καταγγέλλων συμφώνησε με αυτή τη διαδικασία «ανοικτής γραμμής».
Το λογιστικό τμήμα εξήγησε επίσης στον καταγγέλλοντα ότι η δράση της Επιτροπής βασίστηκε στην εφαρμογή της νομοθεσίας του Λουξεμβούργου.
Το όνομα του καταγγέλλοντος παρέμεινε στο ΣΕΠ έως ότου ο δικηγόρος του υπεργολάβου ενημέρωσε την Επιτροπή, στις 12 Οκτωβρίου 2004, ότι η διαταγή κατάσχεσης είχε αρθεί. Μετά την παραλαβή της εν λόγω κοινοποίησης, το όνομα του καταγγέλλοντος αφαιρέθηκε αμέσως από το ΣΕΠ και το ΚΚΕρ ενημερώθηκε ότι το ποσό που είχε ανασταλεί μπορούσε να απελευθερωθεί από την εν λόγω ημέρα.
Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι:
- η δέσμευση του ποσού των 50 000 EUR ήταν πλήρως δικαιολογημένη σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο που διέπει τη σύμβαση με τον καταγγέλλοντα·
- όσον αφορά τον κατάλογο στο ΣΕΠ, η Επιτροπή είχε ακολουθήσει τις τυποποιημένες διαδικασίες, όπως ορίζονται στον πρακτικό οδηγό για τις εντολές συνημμένων·
- δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για παραβίαση του άρθρου 21 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς που να προκύπτει από τη διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων του καταγγέλλοντος σε μη εξουσιοδοτημένα άτομα που συνεργάζονται με τον καταγγέλλοντα·
- όλες οι απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με την ακριβή φύση της συμπερίληψης του καταγγέλλοντος στο ΣΕΠ είχαν τεθεί στη διάθεση των αρμόδιων υπηρεσιών της Επιτροπής. Οι πληροφορίες αυτές ήταν μονίμως διαθέσιμες στο λογιστικό σύστημα, το οποίο διέπεται από τους κατάλληλους κανόνες ασφαλείας του. Ως εκ τούτου, δεν ήταν αναγκαίο να αποσταλούν συμπληρωματικές πληροφορίες στις υπηρεσίες, όπως ζήτησε ο καταγγέλλων·
- η διαδικασία που ακολουθήθηκε στην περίπτωση του καταγγέλλοντος δεν ήταν διαφορετική από εκείνη που εφαρμόστηκε σε άλλες περιπτώσεις στις οποίες οι διαταγές κατάσχεσης είχαν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και, ως εκ τούτου, δεν θα έπρεπε να έχουν αντίκτυπο στη σύναψη συμβάσεων ή στον χρόνο που απαιτήθηκε για την πληρωμή ποσών που δεν επηρεάστηκαν από τη διαταγή κατάσχεσης.
Ο καταγγέλλων υπέβαλε συνοπτικά τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Η Επιτροπή ουδέποτε εξήγησε στον καταγγέλλοντα τη διαδικασία που χρησιμοποίησε και το σκεπτικό αυτής της διαδικασίας. Ο καταγγέλλων ανακάλυψε τη συμπερίληψή του στο ΣΕΠ από άμεσες ή έμμεσες δηλώσεις ορισμένων υπαλλήλων της Επιτροπής προς το προσωπικό του καταγγέλλοντος σε αυστηρά εμπιστευτική βάση. Ο καταγγέλλων έπρεπε να απευθυνθεί γραπτώς στον υπόλογο για να λάβει τις πληροφορίες αυτές.
Ο καταγγέλλων περιέγραψε το ιστορικό της υπόθεσης, προκειμένου να εξηγήσει τη ζημία που υπέστη. Ο καταγγέλλων είχε διαφωνία με τον υπεργολάβο σχετικά με την ποιότητα ενός παραδοτέου που ο τελευταίος είχε παρουσιάσει στον καταγγέλλοντα στο πλαίσιο σύμβασης για την παροχή υπηρεσιών στην ίδια την Επιτροπή. Αφού έλαβε καταγγελίες από την Επιτροπή, ο καταγγέλλων αποφάσισε να χρησιμοποιήσει πρόσθετες υπηρεσίες από τρίτους για να αντικαταστήσει το μη ικανοποιητικό παραδοτέο προς πλήρη ικανοποίηση της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, ο καταγγέλλων απέρριψε τα τιμολόγια του υπεργολάβου που δεν είχε εξοφλήσει, ασκώντας τα δικαιώματά του όπως ορίζονται στη σύμβαση. Σύμφωνα με τη σύμβαση, ο υπεργολάβος μπορούσε να προσφύγει στα αρμόδια δικαστήρια. Αντ’ αυτού, ο υπεργολάβος ζήτησε και έλαβε διαταγή κατάσχεσης από δικαστήριο του Λουξεμβούργου μέσω διαδικασίας άγνωστης στον καταγγέλλοντα. Ο υπεργολάβος υπέβαλε την εν λόγω εντολή κατάσχεσης στην Επιτροπή προκειμένου να ασκήσει πίεση στον καταγγέλλοντα. Ο υπεργολάβος θεώρησε ότι ο καταγγέλλων θα εξοφλούσε το τιμολόγιο προκειμένου να αποφύγει να βλάψει τη φήμη του έναντι της Επιτροπής, αν και δεν παρέδιδε ό,τι έπρεπε να παραδώσει. Ο καταγγέλλων είχε την εμπιστοσύνη ότι η Επιτροπή θα αντιμετώπιζε την υπόθεση αυτή με δίκαιο και αντικειμενικό τρόπο, αλλά είχε πράξει ακριβώς το αντίθετο, καθώς θεώρησε αμέσως ότι ο καταγγέλλων ήταν ένοχος αδικοπραξίας και σε αθέτηση υποχρέωσης. Ο καταγγέλλων ρώτησε γιατί και για ποιους λόγους η Επιτροπή παρενέβη σε μια ιδιωτική σχέση λαμβάνοντας θέση υπέρ του υπεργολάβου χωρίς να περιμένει την τελική απόφαση. Οι ενέργειες της Επιτροπής είχαν ως αποτέλεσμα τη δυσφήμιση του καταγγέλλοντος και την προσβολή της φήμης του έναντι ευρέος φάσματος υπευθύνων λήψης αποφάσεων της Επιτροπής, της αγοράς, των ανταγωνιστών, ακόμη και των εργαζομένων του καταγγέλλοντος.
Η Επιτροπή θα μπορούσε να είχε δεσμεύσει μια πληρωμή που οφείλεται στον καταγγέλλοντα για ποσό ύψους 50 000 EUR, αντί να δεσμεύσει σχεδόν όλες τις πληρωμές, όπως είχε πράξει. Οι ενέργειες της Επιτροπής προκάλεσαν καθυστερήσεις πολλών μηνών στις πληρωμές που οφείλονταν στον καταγγέλλοντα.
Δεδομένου ότι η Επιτροπή αποφάσισε να δεσμεύσει το ποσό των 50 000 ευρώ, ο καταγγέλλων ρώτησε γιατί είχε καταχωρίσει επιπλέον το όνομα του καταγγέλλοντος στο ΣΕΠ. Εάν η συμπερίληψη του καταγγέλλοντος στο ΣΕΠ ήταν τόσο αβλαβής πράξη, ο καταγγέλλων ρώτησε γιατί όλοι οι υπάλληλοι της Επιτροπής έλεγαν στον καταγγέλλοντα ότι ήταν εταιρεία που συμπεριλήφθηκε σε μαύρη λίστα. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ρώτησε γιατί η Επιτροπή δεν εξήγησε την κατάσταση στον καταγγέλλοντα και δεν τον βοήθησε να αντιμετωπίσει το ζήτημα αυτό, καθώς και γιατί δεν παρενέβη όταν ο καταγγέλλων ανέφερε την ανησυχία του ότι η ερμηνεία όλων των υπαλλήλων της Επιτροπής σχετικά με την παρουσία του στο ΣΕΠ ήταν ότι ήταν εταιρεία που συμπεριλήφθηκε σε μαύρη λίστα. Το σημαντικότερο είναι ότι η Επιτροπή έλαβε μια τόσο σοβαρή απόφαση κατά των συμφερόντων του καταγγέλλοντος χωρίς να σεβαστεί τα δικαιώματα υπεράσπισης και με βάση μια διαδικασία που δεν δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα.
Η δήλωση της Επιτροπής ότι το ΣΕΠ δεν οδήγησε ποτέ σε μπλοκαρισμένες εντολές πληρωμής αντικρούστηκε από τα γεγονότα, καθώς η δέσμευση των πληρωμών του καταγγέλλοντος ήταν σχεδόν μόνιμη κατάσταση μετά την προσθήκη της στο ΣΕΠ. Αρκετοί υπάλληλοι της Επιτροπής εξήγησαν ότι τα γενικά διοικητικά έξοδα για τη σύναψη ειδικής συμφωνίας, στο πλαίσιο διαφόρων συμβάσεων-πλαισίων («συμβάσεις-πλαίσια») για την παροχή υπηρεσιών ΤΠ, ήταν τέτοια ώστε προσπαθούσαν να βρουν εναλλακτικούς τρόπους εκτέλεσης της εργασίας τους αποφεύγοντας τις συμβάσεις με τον καταγγέλλοντα. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε σε ένα παράδειγμα στο οποίο ένας υπάλληλος της Γενικής Διεύθυνσης Πληροφορικής («DIGIT») ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα τον Ιούλιο του 2004 ότι ο κύριος λόγος για τον οποίο έχανε συγκεκριμένες συμβάσεις ήταν επειδή ήταν καταχωρισμένος στο ΣΕΠ.
Ο καταγγέλλων διερωτήθηκε γιατί ολόκληρη η Επιτροπή θα έπρεπε να γνωρίζει για το ΣΕΠ εάν αυτό είχε ως μοναδικό σκοπό να διευκολύνει το έργο του υπολόγου. Ο καταγγέλλων ρώτησε επίσης γιατί ο υπόλογος δεν είχε επισυνάψει μικρό επεξηγηματικό σημείωμα στον κατάλογό του στο ΣΕΠ, στο οποίο να εξηγεί ότι η συμπερίληψη στο ΣΕΠ δεν σήμαινε ότι ο καταγγέλλων αντιμετώπιζε οποιουδήποτε είδους οικονομικό πρόβλημα και ότι η Επιτροπή μπορούσε να συνεχίσει να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες της χωρίς κανένα πρόβλημα.
Η αλληλογραφία στην οποία αναφέρθηκε η Επιτροπή στη γνώμη της δεν ήταν ούτε σαφής ούτε ικανοποιητική και ο καταγγέλλων έπρεπε να λάβει πληροφορίες από υπαλλήλους της Επιτροπής που ενημέρωναν τον καταγγέλλοντα «ανεπίσημα» και «εμπιστευτικά». Αυτός δεν ήταν ένας δίκαιος και διαφανής τρόπος λειτουργίας μιας δημόσιας διοίκησης στις συναλλαγές της με μια εταιρεία.
Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι, προκειμένου να απομακρυνθεί από το ΣΕΠ, αναγκάστηκε να αποδεχθεί συμβιβασμό με τον υπεργολάβο του και να επιτρέψει σε διάφορους υπαλλήλους της Επιτροπής να ζητήσουν τις υπηρεσίες του με λιγότερα γενικά διοικητικά έξοδα. Ωστόσο, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι δεν θα έπρεπε να είχε υποχρεωθεί να υποβληθεί σε μια τέτοια διαδικασία.
Όσον αφορά την αναφορά της Επιτροπής στο «λογιστικό σύστημα που διέπεται από τους κατάλληλους κανόνες ασφαλείας», ο καταγγέλλων δήλωσε ότι είχε σοβαρούς λόγους να πιστεύει ότι οι «κανόνες ασφαλείας» δεν ήταν κατάλληλοι, καθώς το έβλαψαν με παράλογο και άδικο τρόπο. Επιπλέον, οι εν λόγω κανόνες ασφαλείας παραπλάνησαν την πλειονότητα των υπαλλήλων της Επιτροπής σχετικά με τον καταγγέλλοντα, δεδομένου ότι τον θεωρούσαν εταιρεία που περιλαμβάνεται σε μαύρη λίστα.
Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στη δήλωση της Επιτροπής ότι η διαδικασία που εφαρμόστηκε στην περίπτωσή του δεν ήταν διαφορετική από εκείνη που χρησιμοποιήθηκε σε άλλες περιπτώσεις και, ως εκ τούτου, δεν θα έπρεπε να έχει αντίκτυπο στη σύναψη συμβάσεων ή στην πληρωμή ποσών που δεν επηρεάζονται από τη διαταγή κατάσχεσης. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η δήλωση αυτή της Επιτροπής ήταν εσφαλμένη και αντικρούστηκε από τις σοβαρές καθυστερήσεις πληρωμών που σημειώθηκαν κατά τα τελευταία έτη.
Ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα δικαιώματα υπεράσπισης δεν είχαν γίνει σεβαστά πριν η Επιτροπή λάβει αποφάσεις με σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις και ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής βασίζονταν σε κανονισμούς που δεν είναι δημόσιοι.
Περαιτέρω έρευνεςΜετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της Επιτροπής και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ήταν αναγκαίες περαιτέρω έρευνες. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την Επιτροπή τις ακόλουθες περαιτέρω πληροφορίες και πρόσθετη γνώμη σχετικά με δύο περαιτέρω ισχυρισμούς:
Αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες(1) Θα μπορούσε η Επιτροπή να εξηγήσει γιατί δεν ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι είχε καταχωριστεί στο ΣΕΠ και γιατί δεν εξήγησε στον καταγγέλλοντα τις συνήθεις διαδικασίες στις οποίες βασίστηκαν οι αποφάσεις της (να δεσμεύσει το ποσό των 50 000 EUR και να καταχωρίσει τον καταγγέλλοντα στο ΣΕΠ), παρά τα διάφορα αιτήματα που της απηύθυνε προς τον σκοπό αυτό ο καταγγέλλων;
(2) Λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή είχε μπλοκάρει την πληρωμή ύψους 50 000 EUR στον καταγγέλλοντα, θα μπορούσε η Επιτροπή να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους κρίθηκε επίσης αναγκαίο να καταχωριστεί ο καταγγέλλων στο ΣΕΠ και να ενημερωθούν όλες οι υπηρεσίες της Επιτροπής σχετικά;
(3) Στη γνώμη της, η Επιτροπή δήλωσε ότι η εγγραφή μιας εταιρείας στο ΣΕΠ δεν οδηγεί ποτέ σε εντολές πληρωμής που έχουν ανασταλεί και δεν έχει αφ’ εαυτής καμία επίπτωση στη σύναψη νέων συμβάσεων. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, στην πραγματικότητα, σχεδόν όλες οι πληρωμές είχαν ανασταλεί για αρκετούς μήνες. Θα μπορούσε η Επιτροπή να σχολιάσει το θέμα αυτό;
(4) Στη γνωμοδότησή της, η Επιτροπή παρέπεμψε σε τρία έγγραφα για να στηρίξει τη θέση της, και συγκεκριμένα i) στον πρακτικό οδηγό για τις διαταγές κατασχέσεως (SEC(2000)465, 10 Μαρτίου 2000)· ii) το σημείωμα SG(03)A/8367 της 3ης Σεπτεμβρίου 2003· και iii) το υπόμνημα της Επιτροπής της 3ης Φεβρουαρίου 2004 [C(2004)193/3]. Θα μπορούσε η Επιτροπή να παράσχει αντίγραφο καθενός από αυτά τα έγγραφα;
Αίτηση γνωμοδότησης σχετικά με δύο νέους ισχυρισμούς:Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι i) τα δικαιώματα άμυνάς του δεν είχαν γίνει σεβαστά και ότι η Επιτροπή είχε λάβει αποφάσεις βάσει διαδικασίας που δεν είχε δημοσιοποιηθεί, και ii) οι ενέργειες της Επιτροπής είχαν ως αποτέλεσμα τη δυσφήμιση και την προσβολή της φήμης του έναντι ευρέος φάσματος υπευθύνων λήψης αποφάσεων της Επιτροπής, της αγοράς, των ανταγωνιστών, ακόμη και των υπαλλήλων του. Θα μπορούσε η Επιτροπή να γνωμοδοτήσει σχετικά με αυτούς τους δύο νέους ισχυρισμούς;
Συμπληρωματική γνώμη της ΕπιτροπήςΌσον αφορά το αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες:
(1) Απαντώντας στην πρώτη ερώτηση του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή εξήγησε ότι η συντηρητική κατάσχεση είναι δικαστική απόφαση με την οποία η Επιτροπή διατάσσεται να μην εξοφλήσει τις οφειλές της προς τον οφειλέτη του κύριου πιστωτή (τον κύριο οφειλέτη) έως ότου το δικαστήριο αποφανθεί επί της ουσίας της απαίτησης του κύριου πιστωτή.
Στην περίπτωση της συντηρητικής κατάσχεσης που εκδόθηκε από το πρωτοδικείο του Λουξεμβούργου στις 29 Αυγούστου 2003, η Επιτροπή ενήργησε πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι η συντηρητική κατάσχεση κοινοποιείται στο νομικό πρόσωπο του οποίου η απαίτηση αποτελεί αντικείμενο της συντηρητικής κατάσχεσης και ότι, κατά συνέπεια, ο καταγγέλλων είχε ενημερωθεί από το πρωτοδικείο του Λουξεμβούργου για τη συντηρητική κατάσχεση που εκδόθηκε κατά των δικαιωμάτων του. Από νομική άποψη, η υποχρέωση αυτή ορίζεται σαφώς στο άρθρο 563 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας του Λουξεμβούργου (4).
Δυνάμει της προαναφερθείσας διάταξης που κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 3 Σεπτεμβρίου 2003, το συνημμένο μέρος, δηλαδή η Επιτροπή, δεν ήταν πλέον ελεύθερο να διαθέσει τα κατασχεθέντα ποσά ή περιουσιακά στοιχεία, εκτός εάν η τήρηση της διάταξης θα είχε επηρεάσει τη λειτουργία και την ανεξαρτησία της Επιτροπής. Σε περίπτωση τέτοιας επέμβασης, η Επιτροπή θα μπορούσε να επικαλεστεί τα προνόμια που απολαύει βάσει του PPI. Η Επιτροπή μπορούσε να δικαιολογήσει πολύ λίγες τέτοιες περιπτώσεις. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έπρεπε να συμμορφωθεί με τη διάταξη που επιδόθηκε από τον δικαστικό επιμελητή στη Γενική Γραμματεία της στις 3 Σεπτεμβρίου 2003.
Ο σεβασμός μιας νομικής υποχρέωσης αποτελεί ζήτημα εσωτερικού ενδιαφέροντος για την Επιτροπή. Το εσωτερικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για τη διάδοση αυτών των περιορισμένων πληροφοριών στα αρμόδια πρόσωπα εντός των υπηρεσιών έγκρισης της Επιτροπής, δηλαδή στο ΣΕΠ της Επιτροπής, δεν έχει άλλο σκοπό ή αποτέλεσμα από τη διασφάλιση της δέουσας τήρησης αυτής της υποχρέωσης. Δεν συνεπάγεται αφ’ εαυτής καμία πρόσθετη ζημία για τον ενδιαφερόμενο. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι έχει την υποχρέωση να ενημερώσει την οικεία νομική οντότητα για τον τρόπο με τον οποίο καταγράφει τα εν λόγω δεδομένα, προκειμένου να εκπληρώσει τις δικές της νομικές υποχρεώσεις i) να συμμορφωθεί με εντολή κατάσχεσης και ii) να προστατεύσει τα οικονομικά συμφέροντα των Κοινοτήτων.
Τούτου λεχθέντος, η Επιτροπή επισήμανε ότι ανταποκρινόταν πάντοτε ταχέως σε όλα τα αιτήματα παροχής πληροφοριών που εστάλησαν από τον καταγγέλλοντα.
(2) Απαντώντας στη δεύτερη ερώτηση του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή παρατήρησε ότι η πάγια νομολογία στα διάφορα κράτη μέλη θέτει τη γενική αρχή ότι όλα τα ποσά και τα περιουσιακά στοιχεία που σχετίζονται με τον κατασχεθέντα οφειλέτη πρέπει να δεσμεύονται και ότι ο περιορισμός της εντολής σε συγκεκριμένο ποσό δεν υπονομεύει την αρχή αυτή. Κατά συνέπεια, ο πρακτικός οδηγός της Επιτροπής για τις διαταγές κατάσχεσης ακολουθεί αυτή την κοινή προσέγγιση και προβλέπει την αναστολή όλων των πληρωμών εν αναμονή της τελικής δικαστικής απόφασης σχετικά με την οφειλή του κύριου πιστωτή. Ομοίως, το άρθρο 15α παράγραφος 1 της εσωτερικής απόφασης ΣΕΠ της Επιτροπής προβλέπει την καταχώριση της οικείας νομικής οντότητας έως ότου εκδοθεί η εν λόγω τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
Με βάση τα ανωτέρω, ο υπόλογος της Επιτροπής διατήρησε την ενεργοποίηση ειδικής προειδοποίησης στο ΣΕΠ μετά τον περιορισμό της εντολής κατάσχεσης στις 21 Οκτωβρίου 2003 στο ποσό των 50 000 ευρώ που αφορούσε τη διαφωνία μεταξύ του καταγγέλλοντος και του υπεργολάβου. Ο υπόλογος διατήρησε τον καταγγέλλοντα στο ΣΕΠ έως τις 12 Οκτωβρίου 2004, όταν ενημερώθηκε (με συστημένη επιστολή από τον δικηγόρο του υπεργολάβου με αντίγραφο στον δικηγόρο του καταγγέλλοντος) ότι η διαταγή άρθηκε με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου.
Ωστόσο, μετά τον περιορισμό αυτό και με βάση την επαναλαμβανόμενη θέση του καταγγέλλοντος ότι η διαφορά με τον υπεργολάβο του προέκυψε από τη δέουσα επιμέλεια που επέδειξε κατά την εκτέλεση των συμβάσεων με την Επιτροπή, ο υπόλογος συμφώνησε να αναλάβει τον κίνδυνο εκτέλεσης πληρωμών στον καταγγέλλοντα πέραν του ποσού των 50 000 EUR που αναφέρεται στη διάταξη του πρωτοδικείου του Λουξεμβούργου της 21ης Οκτωβρίου 2003.
(3) Απαντώντας στην τρίτη ερώτηση του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή παρατήρησε ότι η εκτέλεση εντολών πληρωμής προς νομικές οντότητες που υπόκεινται σε εντολές προληπτικής κατάσχεσης πρέπει να αξιολογείται με βάση τις προαναφερθείσες νομικές αρχές και τις σχετικές διαδικασίες της Επιτροπής. Στο πλαίσιο αυτό, ο υπόλογος της Επιτροπής αντιμετώπισε τις εντολές πληρωμής προς όφελος του καταγγέλλοντος με ιδιαίτερη επιείκεια, δεδομένου ότι τελικά αποδεσμεύθηκαν όλες υπό την ευθύνη του. Ο υπόλογος ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα στις 13 και 28 Νοεμβρίου 2003 ότι όλες οι πληρωμές υπέρ του καταγγέλλοντος που υπερβαίνουν το ποσό των 50 000 ευρώ που οφείλει το ΚΚΕρ θα αποδεσμευθούν και επιβεβαίωσε τις πληροφορίες αυτές στις 2 Απριλίου 2004, οπότε κάλεσε τον καταγγέλλοντα να απευθυνθεί απευθείας στις υπηρεσίες του για να διευθετήσει τυχόν καθυστερημένη πληρωμή. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή θα μπορούσε μόνο να επαναλάβει ότι οι συνέπειες που συνδέονται με μια ενεργή προειδοποίηση στο ΣΕΠ που ενημερώνει τις διατάκτριες υπηρεσίες για την ύπαρξη εντολής συντηρητικής κατάσχεσης (καταχώριση W3a) περιορίζονται στις πληρωμές και όχι στη δυνατότητα ανάθεσης νέων συμβάσεων. Μπορούν ακόμη να αναληφθούν νέες νομικές δεσμεύσεις έναντι των εν λόγω νομικών οντοτήτων.
(4) Όσον αφορά την τέταρτη ερώτηση του Διαμεσολαβητή στην οποία πρέπει να δοθεί αντίγραφο τριών εγγράφων, η Επιτροπή: i) δήλωσε ότι ο οδηγός περιέχει πληροφορίες που ενδέχεται να μην είναι διαθέσιμες στο κοινό και κάλεσε τον Διαμεσολαβητή να επιθεωρήσει το εν λόγω έγγραφο στις εγκαταστάσεις του· ii) συμφώνησε να παράσχει στον Διαμεσολαβητή αντίγραφο του εσωτερικού σημειώματος με το οποίο κοινοποιείται η εντολή κατάσχεσης· και iii) ερμήνευσε το αίτημα του Διαμεσολαβητή για πρόσβαση στην απόφαση ΣΕΠ υπό την έννοια ότι αφορά μόνο τα μέρη του εγγράφου που αφορούν εντολές κατάσχεσης και αναπαρήγαγε τα σχετικά αποσπάσματα σε παράρτημα της γνωμοδότησής του. Σε περίπτωση που το συμπέρασμα αυτό είναι εσφαλμένο, η Επιτροπή κάλεσε τον Διαμεσολαβητή να επιθεωρήσει τα άλλα μέρη της απόφασης στις εγκαταστάσεις της Επιτροπής.
Γνώμη σχετικά με δύο νέους ισχυρισμούς:Όσον αφορά τον πρώτο νέο ισχυρισμό, η Επιτροπή δεν μπορούσε να διαπιστώσει σε ποιο βαθμό θα μπορούσαν ενδεχομένως να έχουν παραβιαστεί τα δικαιώματα υπεράσπισης του καταγγέλλοντος, δεδομένου ότι, όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, η καταχώριση στο ΣΕΠ δεν προκαλεί από μόνη της καμία ζημία στον καταγγέλλοντα. Η Επιτροπή επισήμανε ότι ήταν σαφές ότι μόνον η διαταγή κατασχέσεως προκαλούσε τέτοια ζημία. Προσέθεσε ότι δεσμευόταν από την εν λόγω διάταξη και ενήργησε αναλόγως.
Όσον αφορά τον δεύτερο νέο ισχυρισμό, η Επιτροπή δεν μπορούσε να δει σε ποιο βαθμό η εσωτερική της οργάνωση, η οποία αποσκοπεί αποκλειστικά στην τήρηση της προαναφερθείσας διαταγής κατάσχεσης και στην προστασία των οικονομικών της συμφερόντων, θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε οποιουδήποτε είδους δυσφήμιση. Στην πραγματικότητα, οι πληροφορίες που παρέχονται από το ΣΕΠ της Επιτροπής περιορίζονται αποκλειστικά στους εξουσιοδοτημένους χρήστες του ΣΕΠ και δεν μπορούν να γνωστοποιηθούν σε τρίτους. Στην παρούσα υπόθεση, οι πληροφορίες αυτές παρασχέθηκαν μόνο από υπαλλήλους της Επιτροπής σε εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους του καταγγέλλοντος. Εξάλλου, η καταγγέλλουσα δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι τα μη εξουσιοδοτημένα μέρη γνώριζαν την ύπαρξη του ΣΕΠ και, ακόμη λιγότερο, να αποδεικνύει ότι η μη εξουσιοδοτημένη γνώση μπορούσε να καταλογιστεί σε σφάλμα της Επιτροπής.
Συμπληρωματικές παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΟ καταγγέλλων παρατήρησε ότι η γνώμη της Επιτροπής διαστρέβλωσε την πραγματικότητα και προσπάθησε να παραπλανήσει τον Διαμεσολαβητή. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή θα πρέπει να δεσμεύει μόνο το ποσό των 50 000 EUR και όχι να καθυστερεί ή να εμποδίζει κυριολεκτικά κάθε πληρωμή προς τον καταγγέλλοντα, όπως ακριβώς συνέβη.
Σύμφωνα πάντα με τον καταγγέλλοντα, η διαταγή κατάσχεσης έχει σαφώς προσωρινό χαρακτήρα. Στην παρούσα υπόθεση, ο καταγγέλλων δεν ήταν παρών όταν το δικαστήριο εξέδωσε τη διαταγή κατάσχεσης και δεν ενημερώθηκε καν για την εν λόγω διαταγή, η οποία εκδόθηκε βάσει ανακριβών αποδεικτικών στοιχείων. Η Επιτροπή δεν έχει κανένα δικαίωμα να διανείμει την εντολή κατάσχεσης με παραπλανητικό τρόπο, επηρεάζοντας σοβαρά τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος.
Παρά τις επανειλημμένες υπενθυμίσεις και διαμαρτυρίες του καταγγέλλοντος, οι οποίες αγνοήθηκαν, η Επιτροπή εισήγαγε τις πληροφορίες στο ΣΕΠ με τις ακόλουθες επιπτώσεις:
(1) Όλοι οι χρήστες αντιλήφθηκαν, βάσει του περιεχομένου του ΣΕΠ, ότι ο καταγγέλλων αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες ή ότι είχε καταδικαστεί για σοβαρό αδίκημα. Ένα ευρύ φάσμα υπαλλήλων της Επιτροπής προειδοποιούσε συνεχώς τον καταγγέλλοντα εμπιστευτικά και «ανεπίσημα» για το σοβαρό αυτό πρόβλημα. Αυτό έβλαψε σοβαρά τη φήμη του καταγγέλλοντος.
(2) Οι πληροφορίες δεν ήταν διαθέσιμες μόνο σε περιορισμένο αριθμό προσώπων, όπως εσφαλμένως επισήμανε η Επιτροπή. Ήταν γνωστό σε όλους και κυκλοφόρησε "προπαγανδισμένο" από στόμα σε στόμα σε ολόκληρη την αγορά.
(3) Όλοι οι υπάλληλοι της Επιτροπής που προσπαθούσαν να υλοποιήσουν ειδικές συμβάσεις με τον καταγγέλλοντα στο πλαίσιο διαφόρων συμβάσεων-πλαισίων ήταν αυτομάτως υποχρεωμένοι από το ΣΕΠ να μην συναλλάσσονται με τον καταγγέλλοντα. Αυτό προκάλεσε σοβαρές οικονομικές απώλειες.
(4) Οποιαδήποτε συμβατική σχέση του καταγγέλλοντος με την Επιτροπή ήταν σχεδόν αδύνατη λόγω αυτής της κατάστασης.
(5) Η καταχώριση του καταγγέλλοντος στο ΣΕΠ σήμαινε ότι ήταν οργάνωση που περιλαμβανόταν σε μαύρη λίστα, όπως αναφέρθηκε επανειλημμένα στον καταγγέλλοντα από πολλούς υπαλλήλους της Επιτροπής.
Ο καταγγέλλων δεν αντιλήφθηκε γιατί η Επιτροπή έπρεπε να αναστείλει όλες τις πληρωμές προκειμένου να «προστατεύσει τα οικονομικά συμφέροντα της Επιτροπής» ή ποια συμφέροντα ανέφερε η Επιτροπή. Κατά την άποψή της, υπήρχε κατάφωρη αντίφαση μεταξύ του γεγονότος ότι η Επιτροπή δήλωσε, αφενός, ότι το ΣΕΠ δεν έχει «καθαυτό αντίκτυπο» στις πληρωμές και στις νέες συμβάσεις και, αφετέρου, ότι έπρεπε να χρησιμοποιήσει το ΣΕΠ για να προστατεύσει τα συμφέροντά της. Στην πραγματικότητα, η διαταγή κατάσχεσης ύψους 50 000 ευρώ εκτελέστηκε ανεξάρτητα από το ΣΕΠ. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν αντιλήφθηκε τον θεμιτό σκοπό που εξυπηρετούσε το ΣΕΠ στην προκειμένη περίπτωση. Χρησιμοποίησε μόνο ως δυσφημιστικό εργαλείο παραπλανώντας ταυτόχρονα όλους τους φορείς λήψης αποφάσεων της Επιτροπής που συμμετείχαν στον καταγγέλλοντα.
Ο καταγγέλλων υπενθύμισε επίσης ότι, σε αντίθεση με όσα δήλωσε η Επιτροπή, οι περισσότερες από τις επιστολές και τα αιτήματά του αγνοήθηκαν. Επίσης, η Επιτροπή ουδέποτε εξήγησε στον καταγγέλλοντα τις διατάξεις του πρακτικού οδηγού για τα συνημμένα διατάγματα ή τους κανόνες της εσωτερικής της απόφασης για το ΣΕΠ. Η Επιτροπή δεν γνωστοποίησε καμία πληροφορία στον καταγγέλλοντα, ο οποίος συγκέντρωσε όλες τις πληροφορίες που απέκτησε μέσω ανεπίσημων διαύλων και από ανεπίσημες δηλώσεις.
Όσον αφορά την απάντηση της Επιτροπής στην πρώτη ερώτηση του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, μόλις η Επιτροπή έλαβε την εντολή κατάσχεσης, θα έπρεπε να είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με την εντολή και τη διαδικασία που θα ακολουθούσε.
Όσον αφορά την απάντηση της Επιτροπής στη δεύτερη ερώτηση του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι οι παρατηρήσεις της Επιτροπής ήταν ασαφείς και ότι δεν υπάρχει νομολογία που να υποδηλώνει ότι υπάρχει γενική αρχή ότι όλα τα ποσά και τα περιουσιακά στοιχεία που σχετίζονται με τον κατασχεθέντα οφειλέτη πρέπει να δεσμεύονται. Σε κάθε περίπτωση, η διαταγή κατάσχεσης στην υπόθεση προέβλεπε την κατάσχεση μόνο για το ποσό των 50 000 ευρώ, χωρίς να παρέχει στην Επιτροπή το δικαίωμα να δεσμεύσει οποιαδήποτε άλλη εκκρεμή πληρωμή πέραν του ποσού αυτού.
Όσον αφορά την απάντηση της Επιτροπής στην τρίτη ερώτηση του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, λόγω της επανειλημμένης δέσμευσης των πληρωμών, αντιμετώπισε τεράστιες καθυστερήσεις σε όλες τις εκκρεμείς πληρωμές από διάφορες υπηρεσίες της Επιτροπής, ακριβώς λόγω της εντολής κατάσχεσης. Στις παρατηρήσεις της, η ίδια η Επιτροπή δέχθηκε ότι οι συνέπειες της ενεργοποίησης του ΣΕΠ ήταν οικονομικές.
Επί της εξετάσεως του φακέλου της ΕπιτροπήςΑφού εξέτασε τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι απαιτούνται περαιτέρω πληροφορίες προκειμένου να εξεταστεί ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος σχετικά με τις αποφάσεις της Επιτροπής να παρακρατήσει το ποσό των 50 000 ευρώ από τον καταγγέλλοντα και να καταχωρίσει τον καταγγέλλοντα στο ΣΕΠ.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή στις 12 Φεβρουαρίου 2007, ζητώντας να επιτραπεί στις υπηρεσίες του να επιθεωρήσουν τα ακόλουθα έγγραφα:
- το σύνολο των κανόνων σχετικά με το ΣΕΠ που ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών που αφορούσαν την καταγγελία· και
- τον Πρακτικό Οδηγό Συνημμένων Διαταγών (SEC(2000)465 της 10ης Μαρτίου 2000).
Ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε στις 28 Μαρτίου 2007 στις εγκαταστάσεις της Επιτροπής στις Βρυξέλλες. Οι εκπρόσωποι του Διαμεσολαβητή εξήγησαν στην Επιτροπή ότι η απόφαση ΣΕΠ (ή τα μέρη της) που είχε κοινοποιηθεί στον Διαμεσολαβητή από την Επιτροπή ως συνημμένο στη γνώμη της της 8ης Ιουνίου 2006 ήταν απόφαση του 2004 [C(2004) 1993/3] και η οποία είχε τροποποιηθεί τελευταία από τους εσωτερικούς κανόνες του 2006. Οι εκπρόσωποι του Διαμεσολαβητή εξήγησαν στην Επιτροπή ότι, ως εκ τούτου, ήταν σημαντικό να επιθεωρηθούν οι κανόνες που ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή ο Σεπτέμβριος/Οκτώβριος 2003, όταν ο καταγγέλλων καταχωρίστηκε στο ΣΕΠ.
Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής επισήμανε ότι, από λίγους μήνες, η απόφαση για το ΣΕΠ ήταν διαθέσιμη στον ιστότοπο «Europa», αλλά ότι αυτό δεν ίσχυε κατά τον χρόνο υποβολής της καταγγελίας. Εξήγησε επίσης ότι το σύστημα ΣΕΠ δημιουργήθηκε το 1997 και ότι υπήρχε ανακοίνωση του Επιτρόπου Schreyer της 31ης Οκτωβρίου 2000, η οποία επανεξέταζε το σύστημα. Επομένως, οι κανόνες που ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της καταγγελίας ήταν η ανακοίνωση του 1997, όπως τροποποιήθηκε με την ανακοίνωση του 2000.
Οι εκπρόσωποι του Διαμεσολαβητή εξέτασαν και έλαβαν αντίγραφο των ακόλουθων τριών εγγράφων:
- The Practical Guide to Attachment Orders (SEC(2000)465) of 10 March 2000 (γαλλική έκδοση)·
- Υπόμνημα SEC(97)1562/2 του Προέδρου, της κ. Gradin και του κ. Liikanan που εγκρίθηκε από την Επιτροπή στις 30 Ιουλίου 1997 σχετικά με το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης όσον αφορά τα διοικητικά σφάλματα ή τις απάτες που διαπράττονται από οργανισμούς ή εταιρείες που λαμβάνουν κοινοτικούς πόρους (5).
- Ανακοίνωση C(2000)1811/4 της κας Schreyer που εκδόθηκε από την Επιτροπή στις 31 Οκτωβρίου 2000 σχετικά με τη βελτιστοποίηση του συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης (6).
Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής δήλωσε ότι το έγγραφο (1) ήταν εμπιστευτικό, αλλά ότι τα έγγραφα (2) και (3) δεν ήταν εμπιστευτικά και μπορούσαν να κοινοποιηθούν στον καταγγέλλοντα.
Συμπληρωματικές παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με την έκθεση επιθεώρησηςΗ έκθεση ελέγχου, καθώς και τα δύο μη εμπιστευτικά έγγραφα που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια του ελέγχου, απεστάλησαν στον καταγγέλλοντα ο οποίος, συνοπτικά, υπέβαλε τις ακόλουθες συμπληρωματικές παρατηρήσεις:
Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η Επιτροπή είχε αρνηθεί επανειλημμένα και επισήμως ότι ο καταγγέλλων ήταν καταχωρισμένος στο ΣΕΠ. Όταν η Επιτροπή αποφάσισε να καταχωρίσει τον καταγγέλλοντα στο ΣΕΠ, η εφαρμοστέα νομική βάση ήταν το υπόμνημα της Επιτροπής της 30ής Ιουλίου 1997. Η παράγραφος 5 του τμήματος III, με τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει εξαντλητικά τις τέσσερις κατηγορίες που μπορούν να δικαιολογήσουν την ενεργοποίηση του ΣΕΠ.
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή διέπραξε πέντε παρατυπίες:
θ) Η Επιτροπή δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να καταχωρίσει τον καταγγέλλοντα στο ΣΕΠ, βάσει της διαταγής κατάσχεσης, η οποία σαφώς δεν εμπίπτει σε μία από τις τέσσερις κατηγορίες του τμήματος III του υπομνήματος SEC(97)1562/2 της 30ής Ιουλίου 1997. Καταχωρίζοντας τον καταγγέλλοντα στο ΣΕΠ χωρίς να εξηγεί την ακριβή κατάσταση σε όλα τα πρόσωπα που είχαν πρόσβαση σε αυτό, η Επιτροπή επέτρεψε σε όλους τους υπαλλήλους της Επιτροπής να υποθέσουν ότι ο καταγγέλλων είχε διαπράξει σοβαρή απάτη ή παράπτωμα. Αυτό το αναμφισβήτητο γεγονός δυσφήμησε αδικαιολόγητα τον καταγγέλλοντα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το ΣΕΠ ενεργοποιούνταν κάθε φορά που κάποιος υπάλληλος της Επιτροπής προσπαθούσε να πραγματοποιήσει πληρωμή στον καταγγέλλοντα [βλέπε ανακοίνωση SEC(00)1811/4 της 31ης Οκτωβρίου 2000, τμήμα 2.1, τελευταία παράγραφος].
ii) Ο καταγγέλλων ήταν τότε ανάδοχος που εκτελούσε επιτυχώς πολλές συμβάσεις με την Επιτροπή, οι οποίες διήρκεσαν πολλά χρόνια και είχαν συνολική αξία πολλών εκατομμυρίων ευρώ. Ως εκ τούτου, μετά την κοινοποίηση της διαταγής κατάσχεσης, η Επιτροπή θα έπρεπε απλώς να διασφαλίσει ότι το ποσό που οφείλεται στον καταγγέλλοντα δεν θα ήταν ποτέ χαμηλότερο από την αξία της διαταγής κατάσχεσης, δηλαδή 50 000 ευρώ. Αυτό θα επέτρεπε στην Επιτροπή να προβεί στην πληρωμή προς τον τρίτο, δηλαδή τον υπεργολάβο, σε περίπτωση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης που διατάσσει την εν λόγω πληρωμή (και υποθέτοντας ότι ο καταγγέλλων δεν θα επιθυμούσε να πραγματοποιήσει την εν λόγω πληρωμή). Ο καταγγέλλων υπέβαλε σχεδόν κάθε εβδομάδα προσφορά στην Επιτροπή, η οποία περιλάμβανε επικαιροποιημένα οικονομικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο καταγγέλλων θα μπορούσε εύκολα να προβεί σε πληρωμή ύψους 50 000 EUR σε περίπτωση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης.
Ωστόσο, η Επιτροπή αποφάσισε μονομερώς να δεσμεύσει το χρηματικό ποσό που αναφερόταν στην εντολή κατάσχεσης (στην πραγματικότητα, δέσμευσε όλες τις πληρωμές του καταγγέλλοντος και για πολύ υψηλότερο ποσό). Ως εκ τούτου, η Επιτροπή προστατεύθηκε πλήρως και δεόντως και η καταγγέλλουσα δεν αντιλήφθηκε τους λόγους για τους οποίους είχε επιπλέον αποφασίσει να την καταχωρίσει στο ΣΕΠ. Ο καταγγέλλων αναρωτήθηκε ποιον ήθελε να προστατεύσει η Επιτροπή καταχωρίζοντας τον καταγγέλλοντα στο ΣΕΠ. Επιπλέον, η παρακράτηση του προαναφερθέντος ποσού από την Επιτροπή εμπόδισε τον καταγγέλλοντα να εισπράξει τόκους που αντιστοιχούσαν στο προαναφερθέν ποσό για το χρονικό διάστημα από την έκδοση της διαταγής κατάσχεσης έως την καταβολή του ποσού.
iii) Αν υποτεθεί ότι η περίπτωση του καταγγέλλοντος άξιζε «κατ' εξαίρεση» να αναφερθεί στο ΣΕΠ, η Επιτροπή θα έπρεπε να το είχε πράξει σωστά, διευκρινίζοντας σε κάθε πρόσωπο που είχε πρόσβαση στο ΣΕΠ την ακριβή κατάσταση που αντιμετώπιζε ο καταγγέλλων και ότι η υπόθεση δεν είχε καμία σχέση με μία από τις τέσσερις περιπτώσεις που αναφέρονται στο τμήμα III της ανακοίνωσης SEC(97)1562/2 της 30ής Ιουλίου 1997. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν το έπραξε.
iv) Το ΣΕΠ ενεργοποιούνταν κάθε φορά που υπάλληλος της Επιτροπής προσπαθούσε να καταβάλει πληρωμή στον καταγγέλλοντα. Αυτό κατέδειξε σαφώς ότι η Επιτροπή μπορούσε να παρακολουθεί όλες τις πληρωμές της προς τον καταγγέλλοντα και ότι δεν υπήρχε ανάγκη να δεσμεύσει η Επιτροπή κανένα ποσό που έπρεπε να καταβληθεί στον καταγγέλλοντα.
v) Η Επιτροπή προφανώς εισήγαγε την περίπτωση των διαταγών κατάσχεσης στην απόφασή της C(2004)193/3, όπως τροποποιήθηκε το 2006 (βλ. σελίδα 4, άρθρο 2, παράγραφος 4). Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή συγχέει σαφώς τις διαταγές κατάσχεσης (οι οποίες μπορεί να έχουν αθώο χαρακτήρα όπως στην περίπτωση του καταγγέλλοντος) και τις «δικαστικές διαδικασίες για σοβαρά διοικητικά σφάλματα ή απάτες». Αυτό σημαίνει ότι, σε περίπτωση που μια εταιρεία που τυχαίνει να είναι προμηθευτής της Επιτροπής αντιμετωπίζει διαφορές με έναν από τους εταίρους ή υπεργολάβους της, ο τελευταίος μπορεί να λάβει εντολή κατάσχεσης και να την κοινοποιήσει στην Επιτροπή προκειμένου i) να δυσφημίσει την εταιρεία και ii) να ασκήσει πίεση σε αυτήν.
Οι προσπάθειες του Διαμεσολαβητή για την επίτευξη φιλικής λύσηςΤο Γραφείο του Διαμεσολαβητή επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον καταγγέλλοντα στις 7 Σεπτεμβρίου 2007 προκειμένου να διερευνήσει τη δυνατότητα εξεύρεσης φιλικής λύσης μεταξύ του καταγγέλλοντος και της Επιτροπής, η οποία θα συνίστατο στη διαβίβαση επεξηγηματικού σημειώματος από την Επιτροπή στις υπηρεσίες της με σκοπό την αποκατάσταση τυχόν βλάβης στη φήμη του καταγγέλλοντος, η οποία ενδέχεται να εξακολουθήσει να υφίσταται στην Επιτροπή.
Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 10ης Σεπτεμβρίου 2007 και σε τηλεφωνική κλήση της ίδιας ημέρας, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν θα ήταν πρόθυμος να αποδεχθεί μια τέτοια φιλική λύση διότι, έξι έτη μετά τα γεγονότα, προσθέτοντας ότι ήταν πολύ αργά για την Επιτροπή να διορθώσει την κατάσταση απλώς με τη διαβίβαση επιστολής. Ο καταγγέλλων ανέφερε ότι η κυκλοφορία μιας τέτοιας επιστολής θα μπορούσε πράγματι να συμβάλει στην περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης, καθώς θα υπενθύμιζε σε ένα ευρύ φάσμα υπαλλήλων της Επιτροπής το σύνολο της υπόθεσης και θα υπογράμμιζε εκ νέου το γεγονός ότι ο καταγγέλλων είχε υποβάλει καταγγελία κατά της Επιτροπής. Ο καταγγέλλων ανέφερε ότι προσβλέπει στην απόφαση του Διαμεσολαβητή σχετικά με την υπόθεση και ότι στη συνέχεια θα επικοινωνήσει απευθείας με την Επιτροπή με σκοπό την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Προκαταρκτική παρατήρηση1.1 Η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η παρούσα καταγγελία εγείρει διάφορα προβλήματα όσον αφορά τη λειτουργία του συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης («ΣΕΠ») της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ορισμένα από τα προβλήματα αυτά φαίνεται να έχουν γενικότερο χαρακτήρα. Ωστόσο, στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας, ο Διαμεσολαβητής δεν θα ασχοληθεί με τα γενικά ζητήματα του ΣΕΠ, αλλά αποκλειστικά με τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς που διατύπωσε ο καταγγέλλων στην παρούσα υπόθεση. Ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει κατά πόσον θα πρέπει να διεξαχθεί αυτεπάγγελτη έρευνα σε κάποιο μελλοντικό στάδιο όσον αφορά τη λειτουργία του ΣΕΠ εν γένει. Στο πλαίσιο αυτεπάγγελτης έρευνας, ο Διαμεσολαβητής θα μπορούσε να εξετάσει το γενικό ζήτημα της εφαρμογής του ΣΕΠ σε υποθέσεις στις οποίες έχει επιδοθεί διαταγή κατάσχεσης στην Επιτροπή, και ειδικότερα κατά πόσον μια τέτοια αίτηση επιτυγχάνει δίκαιη ισορροπία μεταξύ της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων και του σεβασμού των δικαιωμάτων υπεράσπισης των εμπλεκόμενων μερών.
1.2 Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να επισημάνει ότι οι ισχύοντες κανόνες για το ΣΕΠ περιλαμβάνονται πλέον στην απόφαση της Επιτροπής C(2004) 193/3 της 3ης Φεβρουαρίου 2004 (7) σχετικά με το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης, όπως τροποποιήθηκε με το διορθωτικό C(2004) 517 της 23ης Φεβρουαρίου 2004. Η απόφαση αυτή δεν ήταν ακόμη εφαρμοστέα κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της καταγγελίας, δεδομένου ότι τέθηκε σε ισχύ στις 3 Φεβρουαρίου 2004 (8). Ως εκ τούτου, η ανάλυση της παρούσας καταγγελίας θα πραγματοποιηθεί με βάση τα κείμενα που ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών (βλ. σημείο 2.16 κατωτέρω).
2 Επί των ισχυρισμών σχετικά με τις αποφάσεις της Επιτροπής i) να παρακρατήσει το ποσό των 50 000 ευρώ και ii) να καταχωρίσει τον καταγγέλλοντα στο ΣΕΠ2.1 Στο πλαίσιο εμπορικής διαφοράς, υπεργολάβος του καταγγέλλοντος έλαβε από τον πρόεδρο του πρωτοδικείου του Λουξεμβούργου διαταγή κατάσχεσης (9) κατά του καταγγέλλοντος για ποσό 50 000 ευρώ. Ο υπεργολάβος κοινοποίησε την εν λόγω εντολή κατάσχεσης στην Επιτροπή, η οποία, χωρίς προηγούμενη ακρόαση του καταγγέλλοντος, εμπόδισε όλες τις πληρωμές του προς τον καταγγέλλοντα. Όταν η Επιτροπή πληροφορήθηκε ότι το ποσό της διαταγής κατάσχεσης περιοριζόταν σε 50 000 ευρώ, αποφάσισε να παρακρατήσει το ποσό των 50 000 ευρώ από τα ποσά που οφείλονταν στον καταγγέλλοντα από το Κοινό Κέντρο Ερευνών («ΚΚΕρ») στη Σεβίλλη. Επιπλέον, ο υπόλογος της Επιτροπής κατέγραψε τον καταγγέλλοντα στο ΣΕΠ της Επιτροπής. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτό δεν ήταν δικαιολογημένο. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι, λόγω της διαταγής κατάσχεσης, η οποία κοινοποιήθηκε σε όλες τις υπηρεσίες της Επιτροπής, και λόγω της καταχώρισης του καταγγέλλοντος στο ΣΕΠ, υπέστη σοβαρή ζημία όσον αφορά τις νέες συμβάσεις, σημαντικές καθυστερήσεις στις πληρωμές, γενικά διοικητικά έξοδα και ανεπανόρθωτη βλάβη στη φήμη του. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η απόφαση της Επιτροπής i) να παρακρατήσει το ποσό των 50 000 ευρώ από τα ποσά που οφείλονται στον καταγγέλλοντα και ii) να το καταχωρίσει στο ΣΕΠ ήταν παράνομη, αβάσιμη και άδικη και παραβίαζε τον ευρωπαϊκό κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς (10).
2.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή παρατήρησε ότι, αφού ενημερώθηκε σχετικά με διαταγή κατάσχεσης που έλαβε ο υπεργολάβος κατά του καταγγέλλοντος από το περιφερειακό δικαστήριο του Λουξεμβούργου, εφάρμοσε τη διαδικασία που περιγράφεται στον πρακτικό οδηγό για τις διαταγές κατάσχεσης [SEC(2000) 465 της 10ης Μαρτίου 2000]. Σύμφωνα με τις διαδικασίες που περιγράφονται στο σημείο 21 στοιχείο γ) του πρακτικού οδηγού, ο υπόλογος συμπεριέλαβε τον καταγγέλλοντα στο ΣΕΠ. Το ΣΕΠ ανέφερε σαφώς την παραπομπή σε διαταγή κατάσχεσης για την οποία όλες οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν ήδη ενημερωθεί με το σημείωμα SG(03)A/8367 της 3ης Σεπτεμβρίου 2003. Η Επιτροπή δήλωσε ότι το γεγονός ότι ήταν στο ΣΕΠ δεν οδήγησε ποτέ σε μπλοκαρισμένες εντολές πληρωμής και δεν είχε αφ’ εαυτού καμία επίπτωση στη σύναψη (νέων) συμβάσεων. Η χρήση του ΣΕΠ για εντολές κατάσχεσης επιβεβαιώθηκε στο υπόμνημα C(2004)193/3 της Επιτροπής της 3ης Φεβρουαρίου 2004. Κατόπιν αιτήματος του υπολόγου, ζητήθηκε από μια συγκεκριμένη υπηρεσία της Επιτροπής, δηλαδή το ΚΚΕρ, να δεσμεύσει το ποσό των 50 000 ευρώ εν αναμονή της τελικής απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στην αλληλογραφία μεταξύ του καταγγέλλοντος και του υπολόγου και στις τηλεφωνικές συνομιλίες μεταξύ του τμήματος λογιστικής και του καταγγέλλοντος, εξηγήθηκε ότι η Επιτροπή δεν παρεμπόδιζε με κανέναν τρόπο συμβάσεις ή πληρωμές πέραν του ποσού των 50 000 ευρώ. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δέσμευση του ποσού των 50 000 EUR ήταν πλήρως δικαιολογημένη σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο που διέπει τη σύμβαση με τον καταγγέλλοντα. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι η διαδικασία που εφαρμόστηκε στην περίπτωση του καταγγέλλοντος δεν ήταν διαφορετική από εκείνη που εφαρμόστηκε σε άλλες περιπτώσεις στις οποίες είχαν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή διαταγές κατάσχεσης. Ως εκ τούτου, η διαδικασία που εφαρμόστηκε στον καταγγέλλοντα δεν θα έπρεπε να έχει αντίκτυπο στη σύναψη συμβάσεων μεταξύ αυτού και της Επιτροπής ή στην έγκαιρη καταβολή από την Επιτροπή των ποσών που δεν επηρεάζονται από τη διαταγή κατάσχεσης.
2.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι η Επιτροπή ουδέποτε του εξήγησε τη διαδικασία που χρησιμοποίησε και το σκεπτικό αυτής της διαδικασίας. Ο καταγγέλλων ανακάλυψε τη συμπερίληψή του στο ΣΕΠ από άμεσες ή έμμεσες δηλώσεις ορισμένων υπαλλήλων της Επιτροπής προς το προσωπικό του καταγγέλλοντος με αυστηρά εμπιστευτικό τρόπο. Ο καταγγέλλων έπρεπε να απευθυνθεί γραπτώς στον υπόλογο για να λάβει τις πληροφορίες αυτές. Οι ενέργειες της Επιτροπής προκάλεσαν καθυστερήσεις πολλών μηνών στις πληρωμές που οφείλονταν στον καταγγέλλοντα. Εάν η συμπερίληψη του καταγγέλλοντος στο ΣΕΠ ήταν τόσο αβλαβής πράξη, ο καταγγέλλων ρώτησε γιατί όλοι οι υπάλληλοι της Επιτροπής έλεγαν στον καταγγέλλοντα ότι ήταν εταιρεία που συμπεριλήφθηκε στη μαύρη λίστα. Η δήλωση της Επιτροπής ότι το γεγονός ότι ήταν στο ΣΕΠ δεν οδήγησε ποτέ σε μπλοκαρισμένες εντολές πληρωμής ερχόταν σε αντίθεση με τα γεγονότα, καθώς η παρεμπόδιση των πληρωμών του καταγγέλλοντος ήταν σχεδόν μόνιμη κατάσταση, δεδομένου ότι προστέθηκε στο ΣΕΠ. Ο καταγγέλλων ρώτησε γιατί η Επιτροπή δεν μπήκε στον κόπο να παρέμβει όταν ο καταγγέλλων ανέφερε την ανησυχία του ότι η ερμηνεία από όλους τους υπαλλήλους της Επιτροπής της παρουσίας του καταγγέλλοντος στο ΣΕΠ ήταν ότι περιλαμβανόταν σε μαύρη λίστα.
Σε σχέση με τον κύριο ισχυρισμό, ο καταγγέλλων διατύπωσε επίσης δύο νέους ισχυρισμούς, δηλαδή ότι i) τα δικαιώματα άμυνάς του δεν έγιναν σεβαστά και ότι η Επιτροπή είχε λάβει αποφάσεις βάσει διαδικασίας που δεν είχε δημοσιοποιηθεί, και ii) οι ενέργειες της Επιτροπής είχαν ως αποτέλεσμα τη δυσφήμιση και την προσβολή της φήμης του έναντι ευρέος φάσματος υπευθύνων λήψης αποφάσεων της Επιτροπής, της αγοράς, των ανταγωνιστών και ακόμη και των υπαλλήλων του.
2.4 Στην επιστολή περαιτέρω ερευνών του, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα τέσσερα σημεία:
(1) Θα μπορούσε η Επιτροπή να εξηγήσει γιατί δεν ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι είχε καταχωριστεί στο ΣΕΠ και γιατί δεν εξήγησε στον καταγγέλλοντα τις συνήθεις διαδικασίες στις οποίες βασίστηκαν οι αποφάσεις της (να δεσμεύσει το ποσό των 50 000 EUR και να καταχωρίσει τον καταγγέλλοντα στο ΣΕΠ), παρά τα διάφορα αιτήματα που της απηύθυνε προς τον σκοπό αυτό ο καταγγέλλων;
(2) Λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή είχε μπλοκάρει την πληρωμή ύψους 50 000 EUR στον καταγγέλλοντα, θα μπορούσε η Επιτροπή να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους κρίθηκε επίσης αναγκαίο να καταχωριστεί ο καταγγέλλων στο ΣΕΠ και να ενημερωθούν όλες οι υπηρεσίες της Επιτροπής σχετικά;
(3) Στη γνώμη της, η Επιτροπή δήλωσε ότι η εγγραφή μιας εταιρείας στο ΣΕΠ δεν οδηγεί ποτέ σε εντολές πληρωμής που έχουν ανασταλεί και δεν έχει αφ’ εαυτής καμία επίπτωση στη σύναψη νέων συμβάσεων. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, στην πραγματικότητα, σχεδόν όλες οι πληρωμές είχαν ανασταλεί για αρκετούς μήνες. Θα μπορούσε η Επιτροπή να σχολιάσει το θέμα αυτό;
(4) Στη γνωμοδότησή της, η Επιτροπή παρέπεμψε σε τρία έγγραφα για να στηρίξει τη θέση της, και συγκεκριμένα i) στον πρακτικό οδηγό για τα συνημμένα διατάγματα (SEC(2000)465) της 10ης Μαρτίου 2000· ii) σημείωμα SG(03)A/8367 της 3ης Σεπτεμβρίου 2003· και iii) το υπόμνημα της Επιτροπής (C(2004)193/3) της 3ης Φεβρουαρίου 2004. Θα μπορούσε η Επιτροπή να παράσχει αντίγραφο καθενός από αυτά τα έγγραφα;
Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι i) τα δικαιώματα άμυνάς του δεν είχαν γίνει σεβαστά και ότι η Επιτροπή είχε λάβει αποφάσεις βάσει διαδικασίας που δεν είχε δημοσιοποιηθεί, και ii) οι ενέργειες της Επιτροπής είχαν ως αποτέλεσμα τη δυσφήμιση και την προσβολή της φήμης του έναντι ευρέος φάσματος υπευθύνων λήψης αποφάσεων της Επιτροπής, της αγοράς, των ανταγωνιστών, ακόμη και των υπαλλήλων του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε επίσης από την Επιτροπή να γνωμοδοτήσει σχετικά με τους δύο αυτούς νέους ισχυρισμούς.
2.5 Απαντώντας στην πρώτη ερώτηση του Διαμεσολαβητή σχετικά με τις περαιτέρω έρευνες, η Επιτροπή δήλωσε ότι ενήργησε πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι η διαταγή κατάσχεσης κοινοποιείται στο νομικό πρόσωπο του οποίου η απαίτηση αποτελεί αντικείμενο της διαταγής κατάσχεσης. Κατά συνέπεια, η καταγγέλλουσα είχε ενημερωθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο του Λουξεμβούργου για την απόφαση κατάσχεσης που εκδόθηκε κατά των δικαιωμάτων της. Η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι είναι υποχρεωμένη να ενημερώσει την ενδιαφερόμενη νομική οντότητα για τον τρόπο με τον οποίο καταγράφει τα δεδομένα προκειμένου να εκπληρώσει τις δικές της νομικές υποχρεώσεις (i) να συμμορφωθεί με διαταγή κατάσχεσης και (ii) να προστατεύσει τα οικονομικά συμφέροντα των Κοινοτήτων. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι ανταποκρινόταν πάντοτε ταχέως σε όλα τα αιτήματα παροχής πληροφοριών που απέστελλε ο καταγγέλλων.
Απαντώντας στη δεύτερη ερώτηση του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή δήλωσε ότι η πάγια νομολογία στα διάφορα κράτη μέλη υιοθετεί τη γενική αρχή ότι όλα τα ποσά και τα περιουσιακά στοιχεία που σχετίζονται με τον κατασχεθέντα οφειλέτη πρέπει να δεσμεύονται. Κατά συνέπεια, ο εσωτερικός οδηγός της Επιτροπής για τις διαταγές κατάσχεσης ακολουθεί αυτή την κοινή προσέγγιση και προβλέπει την αναστολή όλων των πληρωμών εν αναμονή της τελικής δικαστικής απόφασης σχετικά με την οφειλή του κύριου πιστωτή. Ομοίως, το άρθρο 15α παράγραφος 1 της εσωτερικής απόφασης ΣΕΠ της Επιτροπής προβλέπει την καταχώριση της οικείας νομικής οντότητας έως ότου εκδοθεί η εν λόγω τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
Απαντώντας στην τρίτη ερώτηση του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή δήλωσε ότι ο υπόλογος της Επιτροπής αντιμετώπισε τις εντολές πληρωμής προς όφελος του καταγγέλλοντος με ιδιαίτερη επιείκεια, δεδομένου ότι τελικά αποδεσμεύθηκαν υπό την ευθύνη του. Ο υπόλογος ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα στις 13 και 28 Νοεμβρίου 2003 ότι όλες οι πληρωμές υπέρ του καταγγέλλοντος άνω των 50 000 ευρώ που οφείλει το ΚΚΕρ θα αποδεσμευθούν και επιβεβαίωσε τις πληροφορίες αυτές στην επιστολή του της 2ας Απριλίου 2004, με την οποία κάλεσε τον καταγγέλλοντα να υποβάλει έκθεση απευθείας στις υπηρεσίες του προκειμένου να διευθετηθεί κάθε καθυστερημένη πληρωμή.
Απαντώντας στην τέταρτη ερώτηση του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή i) δήλωσε ότι ο πρακτικός οδηγός για τις εντολές κατάσχεσης περιέχει πληροφορίες που ενδέχεται να μην είναι διαθέσιμες στο κοινό και κάλεσε τον Διαμεσολαβητή να επιθεωρήσει το εν λόγω έγγραφο στις εγκαταστάσεις της· ii) διαβίβασε στον Διαμεσολαβητή αντίγραφο του εσωτερικού σημειώματος της 3ης Σεπτεμβρίου 2003 με το οποίο κοινοποιήθηκε η διαταγή κατάσχεσης· και iii) ερμήνευσε το αίτημα του Διαμεσολαβητή για πρόσβαση στην απόφαση ΣΕΠ υπό την έννοια ότι αφορά μόνο τα μέρη του εγγράφου που αφορούν εντολές κατάσχεσης και αναπαρήγαγε τα σχετικά αποσπάσματα σε παράρτημα της γνωμοδότησής του.
Όσον αφορά τον πρώτο νέο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν μπορούσε να δει πώς θα μπορούσαν ενδεχομένως να έχουν παραβιαστεί τα δικαιώματα υπεράσπισης του καταγγέλλοντος, δεδομένου ότι η εγγραφή στο ΣΕΠ δεν προκάλεσε από μόνη της καμία ζημία στον καταγγέλλοντα. Μόνον η διαταγή κατασχέσεως προκαλούσε προφανώς τέτοια ζημία και η Επιτροπή δεσμευόταν από αυτήν και ενεργούσε αναλόγως.
Όσον αφορά τον δεύτερο νέο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν μπορούσε να δει σε ποιο βαθμό η εσωτερική της οργάνωση θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε οποιουδήποτε είδους δυσφήμιση. Στην πραγματικότητα, οι πληροφορίες που παρέχονται από το ΣΕΠ της Επιτροπής περιορίζονται αποκλειστικά στους εξουσιοδοτημένους χρήστες του ΣΕΠ και δεν μπορούν να γνωστοποιηθούν σε τρίτους. Στην παρούσα υπόθεση, οι πληροφορίες αυτές παρασχέθηκαν μόνο από υπαλλήλους της Επιτροπής σε εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους του καταγγέλλοντος. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι η καταγγέλλουσα δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι τα μη εξουσιοδοτημένα μέρη γνώριζαν την ύπαρξη του ΣΕΠ και, ακόμη λιγότερο, να αποδεικνύει ότι η εν λόγω μη εξουσιοδοτημένη γνώση μπορούσε να καταλογιστεί σε σφάλμα της Επιτροπής.
2.6 Στις συμπληρωματικές παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η Επιτροπή είχε δεσμεύσει κυριολεκτικά κάθε πληρωμή και ότι το θεσμικό όργανο δεν είχε το δικαίωμα να διανείμει την εντολή κατάσχεσης με παραπλανητικό τρόπο. Ο καταγγέλλων δεν αντιλήφθηκε επίσης γιατί η Επιτροπή έπρεπε να αναστείλει όλες τις πληρωμές προκειμένου να «προστατεύσει τα οικονομικά συμφέροντα της Επιτροπής» και σε ποια συμφέροντα αναφερόταν η Επιτροπή. Κατά την άποψή της, υπήρχε κατάφωρη αντίφαση μεταξύ του γεγονότος ότι η Επιτροπή είχε δηλώσει ότι, αφενός, το ΣΕΠ δεν έχει «καθαυτό αντίκτυπο» στις πληρωμές και τις νέες συμβάσεις και, αφετέρου, ότι έπρεπε να χρησιμοποιήσει το ΣΕΠ για να προστατεύσει τα συμφέροντά της. Στην πραγματικότητα, η διαταγή κατάσχεσης ύψους 50 000 ευρώ εκτελέστηκε ανεξάρτητα από το ΣΕΠ.
Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, μόλις η Επιτροπή έλαβε την εντολή κατάσχεσης, θα έπρεπε να είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με αυτήν καθώς και σχετικά με τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσει η Επιτροπή. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν υπάρχει νομολογία που να υποδηλώνει ότι υπάρχει γενική αρχή σύμφωνα με την οποία όλα τα ποσά και τα περιουσιακά στοιχεία που σχετίζονται με τον κατασχεθέντα οφειλέτη πρέπει να δεσμεύονται. Σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω διαταγή κατάσχεσης προέβλεπε την κατάσχεση μόνο 50 000 ευρώ, χωρίς να παρέχει στην Επιτροπή το δικαίωμα να δεσμεύσει οποιαδήποτε άλλη εκκρεμή πληρωμή πέραν του ποσού αυτού.
Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι όλοι οι χρήστες του ΣΕΠ κατανόησαν, βάσει του περιεχομένου του ΣΕΠ, ότι ο καταγγέλλων αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες ή ότι είχε καταδικαστεί για σοβαρό αδίκημα. Ένα ευρύ φάσμα υπαλλήλων της Επιτροπής προειδοποιούσε συνεχώς τον καταγγέλλοντα εμπιστευτικά και «ανεπίσημα» για το σοβαρό αυτό πρόβλημα. Ως εκ τούτου, η καταχώριση στο ΣΕΠ έβλαψε σοβαρά τη φήμη του καταγγέλλοντος.
2.7 Στις 28 Μαρτίου 2007, οι εκπρόσωποι του Διαμεσολαβητή διενήργησαν έλεγχο στις εγκαταστάσεις της Επιτροπής στις Βρυξέλλες. Ο υπάλληλος της Επιτροπής που ήταν παρών στον έλεγχο επισήμανε ότι η απόφαση για το ΣΕΠ ήταν επί του παρόντος διαθέσιμη στον ιστότοπο «Europa», αλλά ότι αυτό δεν ίσχυε κατά τον χρόνο υποβολής της καταγγελίας. Εξήγησε ότι το σύστημα ΣΕΠ δημιουργήθηκε το 1997 και ότι υπήρχε ανακοίνωση του Επιτρόπου Schreyer της 31ης Οκτωβρίου 2000, η οποία επανεξέταζε το σύστημα. Επομένως, οι κανόνες που ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της καταγγελίας ήταν το υπόμνημα του 1997, όπως τροποποιήθηκε με την ανακοίνωση της 31ης Οκτωβρίου 2000. Οι εκπρόσωποι του Διαμεσολαβητή έλεγξαν και έλαβαν αντίγραφο τριών εγγράφων, ένα εκ των οποίων κηρύχθηκε εμπιστευτικό από την Επιτροπή. Η έκθεση ελέγχου, καθώς και αντίγραφο των δύο μη εμπιστευτικών εγγράφων, απεστάλη στον καταγγέλλοντα για παρατηρήσεις.
2.8 Στις συμπληρωματικές παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα ενέμεινε στην καταγγελία της και δήλωσε ότι η Επιτροπή είχε διαπράξει πέντε παρατυπίες.
2.9 Για την εξέταση της καταγγελίας, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο, βάσει των εγγράφων του φακέλου, να υπενθυμίσει τη χρονολογική σειρά των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υπόθεσης:
Στις 3 Σεπτεμβρίου 2003, δικαστικός επιμελητής στο Λουξεμβούργο κοινοποίησε στην Επιτροπή διαταγή κατάσχεσης σχετικά με τον καταγγέλλοντα, η οποία είχε εκδοθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο του Λουξεμβούργου στις 29 Αυγούστου 2003. Η απόφαση περί κατασχέσεως πρωτοκολλήθηκε από την Επιτροπή στις 3 Σεπτεμβρίου 2003. Την ίδια ημέρα, επίσης, η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής απέστειλε τη διαταγή κατασχέσεως, προς ενημέρωση, σε διάφορες υπηρεσίες της Επιτροπής.
Σε επιστολή της 12ης Σεπτεμβρίου 2003, η οποία κοινοποιήθηκε στον καταγγέλλοντα, ο υπόλογος της Επιτροπής, παραπέμποντας στη διαταγή κατάσχεσης της 29ης Αυγούστου 2003, ενημέρωσε τον δικαστικό επιμελητή ότι είχε οφειλές έναντι του καταγγέλλοντος (συνολικού ύψους άνω των 5,5 εκατ. ευρώ) και ότι, για τις περισσότερες από αυτές τις οφειλές, η Επιτροπή δεν επιθυμούσε να επικαλεστεί τις διατάξεις του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών των ΕΚ της 8ης Απριλίου 1965 («ΠΠΠ»)(11).
Στην απάντησή του της 21ης Οκτωβρίου 2003 σε επιστολή του καταγγέλλοντος της 15ης Οκτωβρίου 2003, στην οποία ο τελευταίος είχε εκφράσει ανησυχίες σχετικά με την εντολή κατάσχεσης, ο υπόλογος της Επιτροπής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι «η συγκεκριμένη εντολή κατάσχεσης αποτέλεσε αντικείμενο της συνήθους διαδικασίας που εφαρμόζεται εντός της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προκειμένου να ανταποκριθεί στις νομικές απαιτήσεις που ισχύουν για τις εντολές κατάσχεσης». Ο υπόλογος ενημέρωσε επίσης τον καταγγέλλοντα ότι η αντίδραση της Επιτροπής ήταν «σε πλήρη συμμόρφωση με την εσωτερική γραπτή διαδικασία που προβλέπεται ειδικά για το θέμα αυτό».
Στις 4 Νοεμβρίου 2003, κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή η απόφαση του πρωτοδικείου του Λουξεμβούργου της 21ης Οκτωβρίου 2003, σύμφωνα με την οποία το ποσό της κατασχέσεως περιοριζόταν σε 50 000 ευρώ.
Στις 7 Νοεμβρίου 2003, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον υπόλογο δηλώνοντας ότι είχε λάβει πληροφορίες από διάφορες υπηρεσίες της Επιτροπής ότι ήταν καταχωρισμένος στο ΣΕΠ και ότι αυτό ήταν αδικαιολόγητο, άδικο και δυσφημιστικό, και ότι αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει τους υπαλλήλους της Επιτροπής να θεωρήσουν ότι αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να τον αποσύρει από το ΣΕΠ και να διανείμει επίσημη επιστολή σε όλες τις υπηρεσίες της, στην οποία ανέφερε ότι διατηρούσε εκκρεμούσες σχέσεις με την Επιτροπή και ότι η καταχώριση δεν θα έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί.
Στην απάντησή του της 13ης Νοεμβρίου 2003 προς τον καταγγέλλοντα, ο υπόλογος ανέφερε, όσον αφορά την απόφαση του πρωτοδικείου του Λουξεμβούργου, η οποία είχε μειώσει το ποσό της διαταγής κατάσχεσης σε 50 000 ευρώ, ότι
«Έχω την ευχαρίστηση να σας ανακοινώσω ότι οι υπηρεσίες μου έλαβαν όλα τα αναγκαία μέτρα για την αποδέσμευση όλων των πληρωμών υπέρ της εταιρείας σας (...) που υπερβαίνουν το ποσό αυτό πριν από την άφιξη της επιστολής σας.»
Ωστόσο, όσον αφορά την εσωτερική διεκπεραίωση των εντολών κατάσχεσης, ο υπόλογος επιβεβαίωσε
«προηγούμενη θέση ότι η σχετική εσωτερική διαδικασία εφαρμόζεται σε πλήρη συμμόρφωση με τους ειδικούς κανόνες και τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής στον τομέα αυτό. Όλες οι υπηρεσίες της Επιτροπής γνωρίζουν καλά την ακριβή φύση αυτής της διαδικασίας. Η επεξεργασία των εντολών κατάσχεσης δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να επηρεάζει τις συμβατικές σχέσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων εταιρειών και των επιχειρησιακών υπηρεσιών της ΕΚ».
Με επιστολή της 20ής Νοεμβρίου 2003 προς τον υπόλογο, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να εξηγήσει σε ποια διαδικασία αναφερόταν η Επιτροπή όσον αφορά τις εντολές κατάσχεσης. Ο καταγγέλλων επανέλαβε το αίτημά του να διαγραφεί από το ΣΕΠ και να διανεμηθεί επίσημη επιστολή σε όλες τις υπηρεσίες της Επιτροπής στην οποία να αναφέρεται ότι διατηρεί εξαιρετικές σχέσεις με την Επιτροπή.
Στην απάντησή του της 28ης Νοεμβρίου 2003, ο υπόλογος ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι το μόνο δεσμευμένο ποσό ήταν το ποσό των 50 000 ευρώ που όφειλε το ΚΚΕρ. Η επιστολή ανέφερε επίσης ότι
«[Σ]ύμφωνα με την ειδική δικαστική απόφαση στο Λουξεμβούργο, όλες οι πληρωμές υπέρ του [καταγγέλλοντος] πρέπει να παγώσουν. Μόνο όταν το Συνέδριο αποφασίσει ρητά ότι ο αντίκτυπος μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένο ποσό, μπορούν να εκτελεστούν όλες οι πληρωμές πέραν του αρχικά δηλωθέντος ποσού. Αυτό εξηγεί γιατί, πριν από την απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Οκτωβρίου, ανεστάλησαν οι πληρωμές υπέρ του [καταγγέλλοντος]. Δεν πρόκειται για κανονισμό της Επιτροπής, αλλά για απλή εφαρμογή εθνικής δικαιοδοσίας.
Ο υπόλογος δήλωσε περαιτέρω ότι «δεν διαθέτω κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να με οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι θα ήταν αναγκαίο να διαβιβαστεί οποιοδήποτε μήνυμα στις επιχειρησιακές υπηρεσίες της ΕΚ σχετικά με τον αντίκτυπο που θα έπρεπε να έχει η εν λόγω εντολή κατάσχεσης στη φήμη της εταιρείας σας».
Ο υπόλογος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «όσον αφορά την αποδέσμευση των 50 000 ευρώ που παρακρατήθηκαν από το ΚΚΕρ, μπορώ μόνο να σας καλέσω να επιδιώξετε διακανονισμό με [τον υπεργολάβο]. Μόνο ένας τέτοιος διακανονισμός μπορεί στο τέλος της ημέρας να τερματίσει οριστικά τα αποτελέσματα αυτής της διαταγής κατάσχεσης.»
Ο καταγγέλλων απέστειλε περαιτέρω επιστολές στην Επιτροπή σχετικά με το θέμα αυτό στις 3 Δεκεμβρίου 2003 και την 1η Απριλίου 2004. Στις 2 Απριλίου 2004, ο υπόλογος της Επιτροπής απέστειλε νέα επιστολή στον καταγγέλλοντα σχετικά με τις καθυστερημένες πληρωμές.
Με επιστολή της 12ης Οκτωβρίου 2004, η οποία κοινοποιήθηκε στον καταγγέλλοντα, ο δικηγόρος του υπεργολάβου ενημέρωσε την Επιτροπή ότι η διαταγή κατάσχεσης είχε αρθεί από το Πρωτοδικείο του Λουξεμβούργου. Μετά τις πληροφορίες αυτές, η Επιτροπή διέγραψε τον καταγγέλλοντα από το ΣΕΠ και το ΚΚΕρ ενημερώθηκε ότι το ποσό που είχε ανασταλεί μπορούσε να αποδεσμευτεί.
2.10 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, της παρακράτησης του ποσού των 50 000 ευρώ από τον καταγγέλλοντα και, αφετέρου, της καταχώρισης του καταγγέλλοντος στο ΣΕΠ.
θ) Όσον αφορά την παρακράτηση του ποσού των 50 000 ευρώ από τον καταγγέλλοντα2.11 Όσον αφορά την απόφαση της Επιτροπής να παρακρατήσει το ποσό των 50 000 ευρώ από τον καταγγέλλοντα, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στις 3 Σεπτεμβρίου 2003, η Επιτροπή ενημερώθηκε για την απόφαση κατάσχεσης που εξέδωσε το Πρωτοδικείο του Λουξεμβούργου στις 29 Αυγούστου 2003. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι η Επιτροπή ενημέρωσε ταχέως τον καταγγέλλοντα για την εν λόγω διαταγή κατάσχεσης, αποστέλλοντάς του αντίγραφο της επιστολής της 12ης Σεπτεμβρίου 2003 προς τον δικαστικό επιμελητή στο Λουξεμβούργο, μόλις εννέα ημέρες μετά την ενημέρωση της Επιτροπής. Στις 4 Νοεμβρίου 2003, η Επιτροπή ενημερώθηκε για την απόφαση του πρωτοδικείου του Λουξεμβούργου της 21ης Οκτωβρίου 2003, σύμφωνα με την οποία το ποσό της διαταγής κατάσχεσης περιοριζόταν σε 50 000 ευρώ.
2.12 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι δεν κατανοούσε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή είχε αρχικά μπλοκάρει όλες τις πληρωμές. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η γενική αρχή του δικαίου στην οποία είχε αναφερθεί η Επιτροπή στο πλαίσιο αυτό δεν υπήρχε. Είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός που είχε εντοπίσει ο Διαμεσολαβητής στην καταγγελία και επί του οποίου είχε κληθεί η Επιτροπή να σχολιάσει αφορούσε την παρακράτηση του ποσού των 50 000 ευρώ και όχι την αρχική αναστολή όλων των πληρωμών. Για την αντιμετώπιση του τελευταίου αυτού ζητήματος, θα πρέπει να ζητηθεί από την Επιτροπή να διατυπώσει συμπληρωματική γνώμη, επί της οποίας ο καταγγέλλων θα μπορούσε στη συνέχεια να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Δεν αποκλείεται να χρειαστούν περαιτέρω έρευνες σχετικά με το θέμα αυτό. Η εξέταση αυτού του περαιτέρω ζητήματος στο παρόν στάδιο της έρευνας ενδέχεται να καθυστερήσει περαιτέρω την ολοκλήρωσή της. Δεδομένου ότι αυτό δύσκολα μπορεί να είναι προς το συμφέρον του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι είναι σκόπιμο να ασχοληθεί μόνο με την παρακράτηση του ποσού των 50 000 ευρώ.
2.13 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι απόφαση κατάσχεσης, όπως αυτή που επιδόθηκε στην υπό κρίση υπόθεση, αποτελεί δικαστική απόφαση εθνικού δικαστηρίου κράτους μέλους. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, είναι σαφές ότι η Επιτροπή οφείλει να τηρεί μια τέτοια διαταγή κατασχέσεως δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, εκτός αν το ΑΑΠ της παρέχει το δικαίωμα να μην το πράξει. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή έχει θεσπίσει λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά τον τρόπο χειρισμού των εν λόγω εντολών κατάσχεσης, οι οποίοι παρατίθενται στον πρακτικό οδηγό της για τις εντολές κατάσχεσης SEC(2000)465 της 10ης Μαρτίου 2000. Η διαταγή συντηρητικής κατάσχεσης στην υπό κρίση υπόθεση ήταν διαταγή συντηρητικής κατάσχεσης, πράγμα που σημαίνει ότι το ποσό που αποτελεί αντικείμενο της διαταγής συντηρητικής κατάσχεσης παραμένει δεσμευμένο (σε αντίθεση με εκτελεστή διαταγή συντηρητικής κατάσχεσης στην οποία πρέπει να καταβληθεί το ποσό). Επομένως, στο μέτρο που δεν εφαρμόζονταν οι διατάξεις του PPI, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να συμμορφωθεί με τη διάταξη περί κατασχέσεως του πρωτοδικείου του Λουξεμβούργου της 29ης Αυγούστου 2003. Αυτό σημαίνει ότι, αφού ενημερώθηκε ότι το σχετικό ποσό περιοριζόταν σε 50 000 EUR, η Επιτροπή αναγκάστηκε να δεσμεύσει οφειλόμενη στον καταγγέλλοντα πληρωμή που αντιστοιχούσε στο εν λόγω ποσό. Η υποχρέωση αυτή εξακολούθησε να δεσμεύει την Επιτροπή μέχρις ότου πληροφορήθηκε, στις 12 Οκτωβρίου 2004, την άρση της κατασχέσεως.
2.14 Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της Επιτροπής να παρακρατήσει το ποσό των 50 000 ευρώ από τον καταγγέλλοντα συνιστούσε απλή εκτέλεση διαταγής κατάσχεσης που ελήφθη από δικαστική αρχή κράτους μέλους. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι η απόφαση αυτή ήταν παράνομη, αβάσιμη ή άδικη ή ότι παραβίαζε τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς. Ως εκ τούτου, βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, δεν διαπιστώθηκε περίπτωση κακοδιοίκησης όσον αφορά τον ισχυρισμό στον βαθμό που αφορά την παρακράτηση του ποσού των 50 000 EUR από τον καταγγέλλοντα.
ii) Όσον αφορά την καταχώριση του καταγγέλλοντος στο ΣΕΠ2.15 Όσον αφορά την άλλη πτυχή του ισχυρισμού, δηλαδή την απόφαση της Επιτροπής να καταχωρίσει τον καταγγέλλοντα στο ΣΕΠ, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει καταρχάς ότι, παρόλο που η Επιτροπή δεν διευκρίνισε την ακριβή ημερομηνία, είναι σαφές ότι ο καταγγέλλων καταχωρίστηκε στο ΣΕΠ λίγο μετά την ενημέρωση της Επιτροπής σχετικά με την εντολή κατάσχεσης. Επιπλέον, είναι σαφές ότι η καταχώριση του καταγγέλλοντος στο ΣΕΠ διατηρήθηκε ακόμη και αφού το πρωτοδικείο του Λουξεμβούργου ενημέρωσε την Επιτροπή ότι το ποσό της διαταγής κατάσχεσης περιοριζόταν σε 50 000 ευρώ.
2.16 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, οι σχετικοί κανόνες για το ΣΕΠ περιλαμβάνονταν i) στο υπόμνημα SEC(97)1562/2 της 30ής Ιουλίου 1997 του Προέδρου της Επιτροπής, της κ. Gradin και του κ. Liikanen σχετικά με το ΣΕΠ όσον αφορά διοικητικά σφάλματα ή απάτη που διαπράχθηκαν από οργανισμούς ή εταιρείες που λαμβάνουν κοινοτικά κονδύλια, και ii) στην ανακοίνωση C(2000)1811/4 της κ. Schreyer, της 31ης Οκτωβρίου 2000, σχετικά με τη βελτιστοποίηση του ΣΕΠ. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στο πλαίσιο αυτό, ο πρακτικός οδηγός για τις διαταγές κατάσχεσης SEC(2000)465 της 10ης Μαρτίου 2000 είναι επίσης συναφής. Για την αντιμετώπιση του ισχυρισμού, φαίνεται χρήσιμο να υπενθυμιστούν οι σημαντικότερες διατάξεις των ανωτέρω εγγράφων:
θ) Όσον αφορά τον οδηγό, τον οποίο οι υπηρεσίες του επιθεώρησαν στις εγκαταστάσεις της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι πρόκειται για εμπιστευτικό έγγραφο. Ο Διαμεσολαβητής δεν είναι βέβαιος ότι η θέση αυτή είναι βάσιμη. Ωστόσο, δεν φαίνεται αναγκαίο να συναχθεί τελικό συμπέρασμα επί του ζητήματος αυτού, δεδομένου ότι οι πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενο του οδηγού που παρέσχε η Επιτροπή στη γνώμη της επαρκούν για την εξέταση της υπό κρίση υπόθεσης. Στη γνώμη της, η Επιτροπή επισήμανε ότι ο καταγγέλλων είχε καταχωριστεί στο ΣΕΠ σύμφωνα με την παράγραφο 21 στοιχείο γ) του οδηγού. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει περαιτέρω από τη γνώμη της Επιτροπής ότι ο οδηγός προβλέπει ότι όλες οι πληρωμές προς τον κατασχεθέντα οφειλέτη αναστέλλονται εν αναμονή της τελικής δικαστικής απόφασης σχετικά με το χρέος του κύριου πιστωτή.
ii) Το μνημόνιο της 30ής Ιουλίου 1997, όπως αναφέρεται στον τίτλο του, αφορά τη δημιουργία ΣΕΠ "σχετικά με διοικητικά σφάλματα ή απάτη που διαπράττονται από οργανισμούς ή εταιρείες που επωφελούνται από κοινοτικούς πόρους". Όπως προκύπτει από την εισαγωγή του, το μνημόνιο αποσκοπεί στην ενημέρωση της Επιτροπής σχετικά με το σχέδιο εγκατάστασης ΣΕΠ, το οποίο ολοκληρώθηκε τελικά με την απόφαση C(2004) 193/3 της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 2004. Το μνημόνιο προβλέπει δύο φάσεις για την εγκατάσταση του ΣΕΠ, δηλαδή α) μια φάση άμεσων μέτρων και β) μια φάση για την προετοιμασία του οριστικού συστήματος.
Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής, το τμήμα III (πεδίο εφαρμογής), παράγραφος 5, προβλέπει ότι το ΣΕΠ θα προσδιορίζει πραγματικούς ή δυνητικούς δικαιούχους οι οποίοι:
- μπορούν να εξαιρεθούν νομικά βάσει των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις· είτε
- έχουν αποτελέσει αντικείμενο συμπερασμάτων από α) την UCLAF (12), β) τον δημοσιονομικό ελεγκτή και γ) το Ελεγκτικό Συνέδριο· είτε
- είναι γνωστό ότι αποτελούν αντικείμενο σχετικής δικαστικής προσφυγής (13)· είτε
- αποτελούν αντικείμενο ενταλμάτων είσπραξης από την Επιτροπή πάνω από ένα ορισμένο ποσό και σε περίπτωση σημαντικής καθυστέρησης στην πληρωμή.
Όσον αφορά τα άμεσα μέτρα, η παράγραφος 8 του τμήματος IV του υπομνήματος αναφέρει ότι η κύρια ανησυχία του Κοινοβουλίου (14) αφορούσε τη σύναψη νέων προσφορών με δικαιούχους των οποίων η αξιοπιστία αμφισβητείται σοβαρά έναντι των κοινοτικών θεσμικών οργάνων. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω άμεσα μέτρα αποσκοπούσαν στην κατάρτιση καταλόγου δικαιούχων οι οποίοι είτε i) θεωρούνται ακατάλληλοι για τη σύναψη νέων συμβάσεων, ii) απαιτούν προσεκτική έρευνα από κάθε Γενική Διεύθυνση που προτίθεται να συνάψει νέα σύμβαση, είτε iii) απαιτούν αυξημένη επαγρύπνηση από τις Γενικές Διευθύνσεις που διαχειρίζονται τις ήδη υφιστάμενες συμβάσεις.
Το υπόμνημα αναφέρει επίσης, στην παράγραφο 5, τη δυνατότητα αναθεώρησης (ή διαγραφής) του ΣΕΠ, κατόπιν της ολοκλήρωσης διοικητικής ή δικαστικής διαδικασίας. Η παράγραφος 12 προβλέπει ότι κάθε Γενική Διεύθυνση που εισήγαγε δικαιούχο στο ΣΕΠ έχει την ευθύνη να διαγράψει ή να διορθώσει την καταχώριση χωρίς καθυστέρηση, εάν είναι αναγκαίο.
iii) Η ανακοίνωση της 31ης Οκτωβρίου 2000 προέβλεπε την εφαρμογή διαφόρων νέων μέτρων για τη βελτίωση της λειτουργίας του ΣΕΠ. Η ανακοίνωση ανέφερε ότι το γεγονός της εγγραφής στο ΣΕΠ έχει ως αποτέλεσμα την αποστολή αυτόματου προειδοποιητικού μηνύματος στον διατάκτη κάθε φορά που προτίθεται να πραγματοποιήσει πληρωμή. Στην ανακοίνωση τονίζεται επίσης ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν γνωρίζουν επαρκώς τη διαχείριση του ΣΕΠ και αναφέρεται ότι πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις προκειμένου να αποφεύγονται καταγγελίες από νομικά ή φυσικά πρόσωπα που περιλαμβάνονται στο ΣΕΠ.
2.17 Από την καταγγελία και τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής προκύπτει ότι η τελευταία θεωρεί ότι η απόφαση της Επιτροπής να την καταχωρίσει στο ΣΕΠ ήταν i) παράνομη/αβάσιμη και ii) άδικη. Επιπλέον, (iii) παραβίασε τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς (15) και (iv) τα δικαιώματα υπεράσπισης του καταγγέλλοντος, (v) ελήφθη βάσει διαδικασίας που δεν είχε δημοσιοποιηθεί και (vi) είχε ως αποτέλεσμα τη δυσφήμιση και τη βλάβη της φήμης του καταγγέλλοντος. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί σκόπιμο να ξεκινήσει την εξέτασή του αναλύοντας κατά πόσον η απόφαση της Επιτροπής να καταχωρίσει τον καταγγέλλοντα στο ΣΕΠ ήταν δίκαιη.
2.18 Σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης, τα θεσμικά όργανα πρέπει να ενεργούν δίκαια (16). Προκειμένου να εξεταστεί κατά πόσον η απόφαση της Επιτροπής ήταν δίκαιη, είναι σημαντικό να εξεταστεί ο σκοπός της καταχώρισης μιας οντότητας στο ΣΕΠ. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο τίτλος του μνημονίου για το ΣΕΠ αναφέρεται σε «διοικητικά σφάλματα ή απάτη που διαπράττονται από φορείς ή εταιρείες που λαμβάνουν κοινοτικά κονδύλια». Στο ανακοινωθέν Τύπου της σχετικά με το ΣΕΠ που δημοσιεύθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 2004 (17), η Επιτροπή δήλωσε ότι το σύστημα ΣΕΠ «θεσπίζει μηχανισμούς που διασφαλίζουν ότι οι ανάδοχοι και οι δικαιούχοι που παρουσιάζουν το ίδιο επίπεδο κινδύνου για τα συμφέροντα των Κοινοτήτων είναι γνωστοί και τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης από όλες τις υπηρεσίες της Επιτροπής». Το εν λόγω δελτίο Τύπου ανέφερε ότι το ΣΕΠ συστάθηκε το 1997 και ότι κύριος σκοπός του «είναι να μειωθεί ο κίνδυνος ανάθεσης συμβάσεων ή επιχορηγήσεων σε τρίτους οι οποίοι θα πρέπει να αποκλείονται σύμφωνα με τους κανόνες του δημοσιονομικού κανονισμού, όπως η πτώχευση, το σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα, η σύγκρουση συμφερόντων (...) και αποτρέπει νέες δημοσιονομικές δεσμεύσεις υπέρ των εν λόγω οντοτήτων με την επισήμανση εταιρειών ή ατόμων που έχουν κριθεί ένοχοι απάτης, διοικητικού παραπτώματος ή παρατυπιών εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ»(η υπογράμμιση δική μας). Είναι σαφές από τον τίτλο και τις διατάξεις του μνημονίου (ειδικότερα από τα τμήματα «πεδίο εφαρμογής» και «άμεσα μέτρα») ότι το ΣΕΠ δημιουργήθηκε με τον τρόπο αυτό από την Επιτροπή προκειμένου να προειδοποιεί τις υπηρεσίες της σε περιπτώσεις στις οποίες ένας δικαιούχος ή δυνητικός δικαιούχος έχει διαπράξει ή ενδέχεται να έχει διαπράξει (σοβαρά) διοικητικά σφάλματα ή ακόμη και απάτη. Η Επιτροπή δεν υποστήριξε ότι αυτό συνέβη στην περίπτωση του καταγγέλλοντος.
Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι από τους σχετικούς κανόνες φαίνεται να προκύπτει ότι μια οντότητα μπορεί επίσης να καταχωριστεί στο ΣΕΠ εάν αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες ή έχει πτωχεύσει. Ενδεχομένως, μια διαταγή κατασχέσεως θα μπορούσε, υπό ορισμένες περιστάσεις, να αποτελεί ένδειξη τέτοιων οικονομικών δυσχερειών. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι η Επιτροπή δεν ισχυρίστηκε ότι αυτός ήταν πράγματι ο λόγος για την απόφασή της να καταχωρίσει τον καταγγέλλοντα στο ΣΕΠ. Αντιθέτως, είναι σαφές ότι η καταχώριση αυτή πραγματοποιήθηκε αυτομάτως με την παραλαβή της διαταγής κατάσχεσης χωρίς να εξεταστεί αν ο καταγγέλλων αντιμετώπισε σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες.
Είναι αληθές ότι η παράγραφος 5 στοιχείο γ) του μνημονίου προβλέπει την καταχώριση στο ΣΕΠ οντοτήτων οι οποίες «είναι γνωστό ότι αποτελούν αντικείμενο σχετικής δικαστικής προσφυγής» (η υπογράμμιση δική μου). Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί προφανές ότι αυτό δεν σημαίνει ότι μια οντότητα θα πρέπει να καταχωρίζεται στο ΣΕΠ κάθε φορά που εμπλέκεται σε νομικές ενέργειες. Όπως καθίσταται σαφές από τη φράση «σχετικά με το θέμα αυτό», φαίνεται δικαιολογημένο να υποτεθεί ότι η εν λόγω νομική ενέργεια θα πρέπει να αφορά ισχυρισμούς για σοβαρές διοικητικές παρατυπίες ή απάτη προκειμένου να είναι συναφής. Τούτο προφανώς δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
2.19 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η καταχώριση στο ΣΕΠ είχε αρνητικές συνέπειες για τον καταγγέλλοντα. Η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε ότι, ως αποτέλεσμα της αρχικής καταχώρισης, όλες οι πληρωμές που οφείλονταν στον καταγγέλλοντα ανεστάλησαν. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, ακόμη και αφού η Επιτροπή ήρε την αναστολή όλων των πληρωμών εκτός από το ποσό των 50 000 EUR που παρέμεινε δεσμευμένο, αντιμετώπισε προβλήματα και καθυστερήσεις όσον αφορά τις πληρωμές των ποσών που του οφείλονταν. Ο καταγγέλλων ανέφερε ότι, όσον αφορά την πληρωμή, εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει προβλήματα με ορισμένες υπηρεσίες της Επιτροπής τον Απρίλιο του 2004, δηλαδή πολύ μετά την ενημέρωση της Επιτροπής τον Νοέμβριο του 2003 ότι η διαταγή κατάσχεσης είχε περιοριστεί σε 50 000 ευρώ. Μολονότι η Επιτροπή φαίνεται να αρνείται ότι τα προβλήματα αυτά σχετίζονταν με την ένταξη του καταγγέλλοντος στο ΣΕΠ, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι μια τέτοια σύνδεση είναι πολύ πιθανή. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι το όνομα του καταγγέλλοντος διατηρήθηκε σε κατάλογο ο οποίος, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του μνημονίου και το κείμενο του ανακοινωθέντος Τύπου, καταρτίστηκε κυρίως με σκοπό την προειδοποίηση των υπηρεσιών της Επιτροπής σχετικά με οντότητες ύποπτες για σοβαρές παρατυπίες ή απάτη. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η άποψη του καταγγέλλοντος ότι η συμπερίληψή του στο ΣΕΠ είχε αρνητικές επιπτώσεις σε αυτόν, για παράδειγμα καθιστώντας δυσκολότερη την απόκτηση νέων συμβάσεων με την Επιτροπή, είναι εξαιρετικά αξιόπιστη. Πράγματι, η καταχώριση στο ΣΕΠ πρέπει να τεκμαίρεται ότι επηρέασε αρνητικά τη φήμη του καταγγέλλοντος. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να υπενθυμίσει ότι, στο σχέδιο σύστασής του στην υπόθεση 1351/2000/ADB (18), σημείωσε ότι, παρόλο που η Επιτροπή δήλωσε ότι αυτό δεν συμβαίνει, ορισμένοι υπάλληλοι της Επιτροπής φαίνεται να θεωρούν το ΣΕΠ στην πραγματικότητα ως μαύρη λίστα. Οι παρατηρήσεις ορισμένων ανώνυμων υπαλλήλων της Επιτροπής που αναφέρθηκαν από τον καταγγέλλοντα, παρόλο που ο καταγγέλλων δεν έχει παράσχει πιο συγκεκριμένες ενδείξεις στο πλαίσιο αυτό, φαίνεται να υποδηλώνουν ότι αυτό εξακολουθεί να ισχύει ακόμη και σήμερα.
2.20 Λόγω αυτών των πρόσθετων αρνητικών επιπτώσεων, οι οποίες είναι δύσκολο να διαπιστωθούν και να αξιολογηθούν, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η καταχώριση του καταγγέλλοντος στο ΣΕΠ ήταν άδικη από την αρχή. Πράγματι, αν το μόνο που ήθελε να πράξει η Επιτροπή ήταν να αναστείλει όλες τις πληρωμές προκειμένου να συμμορφωθεί με τη διαταγή συντηρητικής κατασχέσεως που εξέδωσε το λουξεμβουργιανό δικαστήριο, θα μπορούσε εύκολα να το πράξει παρέχοντας τις αναγκαίες οδηγίες στις υπηρεσίες της χωρίς να χρειάζεται να καταχωρίσει τον καταγγέλλοντα στο ΣΕΠ.
2.21 Ωστόσο, φαίνεται ότι δεν χρειάζεται να καταλήξουμε σε οριστικό συμπέρασμα επί του ζητήματος αυτού, δεδομένου ότι είναι σαφές, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ότι η εγγραφή στον κατάλογο κατέστη εν πάση περιπτώσει άδικη όταν η Επιτροπή ενημερώθηκε στις 4 Νοεμβρίου 2003 ότι η διαταγή κατάσχεσης είχε περιοριστεί σε 50 000 ευρώ. Όπως εξήγησε η ίδια η Επιτροπή, το μόνο που απαιτούσε από τη στιγμή εκείνη η εκτέλεση της διαταγής κατασχέσεως ήταν να διασφαλιστεί η δέσμευση της πληρωμής της οφειλόμενης στον καταγγέλλοντα διαταγής. Η Επιτροπή έδωσε εντολή στο ΚΚΕρ να αναστείλει πληρωμή ύψους 50 000 ευρώ. Ως εκ τούτου, κατά τον χρόνο εκείνο, δεν ήταν πλέον αναγκαίο να παραμείνει ο καταγγέλλων στο ΣΕΠ και δεν υπήρχε λόγος να το πράξει.
2.22 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η ίδια η Επιτροπή φαίνεται να το αποδέχεται, χωρίς ωστόσο να συνάγει τα αναγκαία συμπεράσματα. Ειδικότερα, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι, κατά τη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι, αφού ενημερώθηκε ότι το ένταλμα κατάσχεσης είχε περιοριστεί σε 50 000 EUR, ήταν σε θέση να αποδεσμεύσει όλες τις πληρωμές στον καταγγέλλοντα, με εξαίρεση το ανωτέρω ποσό, και ότι ο υπόλογος είχε ζητήσει από μια συγκεκριμένη υπηρεσία (το ΚΚΕρ) να δεσμεύσει το ποσό αυτό. Ως εκ τούτου, από τη γνώμη της ίδιας της Επιτροπής προκύπτει ότι, μετά την εν λόγω χρονική στιγμή, ήταν σαφές ότι δεν υπήρχε πλέον ανάγκη διατήρησης της καταχώρισης του καταγγέλλοντος στο ΣΕΠ.
2.23 Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, το συμπέρασμα του Διαμεσολαβητή είναι ότι, εφόσον η διαταγή κατάσχεσης περιοριζόταν σε 50 000 ευρώ, ήταν άδικο για την Επιτροπή να διατηρήσει την καταχώριση του καταγγέλλοντος στο ΣΕΠ. Ως εκ τούτου, η απόφαση της Επιτροπής να διατηρήσει τον εν λόγω κατάλογο συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης και, ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει την επικριτική παρατήρηση που ακολουθεί.
2.24 Ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει υπό σημείωση τα άλλα μέρη του ισχυρισμού, δηλαδή ότι η απόφαση καταχώρισης του καταγγέλλοντος στο ΣΕΠ ήταν παράνομη/αβάσιμη, παραβίαζε τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς καθώς και τα δικαιώματα υπεράσπισης του καταγγέλλοντος και ελήφθη βάσει διαδικασίας που δεν είχε δημοσιοποιηθεί. Υπό το πρίσμα της διαπίστωσης κακοδιοίκησης όσον αφορά τον ισχυρισμό περί καταχρηστικότητας και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι μπορεί να διεξαχθεί αυτεπάγγελτη έρευνα σε κάποιο μελλοντικό στάδιο όσον αφορά τη λειτουργία του ΣΕΠ εν γένει, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαίο να εξεταστούν αυτά τα άλλα μέρη του ισχυρισμού. Σε κάθε περίπτωση, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η απόφαση της Επιτροπής να διατηρήσει τον καταγγέλλοντα καταχωρισμένο στο ΣΕΠ δεν ήταν επίσης ανάλογη προς τον σκοπό που σκόπευε να επιδιώξει, δεδομένου ότι η Επιτροπή, μετά την ανακοίνωση του Νοεμβρίου 2003 ότι η διαταγή κατάσχεσης είχε περιοριστεί σε 50 000 ευρώ, είχε αμέσως δεσμεύσει το εν λόγω ποσό. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή είχε ήδη λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της ληφθείσας κατασχέσεως.
3 Η φερόμενη ως μη εξουσιοδοτημένη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτους3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή διαβίβασε τα προσωπικά του δεδομένα σε μη εξουσιοδοτημένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που συνεργάζονται με τον καταγγέλλοντα και, ως εκ τούτου, παρέβη το άρθρο 21 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς.
3.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία παραβίασης του άρθρου 21 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς με τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων του καταγγέλλοντος σε μη εξουσιοδοτημένα άτομα που συνεργάζονται με τον καταγγέλλοντα.
3.3 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων είναι νομικό πρόσωπο και ότι τα δεδομένα που αφορούν νομικά πρόσωπα δεν αποτελούν «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» κατά την έννοια του κανονισμού 45/2001 (19). Εν πάση περιπτώσει, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων απλώς διατυπώνει τον ισχυρισμό του, χωρίς ωστόσο να τον τεκμηριώνει με πραγματικά περιστατικά ή αποδεικτικά στοιχεία. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων δεν τεκμηρίωσε περαιτέρω τον ισχυρισμό του ούτε σχολίασε τη γνώμη της Επιτροπής που τον απέρριψε. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο καταγγέλλων δεν απέδειξε τον ισχυρισμό του ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 21 του ευρωπαϊκού κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνεται περίπτωση κακοδιοίκησης όσον αφορά την εν λόγω πτυχή της υπόθεσης.
4 Οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος4.1 Στην καταγγελία της, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει i) να την αφαιρέσει από το ΣΕΠ και ii) να αποστείλει επεξηγηματική επιστολή σε όλες τις υπηρεσίες της Επιτροπής για την αποκατάσταση της φήμης της.
4.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε, όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, ότι ο καταγγέλλων απομακρύνθηκε αμέσως από το ΣΕΠ στις 12 Οκτωβρίου 2004, όταν ενημερώθηκε επίσημα από τον δικηγόρο του υπεργολάβου ότι η διαταγή κατάσχεσης είχε αρθεί. Μετά την παραλαβή της εν λόγω ανακοίνωσης, η Επιτροπή ενημερώθηκε επίσης ότι το ποσό που ανεστάλη μπορούσε να ελευθερωθεί από την εν λόγω ημέρα.
Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν ήταν αναγκαία η παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών στις υπηρεσίες της.
4.3 Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι, προκειμένου να διαγραφεί από το ΣΕΠ, αναγκάστηκε να αποδεχθεί συμβιβασμό με τον υπεργολάβο της.
4.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, όσον αφορά το πρώτο αίτημα του καταγγέλλοντος να διαγραφεί από το ΣΕΠ, από τη γνώμη της Επιτροπής προκύπτει ότι ο καταγγέλλων διαγράφηκε από το ΣΕΠ αφού η Επιτροπή έλαβε τις πληροφορίες από τον δικηγόρο του υπεργολάβου, στις 12 Οκτωβρίου 2004, ότι η διαταγή κατάσχεσης είχε αρθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο του Λουξεμβούργου. Επιπλέον, φαίνεται ότι το ποσό των 50 000 ευρώ ελευθερώθηκε επίσης την ίδια ημέρα. Ως εκ τούτου, δεν απαιτούνται περαιτέρω έρευνες όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό.
4.5 Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή θα πρέπει να διαβιβάσει επεξηγηματική επιστολή σε όλες τις υπηρεσίες της Επιτροπής για την αποκατάσταση της φήμης του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει από τα έγγραφα του φακέλου ότι ο καταγγέλλων είχε ήδη υποβάλει το αίτημα αυτό νωρίτερα, και συγκεκριμένα στην επιστολή του της 20ής Νοεμβρίου 2003 προς τον υπόλογο. Ωστόσο, ο υπάλληλος απέρριψε το αίτημα αυτό. Ειδικότερα, στην απάντησή του της 28ης Νοεμβρίου 2003, ο υπόλογος δήλωσε ότι:
«Δεν διαθέτω κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να με οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι θα ήταν αναγκαίο να διαβιβαστεί οποιοδήποτε μήνυμα στις επιχειρησιακές υπηρεσίες της ΕΚ σχετικά με τον αντίκτυπο που θα έπρεπε να έχει η εν λόγω εντολή κατάσχεσης στη φήμη της εταιρείας σας»(20).
Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι, στη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία, η Επιτροπή αρνήθηκε εκ νέου ότι υπήρχε ανάγκη αποστολής συμπληρωματικών πληροφοριών στις υπηρεσίες της, όπως ζήτησε ο καταγγέλλων.
4.6 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος διατυπώθηκε σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία ο καταγγέλλων εξακολουθούσε να περιλαμβάνεται στο ΣΕΠ. Έκτοτε, ο καταγγέλλων διαγράφηκε από το ΣΕΠ, δηλαδή τον Οκτώβριο του 2004. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων φαίνεται να έχει συχνές επαφές με την Επιτροπή και ότι η καταχώριση διήρκεσε περισσότερο από ένα έτος, μπορεί να υποτεθεί ότι η καταχώριση στο ΣΕΠ περιήλθε σε γνώση πολλών από τους συνομιλητές του καταγγέλλοντος εντός της Επιτροπής. Δεδομένων των αμφιβολιών που τουλάχιστον ορισμένοι από αυτούς τους υπαλλήλους φαίνεται να έχουν όσον αφορά τη σημασία μιας τέτοιας καταχώρισης (βλ. σημείο 2.19 ανωτέρω), δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η καταχώριση ενδέχεται να έχει εγείρει ερωτήματα όσον αφορά την αξιοπιστία του καταγγέλλοντος. Υπό τις συνθήκες αυτές, η κυκλοφορία επεξηγηματικής επιστολής θα μπορούσε να φανεί χρήσιμη για τον καταγγέλλοντα ακόμη και σήμερα.
4.7 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο δεύτερος ισχυρισμός είναι δικαιολογημένος. Σημειώνει, ωστόσο, ότι ο καταγγέλλων απέρριψε την πρότασή του να υποβάλει πρόταση για φιλική λύση, η οποία θα συνίστατο ακριβώς στο να καλέσει την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο κυκλοφορίας επεξηγηματικού σημειώματος στις υπηρεσίες της με σκοπό την αποκατάσταση τυχόν ζημίας στη φήμη του καταγγέλλοντος που ενδέχεται να εξακολουθεί να υφίσταται εντός της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι ο καταγγέλλων δεν επιθυμεί πλέον να συνεχίσει τον σχετικό ισχυρισμό που είχε αρχικά διατυπώσει στην καταγγελία του της 10ης Αυγούστου 2004. Ως εκ τούτου, δεν φαίνεται αναγκαία η ανάληψη περαιτέρω δράσης όσον αφορά την εν λόγω πτυχή της υπόθεσης.
5 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, είναι αναγκαίο να διατυπωθεί η ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:
Σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης, τα θεσμικά όργανα πρέπει να ενεργούν δίκαια (21). Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή διατήρησε την εγγραφή του καταγγέλλοντος στο ΣΕΠ της ακόμη και αφού η διαταγή κατάσχεσης που την είχε οδηγήσει στην εγγραφή αυτή περιορίστηκε σε 50 000 ευρώ και αφού η Επιτροπή είχε δώσει εντολή σε μία από τις υπηρεσίες της να εμποδίσει την καταβολή του εν λόγω ποσού. Η απόφαση της Επιτροπής να διατηρήσει την καταχώριση αυτή πέραν της ημερομηνίας αυτής ήταν άδικη. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
Στις 7 Σεπτεμβρίου 2007, το Γραφείο του Διαμεσολαβητή επικοινώνησε με τον καταγγέλλοντα προκειμένου να διερευνήσει τη δυνατότητα φιλικής λύσης μεταξύ του καταγγέλλοντος και της Επιτροπής. Ωστόσο, στις 10 Σεπτεμβρίου 2007, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι δεν επιθυμεί να επιδιώξει φιλικό διακανονισμό του θέματος και ότι προσβλέπει στην απόφαση του Διαμεσολαβητή. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής δεν ήταν σε θέση να προσπαθήσει να επιτύχει φιλική λύση. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) "Saisie-arrêt" στα γαλλικά.
(2) Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε ειδικότερα στα άρθρα 4 (νομιμότητα), 6 (αναλογικότητα), 7 (απουσία κατάχρησης εξουσίας), 8 (αμεροληψία και ανεξαρτησία), 11 (δικαιοσύνη) και 12 (ευγένεια).
(3) Το άρθρο 21 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς αφορά την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
(4) Άρθρο 563: "Dans les huit jours de la saisie-arrêt, le saississant sera tenu de la dénoncer au débiteur saisi et de l'assigner en validité".
(5) Το έγγραφο που επιθεώρησαν οι εκπρόσωποι του Διαμεσολαβητή ήταν το γαλλικό κείμενο: "Communication de M. le Président, Mme Gradin et M. Liikanen du 30 juillet 1997 'Système d'alerte précoce en matière d'erreurs administratives ou de fraudes par les organisations ou entreprises bénéficiant de fonds communautaires'".
(6) Το έγγραφο που επιθεώρησαν οι εκπρόσωποι του Διαμεσολαβητή ήταν το γαλλικό κείμενο: «Ανακοίνωση [SEC(00)1811/4 de Mme Schreyer du 31 octobre 2000: «Βελτιστοποίηση της système d'alerte précoce: Δράση 95 de la réforme administrative».
(7) Στην αρχική της γνώμη, η Επιτροπή αναφερόταν στο έγγραφο αυτό ως το «Μνημόνιο» της Επιτροπής.
(8) Βλ. άρθρο 25 της απόφασης, το οποίο διατίθεται στον δικτυακό τόπο της Επιτροπής (http://ec.europa.eu/budget/documents/implement_control_en.htm), στην ενότητα «Σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης». Η έκδοση που δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο της Επιτροπής τροποποιήθηκε τελευταία από τους εσωτερικούς κανόνες του 2007.
(9) "Saisie-arrêt" στα γαλλικά.
(10) Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε ειδικότερα στα άρθρα 4 (νομιμότητα), 6 (αναλογικότητα), 7 (απουσία κατάχρησης εξουσίας), 8 (αμεροληψία και ανεξαρτησία), 11 (δικαιοσύνη) και 12 (ευγένεια).
(11) Ωστόσο, για ένα μέρος των οφειλών, η Επιτροπή επικαλέστηκε το άρθρο 1 του ΠΠΑ, το οποίο προβλέπει ότι «τα ακίνητα και τα περιουσιακά στοιχεία των Κοινοτήτων δεν υπόκεινται σε κανένα αναγκαστικό διοικητικό ή νομικό μέτρο χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου».
(12) Πρόκειται για τον προκάτοχο της OLAF, της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης.
(13) Η γαλλική απόδοση έχει ως εξής: "sont connus pour faire l'objet d'une action en justice à cet égard".
(14) Το υπόμνημα αναφέρει ότι πραγματοποιήθηκαν συζητήσεις στο Κοινοβούλιο επί του θέματος (παράγραφος 4).
(15) Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε ειδικότερα στα άρθρα 4 (νομιμότητα), 6 (αναλογικότητα), 7 (απουσία κατάχρησης εξουσίας), 8 (αμεροληψία και ανεξαρτησία), 11 (δικαιοσύνη) και 12 (ευγένεια).
(16) Βλ. άρθρο 11 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, ο οποίος είναι διαθέσιμος στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu/code/en/default.htm).
(17) Ανακοινωθέν Τύπου IP/04/143 «Η Επιτροπή ενισχύει το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για τους αποδέκτες των χρημάτων της ΕΕ με σκοπό την καλύτερη προστασία των οικονομικών συμφερόντων της», το οποίο είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο Europa (http://europa.eu.int/rapid) στην ενότητα «Προαιρετικά κριτήρια/αναφορά αναζήτησης».
(18) Το παρόν σχέδιο σύστασης είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.euro-ombudsman.eu.int/recommen/en/001351.htm).
(19) Το άρθρο 2 στοιχείο α) του κανονισμού 45/2001 ορίζει ότι ως «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» νοούνται όλες οι πληροφορίες που αφορούν ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο, εφεξής καλούμενο «υποκείμενο των δεδομένων»· πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από φυσική, βιολογική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική άποψη»(η υπογράμμιση δική μου).
(20) Η επιστολή συνέχισε ως εξής: «Σας καλώ να συζητήσετε την ποιότητα αυτών των σχέσεων απευθείας με τα εν λόγω τμήματα. Ο υπόλογος της Επιτροπής δεν είναι αρμόδιος να αξιολογεί τα θέματα αυτά».
(21) Βλ. άρθρο 11 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, ο οποίος είναι διαθέσιμος στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu/code/en/default.htm).