FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 1232/2004/GG κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 14 Οκτωβρίου 2004

Αγαπητέ Καθηγητή Κ.,

Με επιστολή της 19ης Απριλίου 2004 (την οποία έλαβα στις 29 Απριλίου 2004), υποβάλατε, ενεργώντας εξ ονόματος του Technische Universität Berlin, καταγγελία κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την υποχρέωση καταβολής τόκων επί των ποσών που δεν χρησιμοποιήθηκαν για έργα Leonardo da Vinci.

Στις 4 Μαΐου 2004, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Στις 10 Ιουνίου 2004, η κ. von Matuschka μου διαβίβασε αντίγραφο της πλέον πρόσφατης αλληλογραφίας σας με την Επιτροπή. Διαβίβασα αντίγραφο της αλληλογραφίας αυτής στην Επιτροπή στις 14 Ιουνίου 2004.

Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 4 Αυγούστου 2004 και σας τη διαβίβασα στις 16 Αυγούστου 2004 με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις.

Με την ευκαιρία τηλεφωνικής συνομιλίας στις 21 Σεπτεμβρίου 2004, η κ. von Matuschka ενημέρωσε τις υπηρεσίες μου ότι η καταγγελία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι έχει διευθετηθεί και με ευχαρίστησε για την παρέμβασή μου.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Η παρούσα καταγγελία αφορούσε τρία σχέδια Leonardo da Vinci που υλοποιήθηκαν από την «Υπηρεσία Σταδιοδρομίας» του καταγγέλλοντος, το Technische Universität Berlin:

Σχέδιο D/99/2/07354/PL/II.1.2a/FPI

Με επιστολή της 9ης Δεκεμβρίου 2002, η Επιτροπή πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι μέρος των ποσών που είχαν ήδη καταβληθεί στον καταγγέλλοντα βάσει της σύμβασης έπρεπε να επιστραφεί. Το σχετικό ποσό ανερχόταν σε 88 483,80 ευρώ. Η Επιτροπή ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να επιστρέψει το ποσό αυτό προσαυξημένο με τόκους ύψους 7 654,45 ευρώ (συνολικά 96 138,25 ευρώ) έως τις 31 Μαρτίου 2003.

Στις 20 Δεκεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων αντιτάχθηκε στο αίτημα της Επιτροπής για καταβολή τόκων. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι ήταν καταρχήν αδύνατο για αυτόν να τοποθετήσει χρηματικά ποσά με σκοπό την είσπραξη τόκων.

Τον Ιανουάριο του 2003, ο καταγγέλλων επέστρεψε στην Επιτροπή το ποσό των 88 483,80 ευρώ.

Με επιστολή της 20ής Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι θα εξέταζε σύντομα την καταγγελία του.

Στις 19 Φεβρουαρίου 2003, ο υπόλογος της Επιτροπής απέστειλε επιστολή στον καταγγέλλοντα επισημαίνοντας ότι εξακολουθούσε να εκκρεμεί ποσό ύψους 7 654,45 ευρώ. Στην απάντησή του της 6ης Μαρτίου 2003, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι είχε αντιταχθεί στην απαίτηση της Επιτροπής να καταβάλει το ποσό αυτό λόγω τόκων και ότι, ελλείψει απάντησης στην εν λόγω καταγγελία, δεν ήταν σε θέση να καταβάλει το σχετικό ποσό.

Με νέα επιστολή της 27ης Μαρτίου 2003, ο υπόλογος της Επιτροπής αναφέρθηκε εκ νέου στο ποσό των 7 654, 45 ευρώ που εξακολουθούσε να οφείλεται και ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι μέρος του ποσού αυτού (4 950, 54 ευρώ) επρόκειτο να ανακτηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 73 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, αριθ. L 248, σ. 1), συμψηφίζοντάς το με αίτηση πληρωμής που υπέβαλε ο καταγγέλλων στο πλαίσιο άλλου έργου. Στην απάντησή του της 17ης Απριλίου 2003, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στην καταγγελία του κατά της απαίτησης της Επιτροπής για καταβολή τόκων και ζήτησε από την αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής να ελέγξει το θέμα με την οικονομική υπηρεσία της Επιτροπής.

Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε στις 8 Δεκεμβρίου 2003, η Επιτροπή παρέπεμψε στην καταγγελία κατά της απαιτήσεως καταβολής τόκων και επισήμανε ότι σκόπευε να διατυπώσει οριστικά τη θέση της επί του σημείου αυτού στο εγγύς μέλλον. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να υποβάλει, έως τις 18 Δεκεμβρίου 2003, αποδεικτικά έγγραφα προκειμένου να αποδείξει ότι δεν ήταν σε θέση να καταθέσει χρήματα σε λογαριασμό με σκοπό την είσπραξη τόκων. Στις 15 Ιανουαρίου 2004, ο καταγγέλλων απέστειλε περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με το σημείο αυτό στην Επιτροπή.

Σχέδιο D/99/2/07355/ PL/II.1.2a/FPC

Επίσης, με επιστολή της 9ης Δεκεμβρίου 2002, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι μέρος των ποσών που είχαν ήδη καταβληθεί στον καταγγέλλοντα στο πλαίσιο της εν λόγω σύμβασης έπρεπε να επιστραφεί. Το σχετικό ποσό ανερχόταν σε 31 743,70 ευρώ. Η Επιτροπή ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να επιστρέψει το ποσό αυτό προσαυξημένο με τόκους ύψους 2 829,90 ευρώ (συνολικά 34 573,60 ευρώ) έως τις 31 Μαρτίου 2003.

Στις 20 Δεκεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η ανάκτηση έπρεπε να μειωθεί κατά 229 ευρώ. Ο καταγγέλλων αντιτάχθηκε επίσης στο αίτημα της Επιτροπής να καταβληθούν τόκοι.

Τον Ιανουάριο του 2003, ο καταγγέλλων επέστρεψε στην Επιτροπή το μη αμφισβητούμενο ποσό των 31 514,70 ευρώ.

Με επιστολή της 20ής Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι θα εξέταζε σύντομα την καταγγελία του. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι η προθεσμία για την επιστροφή των σχετικών ποσών στο πλαίσιο της παρούσας συμβάσεως είχε ανασταλεί.

Στις 21 Μαΐου 2003, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η ένστασή της σχετικά με το επίμαχο στοιχείο (δηλαδή το ποσό των 229 ευρώ) είχε γίνει δεκτή. Η Επιτροπή ενημέρωσε περαιτέρω τον καταγγέλλοντα ότι το ζήτημα του ενδιαφέροντος θα εξεταστεί χωριστά από την «αρμόδια υπηρεσία».

Με επιστολή της 28ης Μαΐου 2003, ο υπόλογος της Επιτροπής αναφέρθηκε σε τρία διαφορετικά ποσά (συμπεριλαμβανομένου ποσού 3 058,90 ευρώ) τα οποία, κατά την άποψή του, εξακολουθούσαν να οφείλονται και ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι τα ποσά αυτά θα ανακτηθούν, σύμφωνα με το άρθρο 73 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του δημοσιονομικού κανονισμού, με συμψηφισμό τους με αίτηση πληρωμής που υπέβαλε ο καταγγέλλων στο πλαίσιο άλλου έργου.

Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε στις 8 Δεκεμβρίου 2003, η Επιτροπή παρέπεμψε στην καταγγελία κατά της απαιτήσεως καταβολής τόκων και επισήμανε ότι σκόπευε να διατυπώσει οριστικά τη θέση της επί του σημείου αυτού στο εγγύς μέλλον. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να υποβάλει, έως τις 18 Δεκεμβρίου 2003, αποδεικτικά έγγραφα προκειμένου να αποδείξει ότι δεν ήταν σε θέση να καταθέσει χρήματα σε λογαριασμό με σκοπό την είσπραξη τόκων. Στις 15 Ιανουαρίου 2004, ο καταγγέλλων απέστειλε περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με το σημείο αυτό στην Επιτροπή.

Σε νέα επιστολή που απέστειλε την ίδια ημέρα, ο καταγγέλλων ενημέρωσε την Επιτροπή ότι αντιτίθεται επίσης στον συμψηφισμό του ποσού των 3 058, 90 EUR με άλλες απαιτήσεις. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι μπόρεσε να διαπιστώσει ότι το ποσό αυτό περιλάμβανε τους τόκους που ζήτησε η Επιτροπή (2 829, 90 ευρώ) και το ποσό που η Επιτροπή είχε εν τω μεταξύ αναγνωρίσει ως μη οφειλόμενο (229 ευρώ) μόνο όταν έλαβε επιστολή με ημερομηνία 14 Ιανουαρίου 2004, στην οποία η Επιτροπή είχε παράσχει πληροφορίες σχετικά με άλλο έργο. Δεδομένου ότι το ποσό των 229 ευρώ είχε σε κάθε περίπτωση αφαιρεθεί χωρίς λόγο και ότι το ζήτημα της υποχρέωσης καταβολής τόκων δεν είχε ακόμη επιλυθεί, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να επιστρέψει το ποσό των 3 058, 90 ευρώ.

Σχέδιο D/98/2/05733/PL/II.1.2a/FPI

Με επιστολή της 8ης Νοεμβρίου 2002, η Επιτροπή πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι έπρεπε να του επιστραφεί μέρος των ποσών που είχε ήδη καταβάλει στο πλαίσιο της εν λόγω σύμβασης. Κατά την Επιτροπή, το σχετικό ποσό ανερχόταν σε 34 247,35 ευρώ.

Στις 27 Νοεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων αντιτάχθηκε στην εν λόγω ανάκτηση και ζήτησε λεπτομερή αξιολόγηση. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η επιστολή της Επιτροπής δεν του επέτρεπε να προσδιορίσει ποια ποσά είχαν γίνει δεκτά και ποια όχι.

Με τηλεομοιοτυπία που εστάλη στις 6 Δεκεμβρίου 2002, η Επιτροπή διαβίβασε στον καταγγέλλοντα πίνακα με τα σχετικά ποσά. Σύμφωνα με τον πίνακα αυτό, το ποσό που έπρεπε να επιστραφεί ανερχόταν σε 31 849,90 ευρώ. Στην απάντησή του της 10ης Δεκεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων αντιτάχθηκε σε ορισμένες πτυχές του υπολογισμού.

Στις 17 Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι θα εξέταζε σύντομα την καταγγελία του. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι η προθεσμία για την επιστροφή των σχετικών ποσών στο πλαίσιο της παρούσας συμβάσεως είχε ανασταλεί.

Με επιστολή της 8ης Απριλίου 2003, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι είχε αποδεχθεί όλα τα αιτήματά του (ήτοι ποσό 378 ευρώ) και ότι το ποσό που έπρεπε να επιστραφεί ανερχόταν σε 31 471,90 ευρώ.

Στις 14 Ιανουαρίου 2004, η Επιτροπή πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι έπρεπε να καταβληθεί επιπλέον ποσό ύψους 2 397,15 ευρώ ως τόκος λόγω του γεγονότος ότι στην επιστολή του της 17ης (στην πραγματικότητα της 10ης) Δεκεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων δεν είχε αντιταχθεί στην απαίτηση καταβολής τόκων.

Στις 21 Ιανουαρίου 2004, ο καταγγέλλων απάντησε ότι είχε ενημερωθεί για την απαίτηση καταβολής τόκων μόνο μέσω της επιστολής της Επιτροπής της 14ης Ιανουαρίου 2004. Ο καταγγέλλων εξήγησε ότι δεν συμφωνεί με το αίτημα αυτό και ζήτησε να αποσαφηνιστεί το ζήτημα το συντομότερο δυνατόν.

Επί της υπό κρίση αιτιάσεως

Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε κατ’ ουσίαν ότι η Επιτροπή ενήργησε εσφαλμένα (1) απαιτώντας την καταβολή τόκων επί των ποσών που έπρεπε να επιστραφούν στην Επιτροπή στο πλαίσιο των σχεδίων Leonardo da Vinci D/99/2/07354, D/99/2/07355 και D/98/2/5733) και (2) συμψηφίζοντας αυτά και άλλα ποσά με άλλες απαιτήσεις. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή έπρεπε να επιστρέψει τα ποσά που είχαν ζητηθεί από τις υπηρεσίες της και να συμψηφίσει με άλλες απαιτήσεις του καταγγέλλοντος, δηλαδή 1) 7 654 ευρώ, 45 τόκους από το έργο D/99/2/7354, 2) 2 829 ευρώ, 00 τόκους συν το ποσό των 229 ευρώ από το έργο D/99/2/7355 και 3) 2 397 ευρώ, 45 τόκους συν το ποσό των 378 ευρώ από το έργο D/98/2/5733.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Το άρθρο 4 παράγραφος 7 των συμφωνιών επιχορήγησης που συνήφθησαν μεταξύ της Επιτροπής και του αποδέκτη της επιχορήγησης όριζε τα εξής: «Τα ποσά που καταβάλλονται στο συμβαλλόμενο μέρος ή σε εταίρο και δεν χρησιμοποιούνται εντός 45 ημερών πρέπει να επενδύονται έτσι ώστε να αποφέρουν τόκους. Οι τόκοι που αποκτήθηκαν με τον τρόπο αυτό πρέπει να αναγράφονται στον χρηματοοικονομικό λογαριασμό και να μεταφέρονται στον δικαιούχο της επιχορήγησης, ο οποίος πρέπει να τους καταβάλει σε λογαριασμό στο όνομα της Επιτροπής.»

Βάσει αυτού του άρθρου, η Επιτροπή είχε ζητήσει από τον καταγγέλλοντα να καταβάλει τόκους επί των ποσών που είχε λάβει αλλά δεν είχε χρησιμοποιήσει εντός 45 ημερών.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, δεν ήταν σε θέση να επενδύσει τα ποσά που είχε λάβει για να εισπράξει τόκους. Ωστόσο, οι πληροφορίες που παρείχε ο καταγγέλλων στις προσφυγές του και στην επιστολή του της 15ης Ιανουαρίου 2004 δεν ήταν επαρκείς για να το αποδείξουν.

Με επιστολή της 9ης Ιουνίου 2004, ο καταγγέλλων είχε παράσχει συμπληρωματικές πληροφορίες στην Επιτροπή. Είχε επίσης υποβάλει αντίγραφο επιστολής της Γερουσίας του Βερολίνου, σύμφωνα με την οποία δεν επιτρεπόταν στον καταγγέλλοντα να τοποθετήσει χρήματα σε λογαριασμούς που παρήγαγαν τόκους.

Με βάση τις πληροφορίες αυτές, η Επιτροπή ήταν πλέον σε θέση να δεχθεί τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος. Το ποσό των τόκων που έχουν ήδη ανακτηθεί ή συμψηφιστεί θα επιστραφεί στον καταγγέλλοντα. Οι τελευταίοι ενημερώθηκαν σχετικά με επιστολές της 21ης Ιουνίου 2004.

Ο συμψηφισμός βασίστηκε στο άρθρο 4 παράγραφος 2 πέμπτο εδάφιο των συμφωνιών επιχορήγησης, σύμφωνα με το άρθρο 73 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου. Ωστόσο, δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε αποδεχθεί τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος όσον αφορά την υποχρέωση καταβολής τόκων, τα σχετικά ποσά (όπως αναφέρεται ανωτέρω) θα επιστραφούν στον καταγγέλλοντα.

Η θέση του καταγγέλλοντος

Με την ευκαιρία τηλεφωνικής συνομιλίας στις 21 Σεπτεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή ότι η καταγγελία μπορούσε να θεωρηθεί ότι είχε διευθετηθεί και ευχαρίστησε τον Διαμεσολαβητή για την παρέμβασή του.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Εικαζόμενη εσφαλμένη απαίτηση τόκων και συμψηφισμού

1.1 Η παρούσα καταγγελία αφορούσε σχέδια Leonardo da Vinci που υλοποιήθηκαν από τον καταγγέλλοντα, το Technische Universität Berlin. Ορισμένα ποσά που είχαν παρασχεθεί από την Επιτροπή δεν χρησιμοποιήθηκαν και δεν επιστράφηκαν δεόντως από τον καταγγέλλοντα. Η Επιτροπή ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να καταβάλει τόκους επί των ποσών αυτών ύψους περίπου 13 000 ευρώ και να συμψηφίσει μέρος της απαίτησης αυτής με άλλες απαιτήσεις που είχε ο καταγγέλλων κατά της Επιτροπής. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή ενήργησε εσφαλμένα απαιτώντας τόκους και συμψηφίζοντας μέρος της απαίτησής της με άλλες απαιτήσεις. Έκρινε ότι η Επιτροπή έπρεπε να επιστρέψει τα σχετικά ποσά.

1.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε ότι η συμφωνία επιχορήγησης προέβλεπε την καταβολή τόκων επί των ποσών που δεν χρησιμοποιούνταν. Η Επιτροπή επισήμανε ότι η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι, σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, δεν ήταν σε θέση να επενδύσει τα ποσά που είχε λάβει για να κερδίσει τόκους. Ωστόσο, σύμφωνα με την Επιτροπή, οι πληροφορίες που παρείχε ο καταγγέλλων στις προσφυγές του κατά των αποφάσεων της Επιτροπής και σε επιστολή της 15ης Ιανουαρίου 2004 δεν ήταν επαρκείς για να το αποδείξουν. Η Επιτροπή επισήμανε ότι, με επιστολή της 9ης Ιουνίου 2004, ο καταγγέλλων είχε παράσχει συμπληρωματικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένου αντιγράφου επιστολής της Γερουσίας του Βερολίνου, σύμφωνα με την οποία ο καταγγέλλων δεν είχε τη δυνατότητα να τοποθετήσει χρήματα σε λογαριασμούς που παράγουν τόκους. Με βάση τις πληροφορίες αυτές, η Επιτροπή ήταν πλέον σε θέση να δεχθεί τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος. Το ποσό των τόκων που έχουν ήδη ανακτηθεί ή συμψηφιστεί θα επιστραφεί στον καταγγέλλοντα. Κατά την Επιτροπή, η τελευταία είχε ενημερωθεί σχετικά με έγγραφα της 21ης Ιουνίου 2004.

1.3 Με την ευκαιρία τηλεφωνικής συνομιλίας στις 21 Σεπτεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή ότι η καταγγελία μπορούσε να θεωρηθεί ότι είχε διευθετηθεί και ευχαρίστησε τον Διαμεσολαβητή για την παρέμβασή του.

2 Συμπέρασμα

Από τις παρατηρήσεις της Επιτροπής και τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος προκύπτει ότι η Επιτροπή έλαβε μέτρα για τη διευθέτηση του ζητήματος και, ως εκ τούτου, ικανοποίησε τον καταγγέλλοντα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!