Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση σχετικά με την άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να παράσχει στο κοινό πρόσβαση στην έκθεση εκτίμησης κινδύνου μεγάλης εταιρείας μέσων κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με τη συμμόρφωσή της με τις διατάξεις της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες (υπόθεση 1746/2024/MIG)
Απόφαση
Υπόθεση 1746/2024/MIG - Εκκίνηση έρευνας στις Παρασκευή | 27 Σεπτεμβρίου 2024 - Σύσταση σχετικά με Δευτέρα | 03 Νοεμβρίου 2025 - Απόφαση στις Πέμπτη | 07 Μαΐου 2026 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Επιτροπή ( Υποθέσεις στις οποίες διαπιστώθηκε κρούσμα κακοδιοίκησης ) - Χώρα Αυστρία
Υποβληθείσα αναφορά
19/09/2024Ανάλυση της αναφοράς
20/09/2024Η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη
27/09/2024Προκαταρκτικό αποτέλεσμα
03/11/2025Αποτέλεσμα της έρευνας
19/02/2026
Η υπόθεση αφορούσε αίτημα πρόσβασης του κοινού στην έκθεση εκτίμησης κινδύνου για το 2023 μιας μεγάλης πλατφόρμας μέσων κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με τη συμμόρφωσή της με τις διατάξεις της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες (DSA). Η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση στην έκθεση, αναφερόμενη σε εξαιρέσεις βάσει της νομοθεσίας της ΕΕ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα (κανονισμός 1049/2001). Θεώρησε ότι υπήρχε γενικό τεκμήριο ότι η δημοσιοποίηση της έκθεσης θα έθιγε τα εμπορικά συμφέροντα της πλατφόρμας, καθώς και την εν εξελίξει έρευνά της σχετικά με τη συμμόρφωση της πλατφόρμας με τις υποχρεώσεις της βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν προέβη σε εξατομικευμένη αξιολόγηση της έκθεσης για να καθορίσει την πιθανή κοινοποίησή της.
Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι δεν ήταν εύλογο να εφαρμοστεί γενικό τεκμήριο μη δημοσιοποίησης σε έκθεση αξιολόγησης κινδύνου που καταρτίστηκε στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες τα δικαστήρια της ΕΕ έχουν αναγνωρίσει τη δυνατότητα χρήσης ενός γενικού τεκμηρίου διαφέρουν πολύ από τους κανόνες που ισχύουν για τις εκθέσεις εκτίμησης κινδύνου. Υπό το πρίσμα αυτό, η προκαταρκτική άποψη της Διαμεσολαβήτριας ήταν ότι η επίκληση από την Επιτροπή ενός γενικού τεκμηρίου συνιστούσε κακοδιοίκηση.
Όταν η Επιτροπή ενέμεινε στη θέση της, η Διαμεσολαβήτρια επιβεβαίωσε την άποψή της ότι η επίκληση γενικού τεκμηρίου μη δημοσιοποίησης συνιστούσε κακοδιοίκηση. Συνέστησε στην Επιτροπή να διενεργήσει ατομική αξιολόγηση της επίμαχης έκθεσης εκτίμησης κινδύνου με σκοπό τη χορήγηση της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης, σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001.
Η Επιτροπή δεν αποδέχθηκε τη σύσταση της Διαμεσολαβήτριας και επανέλαβε τη θέση της ότι μπορεί γενικά να τεκμαίρεται ότι η δημοσιοποίηση της έκθεσης εκτίμησης κινδύνου θα υπονόμευε την προστασία του σκοπού της έρευνάς της σχετικά με την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες και τα εμπορικά συμφέροντα της οικείας πλατφόρμας. Έκρινε επίσης ότι δεν ήταν δυνατόν να εκτιμήσει αν η έκθεση περιείχε εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες και ότι το συμφέρον που επιδίωκε ο καταγγέλλων ήταν ιδιωτικού χαρακτήρα.
Η Διαμεσολαβήτρια εξέφρασε τη λύπη της για την απάντηση της Επιτροπής. Εξακολουθεί να μην είναι πεπεισμένη ότι θα μπορούσε να εφαρμοστεί γενικό τεκμήριο μη δημοσιοποίησης στις εκθέσεις εκτίμησης κινδύνου που καταρτίζονται στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, μεταξύ άλλων μετά τη δημοσιοποίηση απαλειμμένης έκδοσης της έκθεσης από την οικεία πλατφόρμα. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε επίσης ότι η δυνατότητα ελέγχου της συμμόρφωσης μιας πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας με τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες συνιστά δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση, το οποίο η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε σταθμίσει με τα συμφέροντα που επιδίωκε να προστατεύσει. Τέλος, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι η αξιολόγηση εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών αποτελεί μέρος των υποχρεώσεων των θεσμικών οργάνων της ΕΕ βάσει του κανονισμού 1049/2001.
Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την υπόθεση επιβεβαιώνοντας τη διαπίστωση κακοδιοίκησης.
Ιστορικό της καταγγελίας
1. Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες [1] (DSA) απαιτεί από τους παρόχους «πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών» να αξιολογούν ετησίως ορισμένους κινδύνους των υπηρεσιών τους που σχετίζονται, για παράδειγμα, με τη διάδοση παράνομου περιεχομένου ή με αρνητικές επιπτώσεις στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων ή στην προστασία των ανηλίκων.[2] Επιπλέον, πρέπει να διενεργείται ανεξάρτητος έλεγχος της συμμόρφωσης των εν λόγω πλατφορμών με τον DSA.[3] Όταν εντοπίζονται κίνδυνοι, ο οικείος πάροχος της ορισθείσας πλατφόρμας πρέπει να εφαρμόζει μέτρα μετριασμού για την αντιμετώπιση των εν λόγω κινδύνων.
2. Οι εκθέσεις σχετικά με τις εν λόγω εκτιμήσεις κινδύνου και τους ελέγχους πρέπει να κοινοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία παρακολουθεί και επιβάλλει τη συμμόρφωση των πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών με τις υποχρεώσεις τους βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Οι εκθέσεις πρέπει επίσης να δημοσιοποιούνται το αργότερο τρεις μήνες μετά την παραλαβή της έκθεσης ελέγχου.[4] Εάν διαπιστωθεί ότι μια πλατφόρμα παραβιάζει τις υποχρεώσεις της βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, η Επιτροπή μπορεί να επιβάλει πρόστιμα για την επιβολή της συμμόρφωσης [5].
3. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2023 η Επιτροπή έλαβε την έκθεση σχετικά με την πρώτη ετήσια εκτίμηση κινδύνου του X μετά την έναρξη ισχύος της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες και τον χαρακτηρισμό της πλατφόρμας ως πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας.
4. Δύο εβδομάδες αργότερα, ο καταγγέλλων, δημοσιογράφος, ζήτησε [6] πρόσβαση του κοινού στην εν λόγω έκθεση από την Επιτροπή.
5. Τον Νοέμβριο του 2023 η Επιτροπή αρνήθηκε να παράσχει πρόσβαση στο κοινό, επικαλούμενη την ανάγκη προστασίας των εμπορικών συμφερόντων της οικείας πλατφόρμας [7].
6. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να επανεξετάσει την απόφασή της να αρνηθεί την πρόσβαση του κοινού (υποβάλλοντας «επιβεβαιωτική αίτηση»).
7. Τον Δεκέμβριο του 2023, με βάση την αξιολόγηση της έκθεσης εκτίμησης κινδύνου της πλατφόρμας (και άλλων στοιχείων), η Επιτροπή κίνησε επίσημη έρευνα [8] σχετικά με τη συμμόρφωση της πλατφόρμας με τις υποχρεώσεις της βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή έκρινε ότι η πλατφόρμα δεν είχε αξιολογήσει επιμελώς ορισμένους συστημικούς κινδύνους στην ΕΕ, οι οποίοι απορρέουν από τον σχεδιασμό και τη λειτουργία των συστημάτων της και τη χρήση των υπηρεσιών της.
8. Τον Ιούνιο του 2024 η Επιτροπή εξέδωσε επιβεβαιωτική απόφαση σχετικά με το αίτημα πρόσβασης του καταγγέλλοντος, υποστηρίζοντας ότι η έκθεση εκτίμησης κινδύνου δεν μπορούσε να γνωστοποιηθεί. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επικαλέστηκε επίσης την ανάγκη προστασίας της εν εξελίξει έρευνάς της βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, υποστηρίζοντας ότι εφαρμοζόταν γενικό τεκμήριο μη δημοσιοποίησης και ότι οι δύο εξαιρέσεις για την προστασία των εμπορικών συμφερόντων [9] και για την προστασία του σκοπού των ερευνών [10] ήταν στενά συνδεδεμένες.
9. Τον Ιούλιο του 2024 η Επιτροπή εξέδωσε προκαταρκτικά πορίσματα μη συμμόρφωσης στο πλαίσιο της έρευνάς της για την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες, στα οποία εντόπισε τρεις αιτιάσεις [11].
10. Τον Σεπτέμβριο του 2024, δυσαρεστημένος από τη μη δημοσιοποίηση της έκθεσης εκτίμησης κινδύνου, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στη Διαμεσολαβήτρια.
11. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με την άρνηση της Επιτροπής να παράσχει πρόσβαση στο κοινό τον Σεπτέμβριο του 2024.
12. Μετά την εξέταση της έκθεσης εκτίμησης κινδύνου και την εξέταση των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν, μεταξύ άλλων στην απάντηση της Επιτροπής στην καταγγελία, η Διαμεσολαβήτρια κοινοποίησε τις προκαταρκτικές απόψεις της [12] στην Επιτροπή τον Νοέμβριο του 2024.
Προκαταρκτικές απόψεις του Διαμεσολαβητή
13. Η Διαμεσολαβήτρια διατύπωσε την προκαταρκτική άποψη ότι είναι παράλογο να εφαρμόζει η Επιτροπή γενικό τεκμήριο μη δημοσιοποίησης σε έκθεση αξιολόγησης κινδύνου που καταρτίζεται στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
14. Συγκεκριμένα, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι οι κανόνες που ισχύουν για τις εκθέσεις εκτίμησης κινδύνου αποκλίνουν σημαντικά από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τα δικαστήρια της ΕΕ έχουν θεσπίσει τη δυνατότητα χρήσης γενικού τεκμηρίου. Ειδικότερα, η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες δεν προβλέπει κανόνες προνομιακής πρόσβασης στις εκθέσεις εκτίμησης κινδύνου, αλλά απαιτεί από τις πλατφόρμες να δημοσιεύουν τις εν λόγω εκθέσεις, ανεξάρτητα από το αν βρίσκεται σε εξέλιξη έρευνα για την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες από την Επιτροπή.
15. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, ενώ η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες επιτρέπει [13] την απόκρυψη ορισμένων πληροφοριών όταν μια πλατφόρμα δημοσιεύει τελικά την έκθεση εκτίμησης κινδύνου, δεν είναι εύλογο να συναχθεί από τη διάταξη αυτή —και υπό το πρίσμα της υποχρέωσης δημοσίευσης της έκθεσης— το συμπέρασμα ότι οι εκθέσεις εκτίμησης κινδύνου περιέχουν ευαίσθητες εμπορικές πληροφορίες καθ’ όλη τη διάρκεια της .
16. Η Επιτροπή διαφώνησε με την προκαταρκτική άποψη του Διαμεσολαβητή [14].
Η σύσταση του Διαμεσολαβητή
17. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια συνέχισε την έρευνά της. Μετά από περαιτέρω αξιολόγηση, σημείωσε ότι η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες τονίζει τη σημασία της διαφάνειας και της λογοδοσίας των επιγραμμικών υπηρεσιών και αναγνωρίζει ότι υπάρχει ανάγκη για αυξημένο επίπεδο ή διαφάνεια και δημόσιο έλεγχο όσον αφορά τις πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες, λόγω του ειδικού ρόλου και της εμβέλειάς τους [15].
18. Επιπλέον, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι, ενώ η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες προβλέπει χρονοδιάγραμμα για τη δημοσίευση των εκθέσεων εκτίμησης κινδύνου, η δημοσίευση πρέπει να πραγματοποιείται ανεξάρτητα από την τρέχουσα κατάσταση της αξιολόγησης της Επιτροπής. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχει σημασία αν η Επιτροπή έχει κινήσει έρευνα σχετικά με τη συμμόρφωση της οικείας πλατφόρμας με τις υποχρεώσεις της βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, αν η εν λόγω έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη ή αν η Επιτροπή δεν έχει ακόμη λάβει απόφαση σχετικά με την πιθανή έναρξη έρευνας.
19. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε επίσης ότι είναι πιθανό η δημοσίευση της έκθεσης (ή μιας αναδιατυπωμένης έκδοσής της) να πραγματοποιηθεί κανονικά προτού η Επιτροπή ολοκληρώσει την έρευνά της και, ως εκ τούτου, ότι η προστασία των προσπαθειών της για την επιβολή της νομοθεσίας δεν θίγει τη διαφάνεια και τον δημόσιο έλεγχο των εκθέσεων αξιολόγησης κινδύνου.
20. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια ενέμεινε στην άποψή της ότι είναι παράλογο να εφαρμόζεται γενικό τεκμήριο μη δημοσιοποίησης στις εκθέσεις αξιολόγησης κινδύνου που καταρτίζονται στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Θεωρεί ότι, εάν η σχετική πλατφόρμα δεν έχει ακόμη δημοσιεύσει την έκθεση εκτίμησης κινδύνου προορατικά όταν υποβάλλεται αίτηση πρόσβασης του κοινού, η Επιτροπή θα πρέπει να το λάβει αυτό υπόψη κατά την αξιολόγηση του εγγράφου βάσει του κανονισμού 1049/2001. Εάν δεν είναι σαφές εάν μπορεί να χορηγηθεί πρόσβαση του κοινού, η Επιτροπή θα πρέπει να συμβουλεύεται την οικεία πλατφόρμα, όπως προβλέπεται στον κανονισμό 1049/2001 [16].
21. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια επιβεβαίωσε την προκαταρκτική της άποψη ότι η χρήση από την Επιτροπή γενικού τεκμηρίου μη δημοσιοποίησης συνιστούσε κακοδιοίκηση.
22. Σημειώνοντας ότι μια αναδιατυπωμένη έκδοση της επίμαχης έκθεσης εκτίμησης κινδύνου είχε εν τω μεταξύ γνωστοποιηθεί από την οικεία πλατφόρμα [17], σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, και ότι ο καταγγέλλων ήταν δυσαρεστημένος με τις αναδιατυπώσεις που έγιναν από την πλατφόρμα, η Διαμεσολαβήτρια διατύπωσε την ακόλουθη σύσταση προς την Επιτροπή: Η Επιτροπή θα πρέπει να διενεργήσει συγκεκριμένη και εξατομικευμένη αξιολόγηση της επίμαχης έκθεσης εκτίμησης κινδύνου με σκοπό τη χορήγηση της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης του κοινού, συμπεριλαμβανομένων των τμημάτων της έκθεσης που έχουν απαλειφθεί στην έκδοση που δημοσιεύθηκε από την οικεία πλατφόρμα. Εάν η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να χορηγηθεί πρόσβαση σε ορισμένα τμήματα της έκθεσης, θα πρέπει να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους, συγκεκριμένα και ουσιαστικά, η δημοσιοποίησή τους εμποδίζεται υπό το πρίσμα των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 [18].
23. Στην απάντησή της [19], η Επιτροπή υποστήριξε ότι ήταν δικαιολογημένη η εφαρμογή ενός γενικού τεκμηρίου μη γνωστοποίησης στην έκθεση.
24. Ειδικότερα, η Επιτροπή επανέλαβε ότι, μετά την παραλαβή τους, οι εκθέσεις εκτίμησης κινδύνου καθίστανται μέρος του φακέλου της υπόθεσης σχετικά με τη συμμόρφωση της αντίστοιχης πλατφόρμας με την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Ως εκ τούτου, οι εκθέσεις αυτές όχι μόνο προστατεύονται από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου, αλλά υπόκεινται επίσης στο ειδικό καθεστώς πρόσβασης που ισχύει για τον διοικητικό φάκελο της Επιτροπής [20].
25. Επιπλέον, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η (μερική) δημοσιοποίηση έκθεσης εκτίμησης κινδύνου, η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιοποιηθεί από την οικεία πλατφόρμα στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, θα στερούσε από την πλατφόρμα το δικαίωμά της να απαλείψει εμπιστευτικές πληροφορίες. Επιπλέον, ακόμη και αν η Επιτροπή συμβουλευόταν την οικεία πλατφόρμα, ελλείψει απάντησης, θα ήταν υποχρεωμένη να αξιολογήσει εξαιρετικά ευαίσθητες πληροφορίες για να αποφασίσει αν η γνωστοποίηση θα μπορούσε να προκαλέσει «σημαντικά τρωτά σημεία» προστατευόμενων συμφερόντων. Αυτό, με τη σειρά του, θα έθετε σε κίνδυνο νομικές προκλήσεις από την οικεία πλατφόρμα και θα υπονόμευε τον ίδιο τον σκοπό της υποβολής εκθέσεων εκτίμησης κινδύνου και του διαλόγου με την πλατφόρμα. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι η δημοσιοποίηση θα έθιγε τον εποπτικό και εποπτικό της ρόλο και το δικαίωμα ακρόασης της πλατφόρμας.
26. Όσον αφορά πιθανό υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση, η Επιτροπή έκρινε ότι το συμφέρον ελέγχου της συμμόρφωσης των πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών με τις υποχρεώσεις τους βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες και κατανόησης των κινδύνων που σχετίζονται με τη χρήση των υπηρεσιών μιας πλατφόρμας συνιστά ιδιωτικό συμφέρον, παρόμοιο με το συμφέρον ενός ατόμου να ασκήσει το δικαίωμα υπεράσπισής του σε δικαστικές διαδικασίες εναντίον του.
27. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι δεν μπορεί να συναχθεί δικαίωμα πρόσβασης από την πρακτική της να δημοσιοποιεί πληροφορίες σχετικά με τα πορίσματά της και την πρόοδο που έχει σημειωθεί σε έρευνα σχετικά με την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
28. Τέλος, η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν αμφισβήτησε τις εμπιστευτικές πληροφορίες που απέκρυψε η πλατφόρμα κατά τη δημοσίευση αναδιατυπωμένης εκδοχής της επίμαχης έκθεσης εκτίμησης κινδύνων.
29. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής, ο καταγγέλλων επανέλαβε ότι θεωρεί υπερβολική την εφαρμογή από την Επιτροπή ενός γενικού τεκμηρίου μη γνωστοποίησης σχεδόν σε όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με εν εξελίξει έρευνες στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
30. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή «φαινόταν απορριπτική» ως προς κάθε πιθανότητα υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος για τη γνωστοποίηση.
31. Επιπλέον, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι, εάν η Επιτροπή αρνούνταν γενικά την πρόσβαση του κοινού στις εκθέσεις αξιολόγησης κινδύνου βάσει του κανονισμού 1049/2001, αυτό θα εμπόδιζε το κοινό να ελέγξει και να αμφισβητήσει τυχόν απαλείψεις που πραγματοποιούν οι ίδιες οι πλατφόρμες.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά τη σύσταση
32. Η Διαμεσολαβήτρια εξακολουθεί να μην είναι πεπεισμένη ότι μπορεί να εφαρμοστεί γενικό τεκμήριο μη δημοσιοποίησης στις εκθέσεις αξιολόγησης κινδύνου που καταρτίζονται στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
33. Μολονότι η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες απαιτεί επαγγελματικό απόρρητο, οι καθορισμένες πλατφόρμες δεν μπορούν να αναμένουν ευλόγως ότι όλες οι πληροφορίες που παρέχουν σε έκθεση εκτίμησης κινδύνου (η οποία προορίζεται να δημοσιοποιηθεί) θα παραμείνουν εμπιστευτικές.
34. Αντιθέτως, μόνον οι πληροφορίες που μπορούν ευλόγως να θεωρηθούν ευαίσθητες μπορούν νομίμως να αποκρύπτονται. Ούτε φαίνεται εύλογο ότι η γνωστοποίηση βάσει του κανονισμού 1049/2001 θα στερούσε από την οικεία πλατφόρμα το δικαίωμά της να απαλείψει εμπιστευτικές πληροφορίες ή το δικαίωμά της ακρόασης. Ο κανονισμός 1049/2001 προβλέπει την ίδια τη δυνατότητα διαβούλευσης με τρίτο συντάκτη, όταν δεν είναι προφανές αν ένα έγγραφο ή ορισμένα τμήματά του μπορούν ή δεν μπορούν να γνωστοποιηθούν.
35. Επιπλέον, η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ανησυχία της για την άρνηση της Επιτροπής να διενεργήσει ατομική αξιολόγηση της έκθεσης εκτίμησης κινδύνου με το σκεπτικό ότι η ενδεχόμενη απουσία απάντησης από τον τρίτο θα την υποχρέωνε να αποφασίσει η ίδια ποια μέρη θα δημοσιοποιήσει.
36. Εάν ακολουθηθεί αυτή η επιχειρηματολογία, κανένα έγγραφο που συντάχθηκε από τρίτο μέρος δεν θα μπορούσε ποτέ να γνωστοποιηθεί λόγω της πιθανής έλλειψης απάντησης σε διαβούλευση με τρίτους.
37. Επιπλέον, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν μπορούν ποτέ να βασίζονται αποκλειστικά στην εκτίμηση τρίτου, ακόμη και αν απαντούν σε διαβούλευση. Πρέπει πάντα να διενεργούν τη δική τους εκτίμηση, λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις του τρίτου. Η θέση της Επιτροπής φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με την υποχρέωση που απορρέει από τον κανονισμό 1049/2001 για διενέργεια συγκεκριμένης και εξατομικευμένης αξιολόγησης, μεταξύ άλλων όταν ζητείται πρόσβαση σε έγγραφο που περιέχει πιθανές εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες.
38. Η Διαμεσολαβήτρια διαφωνεί επίσης με τη θέση της Επιτροπής ότι ο έλεγχος της συμμόρφωσης μιας πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας με τις υποχρεώσεις της βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες —με σκοπό την κατανόηση των δυνητικών σοβαρών κινδύνων που συνεπάγεται η χρήση των υπηρεσιών της και του κατά πόσον και με ποιον τρόπο αντιμετωπίζονται οι εν λόγω κίνδυνοι από την πλατφόρμα— συνιστά ιδιωτικό συμφέρον. Όπως καταδεικνύουν οι ενέργειες της ίδιας της Επιτροπής [21], οι υπηρεσίες που προσφέρονται από πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες μπορούν να καταστήσουν δυνατές σοβαρές παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως η κλοπή ταυτότητας, η σεξουαλική βία και οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων του παιδιού. Τέτοιες σοβαρές παραβιάσεις του νόμου, οι οποίες σε ορισμένες δικαιοδοσίες είναι, επιπλέον, πολύ δύσκολο να διωχθούν και κατά των οποίων τα θύματα δυσκολεύονται πολύ να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν εγχώριο ή ιδιωτικό ζήτημα μεμονωμένων θυμάτων. Αντιθέτως, μπορούν να δημιουργήσουν πολύ σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα και, κατά συνέπεια, απειλή για τη δημοκρατία και την κοινωνία γενικότερα. Υπό το πρίσμα επίσης του γρήγορου ρυθμού με τον οποίο αναπτύσσονται νέα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης και των νέων τεχνικών δυνατοτήτων που προσφέρουν, υπάρχει αυξανόμενο και σημαντικό δημόσιο ενδιαφέρον για την έγκαιρη λήψη πληροφοριών σχετικά με τους κινδύνους που ενέχουν (ενδεχομένως) οι υπηρεσίες που προσφέρουν οι πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες. Αυτή η μορφή διαφάνειας επιτρέπει στους χρήστες να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις σχετικά με το αν η χρήση των υπηρεσιών μιας πλατφόρμας είναι ασφαλής και ενημερώνει τον εν εξελίξει δημόσιο διάλογο σε πολλά κράτη μέλη της ΕΕ σχετικά με το αν και τι είδους κανονιστικές αλλαγές ενδέχεται να απαιτηθούν για την αντιμετώπιση των εν λόγω κινδύνων.
39. Όπως επισήμανε η ίδια η Επιτροπή στην απάντησή της στη σύσταση της Διαμεσολαβήτριας, ένας από τους στόχους της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες είναι η αποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων [22]. Η έγκαιρη ενημέρωση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες προσπαθούν να αποτρέψουν παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων στις υπηρεσίες τους συμβάλλει στην επίτευξη αυτού του στόχου. Επιπλέον, η διαφάνεια καθίσταται ακόμη πιο σημαντική όταν μια πλατφόρμα δεν συμμορφώνεται με την υποχρέωσή της να παρέχει στους ερευνητές πρόσβαση σε πληροφορίες, υπονομεύοντας έτσι αποτελεσματικά την έρευνα σχετικά με διάφορους συστημικούς κινδύνους στην Ευρωπαϊκή Ένωση [23].
40. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε αξιολογήσει τα επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων για να διαπιστώσει αν στοιχειοθετούν υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση.
41. Τέλος, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί απίθανο η (μερική) δημοσιοποίηση των εκθέσεων εκτίμησης κινδύνου βάσει του κανονισμού 1049/2001 να υπονομεύσει την αμοιβαία εμπιστοσύνη στην οποία βασίζεται ο διάλογος μεταξύ της Επιτροπής και των καθορισμένων πλατφορμών. Οι πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες υποχρεούνται εκ του νόμου να συνεργάζονται με την Επιτροπή και να της παρέχουν πληροφορίες σχετικά με την αξιολόγηση της συμμόρφωσής τους με την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Η Επιτροπή μπορεί να επιβάλει πρόστιμα, εάν μια καθορισμένη πλατφόρμα δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις της. Σε κάθε περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, εάν η Επιτροπή είχε αμφιβολίες σχετικά με την κοινοποίηση ορισμένων τμημάτων της έκθεσης εκτίμησης κινδύνου, θα μπορούσε να συμβουλευτεί την πλατφόρμα σχετικά με το αίτημα πρόσβασης.
42. Όσον αφορά την προηγούμενη αναφορά της Διαμεσολαβήτριας σε πληροφορίες σχετικά με την έρευνα της Επιτροπής για την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες σχετικά με την επίμαχη πλατφόρμα, τις οποίες είχε δημοσιεύσει πριν από την ολοκλήρωση του σχετικού ελέγχου, σκοπός ήταν απλώς να υπογραμμιστεί η άποψη της Διαμεσολαβήτριας ότι η δημοσιοποίηση δεν ήταν πιθανό να υπονομεύσει τον έλεγχο. Μολονότι η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η Επιτροπή δεν αναφέρεται πλέον στην ανάγκη προστασίας του σκοπού του ανεξάρτητου ελέγχου, θεωρεί ότι το γεγονός ότι ορισμένες πληροφορίες είχαν ήδη γνωστοποιηθεί από την Επιτροπή κατά τον χρόνο έκδοσης της επιβεβαιωτικής απόφασης αποτελεί στοιχείο που θα έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της αξιολόγησης του αιτήματος του καταγγέλλοντος για πρόσβαση του κοινού, όπως επισήμανε η ίδια η Επιτροπή στην απάντησή της στη σύσταση της Διαμεσολαβήτριας.
43. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια επιβεβαιώνει τη διαπίστωσή της περί κακοδιοίκησης.
Συμπεράσματα
Βάσει της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια περατώνει την υπόθεση με τα ακόλουθα συμπεράσματα:
Η χρήση γενικού τεκμηρίου μη γνωστοποιήσεως και, ως εκ τούτου, η άρνηση συγκεκριμένης και εξατομικευμένης αξιολογήσεως της επίμαχης εκθέσεως αξιολογήσεως των κινδύνων συνιστούσαν κακοδιοίκηση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Teresa Anjinho
Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής
Στρασβούργο, 07/05/2026
[1] Κανονισμός 2022/2065 σχετικά με την ενιαία αγορά ψηφιακών υπηρεσιών (πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες): http://data.europa.eu/eli/reg/2022/2065/oj.
[2] Άρθρο 34 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
[3] Άρθρο 37 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
[4] Άρθρο 42 παράγραφος 4 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
[5] Άρθρο 73στ της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
[6] Σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και του Συμβουλίου: http://data.europa.eu/eli/reg/2001/1049/oj.
[7] Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.
[8] Σύμφωνα με το άρθρο 66 παράγραφος 1 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες — αριθμός φακέλου της έρευνας: DSA.100.100.
[9] Άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.
[10] Άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.
[11] Βλέπε: https://digital-strategy.ec.europa.eu/en/news/commission-sends-preliminary-findings-x-breach-digital-services-act (στα αγγλικά).
[12] Το πλήρες κείμενο των προκαταρκτικών απόψεων του Διαμεσολαβητή διατίθεται στη διεύθυνση: https://www.ombudsman.europa.eu/en/doc/correspondence/en/199731.
[13] Άρθρο 42 παράγραφος 5 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
[14] Το πλήρες κείμενο της απάντησης της Επιτροπής στην προκαταρκτική άποψη του Διαμεσολαβητή διατίθεται στη διεύθυνση:
https://www.ombudsman.europa.eu/doc/correspondence/214482.
[15] Βλ., για παράδειγμα, αιτιολογικές σκέψεις 65 και 100 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
[16] Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού 1049/2001.
[17] Η δημοσιευμένη έκδοση της έκθεσης είναι διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://digital-strategy.ec.europa.eu/en/policies/dsa-brings-transparency#ecl-inpage-lsets8qr.
[18] Το πλήρες κείμενο της σύστασης της Διαμεσολαβήτριας διατίθεται στη διεύθυνση: https://www.ombudsman.europa.eu/en/recommendation/en/214486.
[19] Το πλήρες κείμενο της απάντησης της Επιτροπής στη σύσταση της Διαμεσολαβήτριας διατίθεται στη διεύθυνση: https://www.ombudsman.europa.eu/doc/correspondence/223606
[20] Σύμφωνα με το άρθρο 84 και το άρθρο 79 παράγραφος 4 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
[21] Για παράδειγμα, η Επιτροπή συγκρότησε ομάδα εμπειρογνωμόνων για ασφαλέστερο διαδίκτυο για τα παιδιά, η οποία αξιολογεί τον βέλτιστο τρόπο προστασίας των ανηλίκων από επιβλαβές επιγραμμικό περιεχόμενο, συμπεριλαμβανομένων προσεγγίσεων όπως η ελάχιστη ηλικία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (https://digital-strategy.ec.europa.eu/en/policies/expert-group-safer-internet). Επιπλέον, η Επιτροπή έχει κινήσει έρευνες σχετικά με τη συμμόρφωση αρκετών πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών με την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες, μεταξύ άλλων όσον αφορά την προστασία των παιδιών, τον εθιστικό σχεδιασμό, το παράνομο περιεχόμενο και τους εκλογικούς κινδύνους (https://digital-strategy.ec.europa.eu/en/policies/list-designated-vlops-and-vloses).
[22] Βλ., για παράδειγμα, αιτιολογική σκέψη 9 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
[23] Βλέπε: https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/en/ip_25_2934.