Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 2227/2004/MF κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 2227/2004/MF - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 20 Σεπτεμβρίου 2004 - Σύσταση σχετικά με Παρασκευή | 22 Ιουλίου 2005 - Απόφαση στις Δευτέρα | 06 Μαρτίου 2006
Στις 14 Μαρτίου 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 κατά της απόφασης της Επιτροπής σχετικά με τα έξοδα ταξιδίου του για αποστολή. Δεδομένου ότι η καταγγελία αυτή δεν διαβιβάστηκε ποτέ στις αρμόδιες υπηρεσίες, ο καταγγέλλων υπέβαλε νέα καταγγελία στην Επιτροπή στις 19 Αυγούστου 2003. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν είχε δώσει αιτιολογημένη απάντηση στην καταγγελία του βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2.
Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η μη απάντηση σε καταγγελία βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, θεωρήθηκε ως σιωπηρή απορριπτική απόφαση.
Λαμβάνοντας υπόψη τη θέση που έλαβε σε προηγούμενες υποθέσεις, σύμφωνα με την οποία αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική για την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να δίνει ρητή απάντηση σε όλες τις καταγγελίες του άρθρου 90 παράγραφος 2, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η παράλειψη της Επιτροπής να δώσει αιτιολογημένη απάντηση στην καταγγελία του καταγγέλλοντος συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε σχέδιο σύστασης στην Επιτροπή, σύμφωνα με το οποίο η τελευταία θα πρέπει να δώσει αιτιολογημένη απάντηση στην καταγγελία του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2.
Στην εμπεριστατωμένη γνώμη της, η Επιτροπή αναφέρθηκε στους περιορισμένους πόρους της και υποστήριξε ότι η δυνατότητα σιωπηρής απόρριψης των προσφυγών αποσκοπούσε στη διασφάλιση περιθωρίου ελιγμών για τον καθορισμό προτεραιοτήτων όσον αφορά τον σεβασμό της χρηστής διοίκησης. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι, δεδομένου ότι η δυνατότητα σιωπηρών αποφάσεων απόρριψης προσφυγών προβλεπόταν τόσο από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης όσο και από τα εθνικά νομικά συστήματα ορισμένων κρατών μελών, η άσκηση αυτής της δυνατότητας δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά κακοδιοίκηση. Προσέθεσε ότι, κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων ετών, υπήρξαν πέντε σιωπηρές αποφάσεις απόρριψης καταγγελιών επί συνόλου 1 211 καταγγελιών βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι η ίδια η απόφαση σχετικά με τα έξοδα αποστολής είχε εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηριζόταν.
Δεδομένου ότι η Επιτροπή αρνήθηκε να αποδεχθεί το σχέδιο σύστασής του, ο Διαμεσολαβητής έκρινε αναγκαίο να επισημάνει τα ακόλουθα:
Αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική για την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να δίνει ρητή απάντηση στις καταγγελίες του άρθρου 90 παράγραφος 2. Στην εμπεριστατωμένη γνώμη της, η Επιτροπή δεν εξέτασε τους λόγους στους οποίους βασίστηκε το σχέδιο σύστασης. Ο εξαιρετικά περιορισμένος αριθμός σιωπηρών απορριπτικών αποφάσεων φαίνεται να επιβεβαιώνει ότι οι περιορισμένοι πόροι της Επιτροπής δεν την υποχρέωσαν να μην δώσει ρητές απαντήσεις στις καταγγελίες αυτές. Επιπλέον, μολονότι θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είναι σε θέση να καθορίζει προτεραιότητες όσον αφορά τις καταγγελίες που της υποβάλλονται δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, το γεγονός αυτό δεν καθιστά την απόφασή της να μην δώσει καμία απάντηση σε συγκεκριμένη καταγγελία συμβατή με τις αρχές της χρηστής διοικήσεως. Η έννοια της κακοδιοίκησης είναι, όπως επιβεβαιώνεται από τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, ευρύτερη από την έννοια της παρανομίας. Είναι προφανές ότι δεν επαρκούσε το γεγονός ότι η απόφαση της Επιτροπής σχετικά με τα έξοδα ταξιδίου του καταγγέλλοντος για την αποστολή του ανέφερε τους λόγους στους οποίους στηριζόταν. Αν η Επιτροπή θεωρούσε ότι η απόφαση αυτή ήταν ορθή και περιείχε όλες τις αναγκαίες εξηγήσεις, θα της ήταν πολύ πιο εύκολο να λάβει αιτιολογημένη απόφαση επί της καταγγελίας του άρθρου 90, παράγραφος 2. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να εξετάσει δεόντως την πρώτη καταγγελία του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2, η απάντηση στη δεύτερη καταγγελία του βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 της 19ης Αυγούστου 2003 θα έπρεπε να είναι κατά μείζονα λόγο αναγκαία.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής επανέλαβε την άποψή του ότι οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν από τη διοίκηση να παρέχει γραπτή απάντηση στις καταγγελίες του άρθρου 90 παράγραφος 2 και ότι η απάντηση αυτή πρέπει να παρέχεται εντός της τετράμηνης προθεσμίας που ορίζεται στην εν λόγω διάταξη. Επομένως, η παράλειψη της Επιτροπής να το πράξει εν προκειμένω συνιστά περίπτωση κακής διοικήσεως.
Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων, στις παρατηρήσεις του επί της γνώμης της Επιτροπής, είχε δηλώσει ότι δεν θεωρούσε χρήσιμο να συνεχιστεί η έρευνα σχετικά με την καταγγελία του, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν σκόπιμο να υποβάλει ειδική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την υπόθεση με επικριτική παρατήρηση.
Στρασβούργο, 6 Μαρτίου 2006
Αξιότιμε κ. X.,
Στις 15 Ιουλίου 2004, μου υποβάλατε καταγγελία κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τη μη παροχή αιτιολογημένης απάντησης στην καταγγελία σας που υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Στις 20 Σεπτεμβρίου 2004, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Στις 19 Οκτωβρίου 2004, μου αποστείλατε νέα επιστολή σχετικά με την καταγγελία σας. Με την παρούσα επιστολή, μου ζητήσατε να αναδιατυπώσω τον πρώτο ισχυρισμό της καταγγελίας σας, όπως παρατίθεται στην επιστολή μου της 20ής Σεπτεμβρίου 2004. Στις 26 Οκτωβρίου 2004, η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία σας.
Στις 9 Νοεμβρίου 2004, απηύθυνα νέα επιστολή στον Πρόεδρο της Επιτροπής, με την οποία τον ενημέρωσα για την αναδιατύπωση του πρώτου ισχυρισμού της καταγγελίας σας, ζητώντας του να υποβάλει σχετική γνώμη πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2004. Η Επιτροπή απέστειλε τη συμπληρωματική γνώμη της στις 6 Ιανουαρίου 2005.
Στις 12 Ιανουαρίου 2005, σας διαβίβασα τις δύο γνώμες της Επιτροπής με την πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις πριν από τις 28 Φεβρουαρίου 2005. Μέχρι την ημερομηνία αυτή δεν λάβατε παρατηρήσεις από εσάς.
Στις 22 Ιουλίου 2005, απηύθυνα σχέδιο σύστασης στην Επιτροπή. Ενημερωθήκατε σχετικά με επιστολή που εστάλη την ίδια ημέρα.
Στις 16 Σεπτεμβρίου 2005, μου αποστείλατε νέα επιστολή στην οποία επισημάνατε ότι, σε ηλεκτρονικό μήνυμα της 6ης Φεβρουαρίου 2004 (το οποίο επισυνάψατε), ο αρμόδιος για τον φάκελό σας υπάλληλος της Επιτροπής είχε επιβεβαιώσει ότι θα συνέτασσε σχέδιο απάντησης στην καταγγελία σας. Μου ζητήσατε να λάβω υπόψη αυτό το στοιχείο στην «τελική έκδοση» του σχεδίου σύστασης.
Στην απάντησή μου της 10ης Οκτωβρίου 2005, σας ενημέρωσα ότι, παρά τον τίτλο του, ένα σχέδιο σύστασης είναι ένα τελικό κείμενο στο οποίο ο Διαμεσολαβητής εκθέτει τις απόψεις του σχετικά με την ύπαρξη κρούσματος κακοδιοίκησης εκ μέρους του οικείου θεσμικού οργάνου. Σας ενημέρωσα επίσης ότι, εάν επιθυμείτε να εμμείνετε στον ισχυρισμό σας ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στην καταγγελία σας παρά τη δέσμευσή της και την προφανή πρόθεσή της να το πράξει, θα πρέπει να υποβάλετε νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Τέλος, σας ενημέρωσα ότι αντίγραφο της συμπληρωματικής επιστολής σας θα διαβιβαζόταν στην Επιτροπή προς ενημέρωσή της, πράγμα που έπραξαν οι υπηρεσίες μου την ίδια ημέρα.
Στις 15 Νοεμβρίου 2005, μου αποστείλατε νέα επιστολή με την οποία με ενημερώσατε ότι δεν επιθυμείτε να υποβάλετε νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης και ότι θεωρείτε ότι ο κύριος στόχος των προσεγγίσεών σας είχε επιτευχθεί, δηλαδή ότι το θεσμικό όργανο είχε λάβει γνώση της περίπτωσης κακοδιοίκησης.
Στις 21 Νοεμβρίου 2005, η Επιτροπή μου διαβίβασε την εμπεριστατωμένη γνώμη της σχετικά με το σχέδιο συστάσεώς μου. Σας τη διαβίβασα στις 5 Δεκεμβρίου 2005 με πρόσκληση να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2005. Στις 14 Δεκεμβρίου 2005, μου αποστείλατε τις παρατηρήσεις σας.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά έχουν ως εξής:
Ο καταγγέλλων είναι υπάλληλος της Επιτροπής. Τον Ιούνιο του 2002 ανέλαβε μια αποστολή. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το δημοσιονομικό δελτίο σχετικά με την αποστολή του δεν ήταν σύμφωνο με τον οδηγό αποστολών και το ποσό της επιστροφής εξόδων που σχετίζονται με την εν λόγω αποστολή δεν αντιστοιχούσε στις δαπάνες στις οποίες είχε υποβληθεί.
Στις 14 Μαρτίου 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε διοικητική ένσταση δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η καταγγελία του δεν διαβιβάστηκε ποτέ στις αρμόδιες υπηρεσίες. Στις 19 Αυγούστου 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε εκ νέου καταγγελία στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2. Η καταγγελία του καταχωρίστηκε από τη Γενική Διεύθυνση Προσωπικού και Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής («ΓΔ Προσωπικού και Διοίκησης») στις 28 Αυγούστου 2003.
Μεταξύ Δεκεμβρίου 2003 και Φεβρουαρίου 2004, ο υπεύθυνος για τον φάκελό του επικοινώνησε επανειλημμένα με τον καταγγέλλοντα προκειμένου να τον συμπληρώσει. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων αυτών, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι θα λάμβανε αιτιολογημένη απάντηση στην καταγγελία του.
Τον Μάιο του 2004, ο καταγγέλλων επικοινώνησε με τον υπεύθυνο του φακέλου του. Ενημερώθηκε εκ νέου ότι θα λάμβανε αιτιολογημένη απάντηση στην ένσταση που υπέβαλε βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.
Τον Ιούνιο του 2004, ο καταγγέλλων απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής και ζήτησε να του παρασχεθούν πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο της εξέτασης της καταγγελίας του. Στη συνέχεια, τηλεφώνησε στον αρμόδιο προϊστάμενο μονάδας της ΓΔ Προσωπικού και Διοίκησης. Ενημερώθηκε ότι οι «ανώτατες αρχές αποφάσισαν ότι δεν θα δοθεί αιτιολογημένη απάντηση».
Στις 15 Ιουλίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν του έδωσε αιτιολογημένη απάντηση στην ένσταση που υπέβαλε βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής του στέρησε το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση ενώπιον του Πρωτοδικείου.
Ο καταγγέλλων ζήτησε να λάβει αιτιολογημένη απάντηση στην καταγγελία του που υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΗ γνώμη της Επιτροπής επί της καταγγελίας ήταν, συνοπτικά, η ακόλουθη:
Προκειμένου να παραστεί στη συνεδρίαση των επικεφαλής των αντιπροσωπειών στον τόπο της αποστολής του, ο καταγγέλλων επέλεξε να αγοράσει αεροπορικό εισιτήριο με ναύλο APEX ύψους 396,21 EUR, ποσό χαμηλότερο από τον κανονικό μειωμένο ναύλο. Αυτό το εισιτήριο, ωστόσο, απαιτούσε να περάσει το Σαββατοκύριακο στη θέση της αποστολής του. Ο καταγγέλλων είχε ακολουθήσει την ισχύουσα διαδικασία για τον καθορισμό της εντολής αποστολής του.
Στις 14 Μαρτίου 2003, αφού έλαβε το δημοσιονομικό δελτίο σχετικά με την αποστολή του στις 18 Ιανουαρίου 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε, μέσω του άμεσου επόπτη του, διοικητική ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Στην καταγγελία αυτή, ο καταγγέλλων προσέβαλε την απόφαση της Επιτροπής να μην του επιστρέψει τις ημερήσιες αποζημιώσεις για την Παρασκευή 14 Ιουνίου, το Σάββατο 15 Ιουνίου και την Κυριακή 16 Ιουνίου 2002, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου VIII.1 του οδηγού αποστολών. Ο καταγγέλλων ζήτησε επίσης να διαβιβαστεί η καταγγελία του στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.
Τέσσερις μήνες αργότερα, αφού διαπίστωσε ότι η καταγγελία του δεν είχε ποτέ παραληφθεί από τη Μονάδα Προσφυγών της Επιτροπής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέταση των καταγγελιών που υποβάλλονται βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ο καταγγέλλων ζήτησε από τον διαμεσολαβητή της Επιτροπής να παρέμβει στον προϊστάμενο της Μονάδας Προσφυγών.
Στις 19 Αυγούστου 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε απευθείας δεύτερη καταγγελία στην αρμόδια μονάδα σχετικά με τα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα της πρώτης καταγγελίας. Η δεύτερη αυτή καταγγελία πρωτοκολλήθηκε στις 28 Αυγούστου 2003 με αριθμό αναφοράς R/517/03. Την 1η Οκτωβρίου 2003 εστάλη στον καταγγέλλοντα βεβαίωση παραλαβής.
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, υπήρξαν συχνές τηλεφωνικές κλήσεις μεταξύ αυτού και του υπαλλήλου που ήταν υπεύθυνος για τον φάκελό του από τον Δεκέμβριο του 2003 έως τον Φεβρουάριο του 2004, κατά τη διάρκεια των οποίων ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι θα λάμβανε αιτιολογημένη απάντηση στην καταγγελία του.
Τον Ιούνιο του 2004, δηλαδή τέσσερις μήνες μετά την τελευταία επικοινωνία που είχε ο καταγγέλλων με την Επιτροπή, επικοινώνησε με την αρμόδια υπηρεσία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και στη συνέχεια τηλεφωνικώς προκειμένου να λάβει πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο του χειρισμού της καταγγελίας του. Ο καταγγέλλων πληροφορήθηκε ότι, σύμφωνα με την απόδειξη παραλαβής της 1ης Οκτωβρίου 2003, η μη απάντηση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία υποβολής της καταγγελίας θεωρήθηκε σιωπηρή απορριπτική απόφαση.
Είναι λυπηρό το γεγονός ότι η πρώτη καταγγελία του καταγγέλλοντος που διαβιβάστηκε στον ιεραρχικά ανώτερό του ουδέποτε διαβιβάστηκε στη μονάδα προσφυγών που ήταν αρμόδια για την εξέταση των καταγγελιών που υποβλήθηκαν βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Μόλις η εν λόγω μονάδα ενημερώθηκε για το γεγονός αυτό, αποφάσισε να εξετάσει τη δεύτερη καταγγελία του καταγγέλλοντος, προς το συμφέρον του τελευταίου και προκειμένου να διασφαλιστεί η δίκαιη μεταχείριση των καταγγελιών, τέσσερις μήνες μετά τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας. Ως εκ τούτου, ελήφθησαν τα κατάλληλα μέτρα για τη διόρθωση του σφάλματος που προέκυψε από την ανεπαρκή διαβίβαση της πρώτης καταγγελίας του καταγγέλλοντος μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών της Επιτροπής.
Στη συνέχεια, εστάλη στον καταγγέλλοντα αποδεικτικό παραλαβής, με το οποίο τον ενημέρωνε ότι i) η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είχε προθεσμία τεσσάρων μηνών, από την ημερομηνία υποβολής της ένστασης, για να του κοινοποιήσει την αιτιολογημένη απόφασή της· ii) αν, κατά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, δεν είχε ληφθεί απάντηση στην ένσταση, τούτο θα έπρεπε να θεωρηθεί ως σιωπηρή απορριπτική απόφαση· iii) ο υπάλληλος μπορεί να ασκήσει αναίρεση ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά σιωπηρής ή ρητής αποφάσεως, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 91 του ΚΥΚ (δηλαδή εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της αποφάσεως ή από την ημερομηνία εκδόσεως της σιωπηρής αποφάσεως). Υπό τις συνθήκες αυτές, ο καταγγέλλων, ο οποίος υποτίθεται ότι γνώριζε αυτούς τους κανόνες, δεν μπορούσε να αγνοεί το γεγονός ότι η έλλειψη αιτιολογημένης απόφασης της Επιτροπής έως τις 28 Δεκεμβρίου 2003 θεωρήθηκε ότι συνιστά σιωπηρή απόφαση απόρριψης της καταγγελίας του και κίνησε τη νόμιμη προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου. Ως εκ τούτου, η δεύτερη καταγγελία του καταγγέλλοντος εξετάστηκε σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες. Ο καταγγέλλων δεν στερήθηκε το δικαίωμά του να ασκήσει αναίρεση ενώπιον του Πρωτοδικείου.
Χωρίς να αμφισβητηθεί η ειλικρίνεια του καταγγέλλοντος, έπρεπε να επισημανθεί ότι ο τελευταίος δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι ο υπάλληλος που ήταν υπεύθυνος για τον φάκελό του τον είχε ενημερώσει ρητώς ότι επρόκειτο να εκδοθεί αιτιολογημένη απόφαση επί της καταγγελίας του. Στον σχετικό φάκελο που είχε στην κατοχή της η Επιτροπή δεν υπήρχαν στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιας δέσμευσης.
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, μολονότι ο ΚΥΚ δεν την υποχρέωσε να το πράξει, η Επιτροπή προσπάθησε να εκδώσει αιτιολογημένη απόφαση σε όλες τις προσφυγές που ασκήθηκαν ενώπιόν της. Ωστόσο, λόγω των περιορισμένων πόρων της και του τεράστιου αριθμού προσφυγών, συνέβη η πρακτική αυτή, κατ’ εξαίρεση, να μην μπορεί να ακολουθηθεί, για την οποία η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη.
Περαιτέρω έρευνες Τοαίτημα του Διαμεσολαβητή για παροχή πληροφοριών από την Επιτροπή
Στις 19 Οκτωβρίου 2004, ο καταγγέλλων απέστειλε νέα επιστολή σχετικά με την καταγγελία του. Στην επιστολή αυτή, ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να αναδιατυπώσει τον πρώτο ισχυρισμό της καταγγελίας του. Ως εκ τούτου, κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών. Ως εκ τούτου, στις 9 Νοεμβρίου 2004, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε νέα επιστολή στον Πρόεδρο της Επιτροπής, με την οποία αναδιατύπωσε τον πρώτο ισχυρισμό της καταγγελίας του καταγγέλλοντος ως εξής:
«Η Επιτροπή παρέλειψε να δώσει στον καταγγέλλοντα αιτιολογημένη απάντηση στην καταγγελία που υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, παρά τη δέσμευσή της και την προφανή πρόθεσή της να το πράξει».
Απάντηση της ΕπιτροπήςΜε το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή προέβη συνοπτικά στις ακόλουθες δηλώσεις:
Όπως αναφέρεται στην πρώτη γνώμη, της 26ης Οκτωβρίου 2004, θα μπορούσε μόνο να σημειωθεί ότι ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι ο υπάλληλος που ήταν υπεύθυνος για τον φάκελό του τον είχε ενημερώσει ρητά ότι θα υπήρχε αιτιολογημένη απόφαση σχετικά με την ένστασή του. Δεν υπήρχαν σχετικά αποδεικτικά στοιχεία στον σχετικό φάκελο που είχε στην κατοχή της η Επιτροπή ή στον φάκελο της καταγγελίας που υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή.
Η Επιτροπή εξέφρασε εκ νέου την επιθυμία της να εκδώσει αιτιολογημένη απόφαση σε όλες τις προσφυγές που της υποβλήθηκαν και ζήτησε συγγνώμη τόσο από τον Διαμεσολαβητή όσο και από τον καταγγέλλοντα για το γεγονός ότι η πρακτική αυτή, κατ’ εξαίρεση, δεν μπορούσε να ακολουθηθεί, για τους λόγους που εκτίθενται στην πρώτη γνώμη της.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΔεν ελήφθησαν παρατηρήσεις από τον καταγγέλλοντα έως την ημερομηνία που ορίστηκε για τον σκοπό αυτό.
ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ
Το σχέδιο σύστασηςΣτις 22 Ιουλίου 2005, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε στην Επιτροπή το ακόλουθο σχέδιο σύστασης:
Η Επιτροπή πρέπει να δώσει αιτιολογημένη απάντηση στην καταγγελία του καταγγέλλοντος που υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης της 19ης Αυγούστου 2003.
Το παρόν σχέδιο σύστασης βασίστηκε στις ακόλουθες εκτιμήσεις:
1 Επί της προβαλλομένης παραλείψεως της Επιτροπής να απαντήσει αιτιολογημένα στην ένσταση που υπέβαλε ο καταγγέλλων δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ1.1 Ο καταγγέλλων είναι υπάλληλος της Επιτροπής. Τον Ιούνιο του 2002 ανέλαβε μια αποστολή. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το δημοσιονομικό δελτίο που αντιστοιχεί στην εντολή αποστολής του δεν ήταν σύμφωνο με τον οδηγό για τις αποστολές και το ποσό της επιστροφής εξόδων που σχετίζονται με την εν λόγω αποστολή δεν αντιστοιχούσε στα έξοδα που είχε δαπανήσει. Στις 14 Μαρτίου 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε διοικητική ένσταση δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Η καταγγελία του δεν διαβιβάστηκε ποτέ στις αρμόδιες υπηρεσίες. Στις 19 Αυγούστου 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε εκ νέου καταγγελία στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2. Η καταγγελία του πρωτοκολλήθηκε από την Επιτροπή στις 28 Αυγούστου 2003.
Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν του είχε δώσει αιτιολογημένη απάντηση στην καταγγελία του που υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Στις 19 Οκτωβρίου 2004, ο καταγγέλλων απέστειλε νέα επιστολή σχετικά με την καταγγελία του. Στην επιστολή αυτή, ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να προσθέσει το ακόλουθο σημείο (υπογραμμισμένο) στον πρώτο ισχυρισμό του: «Η Επιτροπή παρέλειψε να δώσει στον καταγγέλλοντα αιτιολογημένη απάντηση στην καταγγελία που υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, παρά τη δέσμευσή της και την προφανή πρόθεσή της να το πράξει».
1.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή δήλωσε ότι ήταν λυπηρό το γεγονός ότι η πρώτη ένσταση του καταγγέλλοντος που διαβιβάστηκε στον ιεραρχικά ανώτερό του ουδέποτε διαβιβάστηκε στη μονάδα προσφυγών που ήταν αρμόδια για την εξέταση των ενστάσεων που υποβλήθηκαν βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Μόλις η εν λόγω μονάδα ενημερώθηκε για το γεγονός αυτό, αποφάσισε να εξετάσει τη δεύτερη καταγγελία του καταγγέλλοντος, προς το συμφέρον του τελευταίου και προκειμένου να διασφαλιστεί η δίκαιη μεταχείριση των καταγγελιών, τέσσερις μήνες μετά τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας. Ως εκ τούτου, ελήφθησαν τα κατάλληλα μέτρα για τη διόρθωση του σφάλματος που προέκυψε από την ανεπαρκή διαβίβαση της πρώτης καταγγελίας του καταγγέλλοντος μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών της Επιτροπής. Η Επιτροπή εξήγησε ότι στον καταγγέλλοντα είχε αποσταλεί απόδειξη παραλαβής, με την οποία τον ενημέρωνε i) ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είχε προθεσμία τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ασκήθηκε η προσφυγή για να κοινοποιήσει την αιτιολογημένη απόφασή της· ii) ότι εάν, κατά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, δεν είχε ληφθεί απάντηση στην ένσταση, αυτό θεωρήθηκε ότι συνιστά σιωπηρή απορριπτική απόφαση· και iii) ότι μπορεί να ασκήσει αναίρεση ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά σιωπηρής ή ρητής απόφασης, υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο καταγγέλλων δεν μπορούσε να αγνοεί το γεγονός ότι η έλλειψη αιτιολογημένης απόφασης της Επιτροπής έως τις 28 Δεκεμβρίου 2003 θεωρήθηκε σιωπηρή απόφαση απόρριψης της προσφυγής του και άνοιξε τη νόμιμη προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου.
1.3 Στις 19 Οκτωβρίου 2004, ο καταγγέλλων απέστειλε στον Διαμεσολαβητή νέα επιστολή σχετικά με την καταγγελία του. Στην επιστολή αυτή, επισήμανε ότι ο πρώτος ισχυρισμός της καταγγελίας του έπρεπε να διατυπωθεί ως εξής:
«Η Επιτροπή παρέλειψε να δώσει στον καταγγέλλοντα αιτιολογημένη απάντηση στην καταγγελία που υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, παρά τη δέσμευσή της και την προφανή πρόθεσή της να το πράξει».
1.4 Ως εκ τούτου, στις 9 Νοεμβρίου 2004, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή ζητώντας της να σχολιάσει τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, όπως αναδιατυπώθηκε από τον καταγγέλλοντα.
1.5 Στη συμπληρωματική γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι, όπως αναφέρεται στην πρώτη γνώμη της 26ης Οκτωβρίου 2004, δεν μπορούσε παρά να σημειωθεί ότι ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι ο επιφορτισμένος με τον φάκελό του υπάλληλος τον είχε ενημερώσει ρητώς ότι επρόκειτο να εκδοθεί αιτιολογημένη απόφαση επί της καταγγελίας του. Δεν υπήρχαν σχετικά αποδεικτικά στοιχεία στον σχετικό φάκελο που είχε στην κατοχή της η Επιτροπή ή στον φάκελο της καταγγελίας που υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή.
1.6 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, «(…) η αρχή κοινοποιεί στον ενδιαφερόμενο την αιτιολογημένη απόφασή της εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία υποβολής της ένστασης. Εάν στο τέλος της προθεσμίας αυτής δεν έχει ληφθεί απάντηση στον καταγγέλλοντα, αυτό θεωρείται ότι συνιστά σιωπηρή απορριπτική απόφαση, κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή δυνάμει του άρθρου 91».
1.7 Στις αποφάσεις του επί των καταγγελιών 1479/99/(OV)MM (1) και 729/2000/OV (2), ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική για την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να δίνει ρητή απάντηση στις καταγγελίες που υποβάλλονται από κοινοτικούς υπαλλήλους δυνάμει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Σημείωσε επίσης ότι, όταν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν το πράττει, ο ενδιαφερόμενος προστατεύεται από περαιτέρω καθυστέρηση από τον κανόνα ότι η έλλειψη απάντησης συνιστά αρνητική απόφαση. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ο κανόνας αυτός αποσκοπεί στην παροχή έννομης προστασίας σε υπάλληλο όταν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν δίνει ρητή απάντηση, αλλά δεν επιτρέπει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να παρεκκλίνει από την υποχρέωσή της να συμμορφώνεται με τις αρχές της χρηστής διοίκησης.
1.8 Εν προκειμένω, η Επιτροπή όφειλε να απαντήσει στον καταγγέλλοντα έως τις 28 Δεκεμβρίου 2003. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή, στη γνώμη της, δήλωσε ότι, μολονότι ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης δεν την υποχρεώνει να το πράξει, προσπάθησε να εκδώσει αιτιολογημένη απόφαση σε όλες τις προσφυγές που ασκήθηκαν ενώπιόν της. Ωστόσο, λόγω των περιορισμένων πόρων της και του μεγάλου αριθμού προσφυγών, ενδέχεται να προκύψει ότι, σε εξαιρετικές περιστάσεις, η πρακτική αυτή δεν ακολουθείται. Η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη για την κατάσταση αυτή. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι περιορισμένοι πόροι της Επιτροπής και ο ενδεχομένως μεγάλος αριθμός προσφυγών που πρέπει να εξεταστούν δεν αποτελούν επαρκείς λόγους για να δικαιολογηθεί η παράλειψη της Επιτροπής να εκδώσει αιτιολογημένη απόφαση σχετικά με την καταγγελία του καταγγέλλοντος. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή, στις δύο γνωμοδοτήσεις της, ζήτησε συγγνώμη τόσο από τον καταγγέλλοντα όσο και από τον Διαμεσολαβητή για τη μη έκδοση αιτιολογημένης απόφασης σχετικά με την καταγγελία του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει περαιτέρω ότι, στις εν λόγω γνώμες, η Επιτροπή δεν συζήτησε τους λόγους της απόφασής της να απορρίψει την καταγγελία του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων δεν έχει ακόμη ενημερωθεί για τους λόγους αυτούς. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η παράλειψη της Επιτροπής να δώσει αιτιολογημένη απάντηση στην καταγγελία του καταγγέλλοντος που υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης στις 19 Αυγούστου 2003 συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.
1.9 Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος σύμφωνα με τον οποίο η Επιτροπή «δεν έδωσε στον καταγγέλλοντα αιτιολογημένη απάντηση στην καταγγελία του που υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, παρά τη δέσμευσή της και την προφανή πρόθεσή της να το πράξει», ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή δήλωσε ότι ο καταγγέλλων δεν είχε υποβάλει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο υπάλληλος που είναι υπεύθυνος για τον φάκελό του τον είχε ενημερώσει ρητά ότι θα υπήρχε αιτιολογημένη απόφαση σχετικά με την καταγγελία του. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν είναι προφανές από τα έγγραφα που του υποβλήθηκαν ότι ο υπάλληλος που είναι υπεύθυνος για τον φάκελο του καταγγέλλοντος τον είχε ενημερώσει ρητά ότι θα υπήρχε αιτιολογημένη απόφαση σχετικά με την καταγγελία του. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το συμπέρασμά του στην παράγραφο 1 σημείο 8 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπάρχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με αυτή την πτυχή του ισχυρισμού του καταγγέλλοντος.
2 Επί του ισχυρισμού ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής είχε στερήσει από τον καταγγέλλοντα το δικαίωμά του να ασκήσει αναίρεση ενώπιον του Πρωτοδικείου2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής του στέρησε το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση ενώπιον του Πρωτοδικείου.
2.2 Η Επιτροπή δήλωσε ότι, την 1η Οκτωβρίου 2003, είχε αποσταλεί στον καταγγέλλοντα απόδειξη παραλαβής, με την οποία τον ενημέρωνε i) ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είχε προθεσμία τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία άσκησης της προσφυγής για να κοινοποιήσει την αιτιολογημένη απόφασή της· ii) ότι εάν, κατά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, δεν είχε ληφθεί απάντηση στην ένσταση, αυτό θεωρήθηκε ότι συνιστά σιωπηρή απορριπτική απόφαση· και iii) ότι ο υπάλληλος μπορεί να ασκήσει αναίρεση ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά σιωπηρής ή ρητής απόφασης, υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
2.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων έλαβε επαρκείς πληροφορίες στην απόδειξη παραλαβής όσον αφορά το δικαίωμά του να ασκήσει αναίρεση ενώπιον του Πρωτοδικείου. Ως εκ τούτου, θεωρεί ότι ο καταγγέλλων θα μπορούσε να ασκήσει αναίρεση ενώπιον του Πρωτοδικείου μετά τις 28 Δεκεμβρίου 2003, εάν το επιθυμούσε. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, μεταξύ Δεκεμβρίου 2003 και Φεβρουαρίου 2004, είχε αρκετές επαφές με το πρόσωπο που ήταν υπεύθυνο για τον φάκελό του στην Επιτροπή και ότι είχε ενημερωθεί, στις περιπτώσεις αυτές, ότι θα λάμβανε αιτιολογημένη απάντηση στην προσφυγή του. Ωστόσο, το μόνο σχετικό αποδεικτικό στοιχείο που έχει τεθεί στη διάθεση του Διαμεσολαβητή είναι αντίγραφο του ηλεκτρονικού μηνύματος του καταγγέλλοντος της 9ης Ιουνίου 2004, στο οποίο ο καταγγέλλων αναφέρθηκε σε συνομιλία με τον υπάλληλο που είναι υπεύθυνος για τον φάκελό του, η οποία είχε πραγματοποιηθεί περίπου τρεις εβδομάδες νωρίτερα. Κατά τη διάρκεια αυτής της συνομιλίας, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε, σύμφωνα με το ηλεκτρονικό του μήνυμα της 9ης Ιουνίου 2004, ότι η αιτιολογημένη απόφαση επί της προσφυγής του ήταν έτοιμη προς υπογραφή. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο που αποδεικνύει ότι η Επιτροπή είχε δηλώσει ότι θα έδινε γραπτή απάντηση στην προσφυγή που άσκησε ο καταγγέλλων δυνάμει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, πρέπει να σημειωθεί ότι οι πληροφορίες αυτές δόθηκαν στον καταγγέλλοντα τον Μάιο του 2004, δηλαδή μετά τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής του στέρησε το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση ενώπιον του Πρωτοδικείου. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό.
Η εμπεριστατωμένη γνώμη της ΕπιτροπήςΣτην εμπεριστατωμένη γνώμη της σχετικά με το σχέδιο σύστασης, η Επιτροπή δήλωσε ότι ήταν υπεύθυνη για τη δική της διαχείριση των περιορισμένων πόρων της και ότι ο σημαντικός αριθμός προσφυγών και η δυνατότητα σιωπηρής απόρριψής τους αποσκοπεί στη διασφάλιση περιθωρίου ελιγμών για τον καθορισμό προτεραιοτήτων όσον αφορά τη χρηστή διοίκηση. Η Επιτροπή θέλησε να ενημερώσει τον Διαμεσολαβητή ότι, κατά τα δύο προηγούμενα έτη, υπήρξαν πέντε σιωπηρές αποφάσεις απόρριψης ενστάσεων επί συνόλου 1211 ενστάσεων που υποβλήθηκαν βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης (σε σύγκριση με μία σιωπηρή απόφαση απόρριψης ένστασης το 2003 και τέσσερις σιωπηρές αποφάσεις απόρριψης ενστάσεων το 2004). Αυτό κατέδειξε σαφώς την πολύ περιορισμένη χρήση από την Επιτροπή της δυνατότητας λήψης σιωπηρών αποφάσεων απόρριψης καταγγελιών.
Η δυνατότητα σιωπηρών αποφάσεων απόρριψης ενστάσεων προβλέπεται τόσο από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης όσο και από τα εθνικά νομικά συστήματα ορισμένων κρατών μελών. Ως εκ τούτου, η δυνατότητα αυτή δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά κακοδιοίκηση. Τούτο προκύπτει επίσης εξ αντιδιαστολής από τη νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά την υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεων, υποχρέωση η οποία δεν προβλέπεται από το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Κατά την άποψη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων, μέσω της καταγγελίας του, καταστρατήγησε τις προθεσμίες για τις προσφυγές που προβλέπονται στο άρθρο 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αναγκαιότητας των δεσμευτικών νόμιμων προθεσμιών, η απόφαση της διοίκησης να απορρίψει την ένσταση του καταγγέλλοντος που υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο περαιτέρω προσφυγής.
Ωστόσο, η Επιτροπή συμμερίστηκε την ανησυχία του Διαμεσολαβητή σχετικά με το ζήτημα της έκδοσης αιτιολογημένων αποφάσεων και παρέπεμψε στο άρθρο 25 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Εν προκειμένω, η απόφαση εξέθετε εξαρχής τους λόγους στους οποίους στηριζόταν, δεδομένου ότι, όπως επισήμανε ο καταγγέλλων, ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή είχε αποφασίσει να μην του επιστρέψει τρεις επιπλέον ημερήσιες αποζημιώσεις στηριζόταν στο γεγονός ότι είχε επιλέξει ο ίδιος να κάνει κράτηση αεροπορικού εισιτηρίου με τον ναύλο APEX -πράγμα που τον ανάγκασε να παραμείνει μέχρι την Κυριακή- και όχι στον κανονικό ναύλο.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του της 14ης Δεκεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, όπως αναφέρεται στην επιστολή του της 15ης Νοεμβρίου 2005, δεν θεωρούσε χρήσιμο να συνεχιστεί η έρευνα σχετικά με την καταγγελία του. Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι η εμπεριστατωμένη γνώμη της Επιτροπής δεν εξέτασε τον ισχυρισμό του σύμφωνα με τον οποίο η Επιτροπή δεν του είχε δώσει αιτιολογημένη απάντηση στην καταγγελία του που υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, παρά τη δέσμευσή της και την προφανή πρόθεσή της να το πράξει. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή εξήγησε μόνο με γενικούς όρους την πολιτική της όσον αφορά τις καταγγελίες που υποβάλλονται βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, χωρίς να λάβει υπόψη τις ειδικές πτυχές της υπόθεσης.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1.1 Ο καταγγέλλων είναι υπάλληλος της Επιτροπής. Τον Ιούνιο του 2002 ανέλαβε μια αποστολή. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το δημοσιονομικό δελτίο που αντιστοιχεί στην εντολή αποστολής του δεν ήταν σύμφωνο με τον οδηγό για τις αποστολές και το ποσό της επιστροφής εξόδων που σχετίζονται με την εν λόγω αποστολή δεν αντιστοιχούσε στα έξοδα που είχε δαπανήσει. Στις 14 Μαρτίου 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε διοικητική ένσταση δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Η καταγγελία του δεν διαβιβάστηκε ποτέ στις αρμόδιες υπηρεσίες. Στις 19 Αυγούστου 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε εκ νέου καταγγελία στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2. Η καταγγελία αυτή πρωτοκολλήθηκε από την Επιτροπή στις 28 Αυγούστου 2003. Στις 15 Ιουλίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την έλλειψη αιτιολογημένης απάντησης στην καταγγελία του που υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης στις 19 Αυγούστου 2003. Ο καταγγέλλων ζήτησε να λάβει αιτιολογημένη απάντηση στην καταγγελία του που υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
1.2 Με τη γνώμη της, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η παράλειψη απαντήσεως σε διοικητική ένσταση υποβληθείσα δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ λογίζεται ως σιωπηρή απορριπτική απόφαση. Η Επιτροπή διευκρίνισε επίσης ότι έπρεπε να υπομνησθεί ότι, μολονότι ο ΚΥΚ δεν την υποχρέωνε να το πράξει, η Επιτροπή προσπάθησε να εκδώσει αιτιολογημένη απόφαση σε όλες τις προσφυγές που της ασκήθηκαν. Ωστόσο, λόγω των περιορισμένων πόρων της και του τεράστιου αριθμού προσφυγών, συνέβη στην προκειμένη περίπτωση η πρακτική αυτή να μην μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να ακολουθηθεί. Η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη για το γεγονός αυτό.
1.3 Στις 22 Ιουλίου 2005, αφού εξέτασε τη γνώμη της Επιτροπής και τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε σχέδιο σύστασης στην Επιτροπή, σύμφωνα με το οποίο η τελευταία θα έπρεπε να δώσει αιτιολογημένη απάντηση στην καταγγελία του καταγγέλλοντος που υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
1.4 Στην εμπεριστατωμένη γνώμη της, η Επιτροπή πληροφόρησε το Διαμεσολαβητή ότι ήταν υπεύθυνη για τη διαχείριση των περιορισμένων πόρων της. Προσέθεσε ότι η δυνατότητα σιωπηρής απορρίψεως των προσφυγών αποσκοπούσε στη διασφάλιση περιθωρίου ελιγμών για τον καθορισμό προτεραιοτήτων στον τομέα της χρηστής διοικήσεως. Η δυνατότητα σιωπηρών αποφάσεων απόρριψης προσφυγών προβλέπεται τόσο από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης όσο και από τα εθνικά νομικά συστήματα ορισμένων κρατών μελών. Ως εκ τούτου, η δυνατότητα αυτή δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά κακοδιοίκηση. Κατά τα δύο προηγούμενα έτη, υπήρξαν πέντε σιωπηρές αποφάσεις απόρριψης διοικητικών ενστάσεων επί συνόλου 1211 διοικητικών ενστάσεων που υποβλήθηκαν βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης (σε σύγκριση με μία σιωπηρή απόφαση απόρριψης διοικητικής ένστασης το 2003 και τέσσερις σιωπηρές αποφάσεις απόρριψης διοικητικών ενστάσεων το 2004).
Ωστόσο, η Επιτροπή σημείωσε ότι συμμερίζεται την ανησυχία του Διαμεσολαβητή σχετικά με το ζήτημα της έκδοσης αιτιολογημένων αποφάσεων. Υποστήριξε ότι, εν προκειμένω, η απόφαση που αποτέλεσε το αντικείμενο της διαφοράς είχε αιτιολογήσει την απόφασή της.
1.5 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν θεωρούσε χρήσιμο να συνεχιστεί η έρευνα σχετικά με την καταγγελία του. Ο καταγγέλλων σημείωσε, ωστόσο, ότι η εμπεριστατωμένη γνώμη της Επιτροπής δεν εξέτασε τον ισχυρισμό του, σύμφωνα με τον οποίο η Επιτροπή δεν του είχε δώσει αιτιολογημένη απάντηση στην καταγγελία του που υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
1.6 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή, στην εμπεριστατωμένη γνώμη της σχετικά με το σχέδιο σύστασής του, εμμένει στη θέση της, σύμφωνα με την οποία η απουσία απάντησης σε καταγγελία που υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης δεν μπορεί να θεωρηθεί περίπτωση κακοδιοίκησης. Όσον αφορά την άποψη αυτή, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί αναγκαίο να επισημάνει τα ακόλουθα:
1.7 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι βάσισε το σχέδιο σύστασής του προς την Επιτροπή στους ακόλουθους λόγους: στις αποφάσεις του σχετικά με τις καταγγελίες 1479/99/(OV)MM και 729/2000/OV, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική για την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να δίνει ρητή απάντηση στις καταγγελίες που υποβάλλονται από το κοινοτικό προσωπικό δυνάμει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Σημείωσε επίσης ότι, όταν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν το πράττει, ο ενδιαφερόμενος προστατεύεται από περαιτέρω καθυστέρηση από τον κανόνα ότι η έλλειψη απάντησης συνιστά αρνητική απόφαση. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ο κανόνας αυτός αποσκοπεί στην παροχή έννομης προστασίας σε υπάλληλο όταν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν δίνει ρητή απάντηση, αλλά δεν επιτρέπει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να παρεκκλίνει από την υποχρέωσή της να συμμορφώνεται με τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η παράλειψη της Επιτροπής να δώσει αιτιολογημένη απάντηση στην καταγγελία του καταγγέλλοντος που υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης στις 19 Αυγούστου 2003 συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή, στην εμπεριστατωμένη γνώμη της σχετικά με το σχέδιο σύστασης, δεν εξέτασε τους λόγους που είχε εκθέσει στο σχέδιο σύστασής του.
1.8 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει περαιτέρω ότι η Επιτροπή φάνηκε να υποστηρίζει ότι η δυνατότητα σιωπηρής απόρριψης των καταγγελιών βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης απαιτήθηκε από τους περιορισμένους πόρους της καθώς και από την ανάγκη διασφάλισης περιθωρίου ελιγμών και καθορισμού προτεραιοτήτων όσον αφορά τη χρηστή διοίκηση. Ωστόσο, ο εξαιρετικά περιορισμένος αριθμός σιωπηρών απορριπτικών αποφάσεων, σε σύγκριση με τον συνολικό αριθμό των καταγγελιών που υποβλήθηκαν, φαίνεται να επιβεβαιώνει ότι οι περιορισμένοι πόροι της Επιτροπής δεν την υποχρεώνουν να απέχει από την παροχή ρητών απαντήσεων σε τέτοιες καταγγελίες. Επιπλέον, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η Επιτροπή διαθέτει πλήρη προθεσμία τεσσάρων μηνών για να παράσχει την εν λόγω απάντηση. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί επίσης ότι, μολονότι μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να καθορίζει προτεραιότητες όσον αφορά τις καταγγελίες που της υποβάλλονται βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2, αυτό δεν καθιστά την απόφαση της Επιτροπής να μην δώσει καμία απάντηση σε συγκεκριμένη καταγγελία συμβατή με τις αρχές της χρηστής διοίκησης.
1.9 Τρίτον, δηλώνοντας ότι δεν μπορεί να υπάρξει περίπτωση κακοδιοίκησης επειδή η πιθανότητα σιωπηρών απορριπτικών αποφάσεων προβλέπεται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης (και στα νομικά συστήματα ορισμένων κρατών μελών), η Επιτροπή φαίνεται να υποστηρίζει ότι κακοδιοίκηση μπορεί να υπάρξει μόνο σε περιπτώσεις παραβίασης νομικών διατάξεων. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να επισημάνει εν προκειμένω ότι, όπως διευκρινίστηκε από το Πρωτοδικείο, η έννοια της κακοδιοίκησης είναι ευρύτερη από την απλή παρανομία (3). Ενώ κακοδιοίκηση υπάρχει ασφαλώς όταν μια διοίκηση παραβιάζει τους νομικούς κανόνες που τη δεσμεύουν, το γεγονός ότι μια απόφαση είναι σύμφωνη με τον νόμο δεν αποκλείει τη διαπίστωση κακοδιοίκησης.
1.10 Στη γνώμη της σχετικά με το σχέδιο σύστασης, η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι η απόφαση κατά της οποίας στρέφεται η καταγγελία βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 είχε αιτιολογήσει την απόφασή της. Ωστόσο, δεδομένου ότι σκοπός της διαδικασίας του άρθρου 90, παράγραφος 2, είναι να παράσχει στη διοίκηση τη δυνατότητα να επανεξετάσει την απόφαση που αποτελεί αντικείμενο της διοικητικής ενστάσεως, είναι σαφές ότι δεν αρκεί η ίδια η απόφαση να αναφέρει τους λόγους στους οποίους βασίστηκε. Επιπλέον, εάν η Επιτροπή θεωρούσε ότι η απόφαση αυτή ήταν ορθή και περιείχε όλες τις αναγκαίες εξηγήσεις, θα έπρεπε να είχε αποφασίσει ευκολότερα σχετικά με την καταγγελία βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 και να παράσχει στον καταγγέλλοντα γραπτή απάντηση στην εν λόγω καταγγελία.
1.11 Τέλος, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να εξετάσει δεόντως την πρώτη καταγγελία του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, της 14ης Μαρτίου 2003, η απάντηση στη δεύτερη καταγγελία του βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, της 19ης Αυγούστου 2003 θα ήταν κατά μείζονα λόγο αναγκαία.
1.12 Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής επαναλαμβάνει την άποψή του ότι οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν από τη διοίκηση να παρέχει γραπτή απάντηση στις καταγγελίες που της υποβάλλονται δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και ότι η απάντηση αυτή πρέπει να παρέχεται εντός της προθεσμίας των τεσσάρων μηνών που ορίζεται στην εν λόγω διάταξη. Επομένως, στην παρούσα υπόθεση, η παράλειψη της Επιτροπής να απαντήσει στην προσφυγή του καταγγέλλοντος της 19ης Αυγούστου 2003 εντός της τετράμηνης προθεσμίας συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης και ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει επικριτική παρατήρηση κατωτέρω.
2 Συμπέρασμα2.1 Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, είναι αναγκαίο να διατυπωθούν οι ακόλουθες επικριτικές παρατηρήσεις:
Σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κοινοποιεί στο πρόσωπο που υπέβαλε εσωτερική ένσταση την αιτιολογημένη απόφασή της εντός τεσσάρων μηνών. Αυτό συνάδει με τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Είναι αληθές ότι το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ προβλέπει ότι η μη απάντηση εντός της προθεσμίας των τεσσάρων μηνών που προβλέπει η διάταξη αυτή θεωρείται αρνητική απόφαση. Ο κανόνας αυτός αποσκοπεί στην προστασία του πολίτη όταν μια διοίκηση δεν συμμορφώνεται με τις νομικές υποχρεώσεις της. Σε καμία περίπτωση δεν παρέχει στη διοίκηση το δικαίωμα να παρεκκλίνει από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Συνεπώς, η παράλειψη της Επιτροπής να απαντήσει στην καταγγελία του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 της 19ης Αυγούστου 2003 συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.
2.2 Το άρθρο 3 παράγραφος 7 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή προβλέπει ότι, αφού υποβάλει σχέδιο σύστασης και αφού λάβει την εμπεριστατωμένη γνώμη του οικείου θεσμικού οργάνου ή οργανισμού, ο Διαμεσολαβητής διαβιβάζει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο οικείο θεσμικό όργανο ή οργανισμό.
2.3 Στην ετήσια έκθεσή του για το 1998, ο Διαμεσολαβητής επεσήμανε ότι η δυνατότητά του να υποβάλει ειδική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ήταν ανεκτίμητης αξίας για το έργο του. Προσθέτει ότι, ως εκ τούτου, οι ειδικές εκθέσεις δεν θα πρέπει να υποβάλλονται πολύ συχνά, αλλά μόνο σε σχέση με σημαντικά θέματα για τα οποία το Κοινοβούλιο ήταν σε θέση να αναλάβει δράση προκειμένου να συνδράμει τον Διαμεσολαβητή (4). Η ετήσια έκθεση για το 1998 υποβλήθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και εγκρίθηκε από αυτό.
2.4 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν θεωρούσε χρήσιμο να συνεχιστεί η έρευνα σχετικά με την καταγγελία του. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν είναι σκόπιμο να υποβληθεί ειδική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
2.5 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα αποστείλει αντίγραφο αυτής της απόφασης στην Επιτροπή και θα συμπεριλάβει μια σύντομη περίληψη στην ετήσια έκθεση για το 2006 που θα υποβληθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
2.6 Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Η απόφαση διατίθεται στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή στην ακόλουθη διεύθυνση: http://www.ombudsman.europa.eu/decision/en/991479.htm.
(2) Η απόφαση διατίθεται στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή στην ακόλουθη διεύθυνση: http://www.ombudsman.europa.eu/decision/en/000729.htm.
(3) Βλέπε συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-219/02 και T-337/02, Olga Lutz Herrera κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II, σκέψη 101. Βλέπε επίσης υπόθεση T-294/03, Jean-Louis Gibault κατά Επιτροπής, απόφαση της 31ης Μαΐου 2005 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί), σκέψη 45.
(4) Ετήσια έκθεση 1998, σ. 27-28.