Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1508/2004/IP κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 1508/2004/IP - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 16 Ιουνίου 2004 - Απόφαση στις Τρίτη | 13 Φεβρουαρίου 2007
Στρασβούργο, 13 Φεβρουαρίου 2007
Αξιότιμοι κύριοι,
Στις 18 Μαΐου 2004, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εξ ονόματος της ιταλικής κοινοπραξίας «Consorzio per lo Sviluppo di Siracusa» («CO.SVI.S»). Η καταγγελία αφορούσε την απόφαση της Επιτροπής της 2ας Ιουνίου 2003 να μην δεχθεί δαπάνες ύψους 61 206,27 ευρώ, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από την CO.SVI.S. στο πλαίσιο της διαχείρισης της συνολικής επιχορήγησης που χορηγήθηκε από το θεσμικό όργανο το 1998 στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης («ΕΤΠΑ») για την ανάπτυξη της περιοχής των Συρακουσών, Ιταλία.
Στις 16 Ιουνίου 2004, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε την ιταλική μετάφραση της γνώμης της στις 12 Οκτωβρίου 2004. Σας διαβίβασα τη μετάφραση στις 20 Οκτωβρίου 2004 με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων. Στις 24 Νοεμβρίου 2004, έλαβα τις παρατηρήσεις σας.
Με επιστολή της 16ης Νοεμβρίου 2005, σας ενημέρωσα ότι η εξέταση της υπόθεσής σας βρισκόταν σε εξέλιξη και ότι θα σας γνωστοποιούσα την πρόοδο της καταγγελίας σας το συντομότερο δυνατόν. Επισήμανα ότι θα καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για την παροχή αυτών των πληροφοριών το αργότερο έως τις 31 Ιανουαρίου 2006. Ωστόσο, στις 15 Φεβρουαρίου 2006, σας έγραψα νέα επιστολή στην οποία δήλωσα ότι θα χρειαστεί επιπλέον χρόνος για να ολοκληρωθεί η εξέταση της υπόθεσής σας και ότι θα σας ενημερώσω σχετικά με την απόφασή μου έως το τέλος Μαρτίου 2006.
Αφού εξέτασα προσεκτικά τη γνώμη της Επιτροπής και τις παρατηρήσεις σας, θεώρησα ότι ήταν αναγκαίο να διενεργήσω περαιτέρω έρευνες. Στις 21 Μαρτίου 2006, έγραψα στον Πρόεδρο της Επιτροπής ζητώντας του να σχολιάσει τις παρατηρήσεις σας μέχρι τα τέλη Απριλίου 2006. Με επιστολή της 21ης Απριλίου 2006, η Επιτροπή τόνισε ότι, λόγω των εκτεταμένων διαβουλεύσεων που έπρεπε να πραγματοποιηθούν από τις υπηρεσίες της, θα χρειαζόταν επιπλέον χρόνος για να ολοκληρωθεί η απάντησή της. Στις 3 Μαΐου 2006, ενημέρωσα την Επιτροπή ότι είχα αποφασίσει να συμφωνήσω με το αίτημά της και ότι η νέα προθεσμία για την απάντησή της ήταν η 31η Μαΐου 2006. Στις 12 Μαΐου 2006, σας ενημέρωσα σχετικά.
Στις 9 Ιουνίου 2006, η Επιτροπή απέστειλε νέα επιστολή ενημερώνοντας τη γραμματεία μου για καθυστερήσεις στη διαβίβαση της γνωμοδότησής της σε 17 υποθέσεις για τις οποίες η προθεσμία απάντησης ήταν η 30ή Απριλίου 2006. Η υπόθεσή σας ήταν ανάμεσα σε αυτές τις 17 υποθέσεις.
Στις 16 Ιουνίου 2006, απάντησα στην Επιτροπή. Στην επιστολή μου, εξέφρασα τη λύπη μου για το γεγονός ότι οι απαντήσεις της Επιτροπής στις έρευνές μου καθυστέρησαν και ότι το θεσμικό όργανο δεν είχε υποβάλει εγκαίρως και αιτιολογημένο αίτημα παράτασης. Στις 22 Ιουνίου 2006, σας ενημέρωσα για την αλληλογραφία μου με την Επιτροπή.
Στις 11 Ιουλίου 2006, απέστειλα νέα επιστολή στην Επιτροπή, στην οποία επισήμανα ότι δεν είχα λάβει ακόμη την απάντησή της στην αίτησή μου της 21ης Μαρτίου 2006. Ως εκ τούτου, ζήτησα από την Επιτροπή να μου παράσχει είτε i) τη σχετική απάντηση είτε ii) χρονοδιάγραμμα για την εν λόγω απάντηση το αργότερο έως τις 31 Ιουλίου 2006. Στις 10 Αυγούστου 2006, έλαβα τη μετάφραση στα ιταλικά της απάντησης της Επιτροπής την οποία σας διαβίβασα στις 16 Αυγούστου 2006 με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων την οποία μου αποστείλατε στις 26 Σεπτεμβρίου 2006.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει. Ζητώ συγγνώμη για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί η παρούσα έρευνα.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, οι οποίοι υπέβαλαν καταγγελία εξ ονόματος της ιταλικής κοινοπραξίας «Consorzio per lo sviluppo di Siracusa»(«CO.SVI.S»), τα σχετικά πραγματικά περιστατικά είναι τα ακόλουθα.
Με την απόφαση C(98) 114 της 22ας Ιανουαρίου 1998 («απόφαση»), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συμφώνησε να χορηγήσει συνολική επιχορήγηση στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης («ΕΤΠΑ») για την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής των Συρακουσών της Ιταλίας. Στις 21 Απριλίου 1998, υπεγράφη σύμβαση μεταξύ της Επιτροπής και της CO.SVI.S., η οποία ορίστηκε ως ο εθνικός ενδιάμεσος φορέας για τη διαχείριση της συνολικής επιχορήγησης. Σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις, οι δαπάνες έπρεπε να έχουν πραγματοποιηθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2001 και οι καταστάσεις δαπανών θα μπορούσαν να έχουν υποβληθεί στην Επιτροπή έως τις 30 Ιουνίου 2002 για να είναι επιλέξιμες.
Στις 28 Μαΐου 2001, η CO.SVI.S. ζήτησε από την Επιτροπή: να παραταθεί η προθεσμία της 31ης Δεκεμβρίου 2001 (ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να πραγματοποιηθούν οι δαπάνες που έπρεπε να καλυφθούν από τη συνολική επιχορήγηση) έως τις 31 Δεκεμβρίου 2002· και να παραταθεί έως τις 30 Ιουνίου 2003 η προθεσμία της 30ής Ιουνίου 2002 (ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να υποβληθεί στην Επιτροπή το σύνολο της λογιστικής για τις δαπάνες αυτές). Η CO.SVI.S. αιτιολόγησε το αίτημά της υποστηρίζοντας ότι οι περισσότεροι από τους δικαιούχους της συνολικής επιχορήγησης αντιμετώπισαν σοβαρές δυσκολίες στην εκτέλεση των καθηκόντων τους λόγω του γεγονότος ότι δεν είχαν λάβει εγκαίρως τις σχετικές επιχορηγήσεις. Με έγγραφο της 20ής Ιουνίου 2001, η Επιτροπή πληροφόρησε την CO.SVI.S. ότι δεν μπορούσε να δεχθεί το αίτημά της για παράταση των προθεσμιών, δεδομένου ότι η παράταση μπορούσε να επιτραπεί μόνο σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας.
Στις 2 Ιουνίου 2003, η Επιτροπή ενημέρωσε την CO.SVI.S., μέσω του ιταλικού Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, για την απόφασή της ότι δαπάνες ύψους 61 206,27 ευρώ δεν μπορούσαν να επιστραφούν, δεδομένου ότι είχαν πραγματοποιηθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας της 31ης Δεκεμβρίου 2001. Στις 23 Φεβρουαρίου 2004, η Επιτροπή απέστειλε νέα επιστολή στο ιταλικό Υπουργείο, με την οποία επανέλαβε τη θέση της.
Στις 22 Μαρτίου 2004, η CO.SVI.S. απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή και αμφισβήτησε την απόφασή της να μην θεωρήσει επιλέξιμες τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2001. Η CO.SVI.S. έκρινε ότι οι δαπάνες αυτές συνδέονταν με το κλείσιμο της συνολικής επιχορήγησης και ότι δεν θα μπορούσαν να είχαν πραγματοποιηθεί πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2001. Η CO.SVI.S. αναφέρθηκε επίσης στην ύπαρξη προηγούμενου το οποίο θα μπορούσε να είχε προβληθεί υπέρ της CO.SVI.S.
Οι καταγγέλλοντες απέστειλαν στον Διαμεσολαβητή αντίγραφο της επιστολής που συνέταξε η Προεδρία της περιφέρειας της Σικελίας (Ιταλία) στις 26 Μαρτίου 2004. Στην επιστολή αυτή, έγινε αναφορά σε επιστολή της 8ης Μαρτίου 2001, στην οποία το ιταλικό Υπουργείο Οικονομικών και Οικονομικού Προγραμματισμού, απαντώντας σε ερώτηση της περιφέρειας της Λιγουρίας (Ιταλία) σχετικά με την περίοδο επιλεξιμότητας των δαπανών που σχετίζονται με το κλείσιμο των προγραμμάτων, εξήγησε ότι οι δαπάνες αυτές θα μπορούσαν να θεωρηθούν «επιλέξιμες» εάν οι δηλώσεις δαπανών υποβάλλονταν στην Επιτροπή εντός έξι μηνών από το κλείσιμο του σχετικού προγράμματος. Το Υπουργείο Οικονομικών και Οικονομικού Προγραμματισμού απηύθυνε επίσης την εν λόγω επιστολή στη Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής («ΓΔ REGIO»), ζητώντας από τη ΓΔ REGIO να γνωμοδοτήσει σχετικά με τα ζητήματα που εγείρονται σε αυτήν. Με απάντηση της 15ης Μαρτίου 2001, η ΓΔ REGIO δήλωσε ότι δεν είχε να διατυπώσει παρατηρήσεις επί του ζητήματος αυτού.
Με επιστολή της 7ης Απριλίου 2004, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τη θέση της να μην αποδεχθεί την αίτηση δαπανών που υπέβαλε η CO.SVI.S.
Στην καταγγελία τους προς τον Διαμεσολαβητή, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η απόφαση της Επιτροπής της 2ας Ιουνίου 2003 να μην αποδεχθεί την απαίτηση των 61 206,27 ευρώ για δαπάνες που πραγματοποίησε η CO.SVI.S. μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουνίου 2002 ήταν άδικη.
Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την απόφασή της και να αποδεχθεί το αίτημα για ποσό ύψους 61 206,27 EUR, όπως ζητήθηκε από την CO.SVI.S.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΗ γνώμη της Επιτροπής συνοψίζεται ως εξής.
Κατά την περίοδο 1994-1999, ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2052/88 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, για την αποστολή των διαρθρωτικών ταμείων, την αποτελεσματικότητά τους και τον συντονισμό των παρεμβάσεών τους μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των άλλων υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (1), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2081/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 (2), επέτρεψε την παρέμβαση των διαρθρωτικών ταμείων μέσω συνολικών επιχορηγήσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού, η χρηματοδοτική συνδρομή μπορεί να παρέχεται με την «παροχή συνολικών επιχορηγήσεων, κατά γενικό κανόνα, υπό τη διαχείριση ενδιάμεσου φορέα που ορίζεται από το κράτος μέλος σε συμφωνία με την Επιτροπή και κατανέμεται από τον ενδιάμεσο φορέα με τη μορφή μεμονωμένων επιχορηγήσεων στους τελικούς δικαιούχους.»
Η σχετική παρέμβαση επρόκειτο να πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια της λεγόμενης «περιόδου επιλεξιμότητας». Με άλλα λόγια, μόνο οι δαπάνες που πραγματοποιούνται μετά τις ημερομηνίες έναρξης και πριν από τις καταληκτικές ημερομηνίες των εν λόγω «περιόδων επιλεξιμότητας» θα μπορούσαν να θεωρηθούν επιλέξιμες για κοινοτική χρηματοδότηση.
Στις 22 Ιανουαρίου 1998, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση. Η απόφαση χορήγησε συνολική επιχορήγηση ύψους 25 εκατ. ευρώ στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ για την ανάπτυξη της περιοχής των Συρακουσών στην Ιταλία. Η διαχείριση της συνολικής επιχορήγησης επρόκειτο να πραγματοποιηθεί από την CO.SVI.S., τον ορισθέντα εθνικό ενδιάμεσο φορέα. Η CO.SVI.S. υπέγραψε σύμβαση με την Επιτροπή στις 21 Απριλίου 1998.
Το άρθρο 5 της σχετικής απόφασης ορίζει ότι η προθεσμία για την επιλεξιμότητα των δαπανών που σχετίζονται με τις εν λόγω δράσεις ορίστηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2001 (3). Το άρθρο 13 παράγραφος 4 της σύμβασης ορίζει ότι οι πληρωμές που πραγματοποιούνται από τον ενδιάμεσο φορέα για την εκτέλεση της επιχορήγησης πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2001. Οι οριστικοί λογαριασμοί για τις δαπάνες αυτές έπρεπε να υποβληθούν στην Επιτροπή το αργότερο έως τις 30 Ιουνίου 2002 (4).
Σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 97/322/ΕΚ της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 1997, για την τροποποίηση των αποφάσεων έγκρισης των κοινοτικών πλαισίων στήριξης, των ενιαίων εγγράφων προγραμματισμού και των προγραμμάτων κοινοτικής πρωτοβουλίας όσον αφορά την Ιταλία (5) («απόφαση 97/322/ΕΚ της Επιτροπής»), οι προαναφερθείσες προθεσμίες μπορούσαν να τροποποιηθούν από την Επιτροπή μόνο βάσει αιτιολογημένης αίτησης που υπέβαλε το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.
Με έγγραφα της 20ής Ιουνίου 2001 και της 4ης Σεπτεμβρίου 2001, η Επιτροπή αρνήθηκε να εγκρίνει το αίτημα της CO.SVI.S. της 28ης Μαΐου 2001 περί παρατάσεως της προθεσμίας της 31ης Δεκεμβρίου 2001. Στις επιστολές αυτές, η Επιτροπή ανέφερε ότι η παράταση της σχετικής προθεσμίας μπορούσε να εξεταστεί μόνο σε περίπτωση ανωτέρας βίας.
Η Επιτροπή σημείωσε ότι η προσέγγισή της στο θέμα αυτό υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς. Για παράδειγμα, σε μεταγενέστερο σημείωμα που απηύθυνε η ΓΔ REGIO στα κράτη μέλη στις 5 Οκτωβρίου 2001 σχετικά με την παράταση της προθεσμίας πληρωμής για τα προγράμματα που χρηματοδοτήθηκαν στο πλαίσιο των κοινοτικών διαρθρωτικών ταμείων και πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 1994 και 1999, η Επιτροπή είχε εξηγήσει ότι η παράταση μπορούσε καταρχήν να επιτραπεί σε περίπτωση ενός από τα δύο περιστατικά: i) ένα σαφώς αναγνωρίσιμο σφάλμα που μπορεί να καταλογιστεί στην Επιτροπή (συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών σφαλμάτων)· και ii) ανωτέρα βία (που ερμηνεύεται ως καταστροφή με μεγάλο αντίκτυπο) και αιτίες που θα μπορούσαν να εξομοιωθούν με ανωτέρα βία.
Στην επιστολή της 26ης Φεβρουαρίου 2002 προς το ιταλικό Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι ήταν αδύνατο να γίνει δεκτό το αίτημα της CO.SVI.S. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε εκ νέου κατά τη διάρκεια συνεδρίασης που πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη στις 30 Απριλίου 2002 σχετικά με τη λήξη της περιόδου προγραμματισμού 1994-1999. Όλες οι αρχές και οι φορείς που είναι αρμόδιοι για τη διαχείριση των διαφόρων προγραμμάτων στην Ιταλία συμμετείχαν στην εν λόγω συνεδρίαση.
Με επιστολές της 2ας Ιουνίου 2003 και της 23ης Φεβρουαρίου 2004, οι αρμόδιες ιταλικές αρχές ενημερώθηκαν από τις υπηρεσίες της Επιτροπής ότι οι δαπάνες που υπέβαλε η CO.SVI.S. ύψους 61 206,27 EUR δεν ήταν επιλέξιμες και ότι, ως εκ τούτου, θα έπρεπε να αφαιρεθούν από το συνολικό κονδύλιο που χορηγήθηκε υπέρ της περιφέρειας της Σικελίας στο πλαίσιο του EDRF. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε τη θέση της με επιστολή της 7ης Απριλίου 2004 προς το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών.
Η Επιτροπή επισήμανε στη γνώμη της ότι οι καταγγέλλοντες προέβαλαν τρία επιχειρήματα προς υποστήριξη της καταγγελίας τους στον Διαμεσολαβητή.
Η πρώτη αφορούσε το περιεχόμενο της σύμβασης που υπεγράφη μεταξύ της Επιτροπής και της CO.SVI.S. Οι καταγγέλλοντες δήλωσαν ότι: i) η σύμβαση προέβλεπε ότι οι πληρωμές προς την CO.SVI.S. θα μπορούσαν να είχαν πραγματοποιηθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2001 και ότι οι σχετικές με τις δαπάνες αυτές καταστάσεις θα μπορούσαν να είχαν υποβληθεί στην Επιτροπή έως τις 30 Ιουνίου 2002· ii) δεν υπήρχε καμία ένδειξη στη σύμβαση ότι οι δαπάνες που σχετίζονται με το κλείσιμο του προγράμματος έπρεπε να καλυφθούν από την CO.SVI.S. Οι καταγγέλλοντες επισήμαναν επίσης ότι ήταν λογικό η CO.SVI.S. να επιβαρυνθεί με ορισμένες δαπάνες που σχετίζονται με το κλείσιμο του προγράμματος. Επισήμαναν επίσης ότι η CO.SVI.S. έπρεπε να αναδιοργανωθεί, όσον αφορά το προσωπικό, προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με το κλείσιμο του προγράμματος.
Όσον αφορά το επιχείρημα αυτό, η Επιτροπή σημείωσε ότι η προθεσμία της 31ης Δεκεμβρίου 2001 ήταν, σύμφωνα με τη σύμβαση, η προθεσμία εντός της οποίας έπρεπε να πραγματοποιηθούν όλες οι δαπάνες. Στη σύμβαση δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι θα μπορούσε να οριστεί διαφορετική προθεσμία.
Το δεύτερο επιχείρημα αφορούσε την καθυστέρηση είσπραξης της πληρωμής ύψους 5 εκατ. ευρώ (που παραλήφθηκε στις 21 Νοεμβρίου 2001) και 7,5 εκατ. ευρώ (που παραλήφθηκε στις 4 Ιανουαρίου 2002).
Όσον αφορά το δεύτερο αυτό επιχείρημα, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι υπηρεσίες της είχαν εξετάσει αμέσως την αίτηση πληρωμής ύψους 7,5 εκατ. ευρώ και 5 εκατ. ευρώ. Οι αιτήσεις παρελήφθησαν στις 8 και 28 Αυγούστου 2001 και τα σχετικά τραπεζικά εμβάσματα είχαν πραγματοποιηθεί στις 5 και 18 Σεπτεμβρίου 2001 αντίστοιχα. Τυχόν καθυστερήσεις στην πληρωμή, τις οποίες ισχυρίστηκαν οι καταγγέλλοντες ότι σημειώθηκαν, δεν θα δικαιολογούσαν παράταση της προθεσμίας για την υποβολή των σχετικών δαπανών, δεδομένου ότι οι καθυστερήσεις αυτές δεν ήταν συνέπεια λάθους της Επιτροπής. Επιπλέον, οι καθυστερήσεις αυτές δεν συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας.
Το τρίτο επιχείρημα αφορούσε ένα «προηγούμενο» που προέκυψε από την επιστολή που απέστειλε η ΓΔ REGIO στο Υπουργείο Οικονομικών και Οικονομικού Προγραμματισμού στις 15 Μαρτίου 2001.
Όσον αφορά το επιχείρημα αυτό, η Επιτροπή επισήμανε στη γνώμη της ότι ήταν δύσκολο να εντοπιστεί προηγούμενο υπέρ της CO.SVI.S. στην εν λόγω επιστολή, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει θέση στην επιστολή αυτή όσον αφορά την παράταση της προθεσμίας.
Στη συνέχεια, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο ενδιάμεσος φορέας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας κλεισίματος πραγματοποιήθηκαν μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την υποβολή των δαπανών. Σημείωσε ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής υπόκεινται σε αυστηρούς περιορισμούς κατά την εξέταση των αιτήσεων παράτασης των σχετικών προθεσμιών, δεδομένου ότι οι εν λόγω παρατάσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ανεξέλεγκτη κατάσταση κατά το κλείσιμο διαφόρων προγραμμάτων. Η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι η CO.SVI.S είχε πραγματοποιήσει δαπάνες που συνδέονταν με το κλείσιμο του προγράμματος, αλλά αμφισβήτησε την επιλεξιμότητα των σχετικών δαπανών. Σε κάθε περίπτωση, οι δαπάνες που σχετίζονται με τη διαδικασία κλεισίματος θα μπορούσαν να καλυφθούν με εθνικούς πόρους, όπως αναφέρεται στο δελτίο αριθ. 16 («Εναλλακτική χρηματοδότηση συγχρηματοδοτούμενων έργων») που επισυνάπτεται στην απόφαση 97/322/ΕΚ της Επιτροπής.
Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι η προθεσμία της 31ης Δεκεμβρίου 2001 για την πραγματοποίηση δαπανών ήταν μια γενική προθεσμία και δεν καθορίστηκε μόνο σε σχέση με τη συνολική επιχορήγηση που διαχειρίζεται η CO.SVI.S.
Οι ιταλικές αρχές και η CO.SVI.S., υπό την ιδιότητά τους ως ενδιάμεσου φορέα, είχαν ενημερωθεί αμέσως και επανειλημμένα σχετικά με τη θέση της Επιτροπής όσον αφορά την τελική προθεσμία για την επιλεξιμότητα των σχετικών δαπανών. Το αίτημα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας είχε λάβει αρνητική απάντηση από τις υπηρεσίες της Επιτροπής, οι οποίες ενημέρωσαν την CO.SVI.S. ότι η παράταση θα μπορούσε να χορηγηθεί μόνο σε περίπτωση ανωτέρας βίας. Ο τελευταίος δεν προσκόμισε κανένα σχετικό αποδεικτικό στοιχείο.
Η Επιτροπή κατέληξε δηλώνοντας ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενήργησαν σύμφωνα με το περιεχόμενο της απόφασης της 22ας Ιανουαρίου 1998 και της σύμβασης που υπογράφηκε μεταξύ της Επιτροπής και του ενδιάμεσου φορέα.
Οι παρατηρήσεις των καταγγελλόντωνΟι παρατηρήσεις που διατύπωσαν οι καταγγέλλοντες απαντώντας στη γνώμη της Επιτροπής μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.
Όλες οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε η CO.SVI.S. πραγματοποιήθηκαν για την παροχή υπηρεσίας στην Επιτροπή. Επιπλέον, δεδομένου ότι το συνολικό ποσό των δαπανών δεν υπερέβη τα κονδύλια που διατέθηκαν στην CO.SVI.S. για την εκτέλεση των καθηκόντων της και ότι η αποστολή αυτή είχε δεόντως ολοκληρωθεί, το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε τελικά αποδεχθεί μέρος μόνο των δαπανών αυτών συνιστούσε περίπτωση αδικαιολόγητου πλουτισμού εκ μέρους της Επιτροπής.
Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι οι δαπάνες που σχετίζονται με τη διαδικασία κλεισίματος θα μπορούσαν να είχαν καλυφθεί με εθνικούς πόρους, η δυνατότητα αυτή δεν είχε ληφθεί υπόψη, διότι οι δραστηριότητες της CO.SVI.S. θα έπρεπε, σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, να έχουν χρηματοδοτηθεί εξ ολοκλήρου από κοινοτικούς πόρους.
Σε αντίθεση με την επισήμανση της Επιτροπής ότι οι υπηρεσίες της διεκπεραίωναν πάντοτε τις πληρωμές εγκαίρως, στην πραγματικότητα σημειώθηκε καθυστέρηση όσον αφορά την πληρωμή που πραγματοποίησε η Επιτροπή τον Σεπτέμβριο του 2001 και η πίστωση των κεφαλαίων πραγματοποιήθηκε μόλις στις 4 Ιανουαρίου 2002. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ήταν αδύνατο να τηρηθεί η προθεσμία της 31ης Δεκεμβρίου 2001.
Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η επιστολή της ΓΔ REGIO προς το Υπουργείο Οικονομικών και Οικονομικού Προγραμματισμού της 15ης Μαρτίου 2001 δεν μπορούσε να θεωρηθεί λυσιτελής, δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε απλώς δηλώσει ότι δεν είχε παρατηρήσεις επί του θέματος που της είχε υποβληθεί, η απουσία τέτοιων παρατηρήσεων θα έπρεπε, αντιθέτως, να θεωρηθεί ότι συνιστά σιωπηρή συμφωνία με τη θέση που εξέφρασε το ιταλικό Υπουργείο Οικονομικών και Οικονομικού Προγραμματισμού στην επιστολή του της 8ης Μαρτίου 2001 (6).
Τέλος, η CO.SVI.S. ουδέποτε αμφισβήτησε το γεγονός ότι η προθεσμία της 31ης Δεκεμβρίου 2001 ήταν γενική προθεσμία. Ωστόσο, το γεγονός ότι άλλες διοικήσεις που συμμετείχαν στη διαχείριση των συνολικών επιχορηγήσεων είχαν εκφράσει ορισμένες ανησυχίες έδειξε ότι υπήρχαν αντικειμενικές δυσκολίες σε σχέση με την εν λόγω διαχείριση.
Περαιτέρω έρευνεςΑίτημα για περαιτέρω πληροφορίες
Αφού εξέτασε τη γνώμη της Επιτροπής και τις παρατηρήσεις των καταγγελλόντων, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ήταν αναγκαίο να διεξαγάγει περαιτέρω έρευνες. Ως εκ τούτου, στις 21 Μαρτίου 2006 απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή.
Στην επιστολή του, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι, στις παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες είχαν αναφερθεί σε επιστολή που είχε αποστείλει το ιταλικό Υπουργείο Οικονομικών και Οικονομικού Προγραμματισμού στην περιφέρεια της Λιγουρίας στις 8 Μαρτίου 2001 ως απάντηση σε επιστολή που είχε αποστείλει η περιφέρεια στο ιταλικό Υπουργείο στις 22 Φεβρουαρίου 2001. Από το περιεχόμενο της επιστολής της 8ης Μαρτίου 2001 προέκυπτε ότι η περιφέρεια της Λιγουρίας είχε ζητήσει από το ιταλικό υπουργείο να διατυπώσει την άποψή του σχετικά με τη δυνατότητα να θεωρηθούν επιλέξιμες οι δαπάνες που αφορούσαν τις δραστηριότητες κλεισίματος ενός σχετικού προγράμματος, μολονότι είχαν πραγματοποιηθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας. Το ιταλικό υπουργείο έκρινε ότι οι δαπάνες αυτές μπορούσαν να θεωρηθούν επιλέξιμες και κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλει παρατηρήσεις, εφόσον το επιθυμούσε. Με την από 15 Μαρτίου 2001 απάντησή της, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν είχε να διατυπώσει παρατηρήσεις. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε αναγκαίο να επαληθεύσει την ακριβή έννοια της επιστολής της Επιτροπής της 15ης Μαρτίου 2001. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την Επιτροπή να σχολιάσει το σημείο αυτό.
Ο Διαμεσολαβητής αναφέρθηκε επίσης στο περιεχόμενο σημειώματος που απηύθυνε η Επιτροπή στα κράτη μέλη στις 5 Οκτωβρίου 2001. Στο παρόν σημείωμα, το θεσμικό όργανο απαρίθμησε δύο περιπτώσεις στις οποίες θα χορηγούνταν καταρχήν παράταση της σχετικής προθεσμίας: σαφώς αναγνωρίσιμο σφάλμα που καταλογίζεται στην Επιτροπή (συμπεριλαμβανομένου τεχνικού σφάλματος) και ανωτέρα βία (που ερμηνεύεται ως καταστροφή με μεγάλο αντίκτυπο) και αιτίες που θα μπορούσαν να εξομοιωθούν με ανωτέρα βία. Ωστόσο, φαίνεται ότι, στην επιστολή του προς την CO.SVI.S. της 20ής Ιουνίου 2001, το θεσμικό όργανο ανέφερε ότι παράταση της προθεσμίας μπορούσε να χορηγηθεί μόνο σε περίπτωση ανωτέρας βίας. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την Επιτροπή να σχολιάσει αυτή την προφανή απόκλιση.
Αίτημα για περαιτέρω γνωμοδότησηΣτις παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες υποστήριξαν ότι, δεδομένου ότι το συνολικό ποσό των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε η CO.SVI.S. δεν υπερέβαινε τα κονδύλια που διατέθηκαν στην CO.SVI.S. για την εκτέλεση των καθηκόντων της και δεδομένου ότι τα καθήκοντα αυτά είχαν δεόντως ολοκληρωθεί από την CO.SVI.S., η απόφαση της Επιτροπής να δεχθεί τελικά μόνο ένα μέρος των εν λόγω δαπανών συνιστούσε περίπτωση αδικαιολόγητου πλουτισμού εκ μέρους της. Πρόκειται για νέο ισχυρισμό που δεν διατυπώθηκε στην αρχική καταγγελία. Δεδομένου ότι κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών στην παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής έκρινε σκόπιμο να ζητήσει από την Επιτροπή να γνωμοδοτήσει σχετικά με αυτόν τον περαιτέρω ισχυρισμό.
Απάντηση της ΕπιτροπήςΜε το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή επισήμανε τα ακόλουθα.
Όσον αφορά το περιεχόμενο της επιστολής της 15ης Μαρτίου 2001, στην οποία η Επιτροπή ανέφερε ότι δεν είχε να διατυπώσει παρατηρήσεις σχετικά με τη θέση που εξέφρασε το ιταλικό Υπουργείο Οικονομικών και Οικονομικού Προγραμματισμού ότι οι δαπάνες που σχετίζονται με τις δραστηριότητες κλεισίματος ενός σχετικού προγράμματος μπορούσαν να επιστραφούν, παρόλο που είχαν πραγματοποιηθεί μετά τη σχετική προθεσμία, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής ήταν ασαφές. Η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για αυτή την έλλειψη σαφήνειας. Ωστόσο, τόνισε ότι οι κανόνες που διέπουν το ΕΤΠΑ για την περίοδο 1994-1999, οι οποίοι ίσχυαν για την εν λόγω συνολική επιχορήγηση, ήταν πράγματι σαφείς. Η τελική προθεσμία για τις πληρωμές ήταν η 31η Δεκεμβρίου 2001 και η προθεσμία αυτή θα μπορούσε να τροποποιηθεί μόνο με ρητή απόφαση της Επιτροπής. Η Επιτροπή δεν είχε λάβει τέτοια απόφαση εν προκειμένω. Η θέση που έλαβαν οι ιταλικές αρχές να θεωρήσουν επιλέξιμες τις δαπάνες που σχετίζονται με τις δραστηριότητες κλεισίματος ενός σχετικού προγράμματος, παρόλο που είχαν πραγματοποιηθεί μετά τη σχετική προθεσμία, φαινόταν να αντιβαίνει στους ισχύοντες κανόνες. Η Επιτροπή δεν μπορούσε να λάβει θέση αποκλίνουσα από τους κανόνες αυτούς.
Όσον αφορά τη φαινομενική απόκλιση μεταξύ του περιεχομένου του σημειώματός της που απευθύνθηκε στα κράτη μέλη στις 5 Οκτωβρίου 2001 και του περιεχομένου του εγγράφου που απευθύνθηκε στην CO.SVI.S. στις 20 Ιουνίου 2001, η Επιτροπή τόνισε ότι η φαινομενική απόκλιση οφειλόταν στο γεγονός ότι, κατά την εξέταση του αιτήματος που υπέβαλε η CO.SVI.S. για παράταση της σχετικής προθεσμίας, δεν φαινόταν αναγκαίο να εξεταστεί αν πληρούνταν οι προϋποθέσεις σχετικά με ένα σαφώς αναγνωρίσιμο σφάλμα που μπορεί να καταλογιστεί στην Επιτροπή. Το μόνο στοιχείο που έπρεπε να ληφθεί υπόψη ήταν η ύπαρξη ανωτέρας βίας. Επιπλέον, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι το σημείωμα της 5ης Οκτωβρίου 2001 ήταν ένα γενικό ενημερωτικό σημείωμα και, ως εκ τούτου, όλες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες θα χορηγούνταν καταρχήν παράταση της σχετικής προθεσμίας ελήφθησαν υπόψη στο εν λόγω έγγραφο.
Όσον αφορά τον φερόμενο ως αδικαιολόγητο πλουτισμό από την Επιτροπή ως συνέπεια του γεγονότος ότι η CO.SVI.S. δεν χρησιμοποίησε όλα τα κονδύλια που της διατέθηκαν, η Επιτροπή τόνισε ότι μόνο οι επιλέξιμες δαπάνες σχετικά με τα επιμέρους μέτρα της σχετικής απόφασης χορήγησης της επιχορήγησης θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί υπόψη. Η Επιτροπή δεν μπορούσε να συγχρηματοδοτήσει άλλες δαπάνες εκτός από τις δαπάνες που κατανεμήθηκαν για κάθε μέτρο και οι οποίες πραγματοποιήθηκαν εντός της σχετικής προθεσμίας. Αν, όπως συνέβη εν προκειμένω, ορισμένα κεφάλαια δεν είχαν χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου επιλεξιμότητας, θα έπρεπε να επιστραφούν στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Μια εναλλακτική ερμηνεία που θα σήμαινε ότι τα μη χρησιμοποιηθέντα κεφάλαια θα παρέμεναν στα χέρια των δικαιούχων, θα συνιστούσε αδικαιολόγητο πλουτισμό για τους δικαιούχους και θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 274 της συνθήκης ΕΚ.
Τέλος, η Επιτροπή αναφέρθηκε σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε μεταξύ των υπηρεσιών της και της CO.SVI.S. στις 17 Οκτωβρίου 2005 στο πλαίσιο της διαδικασίας που θεσπίστηκε με το άρθρο 24 του κανονισμού 4253/88 (7) σχετικά με τη μείωση, την αναστολή και την ακύρωση της συνδρομής. Δεδομένου ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε η CO.SVI.S. κατά τη συνεδρίαση αυτή δεν έγιναν δεκτά από την Επιτροπή, στις 11 Μαΐου 2006 το θεσμικό όργανο εξέδωσε την απόφαση C(2006) 1983 σχετικά με τη μερική ακύρωση του ποσού της συνολικής επιχορήγησης που είχε αρχικά χορηγηθεί στην CO.SVI.S.
Οι παρατηρήσεις των καταγγελλόντωνΣτις παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες επανέλαβαν τη διαφωνία τους με την απόφαση της Επιτροπής να κηρύξει μη παραδεκτές τις δαπάνες ύψους 61 206,27 EUR που πραγματοποίησε η CO.SVI.S.
Οι καταγγέλλοντες αναφέρθηκαν εκ νέου στην επιστολή που απέστειλε η Επιτροπή στις 15 Μαρτίου 2001 στο Υπουργείο Οικονομικών και Οικονομικού Προγραμματισμού. Κατά τη γνώμη τους, η παρούσα επιστολή θα πρέπει να θεωρηθεί ως απόδειξη ότι η Επιτροπή συμφώνησε σιωπηρά με τη θέση που εξέφρασε το ιταλικό Υπουργείο ότι οι δαπάνες που σχετίζονται με το κλείσιμο των προγραμμάτων θα μπορούσαν να θεωρηθούν επιλέξιμες, υπό την προϋπόθεση ότι οι δαπάνες πραγματοποιήθηκαν και υποβλήθηκαν εντός έξι μηνών από το κλείσιμο του σχετικού προγράμματος. Το γεγονός ότι η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η διατύπωση του σχετικού εγγράφου ήταν ασαφής και εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι δεν προσέφερε κανένα διορθωτικό μέτρο όσον αφορά τις συνέπειες που απορρέουν από τις παραπλανητικές πληροφορίες που περιέχονται στο εν λόγω έγγραφο.
Οι καταγγέλλοντες επανέλαβαν το επιχείρημά τους ότι υπήρξε κάποια καθυστέρηση στην κατανομή των κονδυλίων στην CO.SVI.S. Ειδικότερα, η CO.SVI.S εισέπραξε 7,5 εκατ. ευρώ μόλις στις αρχές Ιανουαρίου 2002. Αυτό συνιστούσε παρατυπία στη συμπεριφορά της Επιτροπής.
Τέλος, οι καταγγέλλοντες επιβεβαίωσαν τη θέση τους ότι υπήρξε αδικαιολόγητος πλουτισμός εκ μέρους της Επιτροπής.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Επί της φερομένης ως καταχρηστικής αποφάσεως της Επιτροπής να μη δεχθεί δαπάνες ύψους 61 206,27 ευρώ1.1 Με την απόφαση C(98) 114 της 22ας Ιανουαρίου 1998 («απόφαση»), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συμφώνησε να χορηγήσει συνολική επιχορήγηση στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης («ΕΤΠΑ») για την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής των Συρακουσών της Ιταλίας. Στις 21 Απριλίου 1998, υπεγράφη σύμβαση (η «σύμβαση») μεταξύ της Επιτροπής και της CO.SVI.S., η οποία ορίστηκε ως ο εθνικός ενδιάμεσος φορέας για τη διαχείριση της συνολικής επιχορήγησης και για λογαριασμό της οποίας οι καταγγέλλοντες υπέβαλαν την καταγγελία τους.
Στις 28 Μαΐου 2001, η CO.SVI.S. ζήτησε από την Επιτροπή: να παραταθεί η προθεσμία της 31ης Δεκεμβρίου 2001 (ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να πραγματοποιηθούν οι δαπάνες που έπρεπε να καλυφθούν από τη συνολική επιχορήγηση) έως τις 31 Δεκεμβρίου 2002· και να παραταθεί έως τις 30 Ιουνίου 2003 η προθεσμία της 30ής Ιουνίου 2002 (ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να υποβληθεί στην Επιτροπή το σύνολο της λογιστικής για τις δαπάνες αυτές). Η CO.SVI.S. αιτιολόγησε το αίτημά της υποστηρίζοντας ότι οι περισσότεροι από τους δικαιούχους της συνολικής επιχορήγησης αντιμετώπισαν σοβαρές δυσκολίες στην εκτέλεση των καθηκόντων τους, λόγω του γεγονότος ότι δεν είχαν λάβει εγκαίρως τις σχετικές επιχορηγήσεις. Η Επιτροπή ενημέρωσε την CO.SVI.S. ότι δεν μπορούσε να συμφωνήσει με το αίτημά της για αναβολή των προθεσμιών, δεδομένου ότι η αναβολή μπορούσε να επιτραπεί μόνο σε περίπτωση ανωτέρας βίας.
Στις 2 Ιουνίου 2003, η Επιτροπή ενημέρωσε την CO.SVI.S., μέσω του ιταλικού Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, για την απόφασή της ότι δαπάνες ύψους 61 206,27 ευρώ δεν μπορούσαν να επιστραφούν, δεδομένου ότι είχαν πραγματοποιηθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας της 31ης Δεκεμβρίου 2001.
Στην καταγγελία τους προς τον Διαμεσολαβητή, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η απόφαση της Επιτροπής ήταν άδικη.
1.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι μόνο οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν μετά την ημερομηνία έναρξης και πριν από την ημερομηνία λήξης (δηλαδή κατά τη διάρκεια της «περιόδου επιλεξιμότητας») θα μπορούσαν να θεωρηθούν επιλέξιμες για κοινοτική χρηματοδότηση. Σύμφωνα με το άρθρο 5 της σχετικής απόφασης, η προθεσμία για την επιλεξιμότητα των δαπανών που σχετίζονται με τις εν λόγω δράσεις ήταν η 31η Δεκεμβρίου 2001. Το άρθρο 13 παράγραφος 4 της σύμβασης ορίζει ότι οι πληρωμές που πραγματοποιούνται από τον ενδιάμεσο φορέα για την εκτέλεση της επιχορήγησης πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2001 και ότι οι οριστικοί λογαριασμοί του πρέπει να υποβληθούν στην Επιτροπή το αργότερο έως τις 30 Ιουνίου 2002.
Η Επιτροπή σημείωσε ότι η προσέγγισή της στο θέμα αυτό υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς. Παραδείγματος χάριν, σε μεταγενέστερο σημείωμα που απηύθυνε στα κράτη μέλη η ΓΔ REGIO σχετικά με την παράταση της προθεσμίας πληρωμής όσον αφορά τα προγράμματα που χρηματοδοτήθηκαν από τα κοινοτικά διαρθρωτικά ταμεία και πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 1994 και 1999, η Επιτροπή είχε εξηγήσει ότι η παράταση μπορούσε καταρχήν να επιτραπεί σε περίπτωση ενός από τα δύο περιστατικά: i) ένα σαφώς αναγνωρίσιμο σφάλμα που μπορεί να καταλογιστεί στην Επιτροπή (συμπεριλαμβανομένου ενός τεχνικού σφάλματος)· και ii) ανωτέρα βία (που ερμηνεύεται ως καταστροφή με μεγάλο αντίκτυπο) και αιτίες που θα μπορούσαν να εξομοιωθούν με ανωτέρα βία.
Η Επιτροπή αναφέρθηκε στα τρία επιχειρήματα που προέβαλαν οι καταγγέλλοντες.
Το πρώτο επιχείρημα αφορούσε το περιεχόμενο της σύμβασης που υπογράφηκε μεταξύ της Επιτροπής και της CO.SVI.S. Οι καταγγέλλοντες δήλωσαν ότι: i) η σύμβαση προέβλεπε ότι οι πληρωμές προς την CO.SVI.S. θα μπορούσαν να είχαν πραγματοποιηθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2001 και ότι οι σχετικές με τις δαπάνες αυτές καταστάσεις θα μπορούσαν να είχαν υποβληθεί στην Επιτροπή έως τις 30 Ιουνίου 2002· και ii) δεν υπάρχει καμία ένδειξη στη σύμβαση ότι οι δαπάνες που σχετίζονται με το κλείσιμο του προγράμματος έπρεπε να καλυφθούν από την CO.SVI.S. Οι καταγγέλλοντες επισήμαναν επίσης ότι ήταν λογικό η CO.SVI.S. να επιβαρυνθεί με ορισμένες δαπάνες που σχετίζονται με το κλείσιμο του προγράμματος. Επισήμαναν επίσης ότι η CO.SVI.S. έπρεπε να αναδιοργανωθεί, όσον αφορά το προσωπικό, προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με το κλείσιμο του προγράμματος.
Όσον αφορά το επιχείρημα αυτό, η Επιτροπή σημείωσε ότι, σύμφωνα με τη σύμβαση, η προθεσμία της 31ης Δεκεμβρίου 2001 ήταν η προθεσμία εντός της οποίας έπρεπε να πραγματοποιηθούν όλες οι δαπάνες. Στη σύμβαση δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι θα μπορούσε να προβλεφθεί διαφορετική προθεσμία.
Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα, το οποίο αφορούσε τις εικαζόμενες καθυστερήσεις στην είσπραξη των πληρωμών ύψους 5 εκατ. EUR και 7,5 εκατ. EUR, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι καθυστερήσεις που προέβαλαν οι καταγγέλλοντες δεν θα δικαιολογούσαν παράταση της προθεσμίας για την υποβολή των σχετικών δαπανών, δεδομένου ότι δεν ήταν αποτέλεσμα σφάλματος ή ανωτέρας βίας. Επιπλέον, οι υπηρεσίες της Επιτροπής εξέτασαν αμέσως την αίτηση πληρωμής ύψους 7,5 εκατ. ευρώ και 5 εκατ. ευρώ. Οι αιτήσεις παρελήφθησαν στις 8 και 28 Αυγούστου 2001 και τα σχετικά τραπεζικά εμβάσματα είχαν πραγματοποιηθεί στις 5 και 18 Σεπτεμβρίου 2001 αντίστοιχα.
Το τρίτο επιχείρημα αφορούσε την επιστολή που απέστειλε η ΓΔ REGIO στο Υπουργείο Οικονομικών και Οικονομικού Προγραμματισμού στις 15 Μαρτίου 2001. Στη γνώμη της, η Επιτροπή επισήμανε ότι ήταν δύσκολο να εντοπιστεί προηγούμενο που να ευνοεί την CO.SVI.S. στην εν λόγω επιστολή, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει θέση στην επιστολή αυτή όσον αφορά την παράταση της προθεσμίας.
Τέλος, η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι η CO.SVI.S είχε πραγματοποιήσει δαπάνες που συνδέονταν με το κλείσιμο του προγράμματος, αλλά αμφισβήτησε την επιλεξιμότητα των σχετικών δαπανών. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι, όπως αναφέρεται στο δελτίο αριθ. 16 («Εναλλακτική χρηματοδότηση συγχρηματοδοτούμενων έργων») που επισυνάπτεται στην απόφαση 97/322/ΕΚ, οι δαπάνες που σχετίζονται με τη διαδικασία κλεισίματος θα μπορούσαν, σε κάθε περίπτωση, να καλυφθούν από εθνικούς πόρους.
1.3 Στις παρατηρήσεις τους επί της γνώμης της Επιτροπής, οι καταγγέλλοντες ενέμειναν ουσιαστικά στη θέση τους σχετικά με τον φερόμενο καταχρηστικό χαρακτήρα της απόφασης του θεσμικού οργάνου να μην δεχθεί δαπάνες ύψους 61 206,27 ευρώ.
Ο καταγγέλλων σημείωσε ότι δεν είχε ληφθεί υπόψη η δυνατότητα που πρότεινε η Επιτροπή, σύμφωνα με την οποία οι δαπάνες που σχετίζονται με τη διαδικασία κλεισίματος θα μπορούσαν να καλυφθούν με εθνικούς πόρους, διότι, σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, οι δραστηριότητες της CO.SVI.S. θα έπρεπε να είχαν χρηματοδοτηθεί εξ ολοκλήρου από κοινοτικούς πόρους.
Οι καταγγέλλοντες τόνισαν ότι όλες οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε η CO.SVI.S. αποσκοπούσαν στην παροχή υπηρεσίας στην Επιτροπή. Επιπλέον, δεδομένου ότι το συνολικό ποσό των δαπανών δεν υπερέβη τα κονδύλια που διατέθηκαν στην CO.SVI.S. για την εκτέλεση των καθηκόντων της και δεδομένου ότι τα καθήκοντα αυτά είχαν δεόντως ολοκληρωθεί, το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε αποδεχθεί μόνο εν μέρει τις δαπάνες αυτές συνιστούσε περίπτωση αδικαιολόγητου πλουτισμού εκ μέρους της.
Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι οι υπηρεσίες της διεκπεραίωναν πάντα τις πληρωμές εγκαίρως, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι, αντιθέτως, υπήρξε καθυστέρηση μεταξύ της εκτέλεσης της πληρωμής που πραγματοποίησε η Επιτροπή τον Σεπτέμβριο του 2001 και της πίστωσης των κεφαλαίων στην CO.SVI.S., η οποία πραγματοποιήθηκε μόλις στις 2 Ιανουαρίου 2002. Ως εκ τούτου, ήταν αδύνατο να τηρηθεί η προθεσμία της 31ης Δεκεμβρίου 2001.
Η επιστολή της ΓΔ REGIO προς το Υπουργείο Οικονομικών και Οικονομικού Προγραμματισμού της 15ης Μαρτίου 2001 θα πρέπει να θεωρηθεί ως απόδειξη ότι η Επιτροπή συμφώνησε σιωπηρά με τη θέση που είχε εκφράσει προηγουμένως το ιταλικό Υπουργείο (8).
1.4 Στο αίτημά του της 21ης Μαρτίου 2006 για περαιτέρω πληροφορίες, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι, στις παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες είχαν αναφερθεί σε επιστολή που απέστειλε το ιταλικό Υπουργείο Οικονομικών και Οικονομικού Προγραμματισμού στην περιφέρεια της Λιγουρίας στις 8 Μαρτίου 2001. Στην επιστολή του, το Υπουργείο έκρινε ότι ορισμένες δαπάνες που σχετίζονται με τις δραστηριότητες κλεισίματος ενός σχετικού προγράμματος θα μπορούσαν να θεωρηθούν παραδεκτές, παρόλο που είχαν πραγματοποιηθεί μετά την προθεσμία της 31ης Δεκεμβρίου 2001. Το Υπουργείο κάλεσε την Επιτροπή να διατυπώσει παρατηρήσεις σχετικά με τη θέση που έλαβε το Υπουργείο, εφόσον το επιθυμούσε. Με την από 15 Μαρτίου 2001 απάντησή της, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν είχε να διατυπώσει παρατηρήσεις. Δεδομένου ότι η ακριβής διατύπωση της επιστολής της Επιτροπής της 15ης Μαρτίου 2001 ήταν ασαφής, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από το θεσμικό όργανο να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του επί του σημείου αυτού.
Ο Διαμεσολαβητής αναφέρθηκε επίσης στο περιεχόμενο σημειώματος που απηύθυνε η Επιτροπή στα κράτη μέλη στις 5 Οκτωβρίου 2001. Στο παρόν σημείωμα, το θεσμικό όργανο απαρίθμησε δύο περιπτώσεις στις οποίες θα χορηγούνταν καταρχήν παράταση της σχετικής προθεσμίας: σαφώς αναγνωρίσιμο σφάλμα που καταλογίζεται στην Επιτροπή (συμπεριλαμβανομένου τεχνικού σφάλματος) και ανωτέρα βία (που ερμηνεύεται ως καταστροφή με μεγάλο αντίκτυπο) και αιτίες που θα μπορούσαν να εξομοιωθούν με ανωτέρα βία. Ωστόσο, στην επιστολή του προς την CO.SVI.S. της 20ής Ιουνίου 2001, το θεσμικό όργανο ανέφερε ότι παράταση της προθεσμίας μπορούσε να χορηγηθεί μόνο σε περίπτωση ανωτέρας βίας. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την Επιτροπή να σχολιάσει αυτή την προφανή απόκλιση.
Επιπλέον, στις παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες προέβαλαν έναν νέο ισχυρισμό, δηλαδή ότι, επειδή το συνολικό ποσό των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε η CO.SVI.S. δεν υπερέβαινε τα κονδύλια που διατέθηκαν στην CO.SVI.S. για την εκτέλεση των καθηκόντων της τα οποία είχαν δεόντως ολοκληρωθεί, η απόφαση της Επιτροπής να δεχθεί τελικά μόνο ένα μέρος των δαπανών αυτών συνιστούσε περίπτωση αδικαιολόγητου πλουτισμού εκ μέρους της. Αυτό αποτέλεσε νέο ισχυρισμό και ο Διαμεσολαβητής έκρινε σκόπιμο να ζητήσει από την Επιτροπή να γνωμοδοτήσει επ’ αυτού.
1.5 Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι το περιεχόμενο του εγγράφου της 15ης Μαρτίου 2001 ήταν ασαφές και εξέφρασε τη λύπη της. Ωστόσο, τόνισε ότι οι κανόνες που εφαρμόζονται στην επίμαχη συνολική επιχορήγηση ήταν πράγματι σαφείς. Η τελική προθεσμία για τις πληρωμές ήταν η 31η Δεκεμβρίου 2001 και η προθεσμία αυτή θα μπορούσε να τροποποιηθεί μόνο με ρητή απόφαση της Επιτροπής. Η Επιτροπή δεν είχε λάβει τέτοια απόφαση εν προκειμένω.
Όσον αφορά τη φαινομενική απόκλιση μεταξύ του περιεχομένου του σημειώματός της που απευθύνθηκε στα κράτη μέλη στις 5 Οκτωβρίου 2001 και του περιεχομένου του εγγράφου που απευθύνθηκε στην CO.SVI.S. στις 20 Ιουνίου 2001, η Επιτροπή τόνισε ότι, κατά την εξέταση του αιτήματος που υπέβαλε η CO.SVI.S. για παράταση της σχετικής προθεσμίας, δεν φαινόταν αναγκαίο να εξεταστεί αν πληρούνταν οι προϋποθέσεις σχετικά με ένα σαφώς αναγνωρίσιμο σφάλμα που μπορούσε να καταλογιστεί στην Επιτροπή. Το μόνο ζήτημα που έπρεπε να εξεταστεί στο πλαίσιο του εγγράφου αυτού ήταν το ζήτημα της ανωτέρας βίας. Αντιθέτως, το σημείωμα της 5ης Οκτωβρίου 2001 ήταν ένα γενικό ενημερωτικό σημείωμα και, ως εκ τούτου, όλες οι περιπτώσεις στις οποίες μπορούσε, κατ’ αρχήν, να χορηγηθεί παράταση της σχετικής προθεσμίας εξετάστηκαν στο έγγραφο αυτό.
Όσον αφορά τον εικαζόμενο αδικαιολόγητο πλουτισμό από την Επιτροπή, η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν μπορούσε να συγχρηματοδοτήσει άλλες δαπάνες εκτός από τις δαπάνες που καλύπτονταν από την επιχορήγηση και πραγματοποιήθηκαν εντός της σχετικής προθεσμίας. Αν, όπως συνέβη εν προκειμένω, ορισμένα κεφάλαια δεν είχαν χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου επιλεξιμότητας, θα έπρεπε να επιστραφούν στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Μια εναλλακτική ερμηνεία, η οποία θα σήμαινε ότι τα μη χρησιμοποιηθέντα κεφάλαια θα μπορούσαν να παραμείνουν στα χέρια των δικαιούχων, θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητο πλουτισμό των δικαιούχων. Επομένως, μια τέτοια εναλλακτική ερμηνεία θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 274 της συνθήκης ΕΚ.
1.6 Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής, οι καταγγέλλοντες ενέμειναν βασικά στη θέση που είχαν ήδη εκφράσει στην καταγγελία και τις παρατηρήσεις τους.
1.7 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το άρθρο 5 της απόφασης C(98) 114 της Επιτροπής ορίζει σαφώς ότι η προθεσμία για την επιλεξιμότητα των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν κατά την υλοποίηση της επιδότησης ορίστηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2001. Όλοι οι λογαριασμοί σχετικά με τις δαπάνες αυτές έπρεπε να υποβληθούν έως τις 30 Ιουνίου 2002. Επιπλέον, επισημαίνει ότι το άρθρο 13 παράγραφος 4 της σύμβασης που υπογράφηκε στις 21 Απριλίου 1998 μεταξύ της Επιτροπής και της CO.SVI.S., ορίζει σαφώς ότι οι πληρωμές από τον ενδιάμεσο φορέα, δηλαδή την CO.SVI.S., για την εκτέλεση της επιχορήγησης έπρεπε να πραγματοποιηθούν το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2001 και οι τελικοί λογαριασμοί στην Επιτροπή έπρεπε να υποβληθούν το αργότερο έως τις 30 Ιουνίου 2002.
Το γεγονός ότι ορισμένες δαπάνες μπορεί απαραιτήτως να πραγματοποιήθηκαν μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2001 (για παράδειγμα, δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν για την υποβολή λογαριασμών έως τις 30 Ιουνίου 2002) δεν συνεπάγεται ότι οι δαπάνες αυτές πρέπει απαραιτήτως να καλυφθούν από κοινοτικούς πόρους. Πράγματι, σε αντίθεση με τη θέση που έλαβαν οι καταγγέλλοντες, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι όλες οι δαπάνες που πραγματοποίησε η CO.SVI.S. θα έπρεπε να είχαν χρηματοδοτηθεί εξ ολοκλήρου από κοινοτικούς πόρους. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, εν προκειμένω, ότι η ίδια η απόφαση αναφέρεται στη συγχρηματοδότηση και ότι το δελτίο αριθ. 16 που επισυνάπτεται στην απόφαση 97/322/ΕΚ αναφέρεται στην εναλλακτική χρηματοδότηση συγχρηματοδοτούμενων έργων. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει περαιτέρω ότι το άρθρο 2 παράγραφος 1 της Σύμβασης αναφέρεται επίσης σε συνολική επιχορήγηση που συγχρηματοδοτείται από το EDRF.
Εξάλλου, η απόφαση, διευκρινίζοντας σαφώς ότι μόνον οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2001 θα αποτελούν επιλέξιμες δαπάνες, ενώ διευκρινίζει ότι τα σχετικά με τις δαπάνες αυτές έγγραφα μπορούν να υποβληθούν έως τις 30 Ιουνίου 2002, συνεπάγεται σαφώς ότι τουλάχιστον ένα ορισμένο μέρος της καταρτίσεως των λογαριασμών θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2001 και ότι οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2001 για την κατάρτιση των λογαριασμών αυτών δεν θα αποτελούσαν επιλέξιμες δαπάνες.
1.9 Ενώ η απόφαση είναι σαφής όσον αφορά τις δαπάνες που θα καλυφθούν από τους κοινοτικούς πόρους, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η Επιτροπή ήταν υπεύθυνη για την παραπλάνηση του δικαιούχου όσον αφορά την ορθή έννοια της απόφασης.
Οι καταγγέλλοντες ισχυρίζονται ότι η επιστολή της ΓΔ REGIO της 15ης Μαρτίου 2001 προς το Υπουργείο Οικονομικών και Οικονομικού Προγραμματισμού τους οδήγησε στο συμπέρασμα ότι οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από την CO.SVI.S. μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2001 θα αποτελούσαν επιλέξιμες δαπάνες και θα καλύπτονταν από την επιχορήγηση.
Στην επιστολή της 15ης Μαρτίου 2001, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ανέφεραν ότι δεν είχαν να διατυπώσουν παρατηρήσεις όσον αφορά την επιστολή που απέστειλαν οι ιταλικές αρχές στις 8 Μαρτίου 2001, στην οποία οι ιταλικές αρχές υπαινίσσονταν ότι οι δαπάνες που ήταν αναγκαίες για την προετοιμασία της υποβολής των λογαριασμών μπορούσαν να θεωρηθούν επιλέξιμες δαπάνες.
Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η επιστολή των ιταλικών αρχών της 8ης Μαρτίου 2001 δεν αναφέρει συγκεκριμένα αν οι εν λόγω δαπάνες θα επιστραφούν από την Επιτροπή μέσω της επιχορήγησης ή από τις ιταλικές αρχές στο πλαίσιο του ρόλου τους ως αρχής συγχρηματοδότησης. Όπως επισημάνθηκε στο σημείο 1.8 ανωτέρω, οι ιταλικές αρχές θα μπορούσαν να επιλέξουν, στο πλαίσιο της συγχρηματοδότησης, να καλύψουν τυχόν πρόσθετες δαπάνες που ενδέχεται να μην καλύπτονται από την επιχορήγηση. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ήταν εύλογο η Επιτροπή να ερμηνεύσει την επιστολή της 8ης Μαρτίου 2001 ως αναγνώριση εκ μέρους των ιταλικών αρχών ότι οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2001 θα καλύπτονταν από εθνικούς πόρους.
Επιπλέον, εάν οι ιταλικές αρχές είχαν την πρόθεση να υπονοήσουν στην επιστολή της 8ης Μαρτίου 2001 ότι, παρά τους σαφείς κανόνες που καθορίζονται στην ίδια την απόφαση, οι κοινοτικοί πόροι θα κάλυπταν ορισμένες δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2001, θα έπρεπε να το αναφέρουν ρητά στην επιστολή και να ζητήσουν από την Επιτροπή να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επ’ αυτού. Ωστόσο, το έγγραφο της 8ης Μαρτίου 2001 δεν περιείχε τέτοια σαφή δήλωση.
Ως προς αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η επιστολή της ΓΔ REGIO της 15ης Μαρτίου 2001 δεν αποτελεί απόδειξη ότι η Επιτροπή συμφώνησε να καλύψει τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2001.
Καίτοι η θέση που έλαβε η Επιτροπή με το από 15 Μαρτίου 2001 έγγραφό της θα μπορούσε βασίμως να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι περιορίστηκε να λάβει υπόψη τη θέση των ιταλικών αρχών ότι οι εν λόγω αρχές θα κάλυπταν τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2001, θα ήταν προτιμότερο, προκειμένου να αποφευχθούν ενδεχόμενες παρανοήσεις, να είχε δηλώσει ρητώς η Επιτροπή ότι αυτή ήταν πράγματι η αντίληψή της. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε ότι το περιεχόμενο της επιστολής της ήταν ασαφές και εξέφρασε τη λύπη της για την εν λόγω έλλειψη σαφήνειας.
1.10 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, όπως ανέφερε η Επιτροπή, φαίνεται ότι ο CO.SVI.S. δεν απέδειξε ούτε επικαλέστηκε καμία περίπτωση ανωτέρας βίας προς στήριξη του αιτήματός του της 28ης Μαΐου 2001.
1.11 Όσον αφορά το επιχείρημα των καταγγελλόντων ότι σημειώθηκε σημαντική καθυστέρηση μεταξύ της εκτέλεσης της πληρωμής που πραγματοποίησε η Επιτροπή τον Σεπτέμβριο του 2001 και της πίστωσης των κεφαλαίων (και για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, ήταν αδύνατο να τηρηθεί η προθεσμία της 31ης Δεκεμβρίου 2001), ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, από τα έγγραφα που του διαβίβασαν οι καταγγέλλοντες, προκύπτει ότι πράγματι πραγματοποιήθηκαν δύο τραπεζικές μεταφορές υπέρ της CO.SVI.S., στις 21 Νοεμβρίου 2001 (για 5 εκατ. ευρώ) και στις 27 Δεκεμβρίου 2001 (για 7,5 εκατ. ευρώ), αντίστοιχα. Διαπιστώθηκε, ωστόσο, ότι η οντότητα που πραγματοποίησε τις εν λόγω τραπεζικές μεταφορές ήταν το ιταλικό Υπουργείο Οικονομικών.
Η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 της σύμβασης που υπεγράφη από την Επιτροπή και την CO.SVI.S. στις 21 Απριλίου 1998 ορίζει ότι όλες οι πληρωμές που σχετίζονται με τη συνολική επιχορήγηση και πραγματοποιούνται από την Επιτροπή θα πιστώνονται στο Υπουργείο Οικονομικών και στη συνέχεια θα μεταβιβάζονται στον ενδιάμεσο φορέα. Έτσι, φαίνεται ότι η Επιτροπή πραγματοποίησε τα τραπεζικά εμβάσματα στο Υπουργείο Οικονομικών τον Σεπτέμβριο του 2001. Στη συνέχεια, το Υπουργείο Οικονομικών καθυστέρησε την πραγματοποίηση των μεταβιβάσεων έως τις 21 Νοεμβρίου 2001 και στις 27 Δεκεμβρίου 2001 αντίστοιχα.
Ως εκ τούτου, το χρονικό διάστημα μεταξύ της εκτέλεσης της πληρωμής που πραγματοποιήθηκε από την Επιτροπή και της πίστωσης των σχετικών κεφαλαίων στον τραπεζικό λογαριασμό της CO.SVI.S. δεν φαίνεται να μπορεί να καταλογιστεί στην Επιτροπή.
1.12 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η απόφαση της Επιτροπής με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της CO.SVI.S. για αναβολή της προθεσμίας της 31ης Δεκεμβρίου 2001 ελήφθη βάσει των σχετικών εφαρμοστέων κανόνων.
Κατά συνέπεια, η απόφαση της Επιτροπής ότι δαπάνες ύψους 61 206,27 ευρώ δεν ήταν επιλέξιμες επειδή δεν είχαν υποβληθεί εντός της σχετικής προθεσμίας ελήφθη επίσης βάσει των σχετικών εφαρμοστέων κανόνων.
1.13 Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
2 Επί του φερόμενου ως αδικαιολόγητου πλουτισμού της Επιτροπής2.1 Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι, δεδομένου ότι το συνολικό ποσό των δαπανών που πραγματοποίησε η CO.SVI.S. δεν υπερέβη τα κονδύλια που διατέθηκαν στην CO.SVI.S. για την εκτέλεση καθηκόντων τα οποία είχε δεόντως ολοκληρώσει, η απόφαση της Επιτροπής να δεχθεί τελικά μέρος μόνο των δαπανών αυτών συνιστούσε περίπτωση αδικαιολόγητου πλουτισμού εκ μέρους της.
2.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή τόνισε ότι μόνο οι επιλέξιμες δαπάνες που αφορούν τα επιμέρους μέτρα της σχετικής απόφασης χορήγησης της επιδότησης θα μπορούσαν να έχουν ληφθεί υπόψη. Η Επιτροπή δεν μπορούσε να συγχρηματοδοτήσει άλλες δαπάνες εκτός από εκείνες που καλύπτονταν από την επιχορήγηση και πραγματοποιήθηκαν εντός της σχετικής προθεσμίας. Εάν, όπως συνέβη εν προκειμένω, ορισμένα κεφάλαια δεν είχαν χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου επιλεξιμότητας, τα κεφάλαια θα έπρεπε να επιστραφούν στον κοινοτικό προϋπολογισμό.
Η Επιτροπή τόνισε επίσης ότι οποιαδήποτε εναλλακτική ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία τα μη χρησιμοποιηθέντα κεφάλαια θα παρέμεναν στα χέρια των δικαιούχων, θα συνιστούσε αδικαιολόγητο πλουτισμό των δικαιούχων και θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 274 της συνθήκης ΕΚ.
2.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το άρθρο 4 της απόφασης C(98) 114 της Επιτροπής ορίζει ότι οι λεπτομέρειες χορήγησης των επιχορηγήσεων μπορούν να τροποποιηθούν βάσει πιθανών προσαρμογών που πρέπει να γίνουν όσον αφορά τη διαθεσιμότητα των κονδυλίων και τους δημοσιονομικούς κανόνες σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 25 παράγραφος 5 του κανονισμού 4253/88 (9). Το άρθρο 25 παράγραφος 5 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι «(...) η Επιτροπή, σε συνεργασία με το κράτος μέλος, προβαίνει σε κάθε αναγκαία προσαρμογή του όγκου ή των όρων της συνδρομής, όπως είχε εγκριθεί αρχικά, και του χρονοδιαγράμματος των προβλεπόμενων πληρωμών».
2.4 Υπό το πρίσμα των συμπερασμάτων που συνάγονται στα σημεία 1.12 και 1.13 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η απόφαση της Επιτροπής να μειώσει τη χρηματοδοτική συνδρομή της, δεδομένου ότι η CO.SVI.S δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωσή της όσον αφορά την προθεσμία για τη λογιστική καταχώριση των σχετικών δαπανών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως περίπτωση αδικαιολόγητου πλουτισμού εκ μέρους της Επιτροπής.
2.5 Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
3 Ο ισχυρισμός των καταγγελλόντων3.1 Στην καταγγελία τους προς τον Διαμεσολαβητή, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή έπρεπε να επανεξετάσει την απόφασή της και να δεχθεί δαπάνες ύψους 61 206,27 ευρώ, όπως ζητούσε η CO.SVI.S.
3.2 Βάσει των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε στο σημείο 1.13 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το αίτημα των καταγγελλόντων πρέπει να απορριφθεί.
4 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) ΕΕ 1988, L 185, σ. 9.
(2) Κανονισμός (ΕΟΚ) 2081/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 για την αποστολή των διαρθρωτικών ταμείων, την αποτελεσματικότητά τους και τον συντονισμό των παρεμβάσεών τους μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των άλλων υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 193, σ. 5).
(3) Το σχετικό κείμενο έχει ως εξής: "(...) Il contributo comunitario riguarda le spese connesse alle operazioni previste dalla sovvenzione globale che saranno state oggetto, nello stato membro, di disposizioni giuridicamente vincolanti, e per le quali le necessarie risorse finanziarie saranno state specificatamente impegnate al più tardi il 31 dicembre 1999. La data limite per la contabilizzazione delle spese relative a queste azioni è fissata al 31 dicembre 2001."
(4) Το σχετικό κείμενο έχει ως εξής "(...) I pagamenti effettuati dall'intermediario in esecuzione della sovvenzione globale dovranno avere luogo entro il 31.12.2001 e la rendicontazione alla Commissione delle spese sostenute dall'intermediario per l'esecuzione della suddetta sovvenzione dovrà avvenire non oltre il 30.6.2002."
(5) ΕΕ 1997, L 146, σ. 11.
(6) Βλ. υποσημείωση 1.
(7) Κανονισμός (ΕΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 374, σ. 1).
(8) Βλ. υποσημείωση 1.
(9) Κανονισμός (ΕΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους καθώς και με τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 374, σ. 1).