FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 956/2004/PB κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Στο πλαίσιο της έρευνας του Διαμεσολαβητή σχετικά με προηγούμενη καταγγελία (υπόθεση 801/2001/PB), η Επιτροπή ανέλαβε τη δέσμευση να εκδώσει απόφαση σχετικά με την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος (σχετικά με παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου από τη Δανία όσον αφορά τη φορολογία αυτοκινήτων) έως τον Οκτώβριο του 2001. Ωστόσο, δεν το έπραξε και, κατά τη διάρκεια της έρευνας του Διαμεσολαβητή στην υπόθεση 1237/2002/(PB)OV, εξήγησε την αποτυχία αυτή δηλώνοντας ότι προτιμούσε να υιοθετήσει μια συνολική προσέγγιση στα προβλήματα που σχετίζονται με τη φορολογία των αυτοκινήτων και ότι στόχος της ήταν να επιλύσει τα προβλήματα αυτά ταυτόχρονα σε όλα τα κράτη μέλη. Ο Διαμεσολαβητής αποδέχθηκε την εξήγηση αυτή. Η συνεχιζόμενη καθυστέρηση της Επιτροπής στην έκδοση απόφασης οδήγησε στην παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.

Η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε σχέδιο σύστασης, επισημαίνοντας ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε ουσιαστικά να απόσχει από τη λήψη απόφασης σχετικά με την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος για όσο διάστημα ακολουθούσε τη συνολική προσέγγισή της. Η συνεχιζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να λάβει απόφαση δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί επαρκώς για τον λόγο ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να λάβει τις πληροφορίες που ζήτησε από τα κράτη μέλη το 2001 και το 2003. Η Επιτροπή είχε στη διάθεσή της σημαντικό χρόνο για να προσπαθήσει να λάβει τις εν λόγω πληροφορίες και δεν ήταν σαφές για ποιον λόγο η έλλειψη απάντησης στα εν λόγω αιτήματα παροχής πληροφοριών θα εμπόδιζε την Επιτροπή να λάβει απόφαση σχετικά με μεμονωμένες καταγγελίες επί παραβάσει. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη πρέπει να διευκολύνουν την εκπλήρωση του ρόλου της Επιτροπής ως θεματοφύλακα της Συνθήκης. Η άρνηση κράτους μέλους να συνδράμει την Επιτροπή στις έρευνές της, σύμφωνα με το άρθρο 226 της συνθήκης ΕΚ, συνιστά παράβαση καθήκοντος που υπέχει κάθε κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 10 της συνθήκης ΕΚ. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο.

Η εμπεριστατωμένη γνώμη της Επιτροπής πληροφόρησε τον Διαμεσολαβητή ότι είχε εκδώσει αποφάσεις για τα σχετικά ζητήματα και είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για τις αποφάσεις αυτές. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή είχε αποδεχθεί το σχέδιο σύστασής του.


Στρασβούργο, 12 Μαΐου 2006

Αξιότιμε κ. H.,

Στις 29 Μαρτίου 2004, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τη φορολόγηση των εισαγόμενων αυτοκινήτων.

Στις 3 Μαΐου 2004, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 5 Αυγούστου 2004. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 5 Οκτωβρίου 2004.

Στις 18 Μαρτίου 2005, υπέβαλα σχέδιο σύστασης στην Επιτροπή και σας ενημέρωσα σχετικά την ίδια ημερομηνία.

Στις 8 Ιουλίου 2005, η Επιτροπή μου διαβίβασε την εμπεριστατωμένη γνώμη της επί του σχεδίου συστάσεώς μου. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 30 Σεπτεμβρίου 2005.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.

Για να αποφευχθούν παρανοήσεις, είναι σημαντικό να υπενθυμιστεί ότι η Συνθήκη ΕΚ εξουσιοδοτεί τον Διαμεσολαβητή να διερευνά πιθανές περιπτώσεις κακοδιοίκησης μόνο στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών. Το καταστατικό του Διαμεσολαβητή προβλέπει ρητά ότι καμία ενέργεια οποιασδήποτε άλλης αρχής ή προσώπου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή.

Ως εκ τούτου, οι έρευνες του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία σας έχουν ως στόχο την εξέταση του κατά πόσον υπήρξε κακοδιοίκηση στις δραστηριότητες της Επιτροπής.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Ο καταγγέλλων, ένας Δανός έμπορος αυτοκινήτων, είχε απευθύνει πολλές επιστολές στην Επιτροπή σχετικά με εικαζόμενες παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου από τη Δανία όσον αφορά τη φορολογία των αυτοκινήτων. Η Επιτροπή είχε καταχωρίσει καταγγελία παράβασης με το όνομα του καταγγέλλοντος, την οποία είχε περατώσει το 1997 ως αβάσιμη. Το 1998, η Επιτροπή είχε καταχωρίσει νέα καταγγελία παράβασης κατά της Δανίας με το όνομά του. Έκτοτε, η Επιτροπή και ο καταγγέλλων ανταποκρίνονταν συχνά στις εικαζόμενες παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου από τις δανικές αρχές.

Τον Ιούνιο του 2000, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή (υπόθεση 801/2000/PB), στην οποία κατήγγειλε ότι η Επιτροπή δεν τον ενημέρωσε σχετικά με το αποτέλεσμα των επικοινωνιών της με τις δανικές αρχές. Η Επιτροπή δήλωσε ότι ανέμενε την έκβαση δύο υποθέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να παράσχει στον καταγγέλλοντα την τελική νομική άποψή της σχετικά με την καταγγελία του κατά της Δανίας. Ο Διαμεσολαβητής αποδέχθηκε την εξήγηση αυτή και δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση, σημειώνοντας ότι η Επιτροπή είχε δεσμευθεί να λάβει απόφαση σχετικά με την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος έως τον Οκτώβριο του 2001.

Ωστόσο, η Επιτροπή δεν εκπλήρωσε τη δέσμευσή της να καταλήξει σε συμπέρασμα σχετικά με την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος έως τον Οκτώβριο του 2001. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων υπέβαλε νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή (υπόθεση 1237/2002/(PB)OV). Στην εν λόγω υπόθεση, η Επιτροπή είχε αναγνωρίσει το γεγονός ότι τα ζητήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων δεν είχαν ακόμη απαντηθεί. Συνοπτικά, επρόκειτο για τα εξής:

θ) Φορολόγηση σχετικά με τη διασυνοριακή μακροχρόνια χρηματοδοτική μίσθωση οχημάτων, τα οποία είναι ταξινομημένα στη Γερμανία αλλά προορίζονται για χρήση στη Δανία. Η Επιτροπή είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα ότι επιθυμούσε να αναμείνει την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Cura Anlagen (1) προτού αναλάβει οποιαδήποτε άλλη πρωτοβουλία όσον αφορά τους κανόνες σχετικά με τη διασυνοριακή μακροχρόνια μίσθωση οχημάτων. Το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του στις 21 Μαρτίου 2002.

ii) Φορολόγηση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων που εισάγονται στη Δανία από άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εκτίμηση της αξίας των εν λόγω αυτοκινήτων. Η Επιτροπή είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με την πρόθεσή της να αναμείνει την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Gomes Valente (2). Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση αυτή εκδόθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2001. Επιπλέον, η Επιτροπή αποφάσισε επίσης να αναμείνει την έκβαση της υπόθεσης Tulliasiamies και Siilin (3). Η απόφαση επί της υποθέσεως αυτής εκδόθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 2002. Επιπλέον, την 1η Ιουνίου 2001, η Επιτροπή απέστειλε επιστολή σε όλα τα κράτη μέλη για να τα ενημερώσει σχετικά με τις συνέπειες της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση Gomes Valente. Στην απάντησή της, η Δανία διαβεβαίωσε την Επιτροπή ότι οι κανόνες της ήταν σύμφωνοι με το αποτέλεσμα της υπόθεσης Gomes Valente. Ωστόσο, ορισμένα κράτη μέλη δεν είχαν ακόμη απαντήσει στην επιστολή της Επιτροπής της 1ης Ιουνίου 2001.

Στην υπόθεση 1237/2002/(PB)OV, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι η Επιτροπή εξήγησε ότι δεν τήρησε τη δέσμευσή της δηλώνοντας ότι προτιμούσε να υιοθετήσει μια συνολική προσέγγιση στα προβλήματα που σχετίζονται με τη φορολογία των αυτοκινήτων και ότι στόχος της ήταν να επιλύσει τα προβλήματα αυτά ταυτόχρονα σε όλα τα κράτη μέλη, δηλαδή μέσω της συνεργασίας και της έκδοσης ανακοίνωσης σε σαφή και απλή γλώσσα. Η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι το επίμαχο ζήτημα ανήκε σε τομέα δικαίου που δεν είχε ακόμη εναρμονιστεί. Σε αυτή τη βάση, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι «η εξήγηση της Επιτροπής σχετικά με τους λόγους για τους οποίους δεν έλαβε απόφαση έως τον Οκτώβριο του 2001, παρά τη δέσμευσή της να το πράξει, δεν είναι παράλογη» (σημείο 1.6). Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι «ο καταγγέλλων έχει τη δυνατότητα να υποβάλει νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή στο μέλλον, εάν η Επιτροπή καθυστερήσει περαιτέρω να λάβει απόφαση σχετικά με την καταγγελία παράβασης» (σημείο 1.7).

Επί της υπό κρίση αιτιάσεως

Στην παρούσα υπόθεση, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι έλαβε επιστολή από την Επιτροπή με ημερομηνία 20 Οκτωβρίου 2003, με την οποία προφανώς τον καλούσε να υποβάλει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις εικαζόμενες παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου από τις δανικές αρχές. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, απάντησε στην πρόσκληση αυτή με επιστολή της 2ας Φεβρουαρίου 2004, παρέχοντας στην Επιτροπή παραδείγματα των εικαζόμενων παραβάσεων και ενημερώνοντάς την σχετικά με τις πληρωμές φόρων που ζήτησαν οι εν λόγω αρχές. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή απάντησε ότι δεν θα προβεί σε καμία ενέργεια πριν από την έκδοση οριστικής απόφασης σε υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τη δέσμευσή της να καταλήξει σε συμπέρασμα σχετικά με την καταγγελία του για παράβαση όσον αφορά τη φορολόγηση των εισαγόμενων αυτοκινήτων από τη Δανία.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Η καταγγελία διαβιβάστηκε στην Επιτροπή, η οποία υπέβαλε συνοπτικά τις ακόλουθες παρατηρήσεις.

Νομικό πλαίσιο - διερεύνηση καταγγελιών

Κατά την εξέταση των καταγγελιών, η Επιτροπή συμμορφώνεται με τις διατάξεις της ανακοίνωσης της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου (4). Ειδικότερα, πρέπει να σημειωθούν οι ακόλουθοι κανόνες: άρθρο 3 (καταγραφή καταγγελιών)· Άρθρο 8 (προθεσμία εξέτασης των καταγγελιών - γενικός κανόνας για την έκδοση απόφασης εντός ενός έτους, με υποχρέωση ενημέρωσης του καταγγέλλοντος σε περίπτωση που η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να τηρηθεί)· Άρθρο 9 (αποτέλεσμα της διερεύνησης της καταγγελίας - η Επιτροπή αποφασίζει κατά τη διακριτική της ευχέρεια τηρώντας ενήμερη την καταγγελία)· Άρθρο 10 (περάτωση της υπόθεσης - κανόνας προηγούμενης ειδοποίησης του καταγγέλλοντος)· Άρθρο 14 (καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή).

Οι παρατηρήσεις της Επιτροπής

Η καταγγελία που υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή δεν περιείχε αιτιάσεις σχετικά με τη διοικητική διαδικασία που προβλέπεται στην ανακοίνωση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή για τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου (5) ή στον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς για το προσωπικό της Επιτροπής στις σχέσεις του με το κοινό (6). Αντιθέτως, η καταγγελία επέκρινε τον ουσιαστικό χειρισμό της καταγγελίας από την Επιτροπή, δηλαδή το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν είχε αποφασίσει αν θα κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Δανίας σχετικά με τους φορολογικούς κανόνες που εφαρμόζονται στη χρηματοδοτική μίσθωση αυτοκινήτων και εκείνους που εφαρμόζονται στα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα που εισάγονται στη Δανία. Η κριτική αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

Όσον αφορά το φορολογικό ζήτημα σχετικά με τη διασυνοριακή χρηματοδοτική μίσθωση αυτοκινήτων, η Επιτροπή είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα στην επιστολή της 20ής Οκτωβρίου 2003 ότι, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Μαρτίου 2002 στην υπόθεση Cura Anlagen (7), είχε ζητήσει από όλα τα κράτη μέλη (και όχι μόνο από τη Δανία) να επιβεβαιώσουν κατά πόσον τα νομικά τους μορφώματα ήταν σύμφωνα με τη νέα νομολογία. Στην επιστολή αναφερόταν επίσης ότι ο τομέας που αφορά τη διασυνοριακή χρηματοδοτική μίσθωση «είναι πολύ περίπλοκος και δεν είναι επί του παρόντος εναρμονισμένος. Η Επιτροπή επέλεξε να υιοθετήσει μια συνολική προσέγγιση που λαμβάνει υπόψη την κατάσταση στα διάφορα κράτη μέλη. [...] Ως εκ τούτου, η Επιτροπή σχεδιάζει να αναμείνει έως ότου λάβει τις απαντήσεις των κρατών μελών στην επιστολή που μόλις εστάλη σχετικά με τη συμβατότητα της νομοθεσίας τους με την απόφαση στην υπόθεση Cura Anlagen προτού αποφασίσει αν θα κινήσει διαδικασία επί παραβάσει».

Αφού έλαβε την επιστολή της Επιτροπής της 20ής Οκτωβρίου 2003, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή, με επιστολή της 10ης Νοεμβρίου 2003, να λάβει αμέσως μέτρα κατά της Δανίας. Η Επιτροπή απάντησε εκ νέου στον καταγγέλλοντα στις 12 Δεκεμβρίου 2003, ενημερώνοντάς τον ότι θα ανέμενε να λάβει απαντήσεις από όλα τα κράτη μέλη προτού αποφασίσει αν θα κινήσει διαδικασία επί παραβάσει και ότι θα λάμβανε υπόψη τα έγγραφα που υπέβαλε ο καταγγέλλων κατά την εξέταση της απάντησης της Δανίας.

Η Επιτροπή δεν είχε λάβει ακόμη απαντήσεις από όλα τα κράτη μέλη, παρά το γεγονός ότι είχε αποστείλει υπενθυμίσεις. Επισήμανε, ωστόσο, ότι εξακολουθούσε να προτιμά μια σφαιρική προσέγγιση και ότι βασίμως χρησιμοποιούσε τη διακριτική της ευχέρεια ακολουθώντας την προσέγγιση αυτή. Μετά την εξέταση όλων των απαντήσεων, η Επιτροπή θα λάμβανε υπόψη όλες τις πληροφορίες που είχε λάβει, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που παρείχε ο καταγγέλλων. Μόλις η Επιτροπή αποφασίσει αν θα κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Δανίας, θα ενημερώσει φυσικά τον καταγγέλλοντα για την απόφασή της.

Όπως επισήμανε η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της προς τον Διαμεσολαβητή σχετικά με την υπόθεση 1237/2002/PB, ο καταγγέλλων, ο οποίος φαίνεται να εμπλέκεται σε διάφορες διαφορές με τις δανικές φορολογικές αρχές, θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο να προσφύγει στα δανικά δικαστήρια. Στην περίπτωση αυτή, η υπόθεση θα μπορούσε να παραπεμφθεί στο Δικαστήριο για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.

Όσον αφορά το ζήτημα της φορολογίας των εισαγόμενων μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, η Επιτροπή απέστειλε έγγραφο της 1ης Ιουνίου 2001 σε όλα τα κράτη μέλη ενημερώνοντάς τα για τις συνέπειες της απόφασης στην υπόθεση Gomes Valente. Ωστόσο, ορισμένα κράτη μέλη δεν είχαν ακόμη απαντήσει, παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή τους είχε αποστείλει πολυάριθμες υπενθυμίσεις. Κατά συνέπεια, το συγκεκριμένο θέμα δεν είχε ακόμη εξεταστεί πλήρως. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι, από επιχειρησιακή άποψη, το θέμα αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο μιας συνολικής προσέγγισης σε συντονισμό με τα κράτη μέλη. Ωστόσο, η Δανία απάντησε στις επιστολές της Επιτροπής της 1ης Ιουνίου 2001 και οι δανικές αρχές θεώρησαν ότι η δανική νομοθεσία ήταν σύμφωνη με την απόφαση στην υπόθεση Gomes Valente. Μετά από περαιτέρω αλληλογραφία με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα τον Φεβρουάριο του 2004 ότι, όσον αφορά τη φορολόγηση των οχημάτων, η Επιτροπή είχε αποφασίσει να αναμείνει την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Weigel (8). Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε στις 29 Απριλίου 2004 και εξετάζεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής.

Συμπέρασμα

Η Επιτροπή είχε απαντήσει δεόντως σε όλες τις επιστολές που απέστειλε ο καταγγέλλων μετά την απόφαση του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1237/2002/(PB)OV. Καθεμία από τις απαντήσεις της Επιτροπής περιείχε λεπτομερείς δηλώσεις επί της ουσίας της υπόθεσης. Φυσικά, η Επιτροπή θα τον ενημέρωνε προσωπικά για την έκβαση της καταγγελίας του.

Η ορθή διοικητική πρακτική (όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση COM/2002/14 και στον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς της Επιτροπής) απαιτεί από την Επιτροπή, όταν αποφασίζει εάν θα προσφύγει στο δικαστήριο κράτους μέλους λόγω μη συμμόρφωσης με το κοινοτικό δίκαιο, να λαμβάνει υπόψη όλες τις παρατηρήσεις που υποβάλλει ο καταγγέλλων, επιδιώκοντας παράλληλα να διασφαλίσει ότι τα μέτρα που λαμβάνει για τη διερεύνηση της υπόθεσης είναι ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο στόχο. Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, η Επιτροπή μπορεί να ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια όταν αποφασίζει αν θα κινήσει ή όχι διαδικασία επί παραβάσει. Επιλέγοντας να αναμείνει την απάντηση όλων των κρατών μελών προτού αποφασίσει αν θα κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά καθενός από αυτά, υιοθετώντας έτσι μια συνολική προσέγγιση, η Επιτροπή δεν ενεργεί μόνο με ορθολογικό τρόπο, αλλά άσκησε επίσης νομίμως τη διακριτική της ευχέρεια. Σε περίπτωση παράβασης, ο καταγγέλλων δικαιούται να αναμένει ότι όλα τα σχετικά επιχειρήματα που προβάλλει θα ληφθούν υπόψη από την Επιτροπή κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και, εάν προταθεί η περάτωσή της, ότι θα ειδοποιηθεί εκ των προτέρων με επιστολή στην οποία θα εκτίθενται οι σχετικοί λόγοι. Ωστόσο, δεν δικαιούται να ζητήσει από την Επιτροπή να κινήσει διαδικασία λόγω παραβάσεως ή να της ζητήσει να υιοθετήσει την ερμηνεία του εφαρμοστέου κοινοτικού δικαίου. Υπό το πρίσμα των επιχειρημάτων που προαναφέρθηκαν και των προηγούμενων παρατηρήσεων που απεστάλησαν στον Διαμεσολαβητή σχετικά με τις καταγγελίες που συνδέονται με τον ίδιο φάκελο, η Επιτροπή δεν θεώρησε ότι είχε παραβεί το καθήκον χρηστής διοίκησης έναντι του καταγγέλλοντος.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Η γνώμη της Επιτροπής διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του.

ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ

Το σχέδιο σύστασης

Στις 18 Μαρτίου 2005, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε στην Επιτροπή το ακόλουθο σχέδιο σύστασης:

Η Επιτροπή θα πρέπει να εκδώσει απόφαση σχετικά με την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος κατά της Δανίας το συντομότερο δυνατόν και να κοινοποιήσει την απόφασή της στον καταγγέλλοντα.

Το παρόν σχέδιο σύστασης βασίστηκε στις ακόλουθες εκτιμήσεις.

  1. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τη δέσμευσή της να καταλήξει σε συμπέρασμα σχετικά με την καταγγελία του για παράβαση όσον αφορά τη φορολόγηση των εισαγόμενων αυτοκινήτων από τη Δανία.

  2. Όσον αφορά τη φορολόγηση των εισαγόμενων μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, η Επιτροπή ανέφερε, στη γνώμη που εξέδωσε στις 5 Αυγούστου 2004, ότι, μετά την απόφαση στην υπόθεση Gomes Valente (9), είχε αποστείλει επιστολή σε όλα τα κράτη μέλη την 1η Ιουνίου 2001 ενημερώνοντάς τα για τις συνέπειες της απόφασης. Ωστόσο, ορισμένα κράτη μέλη δεν είχαν ακόμη απαντήσει, παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή τους είχε αποστείλει πολυάριθμες υπενθυμίσεις. Κατά συνέπεια, το συγκεκριμένο θέμα δεν είχε ακόμη εξεταστεί πλήρως. Η Επιτροπή δήλωσε ότι, από επιχειρησιακή άποψη, το θέμα αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο μιας συνολικής προσέγγισης σε συντονισμό με τα κράτη μέλη. Ωστόσο, η Επιτροπή επισήμανε ότι η Δανία είχε απαντήσει στην επιστολή της 1ης Ιουνίου 2001 και ότι οι δανικές αρχές θεωρούσαν ότι η δανική νομοθεσία ήταν σύμφωνη με την απόφαση στην υπόθεση Gomes Valente. Μετά από περαιτέρω αλληλογραφία με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα τον Φεβρουάριο του 2004 ότι, όσον αφορά τη φορολόγηση των οχημάτων, η Επιτροπή είχε αποφασίσει να αναμείνει την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Weigel (10). Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Weigel εκδόθηκε στις 29 Απριλίου 2004 και εξετάστηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής.

  3. Όσον αφορά τη διασυνοριακή χρηματοδοτική μίσθωση αυτοκινήτων, η Επιτροπή παρέπεμψε στη γνώμη της στην επιστολή της 20ής Οκτωβρίου 2003 προς τον καταγγέλλοντα, με την οποία τον ενημέρωσε ότι ο τομέας που αφορά τη χρηματοδοτική μίσθωση διασυνοριακών οχημάτων «είναι πολύ περίπλοκος και δεν είναι επί του παρόντος εναρμονισμένος. Η Επιτροπή επέλεξε να υιοθετήσει μια συνολική προσέγγιση που λαμβάνει υπόψη την κατάσταση στα διάφορα κράτη μέλη. [...] Ως εκ τούτου, η Επιτροπή σχεδιάζει να αναμείνει έως ότου λάβει τις απαντήσεις των κρατών μελών στην επιστολή που μόλις εστάλη σχετικά με τη συμβατότητα της νομοθεσίας τους με την απόφαση στην υπόθεση Cura Anlagen προτού αποφασίσει αν θα κινήσει διαδικασία επί παραβάσει». Η Επιτροπή δήλωσε στη γνώμη της ότι δεν είχε λάβει ακόμη απαντήσεις από όλα τα κράτη μέλη, παρά την αποστολή υπενθυμίσεων. Επισήμανε, ωστόσο, ότι εξακολουθούσε να προτιμά μια σφαιρική προσέγγιση και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, έκανε θεμιτή χρήση της διακριτικής της ευχέρειας. Μετά την εξέταση όλων των απαντήσεων, η Επιτροπή θα λάμβανε υπόψη όλες τις πληροφορίες που είχε λάβει, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είχε παράσχει ο καταγγέλλων. Μόλις η Επιτροπή αποφασίσει αν θα κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Δανίας, θα ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για την απόφασή της.

  4. Ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του.

  5. Όπως σημειώνεται στην απόφαση της Διαμεσολαβήτριας σχετικά με την «αυτεπάγγελτη έρευνα για τις διοικητικές διαδικασίες της Επιτροπής σε σχέση με καταγγελίες πολιτών κατά εθνικών αρχών», η οποία εκδόθηκε στις 13 Οκτωβρίου 1997, από τις παρατηρήσεις της Επιτροπής στην εν λόγω υπόθεση προκύπτει ότι «σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανόνες της Επιτροπής, η απόφαση για το κλείσιμο του φακέλου χωρίς καμία ενέργεια ή απόφαση για την κίνηση επίσημης διαδικασίας επί παραβάσει πρέπει να λαμβάνεται εντός μέγιστης προθεσμίας ενός έτους από την ημερομηνία καταχώρισης της καταγγελίας, εκτός από ειδικές περιπτώσεις, για τις οποίες πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι»(η υπογράμμιση δική μου).

  6. Το άρθρο 8 της ανακοινώσεως της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου (11) ορίζει πλέον τα εξής:
    «Κατά γενικό κανόνα, οι υπηρεσίες της Επιτροπής διερευνούν τις καταγγελίες με σκοπό να καταλήξουν σε απόφαση για την έκδοση προειδοποιητικής επιστολής ή για την περάτωση της υπόθεσης το αργότερο εντός ενός έτους από την ημερομηνία καταχώρισης της καταγγελίας από τη Γενική Γραμματεία.
    Σε περίπτωση υπέρβασης της προθεσμίας αυτής, η αρμόδια για την υπόθεση υπηρεσία της Επιτροπής ενημερώνει εγγράφως τον καταγγέλλοντα.»

  7. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, όταν η Επιτροπή ενημερώνει τον καταγγέλλοντα για την υπέρβαση της προθεσμίας, η καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται δεόντως.

  8. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι υπήρξε υπέρβαση της προθεσμίας του ενός έτους. Ως εκ τούτου, το ερώτημα ήταν κατά πόσον η Επιτροπή είχε αιτιολογήσει δεόντως την καθυστέρηση στη λήψη απόφασης σχετικά με την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος.

  9. Στη γνώμη της στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή είχε ουσιαστικά δηλώσει ότι ακολουθούσε μια συνολική προσέγγιση σε συνεργασία με όλα τα κράτη μέλη. Αναφέρθηκε σε αιτήματα παροχής πληροφοριών που είχε αποστείλει σε όλα τα κράτη μέλη την 1η Ιουνίου 2001 και το 2002 και δήλωσε ότι εξακολουθούσε να αναμένει απαντήσεις από ορισμένα κράτη μέλη. Η Επιτροπή ανέφερε ότι δεν είχε την πρόθεση να λάβει απόφαση σχετικά με την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος κατά της Δανίας χωρίς να έχει λάβει και αναλύσει τις απαντήσεις στις εν λόγω αιτήσεις παροχής πληροφοριών.

  10. Στην απόφασή του σχετικά με την καταγγελία 1237/2002/(PB)OV, η οποία εκδόθηκε στις 19 Μαΐου 2003, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της Επιτροπής να υιοθετήσει συνολική προσέγγιση θα μπορούσε εύλογα να εξηγήσει γιατί υπήρξε καθυστέρηση στη λήψη απόφασης σχετικά με την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος έως τον Οκτώβριο του 2001, η οποία είχε προηγουμένως αναφερθεί ως η ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή σκόπευε να εκδώσει την απόφασή της. Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι δεν διαπίστωσε ότι η Επιτροπή μπορούσε ουσιαστικά να απόσχει από τη λήψη απόφασης σχετικά με την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος για όσο διάστημα ακολουθούσε τη συνολική προσέγγισή της. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, δεν φαινόταν συνεπές με τη διαδικασία που εφαρμόζεται για τον χειρισμό των καταγγελιών επί παραβάσει από την Επιτροπή ότι δεν είχε εκδοθεί απόφαση σχετικά με την καταγγελία επί παραβάσει του καταγγέλλοντος με την αιτιολογία ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να λάβει πληροφορίες που ζήτησε από τα κράτη μέλη το 2001 και το 2003 (12). Φαίνεται ότι η Επιτροπή είχε στη διάθεσή της σημαντικό χρόνο για να προσπαθήσει να λάβει τις εν λόγω πληροφορίες και δεν ήταν σαφές γιατί η έλλειψη απάντησης σε αυτά τα αιτήματα παροχής πληροφοριών θα εμπόδιζε την Επιτροπή να λάβει απόφαση σχετικά με μεμονωμένες καταγγελίες παράβασης. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη πρέπει να διευκολύνουν την εκπλήρωση του ρόλου της Επιτροπής ως «θεματοφύλακα της Συνθήκης», σύμφωνα με το άρθρο 211 παράγραφος 13 της Συνθήκης. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να συνεργάζονται καλόπιστα στο πλαίσιο έρευνας που διεξάγει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 226 της Συνθήκης και να παρέχουν στην Επιτροπή όλες τις πληροφορίες που ζητούνται για τον σκοπό αυτό (14). Η άρνηση κράτους μέλους να συνδράμει την Επιτροπή στις έρευνές της συνιστά παράβαση καθήκοντος που υπέχει κάθε κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 10 να διευκολύνει την εκπλήρωση των καθηκόντων της Επιτροπής (15). Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο.
    Ωστόσο, αν η Επιτροπή θεωρούσε ότι οι δυσκολίες στη λήψη πληροφοριών από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της συνολικής προσέγγισής της δεν της επέτρεπαν να καταλήξει σε συμπέρασμα επί μεμονωμένων καταγγελιών λόγω παραβάσεως, θα έπρεπε να εξετάσει σοβαρά αν η συνολική αυτή προσέγγιση έπρεπε να επαναξιολογηθεί.

  11. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής και υπέβαλε το προαναφερόμενο σχέδιο σύστασης.
Η γνώμη της Επιτροπής

Στην εμπεριστατωμένη γνώμη της σχετικά με το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή διατύπωσε συνοπτικά τις ακόλουθες παρατηρήσεις.

Μετά την καταγγελία του στο Διαμεσολαβητή, η οποία υποβλήθηκε στις 29 Μαρτίου 2004, ο καταγγέλλων απέστειλε εκ νέου επιστολή στην Επιτροπή στις 14 Ιουνίου 2004 σχετικά με την οργάνωση της διαδικασίας αποτίμησης των οχημάτων στη Δανία.

Στις 27 Ιουνίου 2004, ο καταγγέλλων απέστειλε εκ νέου επιστολή στην Επιτροπή, υποβάλλοντας ουσιαστικά νέα καταγγελία σχετικά με τη φορολόγηση μεταχειρισμένων οχημάτων στη Δανία.

Η αρμόδια Γενική Διεύθυνση, Γενική Διεύθυνση Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης, διαβίβασε την επιστολή της 14ης Ιουνίου 2004 στη Γενική Διεύθυνση Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων για γνωμοδότηση σχετικά με την οργάνωση της διαδικασίας εκτίμησης της αξίας των οχημάτων στη Δανία. Ενημέρωσε σχετικά τον καταγγέλλοντα με επιστολή της 30ής Ιουνίου 2004. Η Επιτροπή, με την επιστολή της 13ης Ιουλίου 2004, ζήτησε από τον καταγγέλλοντα πληροφορίες σχετικά με τη νέα καταγγελία που υπέβαλε με την επιστολή της 27ης Ιουνίου 2004.

Με επιστολή της 26ης Ιουλίου 2004, ο καταγγέλλων διαβίβασε τις ζητούμενες πληροφορίες, προσθέτοντας μια ακόμη καταγγελία, και πάλι σχετικά με το θέμα της φορολόγησης των μεταχειρισμένων οχημάτων στη Δανία. Η Επιτροπή απάντησε στις ανωτέρω επιστολές στις 4 Αυγούστου 2004, ενημερώνοντας τον καταγγέλλοντα ότι θεωρούσε τη νέα καταγγελία αβάσιμη.

Στις 20 Αυγούστου 2004, μετά την παραλαβή των παρατηρήσεων της ΓΔ Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων σχετικά με την επιστολή του καταγγέλλοντος της 14ης Ιουνίου 2004, η Επιτροπή απάντησε στην επιστολή αυτή. Η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι θεωρούσε την καταγγελία του αβάσιμη.

Η μονάδα της Επιτροπής που είναι αρμόδια για τα θέματα αυτά είχε ήδη αναγκαστεί να εγκαταλείψει τον στόχο της να προβεί σε συνολική αξιολόγηση για όλα τα κράτη μέλη όσον αφορά τη συνέχεια που δόθηκε στην απόφαση Gomes Valente, λόγω των τεράστιων δυσκολιών που αντιμετώπισαν για να λάβουν απαντήσεις από ορισμένα από αυτά. Ως εκ τούτου, προέβη σε συνολική αξιολόγηση της συμβατότητας της δανικής νομοθεσίας για το τέλος ταξινόμησης με το άρθρο 90 της συνθήκης ΕΚ. Μετά την αξιολόγηση αυτή, απέστειλε επιστολή με ημερομηνία 13 Σεπτεμβρίου 2004, η οποία περιείχε παρατηρήσεις και ερωτήσεις προς τις δανικές αρχές. Στις 31 Ιανουαρίου 2005 εστάλη υπενθύμιση. Οι δανικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι κατά πάσα πιθανότητα θα απαντούσαν έως τα τέλη Απριλίου 2005.

Με επιστολή της 7ης Οκτωβρίου 2004, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι είχε διενεργηθεί αξιολόγηση υπό το πρίσμα της απόφασης Gomes Valente και ότι η προαναφερθείσα επιστολή είχε αποσταλεί στις δανικές αρχές. Τον ενημέρωσε επίσης ότι δεν θεωρεί ότι η δανική νομοθεσία περιέχει κανόνες που συνεπάγονται ότι η φορολογητέα αξία ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου από άλλο κράτος μέλος θα υπερέβαινε γενικά τον εναπομένοντα φόρο επί της αξίας ενός ομοειδούς οχήματος που έχει ήδη ταξινομηθεί στη Δανία και ότι δεν είχε βρει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι δανικές φορολογικές αρχές προέβησαν συστηματικά σε εσφαλμένες εκτιμήσεις.

Αφού έλαβε το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή απηύθυνε συμπληρωματική επιστολή στον καταγγέλλοντα στις 12 Απριλίου 2005, στην οποία ανέφερε ότι ο καταγγέλλων δεν είχε κατανοήσει ότι η επιστολή της 7ης Οκτωβρίου 2004 περιείχε την άποψή της ότι η πτυχή της καταγγελίας του σχετικά με τη φορολόγηση μεταχειρισμένων οχημάτων ήταν αβάσιμη. Στην εν λόγω επιστολή της 12ης Απριλίου 2005, η Επιτροπή ανέφερε συγκεκριμένα ότι η σχετική καταγγελία ήταν αβάσιμη, παραπέμποντας σε προηγούμενες επιστολές και εξηγήσεις. Επισήμανε ότι η επιστολή προς τις δανικές αρχές αφορούσε ερωτήματα και καταγγελίες που δεν είχαν τεθεί στις καταγγελίες του καταγγέλλοντος. Τον πληροφόρησε επίσης ότι η δεύτερη πτυχή της καταγγελίας του (σχετικά με τη χρηματοδοτική μίσθωση), στην οποία η Επιτροπή δεν είχε ακόμη απαντήσει, θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι αντιμετωπίστηκε με την παραπομπή της Δανίας στο Δικαστήριο επί του θέματος αυτού (16). Η Επιτροπή δεσμεύτηκε να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με την απόφαση του Δικαστηρίου στην εν λόγω υπόθεση και σχετικά με τη συνέχεια που θα δώσει η Επιτροπή (17). Ο λόγος για τον οποίο ο καταγγέλλων δεν είχε ενημερωθεί νωρίτερα σχετικά με τη διαδικασία επί παραβάσει ήταν ότι η δράση είχε αναληφθεί από γενική διεύθυνση διαφορετική από τη ΓΔ Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης. Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι ήταν ατυχές το γεγονός ότι, μετά από σημαντική εναλλαγή προσωπικού, οι υπάλληλοι που ασχολήθηκαν με το θέμα κατά τα τελευταία έτη δεν είχαν ενημερωθεί για την ύπαρξη της διαδικασίας επί παραβάσει.

Με επιστολή της 10ης Μαΐου 2005, ο καταγγέλλων ζήτησε να επανεξεταστεί κατά πόσον οι δανικές αρχές αποτιμούν συστηματικά εσφαλμένα τα εισαγόμενα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα. Η Επιτροπή δέχθηκε το αίτημα του καταγγέλλοντος και επανεξέτασε όλα τα έγγραφα που υπέβαλε ο καταγγέλλων. Απάντησε με επιστολή της 15ης Ιουνίου 2005, επιβεβαιώνοντας το προηγούμενο συμπέρασμά της και εξηγώντας λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους δεν διέθετε αποδεικτικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι δανικές αρχές προέβησαν συστηματικά σε εσφαλμένες εκτιμήσεις κατά την αποτίμηση της αξίας των εισαγόμενων μεταχειρισμένων αυτοκινήτων.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις 3 Οκτωβρίου 2005, ο Διαμεσολαβητής έλαβε τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με την εμπεριστατωμένη γνώμη της Επιτροπής.

Ο καταγγέλλων «αμφισβήτησε τον ισχυρισμό [της Επιτροπής] ότι προέβη σε διεξοδική έρευνα σχετικά με τα υπό εξέταση θέματα και ότι αξιολόγησε το μικρό βουνό αποδεικτικών στοιχείων που του υποβλήθηκαν». Παρουσίασε «3 από τις πολλές υποθέσεις για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό μας»:

1. Η αποτίμηση στη Δανία πραγματοποιείται υπό την προϋπόθεση ότι το αυτοκίνητο θα αποκατασταθεί και θα είναι έτοιμο προς πώληση. [Η Δανία] αναφέρει το γεγονός αυτό στις δικές της δημοσιεύσεις. Η Επιτροπή έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι γνωρίζει το γεγονός αυτό. Οι αποφάσεις C-47/88 και C-393/98 του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αναφέρουν ότι η αποτίμηση πρέπει να γίνεται με την προϋπόθεση ότι το αυτοκίνητο εισέρχεται στη χώρα από τα σύνορα. Είναι αυτονόητο ότι η φορολόγηση της αποκατάστασης δεν ισχύει για τα εγχώρια οχήματα.

2. [Ο καταγγέλλων] κατά την περίοδο 1999-2003 εισήγαγε και πώλησε περισσότερα από 500 μεταχειρισμένα αυτοκίνητα της VW Lupo 3L στην [D]anes. Αν και κάθε αυτοκίνητο ήταν ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο από τη Γερμανία - ούτε ένα αυτοκίνητο δεν αξιολογήθηκε σε τιμή χαμηλότερη από την τιμή ενός νέου αυτοκινήτου στη Δανία με ακριβώς την ίδια διαμόρφωση.

3. Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η [Δανία] - ότι ο χρόνος αποτίμησης είναι μερικές εβδομάδες - έχουμε υποβάλει άφθονα αποδεικτικά στοιχεία στην Επιτροπή ότι κανονικά διαρκεί περίπου ένα έτος, καθιστώντας την πώληση του οχήματος σχεδόν αδύνατη, δεδομένου ότι δεν γνωρίζουμε το συνολικό ποσό του φόρου πριν από τότε. Στο μήνυμά της 88/C 281/08 της 04/11-1998, η Επιτροπή αναφέρει ότι μια «εύλογη προθεσμία» για τον έλεγχο, την αποτίμηση και την ταξινόμηση ενός αυτοκινήτου είναι 3 εβδομάδες. Η αποτίμηση από μόνη της διαρκεί συχνά 6 μήνες έως 1 έτος ή περισσότερο - κάτι που δεν είναι απολύτως αποδεκτό και αποτελεί τεράστιο εμπόδιο για την εισαγωγή μας".

Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι «[ε]ιλικρινώς δεν πιστεύω ότι η Επιτροπή - γνωρίζοντας αυτά τα γεγονότα - μπορεί να υποστηρίξει ότι «το τέλος ταξινόμησης μεταχειρισμένων οχημάτων από άλλο κράτος μέλος γενικά δεν υπερβαίνει συστηματικά τον εναπομένοντα φόρο στην αξία ομοειδούς οχήματος που έχει ήδη ταξινομηθεί στη Δανία».

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Εικαζόμενη μη εξαγωγή συμπεράσματος σχετικά με την καταγγελία παράβασης

1.1 Το 1998, ο καταγγέλλων, ένας Δανός έμπορος αυτοκινήτων, κατήγγειλε στην Επιτροπή εικαζόμενες παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου από τη Δανία όσον αφορά τη φορολογία των αυτοκινήτων. Η καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος αφορούσε τη φορολόγηση των μεταχειρισμένων εισαγόμενων αυτοκινήτων και τη διασυνοριακή μακροχρόνια χρηματοδοτική μίσθωση. Ο καταγγέλλων είχε υποβάλει δύο ακόμη καταγγελίες στον Διαμεσολαβητή: υπόθεση 801/2000/PB και υπόθεση 1237/2002/(PB)OV. Στην υπόθεση 801/2000/PB, η Επιτροπή δήλωσε ότι ανέμενε την έκβαση δύο υποθέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να παράσχει στον καταγγέλλοντα την τελική νομική της άποψη σχετικά με την καταγγελία του κατά της Δανίας. Ο Διαμεσολαβητής αποδέχθηκε την εξήγηση αυτή, σημειώνοντας ότι η Επιτροπή είχε δεσμευθεί να λάβει απόφαση σχετικά με την καταγγελία του για παράβαση έως τον Οκτώβριο του 2001. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση αυτή. Στην υπόθεση 1237/2002/(PB)OV, η Επιτροπή εξήγησε ότι δεν τήρησε τη δέσμευσή της δηλώνοντας ότι προτιμούσε να υιοθετήσει συνολική προσέγγιση στα προβλήματα που σχετίζονται με τη φορολογία των αυτοκινήτων και ότι στόχος της ήταν να επιλύσει τα προβλήματα αυτά ταυτόχρονα σε όλα τα κράτη μέλη, δηλαδή μέσω της συνεργασίας και της έκδοσης ανακοίνωσης γραμμένης σε σαφή και απλή γλώσσα. Η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι το επίμαχο ζήτημα ανήκε σε τομέα δικαίου που δεν είχε ακόμη εναρμονιστεί. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι αυτοί ήταν βάσιμοι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή δεν είχε λάβει απόφαση έως τον Οκτώβριο του 2001 και, ως εκ τούτου, περάτωσε την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία στις 19 Μαΐου 2003. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι «ο καταγγέλλων έχει τη δυνατότητα να υποβάλει νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή στο μέλλον, εάν η Επιτροπή καθυστερήσει περαιτέρω να λάβει απόφαση σχετικά με την καταγγελία παράβασης» (σημείο 1.7).

1.2 Στην παρούσα καταγγελία προς το Διαμεσολαβητή, που υποβλήθηκε στις 29 Μαρτίου 2004, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι είχε λάβει επιστολή από την Επιτροπή, με ημερομηνία 20 Οκτωβρίου 2003, με την οποία προφανώς τον καλούσε να υποβάλει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις εικαζόμενες παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, απάντησε στην πρόσκληση αυτή με επιστολή της 2ας Φεβρουαρίου 2004, παρέχοντας στην Επιτροπή παραδείγματα των εικαζόμενων παραβάσεων από τις δανικές αρχές και ενημερώνοντάς την σχετικά με τις πληρωμές φόρων που ζήτησαν οι εν λόγω αρχές. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή απάντησε ότι δεν θα προβεί σε καμία ενέργεια πριν από την έκδοση οριστικής απόφασης σε υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τη δέσμευσή της να καταλήξει σε συμπέρασμα σχετικά με τις καταγγελίες του για παράβαση όσον αφορά τη φορολόγηση των εισαγόμενων αυτοκινήτων από τη Δανία.

1.3 Όσον αφορά τη φορολόγηση των εισαγόμενων μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, η Επιτροπή, στη γνώμη που εξέδωσε στις 5 Αυγούστου 2004, ανέφερε ότι, μετά την απόφαση στην υπόθεση Gomes Valente (18), είχε αποστείλει επιστολή σε όλα τα κράτη μέλη την 1η Ιουνίου 2001 ενημερώνοντάς τα για τις συνέπειες της απόφασης. Ωστόσο, ορισμένα κράτη μέλη δεν είχαν ακόμη απαντήσει, παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή τους είχε αποστείλει πολυάριθμες υπενθυμίσεις. Κατά συνέπεια, το συγκεκριμένο θέμα δεν είχε ακόμη εξεταστεί πλήρως. Η Επιτροπή δήλωσε ότι, από επιχειρησιακή άποψη, το θέμα αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο μιας συνολικής προσέγγισης σε συντονισμό με τα κράτη μέλη. Ωστόσο, η Επιτροπή επισήμανε ότι η Δανία είχε απαντήσει στην επιστολή της 1ης Ιουνίου 2001 και ότι οι δανικές αρχές θεωρούσαν ότι η δανική νομοθεσία ήταν σύμφωνη με την απόφαση στην υπόθεση Gomes Valente. Μετά από περαιτέρω αλληλογραφία με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα τον Φεβρουάριο του 2004 ότι, όσον αφορά τη φορολόγηση των οχημάτων, η Επιτροπή είχε αποφασίσει να αναμείνει την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Weigel (19). Η απόφαση στην υπόθεση εκείνη εκδόθηκε στις 29 Απριλίου 2004 και εξεταζόταν από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής.

1.4 Όσον αφορά τη φορολογία σχετικά με τη διασυνοριακή χρηματοδοτική μίσθωση αυτοκινήτων, η Επιτροπή παρέπεμψε στη γνώμη της στην επιστολή της 20ής Οκτωβρίου 2003 προς τον καταγγέλλοντα, με την οποία τον πληροφόρησε ότι ο τομέας που αφορά τη χρηματοδοτική μίσθωση διασυνοριακών οχημάτων "είναι πολύ περίπλοκος και δεν έχει εναρμονιστεί επί του παρόντος. Η Επιτροπή επέλεξε να υιοθετήσει μια συνολική προσέγγιση που λαμβάνει υπόψη την κατάσταση στα διάφορα κράτη μέλη. [...] Ως εκ τούτου, η Επιτροπή σχεδιάζει να αναμείνει έως ότου λάβει τις απαντήσεις των κρατών μελών στην επιστολή που μόλις εστάλη σχετικά με τη συμβατότητα της νομοθεσίας τους με την απόφαση στην υπόθεση Cura Anlagen προτού αποφασίσει αν θα κινήσει διαδικασία επί παραβάσει». Η Επιτροπή δήλωσε στη γνώμη της ότι δεν είχε λάβει ακόμη απαντήσεις από όλα τα κράτη μέλη, παρά την αποστολή υπενθυμίσεων. Επισήμανε, ωστόσο, ότι εξακολουθούσε να προτιμά μια σφαιρική προσέγγιση και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, έκανε θεμιτή χρήση της διακριτικής της ευχέρειας. Μετά την εξέταση όλων των απαντήσεων, η Επιτροπή θα λάμβανε υπόψη όλες τις πληροφορίες που είχε λάβει, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είχε παράσχει ο καταγγέλλων. Μόλις η Επιτροπή αποφασίσει αν θα κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Δανίας, θα ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για την απόφασή της.

1.5 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του.

1.6 Στις 18 Μαρτίου 2005, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε σχέδιο σύστασης με το οποίο συνέστησε στην Επιτροπή να εκδώσει απόφαση σχετικά με την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος κατά της Δανίας το συντομότερο δυνατόν και να κοινοποιήσει την απόφασή της στον καταγγέλλοντα.

1.7 Στην εμπεριστατωμένη γνώμη της σχετικά με το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή σημείωσε ότι, λόγω των τεράστιων δυσκολιών που συνάντησε για να λάβει απαντήσεις από ορισμένα από αυτά, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το στόχο της να προβεί σε συνολική αξιολόγηση για όλα τα κράτη μέλη όσον αφορά τη συνέχεια που δόθηκε στην απόφαση Gomes Valente. Ως εκ τούτου, προέβη σε συνολική αξιολόγηση της συμβατότητας της δανικής νομοθεσίας για το τέλος ταξινόμησης με το άρθρο 90 της συνθήκης ΕΚ. Μετά την αξιολόγηση αυτή, απέστειλε στις δανικές αρχές επιστολή με ημερομηνία 13 Σεπτεμβρίου 2004, η οποία περιείχε παρατηρήσεις και ερωτήματα. Στις 31 Ιανουαρίου 2005 εστάλη υπενθύμιση. Οι δανικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι κατά πάσα πιθανότητα θα απαντούσαν έως τα τέλη Απριλίου 2005. Με επιστολή της 7ης Οκτωβρίου 2004, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι είχε πραγματοποιηθεί αξιολόγηση υπό το πρίσμα της απόφασης Gomes Valente και ότι η προαναφερθείσα επιστολή είχε αποσταλεί στις δανικές αρχές. Τον ενημέρωσε επίσης ότι δεν θεωρεί ότι η δανική νομοθεσία περιέχει κανόνες που συνεπάγονται ότι η φορολογητέα αξία μεταχειρισμένου αυτοκινήτου προερχόμενου από άλλο κράτος μέλος υπερβαίνει κατά κανόνα τον εναπομένοντα φόρο επί της αξίας ομοειδούς οχήματος που έχει ήδη ταξινομηθεί στη Δανία και ότι δεν έχει βρει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι δανικές φορολογικές αρχές προβαίνουν συστηματικά σε εσφαλμένες εκτιμήσεις μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. Αφού έλαβε το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή απηύθυνε συμπληρωματική επιστολή στον καταγγέλλοντα στις 12 Απριλίου 2005. Στην επιστολή αυτή, η Επιτροπή ανέφερε συγκεκριμένα ότι η καταγγελία σχετικά με τα εισαγόμενα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα ήταν αβάσιμη, παραπέμποντας σε προηγούμενες επιστολές και εξηγήσεις. Τον πληροφόρησε επίσης ότι η άλλη πτυχή της καταγγελίας του (φορολόγηση της χρηματοδοτικής μισθώσεως), στην οποία η Επιτροπή δεν είχε ακόμη απαντήσει, έπρεπε να θεωρηθεί ότι εξετάστηκε από την Επιτροπή, η οποία παρέπεμψε τη Δανία στο Δικαστήριο επί του ζητήματος αυτού (20). Η Επιτροπή δεσμεύτηκε να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με την απόφαση του Δικαστηρίου στην εν λόγω υπόθεση και σχετικά με τη συνέχεια που θα δώσει ενδεχομένως η Επιτροπή. Ο λόγος για τον οποίο ο καταγγέλλων δεν είχε ενημερωθεί νωρίτερα σχετικά με τη διαδικασία επί παραβάσει ήταν ότι η δράση είχε αναληφθεί από γενική διεύθυνση διαφορετική από τη ΓΔ Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης. Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι ήταν ατυχές το γεγονός ότι, μετά από σημαντική εναλλαγή προσωπικού, οι υπάλληλοι που ασχολήθηκαν με το θέμα κατά τα τελευταία έτη δεν είχαν ενημερωθεί για την ύπαρξη της διαδικασίας επί παραβάσει. Με επιστολή της 10ης Μαΐου 2005, ο καταγγέλλων ζήτησε να επανεξεταστεί κατά πόσον οι δανικές αρχές προέβησαν συστηματικά σε εσφαλμένη αποτίμηση των εισαγόμενων μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. Η Επιτροπή δέχθηκε το αίτημα του καταγγέλλοντος και επανεξέτασε όλα τα έγγραφα που υπέβαλε ο καταγγέλλων. Απάντησε με επιστολή της 15ης Ιουνίου 2005, επιβεβαιώνοντας το προηγούμενο συμπέρασμά της και εξηγώντας λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους δεν διέθετε αποδεικτικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι δανικές αρχές προβαίνουν συστηματικά σε εσφαλμένη αποτίμηση των εισαγόμενων μεταχειρισμένων αυτοκινήτων.

1.8 Από την εμπεριστατωμένη γνώμη της Επιτροπής σχετικά με το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή προκύπτει ότι έχει εκδώσει αποφάσεις σχετικά με το ζήτημα της φορολογίας που αφορά τη χρηματοδοτική μίσθωση αυτοκινήτων καθώς και το ζήτημα της εισαγωγής μεταχειρισμένων αυτοκινήτων και ότι έχει ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για τις αποφάσεις της. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή αποδέχθηκε το σχέδιο σύστασης.

1.9 Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την εμπεριστατωμένη γνώμη της Επιτροπής επί του σχεδίου σύστασης, ο καταγγέλλων διατύπωσε τα ακόλουθα τρία σημεία:

  1. «Η αποτίμηση στη Δανία πραγματοποιείται υπό τον όρο ότι το αυτοκίνητο θα αποκατασταθεί και θα είναι έτοιμο προς πώληση. [Η Δανία] αναφέρει το γεγονός αυτό στις δικές της δημοσιεύσεις. Η Επιτροπή έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι γνωρίζει το γεγονός αυτό. Οι αποφάσεις C-47/88 και C-393/98 του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αναφέρουν ότι η αποτίμηση πρέπει να γίνεται με την προϋπόθεση ότι το αυτοκίνητο εισέρχεται στη χώρα από τα σύνορα. Είναι αυτονόητο ότι η φορολόγηση της αποκατάστασης δεν ισχύει για τα εγχώρια οχήματα.
  2. [Ο καταγγέλλων] κατά την περίοδο 1999-2003 εισήγαγε και πώλησε περισσότερα από 500 μεταχειρισμένα αυτοκίνητα της VW Lupo 3L στην [D]anes. Αν και κάθε αυτοκίνητο ήταν ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο από τη Γερμανία - ούτε ένα αυτοκίνητο δεν αξιολογήθηκε σε τιμή χαμηλότερη από την τιμή ενός νέου αυτοκινήτου στη Δανία με ακριβώς την ίδια διαμόρφωση.
  3. Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η [Δανία] - ότι ο χρόνος αποτίμησης είναι μερικές εβδομάδες - έχουμε υποβάλει άφθονα αποδεικτικά στοιχεία στην Επιτροπή ότι κανονικά διαρκεί περίπου ένα έτος, καθιστώντας την πώληση του οχήματος σχεδόν αδύνατη, δεδομένου ότι δεν γνωρίζουμε το συνολικό ποσό του φόρου πριν από τότε. Στο μήνυμά της 88/C 281/08 της 04/11-1998, η Επιτροπή αναφέρει ότι μια «εύλογη προθεσμία» για τον έλεγχο, την αποτίμηση και την ταξινόμηση ενός αυτοκινήτου είναι 3 εβδομάδες. Η αποτίμηση από μόνη της διαρκεί συχνά 6 μήνες έως 1 έτος ή περισσότερο - κάτι που δεν είναι απολύτως αποδεκτό και αποτελεί τεράστιο εμπόδιο για την εισαγωγή μας".

Ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «[ε]ιλικρινώς δεν πιστεύω ότι η Επιτροπή - γνωρίζοντας αυτά τα γεγονότα - μπορεί να υποστηρίξει ότι «το τέλος ταξινόμησης μεταχειρισμένων οχημάτων από άλλο κράτος μέλος γενικά δεν υπερβαίνει συστηματικά τον υπολειπόμενο φόρο στην αξία ενός ομοειδούς οχήματος που έχει ήδη ταξινομηθεί στη Δανία».

1.10 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο ισχυρισμός που διατυπώθηκε για έρευνα στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας ήταν ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τη δέσμευσή της να καταλήξει σε συμπέρασμα σχετικά με την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος όσον αφορά τη φορολόγηση των εισαγόμενων αυτοκινήτων από τη Δανία. Αυτός ο ισχυρισμός αναφέρθηκε στην επιστολή του Διαμεσολαβητή στην οποία ο καταγγέλλων ενημερώθηκε σχετικά με την έναρξη της έρευνας. Ο ισχυρισμός αντιμετωπίστηκε μέσω του σχεδίου σύστασης και της αποδοχής της εν λόγω σύστασης από την Επιτροπή (βλ. ανωτέρω). Τα τρία σημεία που ανέφερε ο καταγγέλλων στις τελευταίες παρατηρήσεις του, που προαναφέρθηκαν, αφορούν την ουσία του συμπεράσματος της Επιτροπής σχετικά με μία πτυχή της καταγγελίας του για παράβαση. Δεν εμπίπτουν στο πεδίο της παρούσας έρευνας, όπως περιγράφεται ανωτέρω. Λαμβανομένου υπόψη του προχωρημένου σταδίου της παρούσας έρευνας, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί σκόπιμο να διερευνήσει τα τρία ανωτέρω σημεία που διατύπωσε ο καταγγέλλων. Ωστόσο, ο καταγγέλλων θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο υποβολής νέας καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή σχετικά με το θέμα αυτό, αφού καλέσει την Επιτροπή να εξετάσει συγκεκριμένα τα εν λόγω σημεία (21).

2 Συμπέρασμα

Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή αποδέχθηκε το σχέδιο σύστασής του και ότι τα μέτρα που ελήφθησαν για την εφαρμογή του είναι ικανοποιητικά.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Υπόθεση C-451/99 Cura Anlagen [2002] Συλλογή I-3193.

(2) Υπόθεση C-393/98 Gomes Valente [2001] Συλλογή I-1327.

(3) Υπόθεση C-101/00 Tulliasiamies και Siilin [2001] Συλλογή I-7487.

(4) ΕΕ 2002, C 244, σ. 5.

(5) ΕΕ 2002, C 244, σ. 5.

(6) ΕΕ 2000, L 308, σ. 26, παράρτημα, σ. 32.

(7) Υπόθεση C-451/99 Cura Anlagen [2002] Συλλογή I-3193.

(8) Υπόθεση C-387/01 Weigel [2004] Συλλογή I-4981.

(9) Υπόθεση C-393/98 Gomes Valente [2001] Συλλογή I-1327.

(10) Υπόθεση C-387/01 Weigel [2004] Συλλογή I-4981.

(11) ΕΕ 2002, C 244, σ. 5.

(12) Στη γνώμη της σχετικά με το σχέδιο σύστασης, η Επιτροπή επισήμανε ότι η ορθή ημερομηνία ήταν το 2003 (Σεπτέμβριος) και όχι το 2002, όπως αναφέρεται στο σχέδιο σύστασης.

(13) «[...] η Επιτροπή: - να εξασφαλίζει την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας συνθήκης και των μέτρων που λαμβάνονται δυνάμει αυτής από τα όργανα».

(14) Υπόθεση C-192/84, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 1985, σ. 3967, σκέψη 19.

(15) Υπόθεση C-240/86, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 1988, σ. 1835, σκέψη 28.

(16) C-464/02 Επιτροπή κατά Δανίας, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί.

(17) Στην προαναφερθείσα υπόθεση C-464/02, Επιτροπή κατά Δανίας, που διαδέχθηκε τη γνώμη της Επιτροπής, το Δικαστήριο αποφάνθηκε κατά της Δανίας, καταλήγοντας στα εξής:

«εφόσον

– η νομοθεσία και η διοικητική πρακτική του δεν επιτρέπουν στους εργαζομένους που κατοικούν στη Δανία και απασχολούνται σε άλλο κράτος μέλος σε εργασία η οποία δεν αποτελεί την κύρια απασχόλησή τους να χρησιμοποιούν για επαγγελματικούς ή ιδιωτικούς σκοπούς εταιρικό όχημα ταξινομημένο σε αυτό το άλλο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση του εργοδότη τους, και

– η νομοθεσία και η διοικητική πρακτική του επιτρέπουν στους εργαζομένους που κατοικούν στη Δανία και απασχολούνται σε άλλο κράτος μέλος να χρησιμοποιούν για επαγγελματικούς ή επαγγελματικούς και ιδιωτικούς σκοπούς εταιρικό όχημα ταξινομημένο σε αυτό το άλλο κράτος μέλος στο οποίο ο εργοδότης τους έχει την καταστατική έδρα ή την κύρια εγκατάστασή του, το οποίο ούτε προορίζεται να χρησιμοποιηθεί κυρίως στη Δανία σε μόνιμη βάση ούτε χρησιμοποιείται πράγματι κατ’ αυτόν τον τρόπο, μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η απασχόληση στον εν λόγω εργοδότη είναι η κύρια απασχόλησή τους και ότι καταβάλλεται φόρος για τον σκοπό αυτό,

παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 39 ΕΚ».

(18) Υπόθεση C-393/98 Gomes Valente [2001] Συλλογή I-1327.

(19) Υπόθεση C-387/01 Weigel [2004] Συλλογή I-4981.

(20) C-464/02 Επιτροπή κατά Δανίας, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί· βλ. σημείωση 17 ανωτέρω).

(21) Το άρθρο 2 παράγραφος 4 του Καταστατικού του Διαμεσολαβητή προβλέπει ότι «[η] καταγγελία υποβάλλεται εντός δύο ετών από την ημερομηνία κατά την οποία ο καταγγέλλων έλαβε γνώση των πραγματικών περιστατικών στα οποία βασίζεται και πρέπει να έχουν προηγηθεί τα κατάλληλα διοικητικά διαβήματα προς τα ενδιαφερόμενα θεσμικά όργανα και οργανισμούς.»

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!