FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 1368/2004/GG κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Η καταγγέλλουσα, γερμανική εταιρεία, ανήκε σε κοινοπραξία με την οποία η Επιτροπή είχε συνάψει σύμβαση παροχής υπηρεσιών. Η σύμβαση αφορούσε την παροχή δύο εμπειρογνωμόνων της ΕΕ, ενός συνδιευθυντή και ενός οικονομικού/διοικητικού διαχειριστή, για ένα περιβαλλοντικό έργο στην Κίνα. Ένας εμπειρογνώμονας που απασχολείται από τον καταγγέλλοντα διορίστηκε οικονομικός/διοικητικός διευθυντής και, μετά από προσθήκη στη σύμβασή του, έγινε ουσιαστικά αναπληρωτής συνδιευθυντής. Δύο χρόνια αργότερα, η αντιπροσωπεία της Επιτροπής στο Πεκίνο ενημέρωσε την κοινοπραξία ότι είχε αποφασίσει να καταγγείλει τη σύμβαση του εμπειρογνώμονα επειδή δεν είχε εκπληρώσει τα καθήκοντά του, όπως τροποποιήθηκαν στην προσθήκη. Ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή πρόσβαση στα έγγραφα στα οποία βασίστηκε η καταγγελία της σύμβασης. Η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα αυτό.

Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε με τον κανονισμό 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα. Αργότερα, ισχυρίστηκε επίσης ότι η καταγγελία της σύμβασης ήταν παράνομη.

Η Επιτροπή υποστήριξε ότι τα έγγραφα δεν μπορούσαν να δημοσιοποιηθούν, διότι θα έθιγαν την προσωπική ακεραιότητα του πραγματογνώμονα και τα εμπορικά του συμφέροντα. Προσέθεσε ότι τα έγγραφα μπορούν να τεθούν στη διάθεση δικαστικής αρχής μόνο κατόπιν δικαστικής εντολής για την προσκόμισή τους. Όσον αφορά την καταγγελία της σύμβασης, η Επιτροπή είχε απευθύνει δύο φορές επιστολή στην κοινοπραξία για να καταγγείλει ότι ο εμπειρογνώμονας δεν εκπλήρωνε τα καθήκοντά του, αλλά η κατάσταση δεν είχε μεταβληθεί. Συνέχισε να αναβάλλει την ανάληψη των νέων ευθυνών. Οι συνάδελφοί του, οι οποίοι αναγκάστηκαν να αναλάβουν τον επιπλέον φόρτο εργασίας, συνέχισαν να διαμαρτύρονται για αυτό.

Οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή εξέτασαν τον φάκελο της Επιτροπής. Αφού εξέτασε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, μολονότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά την καταγγελία της σύμβασης, η Επιτροπή δεν είχε παράσχει εύλογη εξήγηση για την άρνησή της να επιτρέψει την πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα. Ως εκ τούτου, απηύθυνε σχέδιο σύστασης στην Επιτροπή ζητώντας της να επανεξετάσει το αίτημα του καταγγέλλοντος.

Η Επιτροπή δήλωσε ότι εξακολουθούσε να είναι πεπεισμένη ότι είχε εξετάσει δεόντως το αίτημα. Ωστόσο, σε πνεύμα καλής συνεργασίας, είχε επανεξετάσει το θέμα και μπορούσε να χορηγήσει μερική πρόσβαση σε 13 από τα 16 σχετικά έγγραφα, διαγράφοντας ορισμένα ονόματα και συμβατικές λεπτομέρειες. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την ικανοποίησή του για τις παραχωρήσεις που έκανε η Επιτροπή, αλλά τόνισε ότι δεν προχώρησαν αρκετά.

Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η Επιτροπή δεν είχε εφαρμόσει ορθά το σχέδιο σύστασής του. Κατά την άποψή του, η Επιτροπή δεν παρέσχε εύλογη εξήγηση για το ότι απέκλεισε το όνομα του συνδιευθυντή της ΕΕ από ορισμένα έγγραφα και για το ότι δεν χορήγησε τουλάχιστον μερική πρόσβαση στα υπόλοιπα τρία έγγραφα. Δεδομένου ότι ο Διαμεσολαβητής δεν έχει τη δυνατότητα να εκδώσει περαιτέρω σχέδιο σύστασης σχετικά με την ίδια υπόθεση, περάτωσε την υπόθεση αυτή με επικριτική παρατήρηση.


Στρασβούργο, 15 Δεκεμβρίου 2005

Αξιότιμε κ. G.,

Στις 3 Μαΐου 2004, υποβάλατε, εξ ονόματος της GFI Umwelt – Gesellschaft für Infrastruktur und Umwelt mbH, καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα.

Στις 19 Μαΐου 2004, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 25 Αυγούστου 2004. Σας το διαβίβασα στις 30 Αυγούστου 2004 με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 27 Σεπτεμβρίου 2004. Στις παρατηρήσεις αυτές, υποβάλατε έναν περαιτέρω ισχυρισμό.

Στις 20 Οκτωβρίου 2004, ζήτησα από την Επιτροπή να μου παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την υπόθεσή σας και να σχολιάσει τον πρόσθετο ισχυρισμό που είχατε προβάλει. Η Επιτροπή απέστειλε την απάντησή της στις 14 Δεκεμβρίου 2004. Σας το διαβίβασα στις 14 Δεκεμβρίου 2004 με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 30 Δεκεμβρίου 2004.

Στις 18 Ιανουαρίου 2005, ζήτησα από την Επιτροπή πρόσβαση στον φάκελό της. Ο έλεγχος των σχετικών εγγράφων πραγματοποιήθηκε από τις υπηρεσίες μου στις 22 Φεβρουαρίου 2005. Αντίγραφο της παρούσας έκθεσης σας διαβιβάστηκε στις 28 Φεβρουαρίου 2005 μαζί με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 9 Μαρτίου 2005.

Στις 29 Απριλίου 2005, απηύθυνα σχέδιο σύστασης στην Επιτροπή, ζητώντας την υποβολή της εμπεριστατωμένης γνώμης της τελευταίας έως τις 31 Ιουλίου 2005.

Με σημείωμα της 5ης Αυγούστου 2005, η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής με πληροφόρησε ότι η εμπεριστατωμένη γνώμη θα καθυστερούσε.

Στις 31 Αυγούστου 2005, αποστείλατε επιστολή για να ρωτήσετε αν είχε παραληφθεί η απάντηση της Επιτροπής. Η επιστολή αυτή περιήλθε στο Γραφείο μου στις 7 Σεπτεμβρίου 2005. Σε τηλεφωνική συνομιλία με τον κ. Grill των υπηρεσιών μου, πληροφορηθήκατε την ίδια ημέρα ότι η εμπεριστατωμένη γνώμη της Επιτροπής δεν είχε ακόμη ληφθεί.

Η εμπεριστατωμένη γνώμη της Επιτροπής ελήφθη από εμένα στις 6 Οκτωβρίου 2005 (αγγλικό πρωτότυπο) και στις 24 Οκτωβρίου 2005 (γερμανική μετάφραση). Σας τη διαβίβασα στις 13 Οκτωβρίου 2005 (αγγλικό πρωτότυπο) και στις 25 Οκτωβρίου 2005 (γερμανική μετάφραση) με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 7 Νοεμβρίου 2005.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Εισαγωγή

Η παρούσα καταγγελία σχετίζεται με άλλη καταγγελία (καταγγελία 402/2004/GG) που υποβλήθηκε από την ίδια καταγγέλλουσα, μια γερμανική εταιρεία.

Καταγγελία 402/2004/GG

Στις 3 Αυγούστου 1999, η Επιτροπή συνήψε σύμβαση παροχής υπηρεσιών με την Rhein-Ruhr Ingenieur-Gesellschaft mbH («RRI», γερμανική εταιρεία) ως επικεφαλής κοινοπραξίας στην οποία συμμετείχε ο καταγγέλλων. Η σύμβαση αφορούσε την παροχή δύο εμπειρογνωμόνων της ΕΕ, ενός συνδιευθυντή και ενός οικονομικού/διοικητικού διαχειριστή για τεχνική βοήθεια στο ολοκληρωμένο περιβαλλοντικό έργο Liaoning ΕΕ-Κίνας (LIEP), πολλά από τα οποία: Διαχείριση του Γραφείου Προγράμματος και του Έργου Περιβαλλοντικής Ευαισθητοποίησης. Ο W., εμπειρογνώμονας απασχολούμενος από τον καταγγέλλοντα, έγινε οικονομικός/διοικητικός διευθυντής τον Σεπτέμβριο του 2000. Κατόπιν τροποποιήσεως της συμβάσεως που υπογράφηκε τον Σεπτέμβριο του 2001, ο W. έγινε αναπληρωτής συνδιευθυντής.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 2003, η αντιπροσωπεία της Επιτροπής στο Πεκίνο ενημέρωσε την RRI με συστημένη επιστολή ότι είχε αποφασίσει να καταγγείλει τη σύμβαση βάσει του άρθρου 15 της τελευταίας και με την αιτιολογία ότι ο αναπληρωτής συνδιευθυντής δεν είχε εκπληρώσει τα καθήκοντά του, όπως τροποποιήθηκαν στην προσθήκη αριθ. 2. Η Επιτροπή εξήγησε ότι, με δύο επιστολές που απέστειλε στις 6 Ιουνίου 2002 και στις 30 Ιανουαρίου 2003, είχε επισημάνει ότι οι υπηρεσίες που παρείχε ο καταγγέλλων δεν παρέχονταν κατά τρόπο ικανοποιητικό για την Επιτροπή και είχε προειδοποιήσει ότι, εάν ο αναπληρωτής συνδιευθυντής δεν εκτελούσε τα καθήκοντά του, θα θεωρούσε ότι η κοινοπραξία της οποίας ηγείτο η RRI παραβίαζε τη σύμβαση.

Με επιστολή που απέστειλε στις 22 Σεπτεμβρίου 2003, η RRI αμφισβήτησε την απόφαση αυτή και ζήτησε από την Επιτροπή να παράσχει ακριβέστερες πληροφορίες ως προς τους λόγους της. Στην απάντησή της της 26ης Σεπτεμβρίου 2003, η αντιπροσωπεία επισήμανε ότι ο αναπληρωτής συνδιευθυντής είχε, μεταξύ άλλων, την «ευθύνη για τις δημόσιες συμβάσεις και τη σύναψη συμβάσεων». Σύμφωνα με την αντιπροσωπεία, ο εμπειρογνώμονας του καταγγέλλοντος δεν εκπλήρωσε το καθήκον αυτό.

Η RRI απέστειλε νέα επιστολή στην αντιπροσωπεία στις 10 Νοεμβρίου 2003. Στην απάντησή της της 18ης Νοεμβρίου 2003, η αντιπροσωπεία δεν παρέσχε περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με τους λόγους της απόφασής της να καταγγείλει τη σύμβαση.

Κατόπιν της καταγγελίας της συμβάσεως τεχνικής βοήθειας, η καταγγέλλουσα έκρινε αναγκαίο να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της με τον W. Ο τελευταίος προσέφυγε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Arbeitsgericht (δικαστηρίου εργατικών διαφορών) της Βόννης (Γερμανία). Φαίνεται ότι, κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας, ο καταγγέλλων έπρεπε να παράσχει λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την εικαζόμενη άρνηση του W. να ασκήσει τα καθήκοντά του.

Στην καταγγελία 402/2004/GG, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε κατ’ ουσίαν ότι η Επιτροπή δεν είχε παράσχει επαρκώς ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τους λόγους καταγγελίας της σύμβασης τεχνικής βοήθειας.

Ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε ότι θα πρέπει να διεξαχθεί έρευνα. Ως εκ τούτου, διαβίβασε την καταγγελία στην Επιτροπή για γνωμοδότηση. Στη συνέχεια, η γνώμη αυτή διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα για να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Με βάση τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η Επιτροπή είχε παράσχει επαρκώς ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τους λόγους καταγγελίας της σύμβασης και ότι, ως εκ τούτου, δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, η υπόθεση περατώθηκε με απόφαση της 12ης Αυγούστου 2004 (1).

Επιστολή του καταγγέλλοντος της 19ης Μαρτίου 2004

Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ανέφερε ότι είχε υποβάλει, βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (2) («κανονισμός 1049/2001»), αίτηση πρόσβασης στα έγγραφα που αφορούν την καταγγελία της σύμβασης στην Επιτροπή την ίδια ημέρα κατά την οποία είχε απευθύνει επιστολή στον Διαμεσολαβητή (5 Φεβρουαρίου 2004).

Σε νέα επιστολή της 19ης Μαρτίου 2004, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι το αίτημα αυτό είχε απορριφθεί στις 26 Φεβρουαρίου 2004, ότι είχε υποβληθεί επιβεβαιωτική αίτηση στις 4 Μαρτίου 2004 και ότι η έρευνα του Διαμεσολαβητή θα έπρεπε να επεκταθεί ώστε να καλύψει την άρνηση της Επιτροπής να χορηγήσει πρόσβαση.

Δεδομένου ότι η προθεσμία εντός της οποίας η Επιτροπή έπρεπε να εξετάσει την επιβεβαιωτική αίτηση σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001 (15 εργάσιμες ημέρες μετά την καταχώριση) δεν είχε ακόμη λήξει κατά τον χρόνο σύνταξης της παρούσας επιστολής από τον καταγγέλλοντα, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν ήταν ακόμη σε θέση να εξετάσει αυτόν τον περαιτέρω ισχυρισμό, αλλά ότι ο καταγγέλλων μπορούσε να υποβάλει εκ νέου το ζήτημα αυτό μόλις είχε λήξει η σχετική προθεσμία, εάν η Επιτροπή δεν είχε ακόμη απαντήσει.

Επί της υπό κρίση αιτιάσεως

Με επιστολή της 3ης Μαΐου 2004, ο καταγγέλλων επανέλαβε την καταγγελία του όσον αφορά το ζήτημα της πρόσβασης σε έγγραφα, επισημαίνοντας ότι η επιβεβαιωτική αίτηση είχε απορριφθεί στις 26 Απριλίου 2004. Ως εκ τούτου, η επιστολή αυτή καταχωρίστηκε ως νέα καταγγελία (καταγγελία 1368/2004/GG).

Με την απόφασή της, η Επιτροπή προέβη σε διάκριση μεταξύ τριών κατηγοριών εγγράφων. Τα έγγραφα που ανήκουν στις δύο πρώτες κατηγορίες (1: Συμβατικά έγγραφα· 2: Η αλληλογραφία σχετικά με την εκτέλεση της σύμβασης) απαριθμούνταν, ενώ τα έγγραφα της κατηγορίας 3 αναφέρονταν μόνο με γενικούς όρους («διάφορη αλληλογραφία, κυρίως μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μεταξύ διαφόρων προσώπων σε σχέση με την εκτέλεση της σύμβασης»). Η Επιτροπή υποστήριξε ότι το ζήτημα της πρόσβασης δεν μπορούσε να εξεταστεί όσον αφορά συγκεκριμένους αιτούντες, δεδομένου ότι τα έγγραφα που γνωστοποιήθηκαν ανήκαν στον δημόσιο τομέα και, ως εκ τούτου, ήταν προσβάσιμα σε όλους.

Αφού εξέφρασε την άποψη ότι ο καταγγέλλων θα έπρεπε να έχει ήδη στην κατοχή του τα έγγραφα που ανήκουν στις δύο πρώτες κατηγορίες, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις όσον αφορά το σύνολο των εγγράφων.

Τα έγγραφα περιείχαν πληροφορίες εμπορικού χαρακτήρα σχετικά με τις εταιρείες, τους εμπειρογνώμονες και τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Ως εκ τούτου, η χορήγηση πρόσβασης στα έγγραφα αυτά εμποδίστηκε από το άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο η πρόσβαση δεν επιτρέπεται όταν η κοινολόγηση θα έθιγε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων.

Η γνωστοποίηση θα υπονόμευε επίσης την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας μεμονωμένων προσώπων. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα έγγραφα που περιέχουν τα ονόματα ορισμένων προσώπων (σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και τα βιογραφικά τους σημειώματα). Επομένως, εφαρμοζόταν επίσης η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού.

Δεν μπορούσε να χορηγηθεί μερική πρόσβαση, δεδομένου ότι όλες οι πληροφορίες που περιείχαν τα εν λόγω έγγραφα όσον αφορά την εκτέλεση της σύμβασης καλύπτονταν από την ανάγκη προστασίας των εμπορικών συμφερόντων των ενδιαφερόμενων προσώπων. Από κανένα στοιχείο δεν προέκυπτε η ύπαρξη υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος για τη γνωστοποίηση.

Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα αναγνώρισε ότι είχε στην κατοχή της τα έγγραφα που ανήκαν στις δύο πρώτες κατηγορίες, αλλά δεν είχε στην κατοχή της τα έγγραφα που ανήκαν στην τρίτη κατηγορία. Τόνισε ότι δεν ενδιαφέρεται για έγγραφα που αφορούν τρίτους, αλλά μόνο για εκείνα που αφορούν την καταγγελία της «δικής» της σύμβασης. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι το σκεπτικό της Επιτροπής όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του κ. W. ήταν «γκροτέσκο». Υπογράμμισε ότι η Επιτροπή δικαιολόγησε την καταγγελία της συμβάσεως επικαλούμενη φερόμενο παράπτωμα του W. και, ως εκ τούτου, αμφισβήτησε την ακεραιότητά του κατά τρόπο πολύ χειρότερο απ’ ό,τι θα μπορούσε να πράξει οποιαδήποτε πρόσβαση στα έγγραφα.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η προσέγγιση της Επιτροπής θα καθιστούσε άνευ αντικειμένου τον κανονισμό 1049/2001, δεδομένου ότι τα περισσότερα έγγραφα αφορούν τα προσωπικά ή εμπορικά συμφέροντα τρίτων.

Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε κατ’ ουσίαν ότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε με τον κανονισμό 1049/2001 αρνούμενη να επιτρέψει την πρόσβαση στα έγγραφα που είχε ζητήσει με επιστολές της 5ης Φεβρουαρίου 2004 και της 4ης Μαρτίου 2004. Υποστήριξε ότι η Επιτροπή έπρεπε να παράσχει πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις.

Οι τροποποιημένες αρμοδιότητες του W. είχαν καθοριστεί με προσθήκη στη σύμβαση. Ωστόσο, ο W. ουδέποτε ανέλαβε τις νέες αρμοδιότητες, ίσως επειδή η σύμβαση εργασίας του με την κοινοπραξία δεν είχε τροποποιηθεί ώστε να αντικατοπτρίζει τη νέα εντολή. Η αντιπροσωπεία προσπάθησε να αποσαφηνίσει το θέμα αυτό, αλλά δεν έλαβε ποτέ σαφή απάντηση. Η κατάσταση αυτή είχε οδηγήσει σε καταγγελίες από τον νεοπροσληφθέντα συνδιευθυντή και από τον Κινέζο διευθυντή. Τελικά, η Επιτροπή αποφάσισε να καταγγείλει τη σύμβαση.

Η αίτηση πρόσβασης αφορούσε ανταλλαγές, κυρίως μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μεταξύ άλλων προσώπων που συμμετείχαν στην υλοποίηση του προγράμματος, επισημαίνοντας το γεγονός ότι ο W. δεν ανέλαβε τις νέες αρμοδιότητες που απορρέουν από την αναβάθμιση της θέσης του στην τροποποιημένη εντολή. Η δημοσιοποίηση των μηνυμάτων αυτών θα ήταν επιζήμια για τον W. ως άτομο. Θα έθιγε τόσο την προσωπική του ακεραιότητα όσο και τα εμπορικά του συμφέροντα όσον αφορά τη θέση του στην αγορά εργασίας. Η Επιτροπή θεώρησε ότι ήταν καθήκον της να προστατεύσει τα εμπορικά συμφέροντα του W. και όχι τα συμφέροντα οποιουδήποτε άλλου μέρους. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να θεωρηθεί ότι ο W. ήταν προσωπικά υπεύθυνος για τη μη τήρηση των νέων όρων εντολής. Η άρνησή του να αναλάβει τις νέες ευθύνες μπορεί να οφειλόταν στη συμβατική του θέση με την RRI ή τον καταγγέλλοντα.

Μόλις ένα έγγραφο γνωστοποιηθεί σε έναν αιτούντα, δημοσιοποιήθηκε και θα πρέπει να χορηγηθεί πρόσβαση σε οποιονδήποτε άλλο αιτούντα. Ήταν προφανές ότι τα έγγραφα στα οποία ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση δεν μπορούσαν να δημοσιοποιηθούν. Σκοπός του αιτήματος ήταν η χρήση των εγγράφων σε δικαστικές διαδικασίες κατά του W. Αυτό δεν είχε καμία σχέση με τη διαφάνεια και το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή των θεσμικών οργάνων.

Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, η Επιτροπή ενέμεινε στην απόφασή της να μην κοινοποιήσει τα έγγραφα στον καταγγέλλοντα. Προσέθεσε ότι τα έγγραφα μπορούν να τεθούν στη διάθεση δικαστικής αρχής μόνο κατόπιν δικαστικής εντολής για την προσκόμισή τους.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του και υπέβαλε τις ακόλουθες περαιτέρω παρατηρήσεις.

Η άποψη της Επιτροπής ότι η συμπεριφορά του W. έπρεπε να εξηγηθεί από τη φερόμενη ως μη ικανοποιητική σύμβαση εργασίας του με τον καταγγέλλοντα ήταν καθαρά κερδοσκοπική. Στις 11 Απριλίου 2002, ο καταγγέλλων ενημέρωσε την Επιτροπή, αφού επικοινώνησε με τον W., ότι ο τελευταίος είχε πλήρη επίγνωση των ευθυνών του. Ωστόσο, το αίτημά της να της παρασχεθεί πρόσβαση στις εκθέσεις αποστολής σχετικά με το σχέδιο ή τουλάχιστον σε αποσπάσματα αυτών σχετικά με τις φερόμενες ως κακές επιδόσεις του W. απορρίφθηκε. Στις 5 Φεβρουαρίου 2003, η κοινοπραξία δήλωσε, όπως ζήτησε η αντιπροσωπεία: «Παρακαλείσθε να σημειώσετε ότι η συμβατική συμφωνία μεταξύ του [W.] και [του καταγγέλλοντος] δεν μπορεί να προκαλέσει εμπόδια στο έργο.»

Η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι η θέση που υιοθέτησε η Επιτροπή όσον αφορά την πρόσβαση στα έγγραφα την οδήγησε να θεωρήσει ότι η καταγγελία της σχετικής σύμβασης λόγω της υποτιθέμενης αδράνειας του W. δεν ήταν σύμφωνη με τον νόμο. Ως εκ τούτου, ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να συμπεριλάβει το ζήτημα αυτό στην έρευνά του. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι ήταν περίεργο το γεγονός ότι η καταγγελία της σύμβασης είχε αποφασιστεί μετά την καταγγελία του νέου συνδιευθυντή και του κινέζου διευθυντή. Ο καταγγέλλων τόνισε ότι ο νέος συνδιευθυντής ήταν υπάλληλος εταιρείας που ανταγωνιζόταν την κοινοπραξία.

Περαιτέρω έρευνες

Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της Επιτροπής και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών.

Αίτημα για συμπληρωματικές πληροφορίες και για συμπληρωματική γνωμοδότηση

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή (1) να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους το γεγονός ότι ο καταγγέλλων σκόπευε να χρησιμοποιήσει τα έγγραφα στα οποία είχε ζητήσει πρόσβαση στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών θα έπρεπε να είναι σημαντικό για τη διεκπεραίωση από την Επιτροπή των αιτήσεων που υποβλήθηκαν βάσει του κανονισμού 1049/2001 και (2) να του παράσχει κατάλογο των εγγράφων που εμπίπτουν στην κατηγορία 3 μαζί με αναφορά, για κάθε έγγραφο ή κατηγορία εγγράφων, της εξαίρεσης ή των εξαιρέσεων που προβλέπονται στον κανονισμό 1049/2001 βάσει των οποίων η Επιτροπή πίστευε ότι δεν μπορούσε να χορηγηθεί πρόσβαση στον καταγγέλλοντα.

Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε επίσης από την Επιτροπή να γνωμοδοτήσει σχετικά με τον πρόσθετο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, σύμφωνα με τον οποίο η καταγγελία της σχετικής σύμβασης λόγω της συμπεριφοράς του κ. W. δεν ήταν σύμφωνη με τον νόμο.

Απάντηση της Επιτροπής

Στην απάντησή της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις.

Όσον αφορά το ζήτημα της πρόσβασης σε έγγραφα

Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 του κανονισμού 1049/2001, ο αιτών δεν ήταν υποχρεωμένος να αιτιολογήσει την αίτησή του για πρόσβαση σε έγγραφα. Επομένως, τα συμφέροντα της προσφεύγουσας δεν ασκούν επιρροή στο πλαίσιο αυτό. Αυτό που εννοούσε η Επιτροπή, αναφερόμενη στη χρήση των σχετικών εγγράφων από τον καταγγέλλοντα, ήταν ότι ο σκοπός αυτός δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως υπέρτερο δημόσιο συμφέρον που θα υπερίσχυε της ανάγκης προστασίας των εμπορικών συμφερόντων του αντιδίκου στη διαδικασία.

Η κατηγορία 3 των εγγράφων, στα οποία ο καταγγέλλων είχε ζητήσει πρόσβαση, περιλάμβανε 16 έγγραφα (3). Η δημοσιοποίηση των εγγράφων αυτών θα υπονόμευε την προστασία «της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου, ιδίως σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001). Η κοινοποίηση των δεδομένων αυτών θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που ορίζονται στον κανονισμό 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (4). Το άρθρο 8 στοιχείο β) του εν λόγω κανονισμού απαιτεί από τον αιτούντα να αποδείξει την αναγκαιότητα της διαβίβασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε αυτόν και απαιτεί από το θεσμικό όργανο να βεβαιωθεί ότι η διαβίβαση δεν θίγει τα έννομα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων.

Όσον αφορά τον πρόσθετο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος

Η σύμβαση παροχής υπηρεσιών, η οποία αφορούσε την παροχή δύο εμπειρογνωμόνων της ΕΕ (έναν συνδιευθυντή και έναν οικονομικό/διοικητικό διευθυντή), είχε υπογραφεί στις 3 Αυγούστου 1999. Στις 8 Σεπτεμβρίου 2000, η RRI ανακοίνωσε ότι, για οικογενειακούς λόγους, ο οικονομικός/διοικητικός πραγματογνώμονας έπρεπε να παραιτηθεί στα τέλη Οκτωβρίου 2000 και πρότεινε τον W. ως αντικαταστάτη του. Η Επιτροπή είχε συμφωνήσει με αυτό.

Λόγω της αντικαταστάσεως του συνδιευθυντή, η Επιτροπή, με έγγραφο της 10ης Αυγούστου 2001, πρότεινε στην RRI την αναβάθμιση του καθεστώτος και των αρμοδιοτήτων του W. Η RRI το αποδέχθηκε. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την υπογραφή προσθήκης (προσθήκη αριθ. 2) στη σύμβαση παροχής υπηρεσιών στις 3 Σεπτεμβρίου 2001. Στην εν λόγω προσθήκη, οι αρμοδιότητες του οικονομικού/διοικητικού διαχειριστή είχαν αυξηθεί με πολύ λεπτομερή τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της πρόβλεψης (στο άρθρο 1.2.2 των όρων εντολής) ότι «θα μοιράζεται την ευθύνη υπογραφής (όσον αφορά π.χ. τις πτυχές των δημόσιων συμβάσεων, τις αιτήσεις μεταφοράς, τη διαχείριση των λογαριασμών και των συμβάσεων) με τον κινέζο διευθυντή». Μεταξύ των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων που του ανατέθηκαν ήταν η «ευθύνη για τις δημόσιες συμβάσεις και τη σύναψη συμβάσεων». Μια άλλη σημαντική λειτουργία ήταν η «αντικατάσταση, προσωρινά, του συνδιευθυντή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, επικεφαλής ομάδας» (άρθρο 4 παράγραφος 1 της εντολής). Ως εκ τούτου, ο οικονομικός/διοικητικός διευθυντής (W.) είχε ουσιαστικά καταστεί αναπληρωτής συνδιευθυντής και ο συντελεστής αμοιβής του είχε αυξηθεί.

Στις 2 Απριλίου 2002, η Επιτροπή απηύθυνε επιστολή στην RRI με την οποία της προσήψε ότι ο W. δεν ασκούσε τις νέες του αρμοδιότητες και καθήκοντα. Σύμφωνα με το άρθρο 6 της σύμβασης, η RRI ήταν το μόνο σημείο επαφής όσον αφορά τις επικοινωνίες σχετικά με τη σύμβαση. Στις 6 Ιουνίου 2002, οι ανησυχίες αυτές είχαν εκ νέου διατυπωθεί. Ωστόσο, η κατάσταση δεν είχε αλλάξει.

Στις 30 Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή είχε προειδοποιήσει εκ νέου την RRI ότι θα παραβίαζε τη σύμβαση εάν η κατάσταση αυτή δεν μεταβαλλόταν. Με την από 5 Φεβρουαρίου 2003 απάντησή της, η RRI είχε υποσχεθεί να διευκρινίσει το ζήτημα μόλις ο W. επέστρεφε από τις διακοπές του. Ωστόσο, η κατάσταση δεν είχε αλλάξει και ο W. συνέχισε να αναβάλλει την ανάληψη όλων των νέων αρμοδιοτήτων. Οι σχετικές καταγγελίες συνέχισαν να απευθύνονται στην αντιπροσωπεία από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (Κινέζος συνδιευθυντής και συνδιευθυντής της ΕΕ), τα οποία αναγκάστηκαν να αναλάβουν αυτόν τον πρόσθετο φόρτο εργασίας.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 2003, η αντιπροσωπεία κατήγγειλε τη σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 15 αυτής.

Η Επιτροπή κατέληξε λέγοντας ότι θεωρούσε ότι ενήργησε σύμφωνα με τις διατάξεις της σύμβασης που είχε συνάψει με την κοινοπραξία της οποίας ηγείτο η RRI.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων τόνισε ότι έξι από τα οκτώ έγγραφα που εμπίπτουν στην κατηγορία 3 και χρονολογούνται από το 2003 προέρχονταν από τον συνδιευθυντή της ΕΕ, υπάλληλο ανταγωνιστικής εταιρείας. Ο καταγγέλλων επισήμανε περαιτέρω ότι, εάν τα σχετικά έγγραφα θα έπρεπε πράγματι να περιέχουν ιδιωτικά δεδομένα, η Επιτροπή ήταν ελεύθερη να αφαιρέσει αυτά τα μέρη των εγγράφων. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι, όσον αφορά τον W., ο τελευταίος δεν ενήργησε ως ιδιώτης στο πλαίσιο της οικείας συμβάσεως, αλλά ως υπάλληλος της καταγγέλλουσας.

Επί της εξετάσεως του φακέλου της Επιτροπής

Στις 22 Φεβρουαρίου 2005, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή εξέτασαν τον φάκελο της Επιτροπής. Με την ευκαιρία αυτή, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή επισήμαναν ότι η Επιτροπή είχε προσδιορίσει τα έγγραφα του φακέλου ως εμπιστευτικά και ότι, ως εκ τούτου, δεν επρόκειτο να συνταχθούν αντίγραφα. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του προσωπικού του Διαμεσολαβητή, οι εκπρόσωποι της Επιτροπής που ήταν παρόντες κατά τον έλεγχο εξήγησαν ότι η Επιτροπή ενέμεινε στην άποψή της ότι η πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα έπρεπε να απορριφθεί βάσει τόσο του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) όσο και του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, παρά το γεγονός ότι μόνο η πρώτη από αυτές τις εξαιρέσεις είχε αναφερθεί στην επιστολή της Επιτροπής της 2ας Δεκεμβρίου 2004.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Αντίγραφο της έκθεσης σχετικά με τον έλεγχο απεστάλη στον καταγγέλλοντα για να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η θέση του παρέμεινε αμετάβλητη. Δεδομένου ότι ο Διαμεσολαβητής είχε πλέον λάβει γνώση των σχετικών εγγράφων, ο καταγγέλλων τον ρώτησε (1) αν τα έγγραφα αυτά περιείχαν επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν τη λύση της σύμβασης· (2) κατά πόσον οι ισχυρισμοί που ενδεχομένως περιέχονται στα εν λόγω έγγραφα θα μπορούσαν να έχουν απαντηθεί και αντικρουστεί εάν η Επιτροπή είχε χορηγήσει εγκαίρως πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα· 3) αν τα έγγραφα περιείχαν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με τρίτα πρόσωπα και αν η Επιτροπή είχε θεωρήσει επαρκώς ότι ο W. είχε ενεργήσει ως υπάλληλός της (του καταγγέλλοντος)· 4) εάν υπήρχαν λόγοι ή αιτιολογήσεις για να θεωρηθούν τα έγγραφα εμπιστευτικά· (5) κατά πόσον η Επιτροπή είχε λάβει υπόψη ότι ο χαρακτηρισμός εγγράφων ως εμπιστευτικών εμπόδιζε μόνο τη χορήγηση πρόσβασης, σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού 1049/2001, όταν τα εν λόγω έγγραφα αφορούσαν τη δημόσια ασφάλεια, την άμυνα ή στρατιωτικά θέματα· και (6) εάν υπήρχαν ενδείξεις ότι η Επιτροπή προσπαθούσε να συγκαλύψει κακοδιοίκηση ή ανάρμοστη επιρροή ανταγωνιστών.

ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ

Το σχέδιο σύστασης

Αφού εξέτασε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που του είχαν υποβληθεί ή που είχαν συλλεγεί από τις υπηρεσίες του, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, μολονότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά την καταγγελία της σύμβασης, η Επιτροπή δεν είχε παράσχει εύλογη εξήγηση για την άρνησή της να επιτρέψει την πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, αυτό συνιστούσε κακοδιοίκηση.

Το συμπέρασμα αυτό βασίστηκε στις ακόλουθες εκτιμήσεις:

1 Ο Διαμεσολαβητής δεν είναι σε θέση να συμφωνήσει με τη θέση που έλαβε η Επιτροπή όσον αφορά το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001. Θα πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι τα σχετικά έγγραφα αφορούν την υλοποίηση ενός έργου που χρηματοδοτείται από την ΕΕ. Ο W. ήταν ένα από τα πρόσωπα που είχαν προσληφθεί για τον σκοπό αυτό. Ως εκ τούτου, είναι δύσκολο να διαπιστωθεί με ποιον τρόπο η δημοσιοποίηση εγγράφων σχετικά με την υλοποίηση του εν λόγω έργου θα μπορούσε να υπονομεύσει την προστασία της «ιδιωτικής ζωής» ή της «ακεραιότητας» του κ. W. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επιπλέον ότι τα σχετικά έγγραφα επιβεβαιώνουν απλώς το επιχείρημα της Επιτροπής ότι ο κ. W. δεν εκπλήρωσε όλες τις υποχρεώσεις που του είχαν ανατεθεί βάσει της σύμβασης. Δεδομένου ότι η Επιτροπή προέβαλε το επιχείρημά της στη γνωμοδότησή της, ένα έγγραφο προσβάσιμο στο κοινό, είναι δύσκολο να διαπιστωθεί τι περαιτέρω ζημία θα μπορούσε να προκαλέσει η δημοσιοποίηση των σχετικών εγγράφων στο δικαίωμα του W. στην ιδιωτική ζωή και την ακεραιότητα. Ωστόσο, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων θα μπορούσε να θίξει την ιδιωτική ζωή ή την ακεραιότητα του W., ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε επαρκώς τη δυνατότητα παροχής μερικής πρόσβασης, για παράδειγμα παρέχοντας πρόσβαση στις εκδοχές των εγγράφων στα οποία έχει διαγραφεί το όνομα του W.

2 Γενικότερα, η θέση που έλαβε η Επιτροπή στην υπό κρίση υπόθεση θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν το όνομα ενός προσώπου (το οποίο συνιστά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα) αναφέρεται σε έγγραφο που έχει στην κατοχή της η Επιτροπή, το έγγραφο αυτό μπορεί να δημοσιοποιηθεί μόνον εάν το πρόσωπο που ζητεί πρόσβαση αποδείξει την αναγκαιότητα της διαβίβασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 8, στοιχείο β ́, του κανονισμού 45/2001. Δεδομένου ότι τα περισσότερα έγγραφα περιέχουν ονόματα, η ερμηνεία αυτή θα στερούσε από το δικαίωμα πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα το μεγαλύτερο μέρος της σημασίας του, μολονότι αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το άρθρο 42 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει ιδίως να σημειωθεί ότι το άρθρο 6 παράγραφος 1 του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι ο αιτών που ζητεί πρόσβαση σε έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή κοινοτικού οργάνου δεν χρειάζεται να αιτιολογήσει την αίτησή του. Η άποψη της Επιτροπής ότι ένα πρόσωπο που ζητεί πρόσβαση σε ένα έγγραφο πρέπει να αποδείξει την ανάγκη να του δοθεί ένα όνομα, όταν το σχετικό έγγραφο περιέχει ένα τέτοιο όνομα, είναι δύσκολο να συμβιβαστεί με τη διάταξη αυτή.

3 Προς αποφυγή κάθε αμφιβολίας, ο Διαμεσολαβητής επιθυμεί να τονίσει ότι συμφωνεί ότι η ανάγκη προστασίας της ιδιωτικής ζωής ενός προσώπου μπορεί να καταστήσει αναγκαίο για ένα κοινοτικό όργανο να μην αποκαλύπτει το όνομα του προσώπου αυτού όταν του ζητείται πρόσβαση σε έγγραφο που περιέχει το όνομα του εν λόγω προσώπου. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, ωστόσο, ότι μια τέτοια απόφαση πρέπει να βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και ότι πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη το γεγονός ότι οι εξαιρέσεις από το δικαίωμα πρόσβασης πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Θεωρεί επίσης ότι η δυνατότητα χορήγησης μερικής πρόσβασης πρέπει να εξετάζεται ιδιαίτερα προσεκτικά σε τέτοιες περιπτώσεις.

4 Η Επιτροπή επικαλέστηκε επίσης το άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001, σύμφωνα με το οποίο η πρόσβαση μπορεί να απορριφθεί εάν η γνωστοποίηση θα έθιγε τα εμπορικά συμφέροντα φυσικού ή νομικού προσώπου. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή τόνισε ότι δεν είχε κατά νου τα εμπορικά συμφέροντα του W. και κανενός άλλου προσώπου. Ωστόσο, είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό ποια θα μπορούσαν να είναι τα εμπορικά συμφέροντα του W., τα οποία η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι υπερασπίζεται. Όπως προαναφέρθηκε, τα σχετικά έγγραφα στηρίζουν απλώς το επιχείρημα της Επιτροπής ότι ο W. δεν εκπλήρωσε όλες τις υποχρεώσεις που του είχε αναθέσει η σύμβαση. Δεδομένου ότι η Επιτροπή προέβαλε το επιχείρημά της στη γνωμοδότησή της, η οποία αποτελεί έγγραφο προσβάσιμο στο κοινό, είναι δύσκολο να διαπιστωθεί ποια περαιτέρω ζημία θα μπορούσε να προκαλέσει η δημοσιοποίηση των σχετικών εγγράφων στα εικαζόμενα εμπορικά συμφέροντα του W. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η Επιτροπή τόνισε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να υποτεθεί ότι ο W. ήταν προσωπικά υπεύθυνος για το γεγονός ότι δεν τηρήθηκαν οι νέοι όροι εντολής. Υπό το πρίσμα αυτό, είναι ακόμη δυσκολότερο να γίνει αντιληπτό πώς η γνωστοποίηση των εγγράφων θα μπορούσε να θίξει τα εμπορικά συμφέροντα του W.

Ως εκ τούτου, στις 29 Απριλίου 2005, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καταστατικού του, το ακόλουθο σχέδιο σύστασης (5):

Η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα.

Η εμπεριστατωμένη γνώμη

Στην εμπεριστατωμένη γνώμη της σχετικά με το σχέδιο σύστασης, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις.

Η Επιτροπή ήταν πεπεισμένη ότι είχε εξετάσει δεόντως την αίτηση του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα και ότι είχε αιτιολογήσει δεόντως την απόφασή της να μην δημοσιοποιήσει τα 16 σχετικά έγγραφα (κατάλογος των οποίων προσκόμισε). Ωστόσο, επανεξέτασε το αίτημα του καταγγέλλοντος, σε πνεύμα καλής συνεργασίας.

Η Επιτροπή δεν θεώρησε ότι, όταν ένα έγγραφο περιέχει το όνομα ενός προσώπου, δεν πρέπει να δημοσιοποιείται. Έκρινε ότι οι πληροφορίες που αφορούν πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί πρέπει να αποκρύπτονται, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001, εάν η κοινολόγηση θα έθιγε την ιδιωτική ζωή ή την ακεραιότητα του εν λόγω προσώπου ή θα συνιστούσε με άλλον τρόπο παράνομη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βάσει του κανονισμού 45/2001. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 του κανονισμού 1049/2001, μπορεί να χορηγηθεί μερική πρόσβαση με διαγραφή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Όταν δεν μπορεί να χορηγηθεί πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα βάσει του κανονισμού 1049/2001, η δυνατότητα διαβίβασης των δεδομένων σε συγκεκριμένο αποδέκτη για συγκεκριμένο σκοπό θα πρέπει να εξετάζεται βάσει του κανονισμού 45/2001. Σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό, έπρεπε να διαπιστωθεί η αναγκαιότητα της διαβίβασης των δεδομένων.

Δεδομένου ότι μια αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα δεν χρειαζόταν να είναι αιτιολογημένη, ένα έγγραφο που είχε γνωστοποιηθεί σε έναν αιτούντα έπρεπε, κατά συνέπεια, να γνωστοποιηθεί σε οποιονδήποτε άλλο αιτούντα. Ως εκ τούτου, κατά την αξιολόγηση της ζημίας που θα μπορούσε να προκληθεί από την έγκριση αίτησης πρόσβασης, η Επιτροπή έπρεπε να εξετάσει τις συνέπειες της δημοσιοποίησης.

Η Επιτροπή έκρινε ότι, εν προκειμένω, η γνωστοποίηση των εγγράφων θα έβλαπτε τη φήμη του πραγματογνώμονα. Αυτό θα υπονόμευε την προστασία της ακεραιότητάς του και των εμπορικών συμφερόντων του, καθώς θα μπορούσε να τον θέσει σε δυσμενή θέση στην αγορά εργασίας.

Με εξαίρεση το έγγραφο αριθ. 13 του καταλόγου, όλα τα έγγραφα περιείχαν μέρη που είχαν συνταχθεί από πρόσωπα εκτός της Επιτροπής. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έκρινε ότι δεν ήταν σαφές αν τα έγγραφα έπρεπε ή όχι να γνωστοποιηθούν, έπρεπε να ζητηθεί η γνώμη των συντακτών σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού 1049/2001. Ωστόσο, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να επικοινωνήσει με τους εν λόγω συντάκτες, έπρεπε να λάβει υπόψη τα έννομα συμφέροντά τους βάσει των πληροφοριών που είχε στη διάθεσή της.

Αφού επανεξέτασε καθένα από τα σχετικά έγγραφα, η Επιτροπή παρέμεινε πεπεισμένη ότι η πλήρης κοινολόγηση θα έθιγε την προστασία της ακεραιότητας του εμπειρογνώμονα του καταγγέλλοντος καθώς και τα εμπορικά του συμφέροντα. Ωστόσο, κατά την εξέταση των εγγράφων, η Επιτροπή είχε εξετάσει τη δυνατότητα χορήγησης μερικής πρόσβασης.

Η Επιτροπή είχε επανειλημμένα δηλώσει ότι ο εμπειρογνώμονας του καταγγέλλοντος δεν είχε εκπληρώσει τα νέα καθήκοντα, τα οποία είχαν συμπεριληφθεί στους αναθεωρημένους όρους εντολής. Στον βαθμό που τα έγγραφα αντικατόπτριζαν αυτή την κατάσταση, το περιεχόμενό τους μπορούσε να δημοσιοποιηθεί. Ωστόσο, η δημοσιοποίηση εγγράφων που περιέχουν ισχυρισμούς σχετικά με τον εμπειρογνώμονα του καταγγέλλοντος, οι οποίοι υπερέβαιναν την ανωτέρω δήλωση, θα έβλαπτε σαφώς τη φήμη του εν λόγω προσώπου.

Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι η αποκάλυψη της ταυτότητας του συνδιευθυντή της ΕΕ θα υπονόμευε την προστασία της ακεραιότητάς του, δεδομένου ότι το όνομά του εμφανίστηκε σε σχέση με ισχυρισμούς σχετικά με την ανεπαρκή εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων. Επιπλέον, όσον αφορά τα έγγραφα αριθ. 1, 2 και 6, η Επιτροπή έκρινε ότι τα ονόματα ατόμων που απλώς εκτελούσαν τη διαβίβαση εγγράφων για λογαριασμό τρίτων έθιγαν τη φήμη τους.

Για όλους τους ανωτέρω λόγους, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν μπορούσε να αποκαλύψει την ταυτότητα των ακόλουθων προσώπων: 1) ο πραγματογνώμονας· 2) τον συνδιευθυντή της ΕΕ· 3) τον υπεύθυνο επικοινωνίας στο γραφείο του εργοδότη του συνδιευθυντή· και 4) πρόσωπο που είχε επικοινωνήσει με τον εμπειρογνώμονα για λογαριασμό αναδόχου.

Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή έλαβε την ακόλουθη θέση:

(1) Το περιεχόμενο των εγγράφων αριθ. 1, 2, 3, 6, 9, 10, 11, 12 και 13 μπορούσε να δημοσιοποιηθεί σε διαγραφείσα έκδοση από την οποία είχαν διαγραφεί τα ονόματα ορισμένων προσώπων.

(2) Τα έγγραφα αριθ. 4, 5, 7 και 8 περιείχαν αποσπάσματα που δεν σχετίζονταν με το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση. Αυτά τα μηνύματα είχαν μείνει έξω από τα έγγραφα. Το περιεχόμενο των υπόλοιπων τμημάτων θα μπορούσε να αποκαλυφθεί σε μια διαγραμμένη έκδοση από την οποία τα ονόματα ορισμένων ατόμων είχαν διαγραφεί.

(3) Στα έγγραφα αριθ. 3, 4 και 5, η επωνυμία της συμβαλλόμενης εταιρείας είχε διαγραφεί προκειμένου να προστατευθούν τα εμπορικά της συμφέροντα, δεδομένου ότι η εν λόγω εταιρεία είχε αναφερθεί σε σχέση με διοικητικό πρόβλημα. Επιπλέον, τα ποσά των προκαταβολών στον καταγγέλλοντα και σε άλλη εταιρεία είχαν επίσης διαγραφεί, για τον ίδιο λόγο.

(4) Δεν επετράπη η πρόσβαση στα έγγραφα αριθ. 14, 15 και 16, δεδομένου ότι η γνωστοποίησή τους θα έθιγε την προστασία ταυτοποιημένου ατόμου, καθώς και τα εμπορικά του συμφέροντα. Δεδομένου ότι οι επιστολές αυτές δεν περιείχαν άλλα στοιχεία εκτός από ισχυρισμούς σχετικά με ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο, δεν μπορούσε να χορηγηθεί μερική πρόσβαση.

Η Επιτροπή επισύναψε συνοπτικές εκδόσεις των εγγράφων στα οποία χορηγήθηκε μερική πρόσβαση.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι χαιρέτισε τις παραχωρήσεις που έγιναν από την Επιτροπή, αλλά τόνισε ότι δεν προχώρησαν αρκετά.

Ο καταγγέλλων υπέβαλε τις ακόλουθες συγκεκριμένες παρατηρήσεις σχετικά με την εμπεριστατωμένη γνώμη.

Δεν κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί με ποιον τρόπο η γνωστοποίηση του ονόματος του συνδιευθυντή της ΕΕ θα μπορούσε να απειλήσει την ακεραιότητα του τελευταίου. Οι κατηγορίες που διατυπώθηκαν από το πρόσωπο αυτό φαίνεται ότι διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο όσον αφορά την απόφαση της Επιτροπής να καταγγείλει τη σύμβαση. Θεωρήθηκε ότι η Επιτροπή εξακολουθούσε να θεωρεί τις κατηγορίες αυτές βάσιμες.

Όσον αφορά τη διαβούλευση με τρίτους, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η αίτηση πρόσβασης είχε ήδη υποβληθεί τον Φεβρουάριο του 2004. Ήταν απολύτως αδιανόητο ότι η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να επιτύχει τη συμφωνία των εν λόγω τρίτων μερών όσον αφορά τη δημοσιοποίηση των σχετικών εγγράφων, ιδίως επειδή ο συντάκτης πολλών από αυτά τα έγγραφα ήταν ο συνδιευθυντής της ΕΕ που φαινόταν να έχει εργαστεί στο LIEP έως τον Αύγουστο του 2004. Ωστόσο, εάν η Επιτροπή έπρεπε τουλάχιστον να διασφαλίσει ότι τα έγγραφα που προέρχονται από τον συνδιευθυντή της ΕΕ αναγράφουν τουλάχιστον τον τίτλο του τελευταίου, ο καταγγέλλων δεν θα επέμενε στη γνωστοποίηση του ονόματος.

Δεν υπήρχε αντίρρηση για τη διαγραφή των ονομάτων του υπεύθυνου επικοινωνίας στο γραφείο του εργοδότη του συνδιευθυντή και ενός προσώπου που είχε επικοινωνήσει με τον εμπειρογνώμονα για λογαριασμό ενός αναδόχου ή για τη διαγραφή των συμβατικών λεπτομερειών.

Ωστόσο, δεν υπήρχε κανένας λόγος να διαγραφεί το όνομα του κ. W., εμπειρογνώμονα του καταγγέλλοντος. Τα σχετικά έγγραφα περιέγραφαν αμιγώς πραγματικά στοιχεία, δηλαδή το γεγονός ότι ορισμένες υπηρεσίες δεν είχαν παρασχεθεί. Ωστόσο, στη βάση αυτή, η Επιτροπή δεν μπορούσε παρά να προσάψει στον αντισυμβαλλόμενό της τη μη εκτέλεση της συμβάσεως. Η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να απαντήσει στο ερώτημα αν το σφάλμα για την παράλειψη αυτή οφειλόταν στον καταγγέλλοντα ή στον εμπειρογνώμονα του καταγγέλλοντος. Τα γερμανικά δικαστήρια εργατικών διαφορών είχαν αποκλειστική αρμοδιότητα να απαντήσουν στο ερώτημα αυτό και οι διαδικασίες που εκκρεμούσαν ενώπιον των δικαστηρίων αυτών ήταν το μόνο δικαστήριο στο οποίο μπορούσε να αποκατασταθεί η ακεραιότητα του εμπειρογνώμονα του καταγγέλλοντος, η οποία είχε αμφισβητηθεί από την απόφαση της Επιτροπής να καταγγείλει τη σύμβαση.

Όσον αφορά τα έγγραφα αριθ. 14-16, η Επιτροπή είχε υποστηρίξει ότι η δημοσιοποίηση εγγράφων που περιείχαν ισχυρισμούς σχετικά με τον εμπειρογνώμονα, οι οποίοι υπερέβαιναν τη δήλωση ότι δεν εκπλήρωνε τα καθήκοντα που απορρέουν από τη νέα εντολή, θα έβλαπτε σαφώς το εν λόγω πρόσωπο. Αυτό ήταν εκπληκτικό. Η αίτησή της προσβάσεως είχε ως αποκλειστικό σκοπό την πρόσβαση στα έγγραφα επί των οποίων στηρίχθηκε η απόφαση περί καταγγελίας της συμβάσεως. Η Επιτροπή είχε αναφερθεί στα έγγραφα αριθ. 1-16 ως συναφή στο πλαίσιο αυτό. Το γεγονός ότι η Επιτροπή αναφέρθηκε τώρα σε περαιτέρω ισχυρισμούς κατά του εμπειρογνώμονα του καταγγέλλοντος υποδηλώνει ότι η Επιτροπή είχε καταγγείλει τη σύμβαση (επίσης) για λόγους άλλους από εκείνους που αναφέρονται στην επιστολή που είχε αποστείλει τότε η Επιτροπή. Δεν υπήρχε λόγος να μην επιτραπεί η πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να προσπαθήσει να υποχρεώσει την Επιτροπή να χορηγήσει πρόσβαση στα έγγραφα αριθ. 14-16.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Εισαγωγικές παρατηρήσεις

1.1 Η παρούσα καταγγελία υποβλήθηκε από γερμανική εταιρεία. Το 1999, η Επιτροπή συνήψε σύμβαση παροχής υπηρεσιών με την Rhein-Ruhr Ingenieur-Gesellschaft mbH («RRI», γερμανική εταιρεία) ως επικεφαλής κοινοπραξίας στην οποία συμμετείχε ο καταγγέλλων. Η σύμβαση αφορούσε την παροχή δύο εμπειρογνωμόνων της ΕΕ, ενός συνδιευθυντή και ενός οικονομικού/διοικητικού διαχειριστή για ένα έργο στην Κίνα. Ο W., εμπειρογνώμονας απασχολούμενος από τον καταγγέλλοντα, διορίστηκε οικονομικός/διοικητικός διευθυντής τον Σεπτέμβριο του 2000. Κατόπιν προσθήκης (προσθήκη αριθ. 2) στη σύμβαση που υπεγράφη τον Σεπτέμβριο του 2001, ο W. έγινε πράγματι αναπληρωτής συνδιευθυντής. Στις 15 Σεπτεμβρίου 2003, η αντιπροσωπεία της Επιτροπής στο Πεκίνο ενημέρωσε την RRI ότι είχε αποφασίσει να καταγγείλει τη σύμβαση με την αιτιολογία ότι ο αναπληρωτής συνδιευθυντής δεν είχε εκπληρώσει τα καθήκοντά του, όπως τροποποιήθηκαν στην προσθήκη αριθ. 2. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή πρόσβαση στα έγγραφα στα οποία βασίστηκε η εν λόγω καταγγελία. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από την Επιτροπή.

1.2 Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η οποία υποβλήθηκε τον Μάιο του 2004, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε, κατ' ουσίαν, ότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (6) («κανονισμός 1049/2001»), αρνούμενη την πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα.

1.3 Στις παρατηρήσεις της επί της γνώμης της Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία αυτή, η καταγγέλλουσα υπέβαλε έναν πρόσθετο ισχυρισμό σύμφωνα με τον οποίο η καταγγελία της σχετικής σύμβασης λόγω της συμπεριφοράς του W. δεν ήταν σύμφωνη με το νόμο. Ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να συμπεριλάβει αυτόν τον ισχυρισμό στην έρευνά του και ζήτησε από την Επιτροπή συμπληρωματική γνώμη.

1.4 Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής προέβη σε εξέταση του φακέλου της Επιτροπής. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την έκθεση για τον εν λόγω έλεγχο, ο καταγγέλλων ρώτησε τον Διαμεσολαβητή (1) αν τα έγγραφα αυτά περιείχαν επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν την καταγγελία της σύμβασης· (2) κατά πόσον οι ισχυρισμοί που ενδεχομένως περιέχονται στα εν λόγω έγγραφα θα μπορούσαν να έχουν απαντηθεί και αντικρουστεί εάν η Επιτροπή είχε χορηγήσει εγκαίρως πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα· 3) αν τα έγγραφα περιείχαν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με τρίτα πρόσωπα και αν η Επιτροπή είχε θεωρήσει επαρκώς ότι ο W. είχε ενεργήσει ως υπάλληλός της (του καταγγέλλοντος)· 4) εάν υπήρχαν λόγοι ή αιτιολογήσεις για να θεωρηθούν τα έγγραφα εμπιστευτικά· (5) κατά πόσον η Επιτροπή είχε λάβει υπόψη ότι ο χαρακτηρισμός εγγράφων ως εμπιστευτικών εμπόδιζε μόνο τη χορήγηση πρόσβασης, σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού 1049/2001, όταν τα εν λόγω έγγραφα αφορούσαν τη δημόσια ασφάλεια, την άμυνα ή στρατιωτικά θέματα· και (6) εάν υπήρχαν ενδείξεις ότι η Επιτροπή προσπαθούσε να συγκαλύψει κακοδιοίκηση ή ανάρμοστη επιρροή ανταγωνιστών.

1.5 Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ρόλος του Διαμεσολαβητή είναι να εξετάζει τους ισχυρισμούς περί κακοδιοίκησης, όχι όμως να απαντά σε συγκεκριμένες ερωτήσεις που του θέτουν οι καταγγέλλοντες. Σε κάθε περίπτωση, ο Διαμεσολαβητής δεν θα ήταν σε θέση να απαντήσει σε υποθετικές ερωτήσεις όπως η δεύτερη από τις ερωτήσεις που υπέβαλε ο καταγγέλλων. Φαίνεται, ωστόσο, ότι τα περισσότερα από τα άλλα ερωτήματα συνδέονται με τους ισχυρισμούς που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας έρευνας. Ως εκ τούτου, η εξέταση των ισχυρισμών αυτών από τον Διαμεσολαβητή θα δώσει επίσης απάντηση στα ερωτήματα αυτά.

1.6 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί σκόπιμο να προσθέσει μια διευκρίνιση σχετικά με τα γεγονότα στα οποία φαίνεται να βασίζονται η τέταρτη και η πέμπτη από τις ερωτήσεις του καταγγέλλοντος. Η αναφορά στον «εμπιστευτικό» χαρακτήρα των σχετικών εγγράφων στην έκθεση της επιθεώρησης του φακέλου είχε ως στόχο να δείξει ότι ο Διαμεσολαβητής είχε λάβει υπόψη τη θέση της Επιτροπής ότι τα σχετικά έγγραφα δεν έπρεπε να κοινοποιηθούν στον καταγγέλλοντα. Η χρήση αυτής της έκφρασης από τον Διαμεσολαβητή δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή είχε υποβάλει περαιτέρω επιχειρήματα για να υποστηρίξει την άποψή της ότι τα έγγραφα δεν πρέπει να δημοσιοποιηθούν. Όσον αφορά την αναφορά του καταγγέλλοντος στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού 1049/2001, πρέπει να σημειωθεί ότι η διάταξη αυτή καλύπτει τα «ευαίσθητα» έγγραφα (και όχι τα «εμπιστευτικά» έγγραφα).

2 Εικαζόμενη παράνομη καταγγελία της σύμβασης

2.1 Στις παρατηρήσεις της επί της γνώμης της Επιτροπής, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η απόφαση της Επιτροπής να καταγγείλει τη σύμβαση λόγω της συμπεριφοράς του W. δεν ήταν σύμφωνη με το νόμο.

2.2 Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η σύμβαση παροχής υπηρεσιών προέβλεπε την παροχή δύο εμπειρογνωμόνων της Ένωσης, ενός συνδιευθυντή και ενός οικονομικού/διοικητικού διαχειριστή, και ότι το 2000 ο W. είχε διοριστεί οικονομικός/διοικητικός διαχειριστής. Μια προσθήκη στη σύμβαση είχε υπογραφεί τον Σεπτέμβριο του 2001. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η προσθήκη αυτή είχε αυξήσει σημαντικά τις αρμοδιότητες του οικονομικού/διοικητικού διαχειριστή, συμπεριλαμβανομένης της πρόβλεψης (στο άρθρο 1.2.2 των όρων εντολής) ότι «θα μοιράζεται την ευθύνη υπογραφής (όσον αφορά π.χ. τις πτυχές των δημόσιων συμβάσεων, τις αιτήσεις μεταφοράς, τη διαχείριση των λογαριασμών και των συμβάσεων) με τον κινέζο διευθυντή». Η Επιτροπή υποστήριξε ότι μεταξύ των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον κ. W. ήταν η «ευθύνη για τις δημόσιες συμβάσεις και τη σύναψη συμβάσεων» και το καθήκον «αντικατάστασης, προσωρινά, του συνδιευθυντή της ΕΚ, του επικεφαλής της ομάδας» (άρθρο 4 παράγραφος 1 της εντολής).

Στις 2 Απριλίου 2002, η Επιτροπή απηύθυνε επιστολή στην RRI με την οποία της προσήψε ότι ο W. δεν ασκούσε τις νέες του αρμοδιότητες και καθήκοντα. Στις 6 Ιουνίου 2002, οι ανησυχίες αυτές είχαν εκ νέου διατυπωθεί. Ωστόσο, κατά την Επιτροπή, η κατάσταση δεν είχε μεταβληθεί.

Στις 30 Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή είχε προειδοποιήσει εκ νέου την RRI ότι θα παραβίαζε τη σύμβαση εάν η κατάσταση αυτή δεν μεταβαλλόταν. Με την από 5 Φεβρουαρίου 2003 απάντησή της, η RRI είχε υποσχεθεί να διευκρινίσει το ζήτημα μόλις ο W. επέστρεφε από τις διακοπές του. Ωστόσο, κατά την Επιτροπή, η κατάσταση δεν είχε μεταβληθεί και ο W. συνέχισε να αναβάλλει την ανάληψη όλων των νέων αρμοδιοτήτων. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι καταγγελίες σχετικά με αυτό εξακολουθούσαν να απευθύνονται στην αντιπροσωπεία από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (κινέζος συνδιευθυντής και συνδιευθυντής της ΕΕ), τα οποία αναγκάστηκαν να αναλάβουν αυτόν τον πρόσθετο φόρτο εργασίας.

Κατά συνέπεια, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η απόφασή της να καταγγείλει τη σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 15 της τελευταίας ήταν ορθή.

2.3 Πριν εξετάσει τον υπό κρίση ισχυρισμό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να τονίσει ότι δεν έχει εντολή να εξετάσει τη συμπεριφορά του W. Επομένως, η έρευνά του περιορίζεται στο να εξακριβώσει αν η απόφαση της Επιτροπής να καταγγείλει τη σύμβαση λόγω της συμπεριφοράς του W. ήταν σύμφωνη με τον νόμο.

2.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων δεν αμφισβητεί ότι οι αρμοδιότητες του κ. αυξήθηκαν με την προαναφερθείσα προσθήκη στη σύμβαση και ότι τα καθήκοντα αυτά περιελάμβαναν ευθύνη στον τομέα των «προμήθειων και συμβάσεων».

2.5 Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε τον φάκελο της Επιτροπής στην υπόθεση αυτή. Τα έγγραφα που ελέγχθηκαν με την ευκαιρία αυτή κατέδειξαν ότι ο W. φαινόταν πράγματι να υποθέτει ότι δεν είχε καμία ευθύνη στον τομέα των «προμηθειών και συμβάσεων» και ότι, ως εκ τούτου, διάφορα θέματα που εμπίπτουν στον εν λόγω τομέα έπρεπε να εξεταστούν από άλλα πρόσωπα που συμμετείχαν στην υλοποίηση του σχεδίου. Είναι αλήθεια ότι ο καταγγέλλων τόνισε ότι ορισμένα από τα σχετικά έγγραφα προέρχονταν από τον συνδιευθυντή της ΕΕ, υπάλληλο ανταγωνιστικής εταιρείας. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι τα σχετικά έγγραφα περιλαμβάνουν επίσης μηνύματα από τον ίδιο τον W. και ότι το περιεχόμενο αυτών των μηνυμάτων υποστηρίζει επίσης τη θέση της Επιτροπής.

2.6 Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την εμπεριστατωμένη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων υπέθεσε ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να είχε περαιτέρω λόγους για την καταγγελία της σύμβασης. Ο Διαμεσολαβητής, οι υπηρεσίες του οποίου επιθεώρησαν τον φάκελο της Επιτροπής, δεν γνωρίζει περαιτέρω τέτοιους λόγους. Επιπλέον, θεωρεί ότι το γεγονός ότι ο W. δεν ανέλαβε όλες τις ευθύνες που του είχαν ανατεθεί βάσει της τροποποιημένης συγγραφής υποχρεώσεων θα αρκούσε, εν πάση περιπτώσει, για να δοθεί στην Επιτροπή το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση εν προκειμένω.

2.7 Υπό τις συνθήκες αυτές, και λαμβάνοντας υπόψη τις προσπάθειες της Επιτροπής για την επίλυση του προβλήματος, η θέση της Επιτροπής φαίνεται εύλογη. Επομένως, δεν μπορεί να διαπιστωθεί κακοδιοίκηση όσον αφορά την απόφαση της Επιτροπής να καταγγείλει τη σύμβαση.

3 Εικαζόμενη μη παροχή πρόσβασης σε έγγραφα

3.1 Τον Φεβρουάριο του 2004, ο καταγγέλλων είχε ζητήσει από την Επιτροπή πρόσβαση στα έγγραφα σχετικά με την καταγγελία της σύμβασης. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από την Επιτροπή. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι με τον τρόπο αυτό η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε με τον κανονισμό 1049/2001. Ο καταγγέλλων κατέστησε σαφές ότι η καταγγελία του αφορούσε μόνο την τρίτη από τις τρεις κατηγορίες εγγράφων που προσδιόρισε η Επιτροπή στο πλαίσιο αυτό. Η κατηγορία αυτή περιγράφηκε από την Επιτροπή ως περιλαμβάνουσα «διάφορη αλληλογραφία, κυρίως μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μεταξύ διαφόρων προσώπων σε σχέση με την εκτέλεση της σύμβασης».

3.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή έκρινε ότι η δημοσιοποίηση των μηνυμάτων αυτών θα ήταν επιζήμια για τον W. ως ιδιώτη, δεδομένου ότι θα έθιγε τόσο την προσωπική του ακεραιότητα όσο και τα εμπορικά του συμφέροντα όσον αφορά τη θέση του στην αγορά εργασίας. Η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να θεωρηθεί ότι ο W. ήταν προσωπικά υπεύθυνος για τη μη τήρηση των νέων όρων εντολής. Η άρνησή του να αναλάβει τις νέες ευθύνες μπορεί να οφειλόταν στη συμβατική του θέση με την RRI ή τον καταγγέλλοντα.

3.3 Στην απάντησή της στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες, η Επιτροπή επισήμανε ότι η σχετική κατηγορία εγγράφων περιλάμβανε 16 έγγραφα. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων θα υπονόμευε την προστασία «της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου, ιδίως σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001). Υποστήριξε επίσης ότι η αποκάλυψη τέτοιων δεδομένων θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνον εάν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπονται στον κανονισμό 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (7). Η Επιτροπή επισήμανε ότι το άρθρο 8 στοιχείο β) του εν λόγω κανονισμού απαιτεί από τον αιτούντα να αποδείξει την αναγκαιότητα της διαβίβασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε αυτόν και απαιτεί από το θεσμικό όργανο να βεβαιωθεί ότι η διαβίβαση δεν θίγει τα έννομα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων. Με την ευκαιρία της εξέτασης του φακέλου, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι εξακολουθούσε να πιστεύει ότι η απόφασή της ήταν επίσης δικαιολογημένη βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001.

3.4 Στις 29 Απριλίου 2005, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε σχέδιο σύστασης στην Επιτροπή, με το οποίο συνέστησε στην τελευταία να επανεξετάσει την αίτηση του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα. Η πρόταση αυτή βασίστηκε στην άποψη ότι η Επιτροπή δεν είχε παράσχει εύλογη εξήγηση για την άρνησή της να χορηγήσει πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα.

3.5 Στην εμπεριστατωμένη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε ότι, αν και ήταν πεπεισμένη ότι είχε εξετάσει δεόντως το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα και ότι είχε αιτιολογήσει δεόντως την απόφασή της να μην αποκαλύψει τα 16 σχετικά έγγραφα (κατάλογος των οποίων προσκόμισε), είχε ωστόσο επανεξετάσει το αίτημα του καταγγέλλοντος, σε πνεύμα καλής συνεργασίας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε να χορηγήσει μερική πρόσβαση στα έγγραφα αριθ. 1-13.

Η Επιτροπή τόνισε ότι έπρεπε να εξετάσει τις συνέπειες της δημοσιοποίησης. Κατά την άποψή της, η δημοσιοποίηση των επίμαχων εν προκειμένω εγγράφων θα έβλαπτε τη φήμη του πραγματογνώμονα. Αυτό θα υπονόμευε την προστασία της ακεραιότητάς του και των εμπορικών συμφερόντων του, καθώς θα μπορούσε να τον θέσει σε δυσμενή θέση στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, η Επιτροπή είχε εξετάσει τη δυνατότητα χορήγησης μερικής πρόσβασης.

Η Επιτροπή είχε επανειλημμένα δηλώσει ότι ο εμπειρογνώμονας του καταγγέλλοντος δεν είχε εκπληρώσει τα νέα καθήκοντα, τα οποία είχαν συμπεριληφθεί στους αναθεωρημένους όρους εντολής. Στον βαθμό που τα έγγραφα αντικατόπτριζαν αυτή την κατάσταση, το περιεχόμενό τους μπορούσε να δημοσιοποιηθεί. Ωστόσο, η δημοσιοποίηση εγγράφων που περιέχουν ισχυρισμούς σχετικά με τον εμπειρογνώμονα του καταγγέλλοντος, οι οποίοι υπερέβαιναν την ανωτέρω δήλωση, θα έβλαπτε σαφώς τη φήμη του εν λόγω προσώπου.

Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι η αποκάλυψη της ταυτότητας του συνδιευθυντή της ΕΕ θα υπονόμευε την προστασία της ακεραιότητάς του, δεδομένου ότι το όνομά του εμφανίστηκε σε σχέση με ισχυρισμούς σχετικά με την ανεπαρκή εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων. Επιπλέον, όσον αφορά τα έγγραφα αριθ. 1, 2 και 6, η Επιτροπή έκρινε ότι τα ονόματα των προσώπων που απλώς εκτελούσαν τη διαβίβαση εγγράφων για λογαριασμό τρίτων έθιγαν τη φήμη τους.

3.6 Για όλους τους ανωτέρω λόγους, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν μπορούσε να αποκαλύψει την ταυτότητα των ακόλουθων προσώπων: 1) ο πραγματογνώμονας· 2) τον συνδιευθυντή της ΕΕ· 3) τον υπεύθυνο επικοινωνίας στο γραφείο του εργοδότη του συνδιευθυντή· και 4) πρόσωπο που είχε επικοινωνήσει με τον εμπειρογνώμονα για λογαριασμό αναδόχου.

Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή έλαβε την ακόλουθη θέση:

(1) Το περιεχόμενο των εγγράφων αριθ. 1, 2, 3, 6, 9, 10, 11, 12 και 13 μπορούσε να γνωστοποιηθεί σε διαγραφείσα έκδοση από την οποία είχαν διαγραφεί τα ονόματα ορισμένων προσώπων.

(2) Τα έγγραφα αριθ. 4, 5, 7 και 8 περιείχαν αποσπάσματα, τα οποία δεν σχετίζονταν με το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση. Αυτά τα μηνύματα είχαν μείνει έξω από τα έγγραφα. Το περιεχόμενο των υπόλοιπων τμημάτων θα μπορούσε να αποκαλυφθεί σε μια διαγραμμένη έκδοση από την οποία τα ονόματα ορισμένων ατόμων είχαν διαγραφεί.

(3) Στα έγγραφα αριθ. 3, 4 και 5 είχε διαγραφεί η επωνυμία της συμβαλλόμενης εταιρείας προκειμένου να προστατευθούν τα εμπορικά της συμφέροντα, δεδομένου ότι η εν λόγω εταιρεία είχε αναφερθεί σε σχέση με διοικητικό πρόβλημα. Επιπλέον, τα ποσά των προκαταβολών στον καταγγέλλοντα και σε άλλη εταιρεία είχαν επίσης διαγραφεί, για τον ίδιο λόγο.

(4) Δεν επετράπη η πρόσβαση στα έγγραφα αριθ. 14, 15 και 16, δεδομένου ότι η γνωστοποίησή τους θα έθιγε την προστασία ταυτοποιημένου ατόμου, καθώς και τα εμπορικά του συμφέροντα. Δεδομένου ότι οι επιστολές αυτές δεν περιείχαν άλλα στοιχεία εκτός από ισχυρισμούς σχετικά με ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο, δεν μπορούσε να χορηγηθεί μερική πρόσβαση.

Η Επιτροπή επισύναψε συνοπτικές εκδόσεις των εγγράφων στα οποία χορηγήθηκε μερική πρόσβαση.

3.7 Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι χαιρέτισε τις παραχωρήσεις που έγιναν από την Επιτροπή, αλλά τόνισε ότι δεν προχώρησαν αρκετά. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι δεν υπάρχει αντίρρηση για την απαλοιφή των ονομάτων του υπεύθυνου επικοινωνίας στο γραφείο του εργοδότη του συνδιευθυντή και ενός προσώπου που είχε επικοινωνήσει με τον εμπειρογνώμονα για λογαριασμό ενός αναδόχου ή για την απαλοιφή των συμβατικών λεπτομερειών.

Ωστόσο, ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι δεν ήταν δυνατόν να διαπιστωθεί με ποιον τρόπο η γνωστοποίηση του ονόματος του συνδιευθυντή της ΕΕ θα μπορούσε να απειλήσει την ακεραιότητα του τελευταίου. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, δεν υπήρχε κανένας λόγος που να δικαιολογεί τη διαγραφή του ονόματος του W.

Όσον αφορά τα έγγραφα αριθ. 14-16, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η Επιτροπή είχε υποστηρίξει ότι η δημοσιοποίηση εγγράφων που περιείχαν ισχυρισμούς σχετικά με τον εμπειρογνώμονα, οι οποίοι υπερέβαιναν τη δήλωση ότι δεν εκπλήρωνε τα καθήκοντα που απορρέουν από τη νέα εντολή, θα έβλαπτε σαφώς το εν λόγω πρόσωπο. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι αυτό προκαλεί έκπληξη. Υπογράμμισε ότι η αίτησή της προσβάσεως είχε ως αποκλειστικό σκοπό την πρόσβαση στα έγγραφα επί των οποίων στηρίχθηκε η απόφαση περί καταγγελίας της συμβάσεως. Η Επιτροπή είχε αναφερθεί στα έγγραφα αριθ. 1-16 ως συναφή στο πλαίσιο αυτό. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το γεγονός ότι η Επιτροπή αναφέρθηκε τώρα σε περαιτέρω ισχυρισμούς κατά του W. υποδήλωνε ότι η Επιτροπή είχε καταγγείλει τη σύμβαση (επίσης) για λόγους άλλους από εκείνους που αναφέρονται στην επιστολή που είχε αποστείλει τότε η Επιτροπή. Δεν υπήρχε βάση για την άρνηση πρόσβασης στα σχετικά έγγραφα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να προσπαθήσει να υποχρεώσει την Επιτροπή να χορηγήσει πρόσβαση στα έγγραφα αριθ. 14-16.

3.8 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή επανεξέτασε το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα και, ως εκ τούτου, συμμορφώθηκε με το σχέδιο σύστασής του. Απομένει, συνεπώς, να εξεταστεί κατά πόσον τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή στο πλαίσιο αυτό είναι ικανοποιητικά.

3.9 Από τον κανονισμό 1049/2001 προκύπτει ότι πρέπει να παρέχεται πρόσβαση στα έγγραφα, εκτός εάν μπορεί να αποδειχθεί ότι ισχύει μία από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στον κανονισμό. Ως εκ τούτου, η ορθή διοικητική πρακτική απαιτεί από τη διοίκηση που επιθυμεί να επικαλεστεί μια τέτοια εξαίρεση να παράσχει εύλογες εξηγήσεις προκειμένου να αποδείξει ότι η εξαίρεση αυτή έχει πράγματι εφαρμογή.

3.10 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι στην εμπεριστατωμένη γνώμη της, η Επιτροπή υπέβαλε λεπτομερείς εξηγήσεις για να αιτιολογήσει την άποψή της ότι η πλήρης δημοσιοποίηση των σχετικών εγγράφων θα υπονόμευε την προστασία της ακεραιότητας του εμπειρογνώμονα του καταγγέλλοντος καθώς και των εμπορικών συμφερόντων του και, ως εκ τούτου, θα ήταν αντίθετη προς το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) και το άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεώρησε ότι μπορούσε να χορηγηθεί μόνο μερική πρόσβαση και παρείχε αντίγραφα των διαγραφεισών εκδόσεων στις οποίες μπορούσε να δοθεί πρόσβαση κατά την άποψή της. Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την εμπεριστατωμένη γνώμη της Επιτροπής, η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι δεν αντιτίθεται στην απαλοιφή των ονομάτων του υπεύθυνου επικοινωνίας στο γραφείο του εργοδότη του συνδιευθυντή και ενός προσώπου που είχε επικοινωνήσει με τον εμπειρογνώμονα για λογαριασμό ενός αναδόχου ή στην απαλοιφή των συμβατικών λεπτομερειών. Υπό το πρίσμα αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η εξέτασή του πρέπει να περιοριστεί στην αξιολόγηση του κατά πόσον η Επιτροπή ενήργησε ορθά (1) αφαιρώντας το όνομα του κ. W., εμπειρογνώμονα του καταγγέλλοντος, (2) αφαιρώντας το όνομα του Ευρωπαίου συνδιευθυντή και (3) αρνούμενη την πρόσβαση στα έγγραφα αριθ. 14-16.

3.11 Όσον αφορά το πρώτο από τα ζητήματα αυτά, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, για να δικαιολογήσει την άποψή του ότι δεν υπήρχε λόγος να διαγραφεί το όνομα του εμπειρογνώμονα, ο καταγγέλλων βασίστηκε στο γεγονός ότι τα σχετικά έγγραφα περιέγραφαν αμιγώς πραγματικά στοιχεία, δηλαδή το γεγονός ότι ορισμένες υπηρεσίες δεν είχαν παρασχεθεί στην παρούσα υπόθεση. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση, στη βάση αυτή, να απαντήσει στο ερώτημα αν το σφάλμα για την παράλειψη αυτή οφειλόταν στον καταγγέλλοντα ή στον εμπειρογνώμονα του καταγγέλλοντος. Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί ότι το περιεχόμενο των σχετικών εγγράφων δεν απαντά στο ερώτημα αυτό. Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα έγγραφα αυτά καθιστούν σαφές ότι ο εμπειρογνώμονας του καταγγέλλοντος - για οποιονδήποτε λόγο - δεν συμμορφώθηκε με τα καθήκοντά του, όπως ορίζονται στην αναθεωρημένη εντολή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η άποψη της Επιτροπής ότι η πλήρης δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων θα υπονόμευε την προστασία της ακεραιότητας του εμπειρογνώμονα του καταγγέλλοντος, καθώς και των εμπορικών συμφερόντων του, δεν φαίνεται παράλογη. Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, ένα έγγραφο που τίθεται στη διάθεση του αιτούντος δυνάμει του κανονισμού 1049/2001 πρέπει στη συνέχεια να τίθεται στη διάθεση οποιουδήποτε άλλου αιτούντος. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή ενήργησε ορθά αποφασίζοντας να χορηγήσει μερική μόνο πρόσβαση, δηλαδή δημοσιοποιώντας τα σχετικά έγγραφα, αποκρύπτοντας παράλληλα το όνομα του εμπειρογνώμονα του καταγγέλλοντος.

3.12 Για λόγους πληρότητας, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να προσθέσει ότι η ανωτέρω αξιολόγηση επικεντρώνεται στον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή χειρίστηκε το αίτημα πρόσβασης του καταγγέλλοντος, το οποίο βασιζόταν στον κανονισμό 1049/2001. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την εμπεριστατωμένη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε σε αγωγή μεταξύ του ιδίου και του εμπειρογνώμονά του, η οποία φαίνεται ότι εξακολουθεί να εκκρεμεί ενώπιον των γερμανικών εργατικών δικαστηρίων. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι στην αρχική της γνώμη σχετικά με την καταγγελία, η Επιτροπή δήλωσε ότι τα σχετικά έγγραφα θα μπορούσαν να τεθούν στη διάθεση δικαστικής αρχής κατόπιν δικαστικής εντολής για την προσκόμισή τους.

3.13 Όσον αφορά το δεύτερο από τα προαναφερθέντα ζητήματα, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή αιτιολόγησε την απόφασή της να διαγράψει το όνομα του συνδιευθυντή της ΕΕ με την εκτίμηση ότι η αποκάλυψη της ταυτότητας του εν λόγω προσώπου θα υπονόμευε την προστασία της ακεραιότητάς του, δεδομένου ότι το όνομά του εμφανίστηκε σε σχέση με ισχυρισμούς σχετικά με την ανεπαρκή εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων. Ωστόσο, είναι απολύτως σαφές ότι οι ισχυρισμοί αυτοί απευθύνονταν στον εμπειρογνώμονα του καταγγέλλοντος ή στον ίδιο τον καταγγέλλοντα, αλλά όχι στον συνδιευθυντή της ΕΕ. Επιπλέον, και όπως ορθώς παρατήρησε ο καταγγέλλων, η Επιτροπή θεωρεί σαφώς ότι οι ισχυρισμοί που διατυπώθηκαν ή διαβιβάστηκαν από το εν λόγω πρόσωπο ήταν ορθοί. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής δεν αντιλαμβάνεται με ποιον τρόπο η ανάγκη προστασίας της ακεραιότητας του εν λόγω προσώπου βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001 θα μπορούσε να δώσει στην Επιτροπή το δικαίωμα να διαγράψει το όνομα του συνδιευθυντή της ΕΕ από τα σχετικά έγγραφα.

Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η Επιτροπή είχε αιτιολογήσει την απόφασή της της 26ης Απριλίου 2004 να αρνηθεί την πρόσβαση βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) και του άρθρου 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 αποκλειστικά όσον αφορά τον εμπειρογνώμονα του καταγγέλλοντος. Επομένως, η αποδοχή του επιχειρήματος της Επιτροπής ότι έπρεπε επίσης να ληφθεί υπόψη η ανάγκη προστασίας των συμφερόντων του συνδιευθυντή της Ένωσης θα ισοδυναμούσε με παροχή στην Επιτροπή της δυνατότητας να επικαλεστεί λόγο ο οποίος δεν είχε προβληθεί στην αρχική απόφαση. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι αυτό δεν θα ήταν αποδεκτό.

3.14 Όσον αφορά το τρίτο από τα προαναφερθέντα ζητήματα, πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι, απαντώντας σε αίτημα παροχής περαιτέρω πληροφοριών που υπέβαλε ο Διαμεσολαβητής, η Επιτροπή απαρίθμησε τα έγγραφα που ανήκαν στην τρίτη κατηγορία των εγγράφων στα οποία δεν επετράπη η πρόσβαση. Ο κατάλογος αυτός περιλαμβάνει τα έγγραφα αριθ. 14-16. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν θα ήταν σε θέση να υποστηρίξει ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν καλύπτονται από την αίτηση πρόσβασης. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η θέση που πράγματι υιοθέτησε η Επιτροπή σχετικά με τα εν λόγω έγγραφα στην εμπεριστατωμένη γνώμη της δεν είναι απολύτως σαφής. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την εμπεριστατωμένη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων φαινόταν να υποθέτει ότι η Επιτροπή είχε αρνηθεί την πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα με την αιτιολογία ότι περιείχαν (σύμφωνα με την Επιτροπή) ισχυρισμούς κατά του εμπειρογνώμονα του καταγγέλλοντος που υπερέβαιναν εκείνον που είχε επανειλημμένα διατυπώσει η Επιτροπή (δηλαδή ότι δεν είχε εκπληρώσει τα νέα καθήκοντα, τα οποία είχαν συμπεριληφθεί στην αναθεωρημένη εντολή). Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι αυτή η ερμηνεία της εμπεριστατωμένης γνώμης φαίνεται εύλογη.

Όσον αφορά την ουσία της θέσεως της Επιτροπής, είναι αληθές ότι, στο σχέδιο συστάσεώς του, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι η Επιτροπή είχε προβάλει το επιχείρημά της κατά το οποίο ο W. δεν εκπλήρωσε τα καθήκοντά του στη γνωμοδότησή του, ένα έγγραφο προσβάσιμο στο κοινό. Ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ως εκ τούτου, ήταν δύσκολο να διαπιστωθεί ποια περαιτέρω ζημία θα μπορούσε να προκαλέσει η δημοσιοποίηση των σχετικών εγγράφων στο δικαίωμα του κ. W. στην ιδιωτική ζωή και την ακεραιότητα ή στα εμπορικά του συμφέροντα. Η συλλογιστική αυτή προφανώς δεν ισχύει στην περίπτωση περαιτέρω ισχυρισμών εις βάρος του W. οι οποίοι ενδέχεται να μην έχουν ακόμη δημοσιοποιηθεί. Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, στο σχέδιο συστάσεώς του, ο Διαμεσολαβητής έκρινε επίσης ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η κοινολόγηση των εγγράφων θα μπορούσε να θίξει την ιδιωτική ζωή, την ακεραιότητα ή τα εμπορικά συμφέροντα του W., η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει επαρκώς τη δυνατότητα παροχής μερικής προσβάσεως, π.χ. παρέχοντας πρόσβαση στα κείμενα των εγγράφων στα οποία το όνομα του W. έχει διαγραφεί. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το επιχείρημα αυτό εξακολουθεί να ισχύει και ότι θα ισχύει και στην περίπτωση που η Επιτροπή φαίνεται να είχε κατά νου κατά τη σύνταξη της εμπεριστατωμένης γνώμης της. Επομένως, δύσκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό για ποιον λόγο η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να επιτρέψει μερική πρόσβαση στα έγγραφα υπ' αριθ. 14-16 κατά τον ίδιο τρόπο που επέτρεψε την πρόσβαση σε όλα τα άλλα έγγραφα, δηλαδή αφού αφαίρεσε το όνομα του W.

3.15 Υπό τις συνθήκες αυτές, και μολονότι αναγνωρίζει ότι στην εμπεριστατωμένη γνώμη της η Επιτροπή έχει προχωρήσει πολύ προς την ικανοποίηση των ανησυχιών του, ο Διαμεσολαβητής εξακολουθεί να πιστεύει ότι η Επιτροπή δεν παρέσχε εύλογη εξήγηση για την άρνησή της να χορηγήσει πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα όσον αφορά το όνομα του συνδιευθυντή της ΕΕ και τα έγγραφα αριθ. 14-16. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

4 Συμπέρασμα

4.1 Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την παρούσα καταγγελία, είναι αναγκαίο να διατυπωθούν οι ακόλουθες επικριτικές παρατηρήσεις:

Από τον κανονισμό 1049/2001 προκύπτει ότι η πρόσβαση στα έγγραφα πρέπει να χορηγείται, εκτός εάν μπορεί να αποδειχθεί ότι εφαρμόζεται μία από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στον κανονισμό. Ως εκ τούτου, η ορθή διοικητική πρακτική απαιτεί από τη διοίκηση που επιθυμεί να επικαλεστεί μια τέτοια εξαίρεση να παράσχει εύλογη εξήγηση προκειμένου να αποδείξει ότι η εξαίρεση αυτή έχει πράγματι εφαρμογή. Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν παρέσχε εύλογη εξήγηση για την άρνησή της να παράσχει πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα όσον αφορά το όνομα του συνδιευθυντή της Ένωσης και τα έγγραφα αριθ. 14-16. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

4.2 Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την εμπεριστατωμένη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων πρότεινε να προσπαθήσει ο Διαμεσολαβητής να επιτρέψει στην Επιτροπή την πρόσβαση στα έγγραφα αριθ. 14-16. Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι ο Διαμεσολαβητής έχει ήδη υποβάλει σχέδιο σύστασης στην παρούσα υπόθεση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 3 παράγραφος 7 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή προβλέπει ότι, αφού υποβάλει σχέδιο σύστασης και λάβει την εμπεριστατωμένη γνώμη του οικείου θεσμικού οργάνου ή οργανισμού, ο Διαμεσολαβητής διαβιβάζει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο οικείο θεσμικό όργανο ή οργανισμό. Ως εκ τούτου, είναι σαφές ότι ο Διαμεσολαβητής δεν έχει τη δυνατότητα να εκδώσει περαιτέρω σχέδιο σύστασης εάν θεωρεί ότι το σχέδιο σύστασης που υπέβαλε δεν έχει εφαρμοστεί ορθά.

4.3 Στην ετήσια έκθεσή του για το 1998, ο Διαμεσολαβητής επεσήμανε ότι η δυνατότητά του να υποβάλει ειδική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ήταν ανεκτίμητης αξίας για το έργο του. Προσθέτει ότι, ως εκ τούτου, οι ειδικές εκθέσεις δεν θα πρέπει να υποβάλλονται πολύ συχνά, αλλά μόνο σε σχέση με ιδιαίτερα σημαντικά θέματα για τα οποία το Κοινοβούλιο ήταν σε θέση να αναλάβει δράση προκειμένου να συνδράμει τον Διαμεσολαβητή (8). Η ετήσια έκθεση για το 1998 υποβλήθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και εγκρίθηκε από αυτό.

4.4 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η υπό κρίση υπόθεση αφορά τον χειρισμό από την Επιτροπή αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα που αφορούν συγκεκριμένη σύμβαση. Σημειώνει επίσης ότι δεν είναι προφανές ποια μέτρα θα μπορούσε να λάβει το Κοινοβούλιο για να συνδράμει τον Διαμεσολαβητή και τον καταγγέλλοντα στην παρούσα υπόθεση. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν είναι σκόπιμο να υποβληθεί ειδική έκθεση στο Κοινοβούλιο.

4.5 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα αποστείλει αντίγραφο της παρούσας απόφασης στην Επιτροπή και θα συμπεριλάβει σύντομη περίληψη στην ετήσια έκθεση για το 2005 που θα υποβληθεί στο Κοινοβούλιο. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Διατίθεται στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).

(2) ΕΕ L 145, σ. 43.

(3) Η Επιτροπή υπέβαλε κατάλογο των εν λόγω εγγράφων.

(4) ΕΕ L 8, σ. 1.

(5) Το σχέδιο σύστασης είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).

(6) ΕΕ L 145, σ. 43.

(7) ΕΕ L 8, σ. 1.

(8) Ετήσια έκθεση 1998, σ. 27-28.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!