FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 829/2004/PB κατά του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας


Στρασβούργο, 14 Δεκεμβρίου 2005

Αξιότιμε κ. F.,

Στις 16 Μαρτίου 2004, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με εικαζόμενη κακοδιαχείριση από τον διευθυντή του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας («EUMC»).

Στις 3 Μαΐου 2004, διαβίβασα την καταγγελία στον διευθυντή της EUMC. Η EUMC διατύπωσε τη γνώμη της στις 19 Ιουλίου 2004. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 22 Σεπτεμβρίου 2004.

Οι παρατηρήσεις σας φαίνεται να επισημαίνουν μια παρεξήγηση στην υπόθεση και, ως εκ τούτου, αποφάσισα να διεξάγω περαιτέρω έρευνες στις 11 Οκτωβρίου 2004 με επιστολή προς τη Στρατιωτική Επιτροπή της ΕΕ. Η EUMC μου έστειλε την απάντησή της στις περαιτέρω έρευνές μου στις 10 Νοεμβρίου 2004 και σας τη διαβίβασα. Με επιστολή της 6ης Δεκεμβρίου 2004, με ενημερώσατε ότι δεν έχετε να προσθέσετε άλλες παρατηρήσεις.

Στις 18 Απριλίου 2005, αποφάσισα να διεξάγω περαιτέρω έρευνες και σας ενημέρωσα σχετικά. Η EUMC μου έστειλε την απάντησή της στις 23 Ιουνίου 2005 και σας την διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις. Δεν έχω λάβει παρατηρήσεις από εσάς.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.

Ζητώ συγγνώμη για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για τη διεξαγωγή αυτών των ερευνών.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Η καταγγελία υποβλήθηκε τον Μάρτιο του 2004 από τον προϊστάμενο της μονάδας έρευνας και συλλογής δεδομένων του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας («EUMC») στη Βιέννη.

Στις 5 Ιανουαρίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε στον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της EUMC το ακόλουθο αίτημα:

«Με την παρούσα επιστολή θα ήθελα να αναφέρω ότι, εδώ και αρκετούς μήνες, ο διευθυντής της EUMC παρακρατεί ουσιώδεις πληροφορίες από εμένα, με παρακάμπτει με άλλα μέλη του προσωπικού και επίσης με εκφοβίζει. Αυτό με κάνει να πιστεύω ότι δεν απολαμβάνω πλέον όλη την αυτοπεποίθησή της. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είμαι σε θέση να διασφαλίσω δεόντως τα καθήκοντά μου ως προϊσταμένου μονάδας. Για τους λόγους αυτούς, αποφάσισα να μην ζητήσω τη συνέχιση της σύμβασής μου, η οποία λήγει στις 15 Μαΐου 2004. Ωστόσο, θα ήθελα να αποσαφηνιστεί το παρόν καθεστώς μου στη Στρατιωτική Επιτροπή της ΕΕ και να επιτύχω δίκαιη μεταχείριση, η οποία δεν είναι δυνατή μόνο σε αλληλεπίδραση με τον διευθυντή. Ως εκ τούτου, σας ζητώ επειγόντως να συγκαλέσετε το πειθαρχικό συμβούλιο της EUMC [...]».

Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να διευκρινίσει τους ισχυρισμούς του. Ο καταγγέλλων απέστειλε στο διοικητικό συμβούλιο νέα επιστολή στις 16 Ιανουαρίου 2004, στην οποία εξέθετε λεπτομερώς τους ισχυρισμούς του. Συνοπτικά, επρόκειτο για τα εξής:

(1) «Ο διευθυντής της EUMC μου απέκρυψε πληροφορίες»

α) Ο διευθυντής είχε υπογράψει σύμβαση για έκθεση με άλλο πρόσωπο χωρίς να ενημερώσει σχετικά τον καταγγέλλοντα, παρά το γεγονός ότι ο καταγγέλλων αναφέρθηκε ως υπεύθυνος για την έκθεση.

β) Ο διευθυντής είχε δώσει εντολή να μεταφερθεί χρηματικό ποσό σε μία από τις γραμμές του προϋπολογισμού για τις οποίες ήταν υπεύθυνος ο καταγγέλλων, αλλά χωρίς να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με την εν λόγω μεταφορά.

γ) Ο διευθυντής δεν είχε συμπεριλάβει τον καταγγέλλοντα στις τελικές συζητήσεις σχετικά με μια πρόσκληση υποβολής προσφορών, αν και είχε αναφερθεί ως υπεύθυνος για το έργο.

δ) Ο διευθυντής της EUMC είχε αποστείλει στον καταγγέλλοντα ηλεκτρονικό μήνυμα στις 9 Ιανουαρίου 2004 στις 9:21, ενημερώνοντάς τον ότι θα μπορούσε να συμμετάσχει σε συνεδρίαση που θα διεξαγόταν στις 10:00· Δεν συμπεριέλαβε ατζέντα. Το άλλο μέλος του προσωπικού είχε λάβει την ημερήσια διάταξη την προηγούμενη ημέρα.

(2) «Η EUMC με παρέκαμψε»

α) Ο διευθυντής είχε συγκαλέσει συναντήσεις με το προσωπικό της μονάδας του καταγγέλλοντος χωρίς να τον προσκαλέσει ούτε καν να τον ενημερώσει.

β) Ο διευθυντής είχε συγκαλέσει συναντήσεις με εμπειρογνώμονες που σχετίζονται με τη μονάδα του καταγγέλλοντος χωρίς να τον ενημερώσει.

γ) Ο διευθυντής είχε δώσει οδηγίες στα μέλη της μονάδας του καταγγέλλοντος χωρίς να τον ενημερώσει.

(3) «Η EUMC με εκφόβιζε»

α) Ο διευθυντής είχε λογοκρίνει ένα έγγραφο που είχε ετοιμάσει για ένα έργο.

β) Ο διευθυντής δεν είχε παράσχει στον καταγγέλλοντα υποστήριξη για ένα έργο PHARE το οποίο είχε ξεκινήσει επιτυχώς.

γ) Σε αρκετές περιπτώσεις, ο διευθυντής είχε απορρίψει αιτήματα του καταγγέλλοντος για συμμετοχή σε αποστολές.

δ) Σε μια συνάντηση, ο διευθυντής του είχε δώσει χειρόγραφες σημειώσεις κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης, λέγοντάς του να τελειώσει την παρουσίασή του. Σε άλλη συνεδρίαση, ο διευθυντής κατηγόρησε την καταγγέλλουσα ότι δεν την άφησε να μιλήσει. Ο καταγγέλλων της είχε παραδώσει αμέσως την καρέκλα.

Ο καταγγέλλων απέστειλε αντίγραφο της επιστολής του στον διευθυντή της EUMC, ο οποίος στις 28 Ιανουαρίου 2004 απηύθυνε τα ανωτέρω σημεία του καταγγέλλοντος με επιστολή προς το διοικητικό συμβούλιο. Εξέτασε συνοπτικά τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος ως εξής:

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος (1)(α), ο καταγγέλλων είχε πάντοτε ενημερωθεί σχετικά με την εν λόγω έκθεση, είτε προφορικά είτε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Ο διευθυντής αναφέρθηκε στο περιεχόμενο διαφόρων ηλεκτρονικών μηνυμάτων και πρακτικών συνεδριάσεων. Όσον αφορά το γεγονός ότι η καταγγέλλουσα είχε αναφερθεί ως υπεύθυνη, η διευθύντρια επισήμανε ότι η συνολική ευθύνη ανήκε πάντοτε σε αυτήν και ότι, για τυπικούς λόγους, η καταγγέλλουσα έπρεπε να αναφέρεται ως υπεύθυνη.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό (1)(β), ο καταγγέλλων είχε ενημερωθεί δεόντως και εγκαίρως για τη μεταφορά χρημάτων με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τον αρμόδιο για τον προϋπολογισμό υπάλληλο (ο διευθυντής επισύναψε αντίγραφο του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου).

Όσον αφορά τον ισχυρισμό (1)(γ), ο καταγγέλλων συμμετείχε ενεργά στο έργο από την αρχή (συνεδριάσεις, συζητήσεις κ.λπ.). Η διευθύντρια παρέπεμψε σε ηλεκτρονικό μήνυμα και σε πρακτικά συνεδριάσεων, των οποίων επισύναψε αντίγραφα.

Ο διευθυντής δεν απάντησε στις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με τη συνάντηση της 9ης Ιανουαρίου 2004.

Όσον αφορά τα σημεία της καταγγέλλουσας υπό τη δεύτερη επικεφαλίδα ανωτέρω, η διευθύντρια αναφέρθηκε στα σημεία της που σχετίζονται με την πρώτη επικεφαλίδα ανωτέρω.

Όσον αφορά τον τρίτο τίτλο, ο διευθυντής διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

(3)(α) Το έγγραφο που έλαβε η διευθύντρια ήταν ανεπαρκές και, ως εκ τούτου, είχε αναλάβει μέρος των εργασιών για την ολοκλήρωσή του.

(3)(β) Η παρατήρηση του καταγγέλλοντος σχετικά με το έργο PHARE ήταν αναληθής και άδικη έναντι των άλλων μελών του προσωπικού που είχαν εργαστεί πολύ σκληρά για την υλοποίηση του έργου. Ο διευθυντής επισύναψε αντίγραφο της απόφασης της Στρατιωτικής Επιτροπής της ΕΕ σχετικά με το εν λόγω σχέδιο PHARE, από το οποίο προκύπτει ότι συμμετείχαν και άλλα μέλη του προσωπικού.

(3)(γ) Είναι ευθύνη του διευθυντή να εξετάζει τις αιτήσεις αποστολής υπό το πρίσμα των συμφερόντων της EUMC. Ο διευθυντής έκρινε ότι ήταν περισσότερο προς το συμφέρον της EUMC το γεγονός ότι ο καταγγέλλων εργαζόταν στη EUMC αντί να συμμετέχει στις προτεινόμενες αποστολές.

(3)(δ) Της συνεδρίασης κατά τη διάρκεια της οποίας ζητήθηκε από τον καταγγέλλοντα να ολοκληρώσει εγκαίρως την παρουσίασή του προήδρευσε ο κ. K., ο οποίος ήταν το πρόσωπο που είχε αποστείλει τα σημειώματα. Ο διευθυντής συμφώνησε με τον κ. K. ότι τα σημειώματα αυτά θα μπορούσαν να διαβιβαστούν στον καταγγέλλοντα, η παρουσίαση του οποίου δεν ήταν εστιασμένη. Κατά την άλλη αναφερόμενη συνεδρίαση, η διευθύντρια είχε ενημερώσει την καταγγέλλουσα ότι ήθελε να απαντήσει σε μια βασική ερώτηση που τέθηκε κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Η καταγγέλλουσα δεν είχε ακολουθήσει το αίτημά της, αλλά είχε απαντήσει ο ίδιος κατά τρόπο που ερχόταν σε αντίθεση με τις απόψεις του διευθυντή. Η διευθύντρια δήλωσε ότι ήταν απαράδεκτο για αυτήν το γεγονός ότι ένας υπάλληλος αρνήθηκε το αίτημά της να αποσαφηνίσει μια κατάσταση και μίλησε μόνος του, και ότι αυτό ήταν στην πραγματικότητα λόγος πειθαρχικής διαδικασίας.

Ακολούθησε περαιτέρω αλληλογραφία, στην οποία ο καταγγέλλων και ο διευθυντής της EUMC υπέβαλαν λεπτομερέστερα επιχειρήματα στο διοικητικό συμβούλιο.

Σε συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στις 2-3 Φεβρουαρίου 2004, η εκτελεστική επιτροπή της EUMC συγκρότησε επιτροπή («εξεταστική επιτροπή») για να διερευνήσει την καταγγελία που υπέβαλε ο καταγγέλλων στις 5 Ιανουαρίου 2004. Η επιτροπή διερεύνησε δύο ζητήματα που είχε εντοπίσει με βάση το αίτημα του καταγγέλλοντος: i) προσωπικές καταγγελίες και ii) καταγγελίες για κακή διαχείριση και κακοδιοίκηση. Η επιτροπή εξέτασε τις γραπτές και προφορικές δηλώσεις του καταγγέλλοντος και του διευθυντή.

Με βάση τα πορίσματα της εξεταστικής επιτροπής, το διοικητικό συμβούλιο κατέληξε, στις 5 Μαρτίου 2004, στο συμπέρασμα ότι «δεν υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν πειθαρχικό συμβούλιο κατά του διευθυντή είτε για τις προσωπικές αιτιάσεις που διατυπώθηκαν είτε για τους ισχυρισμούς περί κακοδιαχείρισης και κακοδιοίκησης [...] Ο διευθυντής απάντησε σε όλες τις κατηγορίες που διατυπώθηκαν, παρέχοντας βάσιμες εξηγήσεις για να αντικρούσει κάθε ισχυρισμό. Δεν μπορεί να γίνει λόγος για κακοδιοίκηση». Το Διοικητικό Συμβούλιο σημείωσε, ωστόσο, ότι «[μ]ε δεδομένο ότι οι προσωπικές αιτιάσεις που διατυπώθηκαν από [τον καταγγέλλοντα] δεν δικαιολογούν έρευνα από πειθαρχικό συμβούλιο, η επανεξέταση αναγνωρίζει ότι ο σωρευτικός χαρακτήρας τους υποδηλώνει εξαιρετικά τεταμένο εργασιακό κλίμα μεταξύ του Διευθυντή και [του καταγγέλλοντος]».

Όσον αφορά τους ισχυρισμούς περί κακής διαχείρισης και κακοδιοίκησης, το διοικητικό συμβούλιο κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν δικαιολογούσαν τη σύγκληση πειθαρχικού συμβουλίου κατά του διευθυντή της EUMC. Ωστόσο, επισήμανε επίσης ότι «[...] ορισμένες από τις εξηγήσεις του διευθυντή, καθώς και η φύση των κατηγοριών που διατυπώθηκαν, υποδεικνύουν ορισμένες ανάρμοστες πρακτικές διαχείρισης. Είναι σαφές ότι οι διαδικασίες διαχείρισης θα μπορούσαν να βελτιωθούν με την ενίσχυση της διαφάνειας, καθώς και με τη συμμετοχή και την ένταξη του προσωπικού. Φαίνεται επίσης ότι υπάρχει κάποια έλλειψη διαδικασιών μακροπρόθεσμου στρατηγικού σχεδιασμού, εκτίμησης κινδύνου και επιπτώσεων». Το διοικητικό συμβούλιο παρότρυνε τον διευθυντή της EUMC να επανεξετάζει και να βελτιώνει τις διαδικασίες οργανωτικής διαχείρισης σε συνεχή βάση.

Το ΕΣΠΔ επισήμανε επίσης ότι δεν φαίνεται να υπάρχει αποτελεσματική και αναγνωρισμένη διαδικασία καταγγελιών που να είναι σαφής για τα μέλη του προσωπικού.

Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων διατύπωσε τους ακόλουθους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς:

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ο διευθυντής της EUMC τον είχε εκφοβίσει, τον είχε παρακάμψει υπέρ του λοιπού προσωπικού και δεν του είχε παράσχει επαρκείς πληροφορίες ώστε να μπορέσει να εκπληρώσει το ρόλο του ως προϊσταμένου μονάδας.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι θα πρέπει να συγκληθεί πειθαρχικό συμβούλιο για να συζητήσει τα παράπονά του κατά του διευθυντή της EUMC.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι η εξεταστική επιτροπή που διερεύνησε το αίτημά του για πειθαρχική διαδικασία δεν του επέτρεψε να σχολιάσει την τελική δήλωση του διευθυντή και ότι υπήρξε σύγκρουση συμφερόντων στο γεγονός ότι ένα μέλος της εξεταστικής επιτροπής υπέβαλε, μετά το αίτημα του καταγγέλλοντος, αίτηση για τη θέση του καταγγέλλοντος στο EUMC.

Υπό το πρίσμα της διαπίστωσης του διοικητικού συμβουλίου ότι δεν φαίνεται να υπάρχει αποτελεσματική και αναγνωρισμένη διαδικασία καταγγελιών που να είναι σαφής για τα μέλη του προσωπικού, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε ότι δεν θα ήταν δικαιολογημένο να απορρίψει την καταγγελία βάσει του άρθρου 2.8 του καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (1).

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της EUMC

Η καταγγελία διαβιβάστηκε στην EUMC για γνωμοδότηση. Στη γνώμη της, η EUMC δήλωσε ότι θεωρεί τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος αβάσιμους και βασισμένους σε παρανοήσεις ή παρερμηνείες. Η γνωμοδότηση της EUMC περιείχε επιστολή του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου, τον οποίο ο διευθυντής της EUMC είχε ζητήσει να προβεί σε δήλωση σχετικά με την παρούσα καταγγελία. Στην εν λόγω επιστολή, ο πρόεδρος παρουσίασε επισκόπηση του τρόπου με τον οποίο η εξεταστική επιτροπή διεξήγαγε την έρευνά της σχετικά με τις αιτιάσεις και τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος στην αίτησή του της 5ης Ιανουαρίου 2004, τονίζοντας ιδίως ότι δόθηκε σε αμφότερα τα μέρη η ευκαιρία να εκθέσουν τις απόψεις τους και να γνωρίσουν τη θέση του άλλου μέρους.

Στη γνώμη της, η EUMC επισήμανε επιπλέον ότι ο καταγγέλλων είχε υποβάλει καταγγελία απευθείας στον Διαμεσολαβητή χωρίς να κάνει χρήση του δικαιώματός του προσφυγής δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Η Στρατιωτική Επιτροπή της ΕΕ δήλωσε ότι η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται στη Στρατιωτική Επιτροπή της ΕΕ.

Η EUMC σημείωσε επίσης ότι η σύμβαση εργασίας του καταγγέλλοντος έληξε στις 15 Μαΐου 2004.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Η γνώμη της EUMC διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα για παρατηρήσεις.

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το αίτημά του προς το διοικητικό συμβούλιο της 5ης Ιανουαρίου 2004 ήταν αίτημα για πειθαρχική διαδικασία κατά του ιδίου και όχι κατά του διευθυντή της Στρατιωτικής Επιτροπής της ΕΕ. Ο καταγγέλλων εξήγησε ότι αυτό θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της παράδοσης των αυστριακών δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι μερικές φορές ζητούν πειθαρχική διαδικασία εναντίον τους όταν επιθυμούν να εξεταστεί η υπόθεσή τους. Ο καταγγέλλων ανέφερε ότι δεν θεωρούσε ότι θα μπορούσε να έχει κάνει χρήση οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας προσφυγής εσωτερικά. Ο καταγγέλλων ενέμεινε επίσης στους ισχυρισμούς του και επανέλαβε την παρατήρησή του ότι υπήρξε σύγκρουση συμφερόντων κατά την αξιολόγηση του αιτήματός του για πειθαρχική διαδικασία, επειδή ένα μέλος της εξεταστικής επιτροπής του διοικητικού συμβουλίου είχε υποβάλει αίτηση για τη θέση του.

Περαιτέρω έρευνες

Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της Στρατιωτικής Επιτροπής της ΕΕ και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, προέκυψε ότι ήταν αναγκαίο να διενεργηθούν περαιτέρω έρευνες σχετικά με αυτό που φαινόταν να αποτελεί παρανόηση όσον αφορά τη διαδικασία που ζήτησε ο καταγγέλλων στις 5 Ιανουαρίου 2004. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια απέστειλε επιστολή στη Στρατιωτική Επιτροπή της ΕΕ, ζητώντας της να λάβει θέση επί του θέματος.

Η απάντηση της Στρατιωτικής Επιτροπής της ΕΕ

Στην απάντησή της, η EUMC δήλωσε ότι το αίτημα του καταγγέλλοντος της 5ης Ιανουαρίου 2004 για πειθαρχική διαδικασία θα μπορούσε να νοηθεί μόνο ως πειθαρχική διαδικασία κατά του διευθυντή της EUMC και όχι κατά του ίδιου του καταγγέλλοντος. Σημείωσε επίσης ότι ήταν δύσκολο να γίνει κατανοητό γιατί ο καταγγέλλων περίμενε τόσο πολύ για να αποκαλύψει αυτή την υποτιθέμενη παρεξήγηση.

Επιπλέον, η Στρατιωτική Επιτροπή της ΕΕ επισύναψε αντίγραφο εγγράφου με τίτλο «Πολιτική ανθρώπινων πόρων της Στρατιωτικής Επιτροπής της ΕΕ», με ημερομηνία Οκτωβρίου 2004. Το έγγραφο περιείχε λεπτομερή περίληψη των ακόλουθων ζητημάτων: Εσωτερική Οργάνωση, Προσλήψεις, Ανάπτυξη Σταδιοδρομίας, Επαγγελματική Ζωή, Εσωτερική Επικοινωνία και Μελλοντικές Προοπτικές. Η κατηγορία Future Prospects περιείχε μια υποκατηγορία με τίτλο Team-Building and consistent approach, η οποία εξηγήθηκε ως εξής: «Η Στρατιωτική Επιτροπή της ΕΕ σχεδιάζει να διοργανώσει κατάρτιση των ομάδων διαχείρισης στα τέλη του 2004 προκειμένου να επιτευχθούν υψηλά πρότυπα διαχείρισης, να υποστηριχθεί η δημιουργία ομάδων, να υπάρχει σαφήνεια και συνέπεια εντός και εκτός της Στρατιωτικής Επιτροπής της ΕΕ και να ακολουθείται μία πολιτική ανθρώπινων πόρων σε όλα τα επίπεδα διαχείρισης. Έχει ήδη πραγματοποιηθεί και αξιολογηθεί αντίστοιχη πρόσκληση υποβολής προσφορών».

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Οι παρατηρήσεις της EUMC εστάλησαν στον καταγγέλλοντα, από τον οποίο ο Διαμεσολαβητής δεν έλαβε παρατηρήσεις.

Πρόσθετες ερωτήσεις

Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε ότι απαιτούνται περαιτέρω έρευνες και, στις 18 Απριλίου 2005, η ΣΕΕΕ κλήθηκε να απαντήσει στα ακόλουθα:

(1) Από την καταγγελία και τις παρατηρήσεις, ο καταγγέλλων φαίνεται να θεωρεί α) ότι δεν του επετράπη να σχολιάσει την τελική δήλωση του διευθυντή της EUMC και β) ότι υπήρξε σύγκρουση συμφερόντων στο γεγονός ότι ένα μέλος της εξεταστικής επιτροπής που ερευνούσε την υπόθεσή του είχε υποβάλει αίτηση για τη θέση του στη EUMC. Η Διαμεσολαβήτρια αποφάσισε ότι τα σημεία αυτά θα πρέπει να αντιμετωπιστούν ως χωριστοί ισχυρισμοί στην παρούσα έρευνα και, ως εκ τούτου, ζητήθηκε από τη Στρατιωτική Επιτροπή της ΕΕ να υποβάλει γνώμη σχετικά με αυτές τις πτυχές της υπόθεσης.

(2) Στα συμπεράσματά του της 5ης Μαρτίου 2004, το διοικητικό συμβούλιο της EUMC διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις: «Είναι σαφές ότι οι διαδικασίες διαχείρισης θα μπορούσαν να βελτιωθούν με την ενίσχυση της διαφάνειας, καθώς και με τη συμμετοχή και την ένταξη του προσωπικού. Φαίνεται επίσης ότι υπάρχει κάποια έλλειψη διαδικασιών μακροπρόθεσμου στρατηγικού σχεδιασμού, εκτίμησης κινδύνου και επιπτώσεων». Δεν ήταν σαφές από τις γνώμες της EUMC στην παρούσα έρευνα εάν α) η EUMC είχε αποδεχθεί τις παρατηρήσεις αυτές και β) εάν ναι, εάν είχε λάβει διορθωτικά μέτρα εν προκειμένω. Δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό μπορεί να είναι συναφές με την αξιολόγηση των ισχυρισμών του καταγγέλλοντος, ζητήθηκε από την EUMC να παράσχει επίσης πληροφορίες σχετικά με το θέμα αυτό.

Η απάντηση της Στρατιωτικής Επιτροπής της ΕΕ

Στις 23 Ιουνίου 2005, η EUMC διαβίβασε στο Διαμεσολαβητή τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι δεν επετράπη στον καταγγέλλοντα να σχολιάσει την τελική δήλωση του διευθυντή της EUMC, η EUMC επανέλαβε ότι η καταγγελία του καταγγέλλοντος της 5ης Ιανουαρίου 2004 θεωρείται ότι περιέχει τον ισχυρισμό ότι πρέπει να κινηθεί πειθαρχική διαδικασία κατά του διευθυντή της EUMC (και όχι κατά του ίδιου του καταγγέλλοντος). Δεδομένου ότι οι πειθαρχικές διαδικασίες ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την ακεραιότητα και την κοινωνική θέση ενός προσώπου, οι διαδικασίες αυτές υπόκεινται σε εμπιστευτικότητα. Το άρθρο 6 του παραρτήματος II του ΚΥΚ, το οποίο ίσχυε τότε, προέβλεπε ρητώς αυτό το καθήκον εμπιστευτικότητας.

Σε επιστολή της 15ης Ιουνίου 2004 προς τον διευθυντή της EUMC, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της EUMC εξήγησε λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίο το διοικητικό συμβούλιο είχε ενημερωθεί για το θέμα. Ο πρόεδρος διασφαλίζει, συνοπτικά, ότι και τα δύο μέρη έχουν πρόσβαση στους ισχυρισμούς και τις παρατηρήσεις του άλλου μέρους σε όλα τα στάδια της διαδικασίας.

Επομένως, ακόμη και αν ο καταγγέλλων δεν είχε πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα της πειθαρχικής διαδικασίας, τούτο θα καλυπτόταν από την αρχή της εμπιστευτικότητας των πειθαρχικών διαδικασιών.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι υπήρξε σύγκρουση συμφερόντων στο γεγονός ότι ένα μέλος της ομάδας που εξέτασε την υπόθεσή του υπέβαλε, μετά από αίτημα του καταγγέλλοντος, αίτηση για τη θέση του στη ΣΕΕΕ, η ΣΕΕΕ επιβεβαίωσε ότι ο εν λόγω υπάλληλος, ο κ. S., ήταν μέλος της εξεταστικής επιτροπής που εξέτασε την καταγγελία του καταγγέλλοντος της 5ης Ιανουαρίου 2004. Ωστόσο, όπως έγραψε ο ίδιος ο καταγγέλλων στην επιστολή του της 22ας Σεπτεμβρίου 2004, ο S. δεν συμμετείχε στη διερευνητική αποστολή.

Στο πλαίσιο της μεταγενέστερης διαδικασίας προσλήψεως για τη θέση του προϊσταμένου της μονάδας «Έρευνα και Δίκτυα», η επιτροπή επιλογής, στην οποία περιλαμβανόταν επίσης ένα εξωτερικό μέλος, πρότεινε στις 3 Μαΐου 2004 να προσλάβει κάποιον άλλον πλην του S. Ο τελευταίος δεν είχε λάβει επαρκή μόρια ώστε να είναι επιλέξιμος για τον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων και, ως εκ τούτου, δεν του προσφέρθηκε η θέση. Επομένως, ουδόλως επωφελήθηκε από το αποτέλεσμα της επίμαχης εν προκειμένω πειθαρχικής διαδικασίας.

Επιπλέον, ο ίδιος ο καταγγέλλων είχε αποφασίσει να μην ζητήσει ανανέωση της σύμβασης εργασίας του πριν ζητήσει τη σύγκληση του πειθαρχικού συμβουλίου. Επομένως, ο S. δεν είχε κανένα ρόλο στην απόφαση του καταγγέλλοντος να μην ζητήσει ανανέωση της συμβάσεώς του.

Όσον αφορά τα συμπεράσματα του διοικητικού συμβουλίου της EUMC της 5ης Μαρτίου 2004, η EUMC δήλωσε ότι δεν τα είχε αποδεχθεί. Ωστόσο, η EUMC διαπίστωσε ότι το συμβούλιο χρειαζόταν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις υφιστάμενες διαδικασίες διαχείρισης που αποσκοπούν στην ενίσχυση της διαφάνειας, της συμπερίληψης προσωπικού, του στρατηγικού σχεδιασμού και της εκτίμησης κινδύνων και επιπτώσεων. Κατά τη διάρκεια μεταγενέστερης συνεδρίασης με το διοικητικό συμβούλιο, ο διευθυντής της EUMC παρουσίασε τις πτυχές εσωτερικής διαχείρισης της EUMC για να ανταποκριθεί σε αυτή τη διαφαινόμενη ανάγκη καλύτερης ενημέρωσης του διοικητικού συμβουλίου.

Η EUMC βελτίωνε συνεχώς την εσωτερική της οργάνωση και τις πολιτικές της για τους ανθρώπινους πόρους. Είχε καταβάλει μεγάλες προσπάθειες για να βελτιώσει την οργάνωσή της, για παράδειγμα την κατάρτιση των διοικητικών ομάδων, την εφαρμογή 24 προτύπων εσωτερικού ελέγχου, την πρόσληψη ικανότητας εσωτερικού ελέγχου και την ανάπτυξη βασικών διαδικασιών.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Η απάντηση της EUMC εστάλη στον καταγγέλλοντα, από τον οποίο ο Διαμεσολαβητής δεν έλαβε παρατηρήσεις.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Εισαγωγικές παρατηρήσεις

1.1 Η καταγγελία υποβλήθηκε από προϊστάμενο μονάδας του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας («EUMC»). Στις 5 Ιανουαρίου 2004, ο καταγγέλλων ζήτησε από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της EUMC να συγκαλέσει πειθαρχικό συμβούλιο για να του δώσει την ευκαιρία να συζητήσει την υπόθεσή του. Το εκτελεστικό συμβούλιο της EUMC συγκρότησε επιτροπή («εξεταστική επιτροπή») για να εξετάσει κατά πόσον θα ήταν σκόπιμο να συσταθεί πειθαρχικό συμβούλιο. Στις 5 Μαρτίου 2004, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της EUMC ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, μετά την εξέταση του θέματος από την εξεταστική επιτροπή, το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε να απορρίψει το αίτημα του καταγγέλλοντος. Στα συμπεράσματά της, η επιτροπή ανέφερε ότι εντοπίστηκαν τρεις κατηγορίες ισχυρισμών, δηλαδή «απόκρυψη πληροφοριών», «παράκαμψη» και «εκφοβισμός», και ότι καθεμία από αυτές τις κατηγορίες ισχυρισμών περιείχε έναν αριθμό ισχυρισμών. Σύμφωνα με το διοικητικό συμβούλιο, «όλες οι αξιώσεις αφορούν σχετικά ήσσονος σημασίας περιστατικά τα οποία τείνουν να συμβαίνουν στα περισσότερα διοικητικά συστήματα χωρίς απαραίτητα να γίνονται αντιληπτά ως παράπονα». «Ειδικά κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων κατέστη σαφές ότι πολλά περιστατικά που οδήγησαν σε ισχυρισμούς [του καταγγέλλοντος] βασίστηκαν σε παρανοήσεις, είτε σχετικά με την επικοινωνία είτε σχετικά με την αποκλίνουσα κατανόηση των ρόλων και των αρμοδιοτήτων». «Τα υπόλοιπα περιστατικά στα οποία αναφέρονται οι ισχυρισμοί έχουν εξηγηθεί διεξοδικά από τον διευθυντή, ώστε να μην δικαιολογείται περαιτέρω εξέταση». «Ενώ οι προσωπικές αιτιάσεις που προέβαλε [ο καταγγέλλων] δεν δικαιολογούν έρευνα από πειθαρχικό συμβούλιο, η επανεξέταση αναγνωρίζει ότι ο σωρευτικός χαρακτήρας τους υποδηλώνει εξαιρετικά τεταμένο εργασιακό κλίμα μεταξύ του διευθυντή [της EUMC] και [του καταγγέλλοντος]». Επιπλέον, το διοικητικό συμβούλιο σημείωσε ότι η εξέταση των ισχυρισμών του καταγγέλλοντος αποκάλυψε ορισμένες ανάρμοστες πρακτικές διαχείρισης και, ως εκ τούτου, παρότρυνε τον διευθυντή να επιφέρει βελτιώσεις στις πρακτικές διαχείρισης. Το ΕΣΠΔ επισήμανε επίσης ότι δεν φαίνεται να υπάρχει αποτελεσματική και αναγνωρισμένη διαδικασία καταγγελιών που να είναι σαφής για τα μέλη του προσωπικού.

1.2 Στην καταγγελία του προς το Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ο διευθυντής της EUMC τον είχε εκφοβίσει, τον είχε παρακάμψει υπέρ του λοιπού προσωπικού και δεν του είχε παράσχει επαρκείς πληροφορίες ώστε να μπορέσει να εκπληρώσει το ρόλο του ως προϊσταμένου μονάδας. Ισχυρίστηκε ότι θα πρέπει να συγκληθεί πειθαρχικό συμβούλιο για να συζητήσει τα παράπονά του κατά του διευθυντή της EUMC.

1.3 Στη γνώμη της, η EUMC απέρριψε τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, δηλώνοντας ότι βασίζονταν σε παρανοήσεις και/ή παρερμηνείες. Επιπλέον, η EUMC επισήμανε ότι ο καταγγέλλων είχε υποβάλει καταγγελία απευθείας στον Διαμεσολαβητή χωρίς να κάνει χρήση του δικαιώματός του προσφυγής δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

1.4 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στους ισχυρισμούς του. Δήλωσε επίσης ότι η πειθαρχική διαδικασία που είχε ζητήσει ήταν πειθαρχική διαδικασία κατά του ιδίου και όχι κατά του διευθυντή της EUMC. Ο καταγγέλλων εξήγησε ότι αυτό θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της παράδοσης των αυστριακών δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι μερικές φορές ζητούν πειθαρχική διαδικασία εναντίον τους όταν επιθυμούν να εξεταστεί η υπόθεσή τους. Ο καταγγέλλων ανέφερε ότι δεν θεωρούσε ότι θα μπορούσε να έχει κάνει χρήση οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας προσφυγής εσωτερικά. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής προέβη σε περαιτέρω έρευνες προκειμένου να αποσαφηνίσει το σημείο αυτό. Στην απάντησή της, η EUMC δήλωσε ότι μπορούσε μόνο να ερμηνεύσει το αίτημα του καταγγέλλοντος για πειθαρχική διαδικασία ως αίτημα για πειθαρχική διαδικασία κατά του διευθυντή της EUMC. Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε περαιτέρω παρατηρήσεις για να αποσαφηνίσει το θέμα.

1.5 Οι ισχυρισμοί των διαδίκων στην παρούσα υπόθεση καθιστούν αναγκαία την εξέταση δύο ζητημάτων στις παρούσες εισαγωγικές παρατηρήσεις. Η πρώτη αφορά την απόφαση του Διαμεσολαβητή ότι η παρούσα καταγγελία ήταν παραδεκτή. Το δεύτερο αφορά τη φύση του αιτήματος του καταγγέλλοντος της 5ης Ιανουαρίου 2004 προς το διοικητικό συμβούλιο.

1.6 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το άρθρο 11 του κανονισμού του Συμβουλίου για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας (2) προβλέπει ότι το προσωπικό του Παρατηρητηρίου «υπόκειται στους κανονισμούς και τους κανόνες που ισχύουν για τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων». Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι η αναφορά της EUMC στο άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης σημαίνει ότι η EUMC εφαρμόζει το άρθρο 46 του κανονισμού και των κανόνων που ισχύουν για τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο προβλέπει ότι ο τίτλος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, σχετικά με τις προσφυγές, εφαρμόζεται κατ’ αναλογία. Όσον αφορά την απόφαση ότι η εν λόγω καταγγελία ήταν παραδεκτή, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η ανακοίνωση που εστάλη στον καταγγέλλοντα στις 5 Μαρτίου 2004 (αναφερόμενη ανωτέρω), η οποία επισυνάφθηκε στην καταγγελία, περιείχε τη δήλωση του διοικητικού συμβουλίου της EUMC ότι «δεν φαινόταν να υπάρχει αποτελεσματική και αναγνωρισμένη διαδικασία καταγγελιών που να ήταν σαφής για τα μέλη του προσωπικού [της EUMC]». Σε αυτή τη βάση, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε ότι δεν θα ήταν σκόπιμο να απορρίψει την καταγγελία βάσει του άρθρου 2.8 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (3). Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι υπάρχει λόγος να μεταβάλει την απόφασή του σχετικά με το παραδεκτό της καταγγελίας.

1.7 Όσον αφορά το ζήτημα της φύσης του αιτήματος του καταγγέλλοντος για πειθαρχική διαδικασία, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι φαίνεται να υπάρχει διαφωνία μεταξύ της EUMC και του καταγγέλλοντος ως προς το ποια πειθαρχική διαδικασία ζήτησε πράγματι ο τελευταίος στην επιστολή του της 5ης Ιανουαρίου 2004 προς το διοικητικό συμβούλιο της EUMC. Ωστόσο, αυτό κατέστη σαφές μόνο από τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, που υποβλήθηκαν στις 22 Σεπτεμβρίου 2004. Οι περαιτέρω έρευνες που πραγματοποίησε ο Διαμεσολαβητής για να αποσαφηνίσει το ζήτημα αυτό κατέδειξαν απλώς ότι η παρανόηση εξακολουθεί να υφίσταται και ότι ο καταγγέλλων θεωρεί ουσιαστικά ότι το αντικείμενο της εξέτασης του αιτήματος του διοικητικού συμβουλίου της 5ης Ιανουαρίου 2004 ήταν εντελώς διαφορετικό από εκείνο που είχε κατά νου.

1.8 Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Διαμεσολαβητής, κατά την έναρξη της έρευνάς του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, αντιλήφθηκε επίσης το αίτημα του καταγγέλλοντος της 5ης Ιανουαρίου 2004 ως αίτημα για πειθαρχική διαδικασία κατά του διευθυντή της EUMC. Αφού επανεξέτασε το αίτημα του καταγγέλλοντος της 5ης Ιανουαρίου 2004 και λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις της EUMC σχετικά με το θέμα αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η ερμηνεία του εν λόγω αιτήματος από την EUMC ήταν εύλογη.

1.9 Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, βάσει αυτής της ερμηνείας της καταγγελίας, ο Διαμεσολαβητής εντόπισε τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος και, ειδικότερα, τον ισχυρισμό του ότι «θα πρέπει να συγκληθεί πειθαρχικό συμβούλιο για να συζητήσει τις αιτιάσεις του κατά του διευθυντή της EUMC». Δεδομένου ότι η πειθαρχική διαδικασία που αναφέρεται στην παρούσα αίτηση φαίνεται να είναι διαφορετική από εκείνη που είχε κατά νου ο ίδιος ο καταγγέλλων, δεν θα ήταν σκόπιμο ο Διαμεσολαβητής να επανεξετάσει την αίτηση αυτή στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι μπορούν να διαχωριστούν από τον ανωτέρω ισχυρισμό και, ως εκ τούτου, θα εξεταστούν επί της ουσίας.

2 Οι ισχυρισμοί περί εκφοβισμού, παράκαμψης και μη παροχής πληροφοριών

2.1 Οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος - ότι ο διευθυντής της EUMC τον είχε εκφοβίσει, τον είχε παρακάμψει υπέρ του λοιπού προσωπικού και δεν του είχε παράσχει επαρκείς πληροφορίες ώστε να μπορέσει να εκπληρώσει το ρόλο του ως προϊσταμένου μονάδας - απορρίφθηκαν από την EUMC. Οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος είχαν ήδη αποτελέσει αντικείμενο αξιολόγησης από το διοικητικό συμβούλιο της EUMC, όπως περιγράφεται λεπτομερώς ανωτέρω.

2.2 Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι ο διευθυντής της EUMC τον είχε εκφοβίσει, τον είχε παρακάμψει υπέρ του λοιπού προσωπικού και δεν του είχε παράσχει επαρκείς πληροφορίες ώστε να είναι σε θέση να εκπληρώσει το ρόλο του ως προϊσταμένου μονάδας, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει καταρχάς το περιεχόμενο των επιστολών της 16ης και 28ης Ιανουαρίου 2004 προς το διοικητικό συμβούλιο, από τον καταγγέλλοντα και τον διευθυντή της EUMC αντίστοιχα. Στην επιστολή του της 16ης Ιανουαρίου 2004, ο καταγγέλλων εξέθεσε λεπτομερώς τους ισχυρισμούς του.

2.3 Ο καταγγέλλων απέστειλε αντίγραφο της επιστολής του στο Διευθυντή της EUMC, ο οποίος στις 28 Ιανουαρίου 2004 απηύθυνε τα σημεία του καταγγέλλοντος στην προαναφερθείσα επιστολή προς το Διοικητικό Συμβούλιο.

2.4 Στην απόφασή του, η οποία κοινοποιήθηκε στον καταγγέλλοντα στις 5 Μαρτίου 2004, το διοικητικό συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος αφορούσαν σχετικά ήσσονος σημασίας περιστατικά τα οποία τείνουν να συμβαίνουν στα περισσότερα διοικητικά συστήματα «χωρίς κατ' ανάγκη να γίνονται αντιληπτά ως παράπονα». Διαπίστωσε ότι ήταν σαφές ότι πολλά από τα περιστατικά που οδήγησαν στους ισχυρισμούς βασίζονταν σε παρανοήσεις, είτε σχετικά με την επικοινωνία είτε σχετικά με την αποκλίνουσα κατανόηση των ρόλων και των αρμοδιοτήτων, και ότι τα άλλα σχετικά περιστατικά είχαν εξηγηθεί επαρκώς από τον διευθυντή, ώστε να μην δικαιολογείται περαιτέρω εξέταση. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε να μην κινήσει πειθαρχική διαδικασία κατά του διευθυντή της EUMC.

2.5 Δεδομένου ότι η απόφαση περί κινήσεως πειθαρχικής διαδικασίας εναπόκειται στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του οικείου κοινοτικού οργάνου ή οργανισμού (4) και δεν μπορεί να υποκατασταθεί από τον Διαμεσολαβητή, ο έλεγχος του Διαμεσολαβητή επί των διαπιστώσεων στις οποίες στηρίζεται μια τέτοια απόφαση περιορίζεται στην εκτίμηση του κατά πόσον οι διαπιστώσεις αυτές ενείχαν πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως. Η εξέταση από τη Διαμεσολαβήτρια των πορισμάτων του διοικητικού συμβουλίου της Στρατιωτικής Επιτροπής της ΕΕ στην παρούσα υπόθεση περιορίζεται αναλόγως.

2.6 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν του παρασχέθηκαν στοιχεία που να του επιτρέπουν να συμπεράνει ότι υπήρχαν πρόδηλα σφάλματα αξιολόγησης σε σχέση με τα πορίσματα του διοικητικού συμβουλίου της EUMC. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να διαπιστώσει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

3 Ισχυρισμός περί μη παροχής στον καταγγέλλοντα της δυνατότητας να υποβάλει παρατηρήσεις

3.1 Σε περαιτέρω έρευνες, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από τη Στρατιωτική Επιτροπή της ΕΕ να υποβάλει γνώμη σχετικά με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι δεν του επετράπη να σχολιάσει την τελική δήλωση του Διευθυντή της Στρατιωτικής Επιτροπής της ΕΕ.

3.2 Στη γνώμη της, η EUMC επανέλαβε ότι η καταγγελία του καταγγέλλοντος της 5ης Ιανουαρίου 2004 θεωρείται ότι περιέχει τον ισχυρισμό ότι πρέπει να κινηθεί πειθαρχική διαδικασία κατά του Διευθυντή της EUMC (δηλαδή όχι κατά του ίδιου του καταγγέλλοντος). Δεδομένου ότι οι πειθαρχικές διαδικασίες ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την ακεραιότητα και την κοινωνική θέση ενός προσώπου, οι διαδικασίες αυτές υπόκεινται σε εμπιστευτικότητα. Το άρθρο 6 του παραρτήματος II του τότε ισχύοντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης προέβλεπε ρητώς αυτό το καθήκον εμπιστευτικότητας. Σε επιστολή της 15ης Ιουνίου 2004 προς τον διευθυντή της EUMC, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της EUMC εξήγησε λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθη η έρευνα σχετικά με την καταγγελία. Ο πρόεδρος διασφαλίζει, συνοπτικά, ότι και τα δύο μέρη έχουν πρόσβαση στους ισχυρισμούς και τις παρατηρήσεις του άλλου μέρους σε όλα τα στάδια της διαδικασίας.

3.3 Ο Διαμεσολαβητής δεν έλαβε παρατηρήσεις από τον καταγγέλλοντα σχετικά με τη γνώμη της EUMC.

3.4 Ο ισχυρισμός που υποβλήθηκε στην EUMC για γνωμοδότηση διατυπώθηκε με βάση τη δήλωση του καταγγέλλοντος ότι «[...] δεν είχα την ευκαιρία να δω ή να σχολιάσω την απάντηση του διευθυντή πριν η [...] επιτροπή περατώσει την υπόθεση».

3.5 Σύμφωνα με τις πληροφορίες που περιέχονται στη γνώμη της EUMC, δεν συγκλήθηκε πειθαρχική επιτροπή ως απάντηση στην καταγγελία του καταγγέλλοντος της 5ης Ιανουαρίου 2004 προς το διοικητικό συμβούλιο της EUMC. Επομένως, ο κανόνας του απορρήτου στον οποίο αναφέρεται η EUMC δεν φαίνεται να έχει εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, η οποία αφορά προκαταρκτική έρευνα σχετικά με το αίτημα σύγκλησης πειθαρχικής επιτροπής.

3.6 Επιπλέον, η επιστολή της 15ης Ιουνίου 2004 του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της EUMC προς τον διευθυντή της EUMC περιείχε περιγραφή της διαδικασίας και των μεθόδων εργασίας που υιοθετήθηκαν για την εξέταση του ισχυρισμού του καταγγέλλοντος. Ο πρόεδρος εξηγεί ότι «και στα δύο μέρη δόθηκε πρόσβαση στους ισχυρισμούς και τις παρατηρήσεις του άλλου μέρους σε όλα τα στάδια της διαδικασίας και αμφότερα κλήθηκαν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις και τις απαντήσεις τους στην εκτελεστική επιτροπή. Το συμβούλιο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και έλαβε τελική απόφαση μόνο όταν πείστηκε ότι όλα τα αποδεικτικά στοιχεία είχαν υποβληθεί και εξεταστεί.»

3.7 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το οικείο θεσμικό όργανο διαθέτει διακριτική ευχέρεια ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της έρευνάς του σχετικά με το είδος του επίμαχου εν προκειμένω αιτήματος, υπό την επιφύλαξη της υποχρέωσης να εξετάζει προσεκτικά και αμερόληπτα όλες τις σχετικές πτυχές της συγκεκριμένης υπόθεσης (5). Στην προκειμένη περίπτωση, το καθήκον αυτό συνεπαγόταν, όπως πρότεινε το ίδιο το διοικητικό συμβούλιο στην προαναφερθείσα επιστολή του της 15ης Ιουνίου 2004, ότι ο καταγγέλλων θα είχε πρόσβαση στους ισχυρισμούς και τις παρατηρήσεις του διευθυντή σε όλα τα στάδια της διαδικασίας και θα κληθεί να υποβάλει παρατηρήσεις. Επομένως, για να τηρηθεί πλήρως το καθήκον αυτό, θα ήταν αναγκαίο να υποβληθεί στον καταγγέλλοντα η δήλωση του διευθυντή σχετικά με τους ισχυρισμούς του πριν από την περάτωση της έρευνας. Ο Διαμεσολαβητής δεν έχει λάβει συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που να αντικρούουν τον πραγματικό ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι αυτό δεν έγινε.

3.8 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, φαίνεται ότι δεν δόθηκε στον καταγγέλλοντα η δυνατότητα να σχολιάσει τις δηλώσεις του διευθυντή σχετικά με τους ισχυρισμούς του πριν από την περάτωση της έρευνας, γεγονός που συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης. Μια επικριτική παρατήρηση γίνεται παρακάτω.

4 Ισχυρισμός περί συγκρούσεως συμφερόντων

4.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων στο γεγονός ότι ένα μέλος, ο κ. S., της εξεταστικής επιτροπής που διερευνούσε την καταγγελία του, εξ ονόματος του εκτελεστικού συμβουλίου της EUMC, είχε υποβάλει αίτηση για τη θέση του καταγγέλλοντος στη EUMC.

4.2 Στη γνώμη της, η EUMC επιβεβαίωσε ότι ο εν λόγω υπάλληλος ήταν μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής που ερευνούσε την καταγγελία του καταγγέλλοντος της 5ης Ιανουαρίου 2004. Ωστόσο, ο S. δεν είχε συμμετάσχει στη διερευνητική αποστολή. Στο πλαίσιο της επακόλουθης διαδικασίας προσλήψεως για τη θέση του προϊσταμένου της μονάδας «Έρευνα και Δίκτυα», η επιτροπή επιλογής, στην οποία περιλαμβανόταν επίσης ένα εξωτερικό μέλος, πρότεινε στις 3 Μαΐου 2004 να προσλάβει κάποιον άλλον εκτός του S. Δεν είχε λάβει αρκετούς βαθμούς για να γίνει δεκτός στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων και, ως εκ τούτου, δεν του προσφέρθηκε η θέση. Επομένως, ουδόλως επωφελήθηκε από το αποτέλεσμα της επίμαχης εν προκειμένω πειθαρχικής διαδικασίας. Επιπλέον, ο ίδιος ο καταγγέλλων είχε αποφασίσει να μην ζητήσει ανανέωση της σύμβασης εργασίας του πριν ζητήσει τη σύγκληση του πειθαρχικού συμβουλίου. Επομένως, ο S. δεν είχε κανένα ρόλο στην απόφαση του καταγγέλλοντος να μην ζητήσει ανανέωση της συμβάσεώς του.

4.3 Ο Διαμεσολαβητής δεν έλαβε παρατηρήσεις από τον καταγγέλλοντα.

4.4 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η EUMC δεν αμφισβήτησε ότι ο κ. S., ο οποίος είχε υποβάλει υποψηφιότητα για τη θέση του καταγγέλλοντος, ήταν επίσης μέλος της εξεταστικής επιτροπής που διερεύνησε την καταγγελία του καταγγέλλοντος της 5ης Ιανουαρίου 2004 προς το διοικητικό συμβούλιο της EUMC. Ωστόσο, η EUMC υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι, δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος δεν αποκόμισε κανένα συγκεκριμένο όφελος από τη συμμετοχή του στην εξεταστική επιτροπή, δεν υπήρξε σύγκρουση συμφερόντων.

4.5 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το άρθρο 41 παράγραφος 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει ότι «κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης». Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επιπλέον ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο σεβασμός των δικαιωμάτων που εγγυάται η κοινοτική έννομη τάξη στις διοικητικές διαδικασίες περιλαμβάνει, ιδίως, το καθήκον του αρμόδιου θεσμικού οργάνου να εξετάζει προσεκτικά και αμερόληπτα όλες τις σχετικές πτυχές της συγκεκριμένης υπόθεσης (6). Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν από τα κοινοτικά θεσμικά όργανα και το προσωπικό όχι μόνο να ενεργούν αμερόληπτα, αλλά και να αποδεικνύουν την αμεροληψία τους, αποφεύγοντας κάθε ενέργεια που θα μπορούσε εύλογα να θέσει υπό αμφισβήτηση την αμεροληψία τους (7). Σε περίπτωση όπως η υπό κρίση, τούτο συνεπάγεται ότι η συμμετοχή στην εξεταστική επιτροπή προσώπου του οποίου η αμεροληψία μπορεί ευλόγως να αμφισβητηθεί πρέπει να θεωρηθεί ότι θίγει τον δίκαιο χαρακτήρα της επίμαχης διοικητικής διαδικασίας και, ως εκ τούτου, ότι συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.

4.6 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η απόφαση για την επιλογή του κ. S. για την εν λόγω θέση θα έπρεπε τελικά να ληφθεί από τον διευθυντή της EUMC. Η καταγγελία του καταγγέλλοντος της 5ης Ιανουαρίου 2004 θεωρήθηκε καταγγελία κατά του διευθυντή. Ως εκ τούτου, ο S. συμμετείχε ουσιαστικά στην εξέταση καταγγελίας σχετικά με εκφοβισμό και κακοδιοίκηση κατά προσώπου το οποίο θα έπρεπε ενδεχομένως να εξετάσει αν θα τον προσλάμβανε κατόπιν διαδικασίας πρόσληψης που θα διεξαγόταν τότε. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η αμεροληψία του κ. S. θα μπορούσε εύλογα να αμφισβητηθεί και, κατά συνέπεια, η συμμετοχή του στην εξεταστική επιτροπή υπονόμευσε τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας. Το γεγονός αυτό συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης και ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει επικριτική παρατήρηση κατωτέρω.

Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, φαίνεται ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας («EUMC») όσον αφορά τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος για εκφοβισμό, παράκαμψη και έλλειψη πληροφοριών.

Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος α) ότι δεν του επετράπη να σχολιάσει την τελική δήλωση του διευθυντή της EUMC και β) ότι υπήρξε σύγκρουση συμφερόντων στο γεγονός ότι ένα μέλος της εξεταστικής επιτροπής που ερευνά την υπόθεσή του εξ ονόματος του διοικητικού συμβουλίου της EUMC υπέβαλε αίτηση για τη θέση του στη EUMC, είναι αναγκαίο να διατυπωθούν οι ακόλουθες επικριτικές παρατηρήσεις:

  1. Υπό το πρίσμα των διαπιστώσεων στο σημείο 3 ανωτέρω, φαίνεται ότι δεν δόθηκε στον καταγγέλλοντα η δυνατότητα να σχολιάσει τις δηλώσεις του διευθυντή σχετικά με τους ισχυρισμούς του πριν από την περάτωση της εν λόγω έρευνας, γεγονός που συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης.
  2. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί σύγκρουσης συμφερόντων, σχετικά με το γεγονός ότι ένα μέλος της εξεταστικής επιτροπής, ο κ. S., είχε υποβάλει αίτηση για τη θέση του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η απόφαση για την επιλογή του κ. S. για την εν λόγω θέση θα έπρεπε τελικά να ληφθεί από τον διευθυντή της EUMC. Η καταγγελία του καταγγέλλοντος της 5ης Ιανουαρίου 2004 θεωρήθηκε καταγγελία κατά του διευθυντή. Ως εκ τούτου, ο S. συμμετείχε ουσιαστικά στην εξέταση καταγγελίας σχετικά με εκφοβισμό και κακοδιοίκηση κατά προσώπου το οποίο θα έπρεπε ενδεχομένως να εξετάσει αν θα τον προσλάμβανε κατόπιν διαδικασίας πρόσληψης που θα διεξαγόταν τότε. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η αμεροληψία του κ. S. θα μπορούσε εύλογα να αμφισβητηθεί και, κατά συνέπεια, η συμμετοχή του στην εξεταστική επιτροπή υπονόμευσε τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

Ο διευθυντής του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) «Καμία καταγγελία στον Διαμεσολαβητή σχετικά με τις εργασιακές σχέσεις μεταξύ των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών και των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού τους δεν μπορεί να υποβληθεί παρά μόνον εάν ο ενδιαφερόμενος έχει εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες υποβολής εσωτερικών διοικητικών αιτήσεων και καταγγελιών, ιδίως τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 90 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης (...)» (απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του, Επίσημη Εφημερίδα 1994, L 113, σ. 15).

(2) Επίσημη Εφημερίδα 1997 L 151 σ. 1.

(3) «Καμία καταγγελία στον Διαμεσολαβητή σχετικά με τις εργασιακές σχέσεις μεταξύ των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών και των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού τους δεν μπορεί να υποβληθεί παρά μόνον εάν ο ενδιαφερόμενος έχει εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες υποβολής εσωτερικών διοικητικών αιτήσεων και καταγγελιών, ιδίως τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 90 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης (...)» (απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του, Επίσημη Εφημερίδα 1994, L 113, σ. 15).

(4) Βλ. υπόθεση T-242/97 Z. κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. IA-77·II-401, σκέψη 19.

(5) Υπόθεση C-269/90 Technische Universität München κατά Hauptzollamt München-Mitte [1991] Συλλογή I-5469, σκέψη 14.

(6) Υπόθεση C-269/90 Technische Universität München κατά Hauptzollamt München-Mitte [1991] Συλλογή I-5469, σκέψη 14.

(7) Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 751/2000/(BB)IJH, σημείο 4 του σχεδίου σύστασης που παρατίθεται εκεί.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!