Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρακολουθεί τη συμμόρφωση με τα θεμελιώδη δικαιώματα στο πλαίσιο των κονδυλίων της ΕΕ που χορηγούνται στην Ελλάδα για τη διαχείριση των συνόρων (υπόθεση 1418/2023/VS)
Απόφαση
Υπόθεση 1418/2023/VS - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 07 Νοεμβρίου 2023 - Απόφαση στις Παρασκευή | 21 Φεβρουαρίου 2025 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Επιτροπή ( Δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες ) - Χώρα Ελλάδα
Υποβληθείσα αναφορά
24/07/2023Ανάλυση της αναφοράς
27/07/2023Η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη
07/11/2023Αποτέλεσμα της έρευνας
21/02/2025
Η υπόθεση αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διασφαλίζει τη συμμόρφωση με τα θεμελιώδη δικαιώματα στο πλαίσιο των κονδυλίων της ΕΕ που χορηγούνται στην Ελλάδα για τη διαχείριση των συνόρων. Οι καταγγέλλοντες, διάφορες μη κυβερνητικές οργανώσεις, εξέφρασαν ανησυχίες ότι η Επιτροπή δεν παρακολούθησε και δεν αξιολόγησε αποτελεσματικά τις χρηματοδοτούμενες από την ΕΕ δραστηριότητες διαχείρισης των συνόρων, σε ένα πλαίσιο επίμονων ισχυρισμών για σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις ελληνικές αρχές.
Η έρευνα εντόπισε τομείς τους οποίους θα πρέπει να εξετάσει η Επιτροπή για να βελτιώσει τον τρόπο με τον οποίο παρακολουθεί και διασφαλίζει τη συμμόρφωση με τα θεμελιώδη δικαιώματα στον τομέα αυτό. Ωστόσο, δεδομένου ότι η Επιτροπή αναμένει επί του παρόντος τελική έκθεση από τις ελληνικές αρχές σε μία από τις μεμονωμένες περιπτώσεις εικαζόμενων παραβιάσεων των θεμελιωδών δικαιωμάτων που θίγονται στην παρούσα έρευνα, και θα αξιολογήσει επίσης τώρα τις δαπάνες της Ελλάδας στο πλαίσιο του σχετικού προγράμματος, η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την υπόθεση, διαπιστώνοντας ότι δεν ήταν δικαιολογημένες περαιτέρω έρευνες. Ωστόσο, διατύπωσε ορισμένες προτάσεις προς την Επιτροπή για την αντιμετώπιση των ζητημάτων που εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας.
Ειδικότερα, η Διαμεσολαβήτρια παρότρυνε την Επιτροπή να θεσπίσει κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τα θεμελιώδη δικαιώματα καθ’ όλη τη διάρκεια της υλοποίησης του προγράμματος, ιδίως όσον αφορά τον σχετικό «αναγκαίο πρόσφορο όρο» για την πρόσβαση σε κονδύλια. Στο πλαίσιο αυτών των κατευθυντήριων γραμμών, η Επιτροπή θα πρέπει να θεσπίσει κριτήρια για τον προσδιορισμό των περιστάσεων υπό τις οποίες θα παρακρατεί ή θα αναστέλλει κονδύλια της ΕΕ λόγω μη συμμόρφωσης με τα θεμελιώδη δικαιώματα και τον σχετικό όρο χρηματοδότησης, και να δημοσιεύσει τα εν λόγω κριτήρια. Κατά την αξιολόγηση αξιόπιστων καταγγελιών σχετικά με παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων και του συνολικού ελληνικού προγράμματος, η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον η Ελλάδα εξακολουθεί να πληροί την προϋπόθεση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που σχετίζεται με τα εν λόγω κονδύλια. Η Διαμεσολαβήτρια διατύπωσε επίσης προτάσεις σχετικά με τη διαφάνεια της διαδικασίας παρακολούθησης και μέτρα για την ενίσχυση της συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών.
Ιστορικό της καταγγελίας
1. Η Ελλάδα λαμβάνει κονδύλια της ΕΕ για τη στήριξη δραστηριοτήτων διαχείρισης των συνόρων μέσω διαφόρων χρηματοδοτικών προγραμμάτων. Για την περίοδο 2014-2020, τα κονδύλια αυτά χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του Ταμείου Εσωτερικής Ασφάλειας - Σύνορα και Θεωρήσεις (ΤΕΑ) και του Μέσου Χρηματοδοτικής Στήριξης για τα Εξωτερικά Σύνορα. Στη συνέχεια, χορηγήθηκε χρηματοδότηση στο πλαίσιο του Μέσου Χρηματοδοτικής Στήριξης για τη Διαχείριση των Συνόρων και την Πολιτική Θεωρήσεων (ΜΔΣΘ) για την περίοδο προγραμματισμού 2021-2027. Τα κονδύλια αυτά εκτελούνται κυρίως μέσω επιμερισμένης διαχείρισης (από κοινού). Αυτό σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι υπεύθυνη για την αξιολόγηση και την έγκριση του προγράμματος που προτείνεται από το κράτος μέλος και, στη συνέχεια, για την παρακολούθηση της συνολικής υλοποίησης του προγράμματος, ενώ τα καθήκοντα που σχετίζονται με την εκτέλεση του προϋπολογισμού ανατίθενται στα κράτη μέλη (εν προκειμένω, στην Ελλάδα).[1]
2. Όπως συμβαίνει με όλα τα ταμεία της ΕΕ, οι κανόνες που διέπουν τα εν λόγω χρηματοδοτικά προγράμματα απαιτούν οι δράσεις να υλοποιούνται με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και σύμφωνα με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (Χάρτης). Αυτό ορίζεται στους κανόνες που διέπουν κάθε πρόγραμμα [2], καθώς και στους γενικότερους κανόνες που ισχύουν για τα ταμεία της ΕΕ, τον κανονισμό περί κοινών διατάξεων [3]. Ο κανονισμός καθορίζει τους εφαρμοστέους δημοσιονομικούς κανόνες και απαιτεί επίσης από «τα κράτη μέλη και την Επιτροπή ... να διασφαλίζουν τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και τη συμμόρφωση με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την εκτέλεση των Ταμείων».[4]
3. Τα παραρτήματα του κανονισμού περί κοινών διατάξεων καθορίζουν επίσης «οριζόντιους» και θεματικούς «ευνοϊκούς όρους» που πρέπει να πληρούν τα κράτη μέλη προκειμένου να ζητήσουν την επιστροφή των δαπανών τους για προγράμματα που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ [5]. Οι εν λόγω αναγκαίοι πρόσφοροι όροι αποτελούν «προαπαιτούμενη(-ες) προϋπόθεση(-ες) για την αποτελεσματική και αποδοτική υλοποίηση των ειδικών στόχων»[6] των ταμείων. Ένας από τους οριζόντιους αναγκαίους πρόσφορους όρους είναι η αποτελεσματική εφαρμογή και υλοποίηση του Χάρτη (εφεξής «HEC του Χάρτη»). Για την εκπλήρωση αυτού του οριζόντιου αναγκαίου πρόσφορου όρου, τα κράτη μέλη πρέπει να διαθέτουν ρυθμίσεις τόσο για να «διασφαλίζουν τη συμμόρφωση των προγραμμάτων που υποστηρίζονται από τα Ταμεία και την εφαρμογή τους με τις σχετικές διατάξεις του Χάρτη» όσο και για να αναφέρουν στην επιτροπή παρακολούθησης «περιπτώσεις μη συμμόρφωσης των πράξεων που υποστηρίζονται από τα Ταμεία με τον Χάρτη και καταγγελίες σχετικά με τον Χάρτη»[7].
4. Καθ’ όλη τη διάρκεια και των δύο περιόδων χρηματοδότησης, υπήρξαν αναφορές για παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των «επαναπροωθήσεων»[8] στα ελληνικά σύνορα, καθώς και για άρνηση πρόσβασης σε διαδικασίες ασύλου και κακομεταχείριση μεταναστών που επιχειρούν να φτάσουν στην Ελλάδα [9].
5. Το 2023 η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια έλαβε καταγγελία από διάφορες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών [10] κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι καταγγέλλοντες εξέφρασαν ανησυχίες ότι η Επιτροπή δεν είχε διενεργήσει αποτελεσματική εποπτεία των χρηματοδοτούμενων από την ΕΕ δραστηριοτήτων διαχείρισης των συνόρων στην Ελλάδα, στο πλαίσιο αξιόπιστων και επίμονων ισχυρισμών για σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις ελληνικές αρχές.
Η έρευνα
6. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα για να εξετάσει τα ζητήματα που τέθηκαν και τον ρόλο της Επιτροπής στην παρακολούθηση των δραστηριοτήτων διαχείρισης των συνόρων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ, ιδίως όσον αφορά τη συμμόρφωση με τα θεμελιώδη δικαιώματα.
7. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια έλαβε την απάντηση [11] της Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία και τις συμπληρωματικές ερωτήσεις [12] που είχε υποβάλει. Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής έλαβε τις παρατηρήσεις των καταγγελλόντων σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής. Η ομάδα έρευνας του Διαμεσολαβητή εξέτασε επίσης έγγραφα που είχε στην κατοχή της η Επιτροπή και συναντήθηκε με εκπροσώπους της Επιτροπής.[13] Τέλος, ο Διαμεσολαβητής έλαβε τις παρατηρήσεις των καταγγελλόντων σχετικά με την έκθεση της συνάντησης με την Επιτροπή.
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
Τα επιχειρήματα των καταγγελλόντων
8. Οι καταγγέλλοντες εξέφρασαν την ανησυχία τους για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν διασφάλισε ότι τα κονδύλια της ΕΕ που διατέθηκαν στην Ελλάδα για τη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων δαπανήθηκαν σύμφωνα με τα πρότυπα για τα θεμελιώδη δικαιώματα και το δίκαιο της ΕΕ.
9. Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, η Επιτροπή γνωρίζει από καιρό ότι έχουν διατεθεί κονδύλια της ΕΕ σε δραστηριότητες διαχείρισης των συνόρων (για παράδειγμα, ανάπτυξη προσωπικού και παροχή εξοπλισμού, υποδομών και άλλης κρίσιμης στήριξης) που έχουν συμβάλει σε εκτεταμένες και συστημικές παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν διερεύνησε το ζήτημα αυτό. Ειδικότερα, οι καταγγέλλοντες αναφέρθηκαν σε κατάχρηση κονδυλίων της ΕΕ στην Ελλάδα στο πλαίσιο επιχειρήσεων συνοριακού ελέγχου κατά μήκος του ποταμού Έβρου και στην περιοχή του Αιγαίου, στις οποίες συμμετείχε επίσης ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex).
10. Οι καταγγέλλοντες δήλωσαν ότι η Επιτροπή πρέπει να αρνηθεί την εκταμίευση κονδυλίων της ΕΕ, εκτός εάν υπάρχουν διασφαλίσεις για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον κανονισμό περί κοινών διατάξεων όσον αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα. Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, η Επιτροπή βασίζεται υπερβολικά στην αυτοαξιολόγηση των ελληνικών αρχών ότι οι εν λόγω δραστηριότητες συμμορφώνονται με τον HEC του Χάρτη, και η ίδια δεν αξιολόγησε επαρκώς ότι οι εν λόγω διασφαλίσεις εφαρμόζονταν όταν ενέκρινε το πρόγραμμα της Ελλάδας, το οποίο περιλαμβάνει δραστηριότητες διαχείρισης των συνόρων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ, ούτε διασφαλίζει ότι οι δραστηριότητες συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια της υλοποίησης του προγράμματος.
11. Δεδομένων των αυξανόμενων αποδεικτικών στοιχείων για συστημικές παραβιάσεις του δικαίου της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος αποτελεσματικής πρόσβασης σε διαδικασία ασύλου και της απαγόρευσης της μη επαναπροώθησης [14], ισχυρίστηκαν ότι οι συνολικές δομές παρακολούθησης της Επιτροπής είναι αναποτελεσματικές και ότι η Επιτροπή δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της να αξιολογήσει την κατάσταση και να ανταποκριθεί με κατάλληλα διορθωτικά μέτρα. Οι καταγγέλλοντες εξέφρασαν ανησυχίες σχετικά με τον περιοριστικό χαρακτήρα των δημοσιονομικών ελέγχων, την έλλειψη αμεροληψίας του εθνικού μηχανισμού παρακολούθησης και την αποτελεσματικότητα της «επιτροπής παρακολούθησης»[15].
12. Υποστήριξαν ότι ο μηχανισμός παρακολούθησης για τη διαχείριση των συνόρων είναι αναποτελεσματικός, καθώς μόνο ένα από τα εμπλεκόμενα θεσμικά όργανα (η Εθνική Αρχή Διαφάνειας) έχει εξουσίες για τη διερεύνηση των επαναπροωθήσεων. Υποστήριξαν επίσης ότι ο μηχανισμός δεν είναι πλήρως ανεξάρτητος ή αμερόληπτος. Ανέφεραν ότι η Επιτροπή δεν επαλήθευσε και, ως εκ τούτου, δεν διασφάλισε ότι ο HEC του Χάρτη εξακολουθεί να τηρείται και ότι έκρινε ότι το γεγονός ότι ο μηχανισμός δημιουργήθηκε επαρκεί για να διαπιστωθεί ότι το ελληνικό πρόγραμμα συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του όσον αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα. Η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να διασφαλίζει τη νόμιμη χρήση των κονδυλίων της ΕΕ («υποχρέωση αποτελέσματος») και όχι απλώς να διασφαλίζει ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν μηχανισμό παρακολούθησης («υποχρέωση δέουσας επιμέλειας»). [16]
13. Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή δεν παρείχε πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ασκούσε τον συμβουλευτικό της ρόλο στην επιτροπή παρακολούθησης. Οι καταγγέλλοντες εξέφρασαν επίσης την ανησυχία τους για το γεγονός ότι, μέχρι πρόσφατα, οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών αποκλείονταν από τη συμμετοχή στην εν λόγω επιτροπή και ότι, ακόμη και σήμερα, υπάρχουν πρακτικές ελλείψεις και περιορισμοί στη συμμετοχή τους. Για παράδειγμα, στις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών παρέχονται μερικές και υπερβολικά τεχνικές πληροφορίες χωρίς αναφορά στα θεμελιώδη δικαιώματα. Οι καταγγέλλοντες εξέφρασαν επίσης την ανησυχία τους για την αποτελεσματικότητα της εν λόγω επιτροπής, δεδομένου ότι βασίζεται στον εθνικό μηχανισμό παρακολούθησης για να επιστήσει την προσοχή της σε ζητήματα μη συμμόρφωσης με τα θεμελιώδη δικαιώματα ή σε συναφείς καταγγελίες.
14. Κατά την άποψη των καταγγελλόντων, η Επιτροπή δεν επιβάλλει αποτελεσματικά τους όρους για τα θεμελιώδη δικαιώματα που καθορίζονται στους κανόνες που διέπουν τα κονδύλια της ΕΕ. Μεταξύ άλλων διατάξεων, αναφέρθηκαν στους μηχανισμούς με τους οποίους η Επιτροπή μπορεί να αναστείλει, να ανακτήσει, να περιορίσει ή να επιβάλει όρους στη χρήση των κονδυλίων [17]. Η Επιτροπή δεν έχει θεσπίσει μηχανισμούς και διαδικασίες που να μπορούν να διασφαλίσουν την αποτελεσματική και ανεξάρτητη αξιολόγηση της εκπλήρωσης του HEC του Χάρτη κατά την εκταμίευση κονδυλίων της ΕΕ προς τα κράτη μέλη.
15. Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν επίσης ότι υπάρχει έλλειψη διαφάνειας όσον αφορά τις διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που ενδέχεται να λαμβάνει η Ελλάδα για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Το ίδιο ισχύει και για τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή αξιολόγησε την εκπλήρωση του HEC του Χάρτη από την Ελλάδα κατά την έγκριση του εθνικού προγράμματος και τον τρόπο με τον οποίο εξακολουθεί να παρακολουθεί την εκπλήρωση των εν λόγω όρων καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου χρηματοδότησης. Ισχυρίστηκαν επίσης ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμες στο κοινό πληροφορίες σχετικά με τα πορίσματα και τα αποτελέσματα των καταγγελιών που χειρίστηκε ο μηχανισμός καταγγελιών της Ελλάδας για τη διερεύνηση καταγγελιών για παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
16. Κατά την άποψη των καταγγελλόντων, η Επιτροπή δεν εξέτασε επίσης τους ισχυρισμούς σχετικά με τη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex) σε επαναπροωθήσεις σε επιχειρήσεις διαχείρισης των συνόρων στην Ελλάδα. Η Επιτροπή διαθέτει εξουσίες ψήφου στο διοικητικό συμβούλιο του Frontex και είναι υπεύθυνη για την επανεξέταση των εργασιών του, καθώς και για την αξιολόγηση και την έγκριση της συνέχισης των αποστολών του Frontex και της χρηματοδότησής τους από την ΕΕ.
Τα επιχειρήματα της Επιτροπής
17. Η Επιτροπή δήλωσε ότι τα καθήκοντα που σχετίζονται με την εκτέλεση της χρηματοδότησης και για τις δύο περιόδους προγραμματισμού ανατίθενται στις ελληνικές αρχές. Τα κράτη μέλη διατηρούν την πρωταρχική ευθύνη να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με το ενωσιακό και το διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, και να διερευνούν τυχόν καταγγελίες για παραβιάσεις. Ο ρόλος της Επιτροπής είναι να αξιολογεί και να εγκρίνει εκ των προτέρων τον σχεδιασμό του προγράμματος χρηματοδότησης που προτείνει το κράτος μέλος και, στη συνέχεια, να εποπτεύει και να παρακολουθεί τα χρηματοδοτούμενα έργα. Η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίσει ότι τα κράτη μέλη έχουν θέσει σε εφαρμογή συστήματα διαχείρισης και ελέγχου που συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του νομικού πλαισίου.
18. Έως τον Φεβρουάριο του έτους που έπεται του έτους κατά το οποίο πραγματοποιήθηκαν οι χρηματοδοτήσεις σε ένα έργο στο πλαίσιο ενός προγράμματος, καταρτίζεται «έκθεση συσσώρευσης» και διαβιβάζεται στην Επιτροπή από το οικείο κράτος μέλος. Αυτό αποτελεί τη βάση για την απόφαση της Επιτροπής σχετικά με το αν οι πληρωμές μπορούν να επιστραφούν ή αν και με ποιον τρόπο μπορούν να διενεργηθούν δημοσιονομικοί και λογιστικοί έλεγχοι. Οι έλεγχοι αυτοί μπορούν να έχουν τη μορφή «επισκοπήσεων βάσει εγγράφων» (δηλαδή του προσωπικού της στις Βρυξέλλες που εξετάζει τις διαθέσιμες πληροφορίες), επιτόπιων επισκέψεων και συστηματικών και κατασταλτικών ελέγχων. Για την τρέχουσα περίοδο προγραμματισμού, η έκθεση αναμένεται τον Φεβρουάριο του 2025 και θα είναι η πρώτη τέτοια έκθεση για την περίοδο αυτή.
19. Η παρακολούθηση του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων έχει ενισχυθεί για την περίοδο 2021-2027, καθώς τα κράτη μέλη υποχρεούνται πλέον να διασφαλίζουν την εκπλήρωση των οριζόντιων αναγκαίων πρόσφορων όρων (HEC), συμπεριλαμβανομένου του HEC του Χάρτη. Η Επιτροπή δεν μπορεί να επιστρέψει τις δαπάνες που σχετίζονται με πράξεις οι οποίες συνδέονται με ειδικό στόχο για τον οποίο δεν πληρούνται οι HEC.[18] Εάν η Επιτροπή θεωρήσει ότι οι HEC δεν πληρούνται πλέον, θα ακολουθήσει τα βήματα που ορίζονται στο άρθρο 15 παράγραφος 6 του κανονισμού περί κοινών διατάξεων.[19] Η συμμόρφωση με τους HEC, συμπεριλαμβανομένου του HEC του Χάρτη, αξιολογείται κατά την αρχική έγκριση των προγραμμάτων και καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου προγραμματισμού.
20. Για να διασφαλιστεί η συμμόρφωση της Ελλάδας με το HEC του Χάρτη, η Επιτροπή ζήτησε από τις ελληνικές αρχές να θεσπίσουν μηχανισμό παρακολούθησης για να επαληθεύουν ότι τα έργα που υλοποιούνται στο πλαίσιο του εθνικού προγράμματος εφαρμόζουν αποτελεσματικά και εφαρμόζουν τις διατάξεις του Χάρτη. Ο μηχανισμός αυτός προβλέπει τη διερεύνηση (και δίωξη) παραπτωμάτων από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η Ελλάδα βασίζεται σε ένα «τριφασικό σύστημα», το οποίο περιλαμβάνει:
α. Διαδικασίες εσωτερικής έρευνας (π.χ. από την ελληνική αστυνομία και ακτοφυλακή),
β. Ανεξάρτητες εθνικές αρχές (Εθνική Αρχή Διαφάνειας, Υπεύθυνος Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, Ειδική Επιτροπή για τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου και Συνήγορος του Πολίτη).
γ. Οι δικαστικές αρχές (δηλαδή ο εισαγγελέας και τα δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένων των ναυτικών δικαστηρίων, κατά περίπτωση).
21. Μέχρι στιγμής, η Επιτροπή δεν έχει λάβει «επιβεβαιωμένα αποδεικτικά στοιχεία» μέσω αυτού του μηχανισμού παρακολούθησης ότι η χρηματοδότηση της ΕΕ χρησιμοποιήθηκε ή διευκόλυνε παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων που θα μπορούσαν να αποτελέσουν λόγο αναστολής των εν λόγω κονδυλίων.
22. Η Επιτροπή έχει επίσης εποπτικό και συμβουλευτικό ρόλο στις «επιτροπές παρακολούθησης» που συγκροτούν τα κράτη μέλη για την παρακολούθηση της εφαρμογής των εθνικών προγραμμάτων.[20] Εάν οι επιτροπές εντοπίσουν πιθανές παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τότε λαμβάνονται επακόλουθα μέτρα.
23. Η επιτροπή παρακολούθησης στην Ελλάδα λαμβάνει ετήσιες ενημερώσεις σχετικά με υποθέσεις που εξετάζονται από τον μηχανισμό παρακολούθησης και καταγγελίες σχετικά με παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η Επιτροπή ζήτησε από την Ελλάδα να επεκτείνει τη συμμετοχή της στην επιτροπή παρακολούθησης στην κοινωνία των πολιτών και σε διεθνείς οργανισμούς, κάτι που η Ελλάδα συμφώνησε πρόσφατα να πράξει.
24. Ως πρόσθετος μηχανισμός για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τα θεμελιώδη δικαιώματα, το 2020 υπεγράφη μνημόνιο συνεννόησης [21] από την Επιτροπή, τους οργανισμούς της ΕΕ και την ελληνική κυβέρνηση. Στη συνέχεια, συστάθηκε η ειδική ομάδα για τη διαχείριση της μετανάστευσης [22], αποτελούμενη από τα ίδια μέρη, το έργο της οποίας υποστηρίζεται από προσωπικό της Επιτροπής που είναι μόνιμα τοποθετημένο στην Ελλάδα.
25. Η Επιτροπή δεσμεύεται να συνεχίσει να συνεργάζεται με τις ελληνικές αρχές για να διασφαλίσει ότι το υφιστάμενο σύστημα είναι ισχυρό και επιτρέπει τη διερεύνηση καταγγελιών και την αναγκαία παρακολούθηση μέσω εσωτερικών πειθαρχικών οργάνων, ανεξάρτητων αρχών και του δικαστικού σώματος [23]. Η Επιτροπή ζητεί τακτικές επικαιροποιήσεις σχετικά με την κατάσταση των εν εξελίξει ερευνών και παραπέμπει σε συγκεκριμένα παραδείγματα των εν λόγω αιτημάτων [24].
26. Κατόπιν καταγγελίας [25] που υποβλήθηκε τον Ιούλιο του 2023 από τον υπεύθυνο θεμελιωδών δικαιωμάτων του Frontex (ΥΘΔ), η Επιτροπή διαβίβασε στις ελληνικές αρχές αντίγραφο της καταγγελίας, τις κάλεσε να την εξετάσουν και να ενημερώσουν την Επιτροπή για το αποτέλεσμα. Η τελική έκθεση εκκρεμεί, αλλά, τον Ιούνιο του 2024, η ελληνική εθνική αρχή που είναι αρμόδια για τη διαχείριση των έργων ενημέρωσε την Επιτροπή ότι το προκαταρκτικό πόρισμα είναι ότι δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων που συνδέονται με κονδύλια της ΕΕ. Είναι πρόωρο για την Επιτροπή να εξετάσει τις ενέργειες στις οποίες θα μπορούσε να προβεί μετά την παραλαβή της τελικής έκθεσης της έρευνας. Είναι η πρώτη φορά που η Επιτροπή λαμβάνει «καταγγελία ενδιαφερόμενων μερών», όπως προβλέπεται στο άρθρο 69 παράγραφος 7 του κανονισμού περί κοινών διατάξεων, σχετικά με την Ελλάδα και εν γένει.
27. Ομοίως, μετά από δημοσιεύματα στα μέσα ενημέρωσης τον Ιούνιο του 2024 σχετικά με παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων [26], η Επιτροπή απέστειλε επιστολή στις ελληνικές αρχές ζητώντας από την Ελλάδα να επιβεβαιώσει τα μέτρα που είχαν λάβει οι εθνικές αρχές. Οι ελληνικές αρχές απάντησαν στο αίτημα της Επιτροπής στις 8 Αυγούστου 2024.
28. Καταρχήν, η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το αποτέλεσμα των εθνικών ερευνών. Εάν υποβληθούν περαιτέρω πληροφορίες από οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών ή άλλες αξιόπιστες πηγές, η Επιτροπή μπορεί να τις λάβει υπόψη και να τις θέσει υπόψη της κυβέρνησης του κράτους μέλους ή της επιτροπής παρακολούθησης. Ωστόσο, εάν υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τα κονδύλια της ΕΕ δεν χρησιμοποιούνται σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη, η Επιτροπή θα κάνει χρήση των μέσων που έχει στη διάθεσή της, συμπεριλαμβανομένης της διακοπής ή της αναστολής των πληρωμών, της εφαρμογής δημοσιονομικών διορθώσεων και της κίνησης διαδικασιών επί παραβάσει.
29. Όσον αφορά τον Frontex, ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Frontex, η Επιτροπή ηγήθηκε των προσπαθειών για την ενίσχυση του πλαισίου του Frontex για την παρακολούθηση και τη συμμόρφωση με τα θεμελιώδη δικαιώματα. Το 2024 η Επιτροπή δημοσίευσε την αξιολόγησή της σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής του κανονισμού Frontex [27], στην οποία διαπιστώθηκε ότι, ενώ ο κανονισμός επέκτεινε και ενίσχυσε σημαντικά το πλαίσιο παρακολούθησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και συμμόρφωσης στον Frontex, η συνολική αποτελεσματικότητα του πλαισίου περιορίζεται από κενά και έλλειψη σαφήνειας στο πλαίσιο του κανονισμού, ιδίως όσον αφορά τις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για τη διαχείριση των συνόρων [28]. Κατά την άποψη της Επιτροπής, αυτό θα πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσω αποτελεσματικότερης εφαρμογής.
30. Η Επιτροπή δήλωσε ότι θα συνεχίσει να συνεργάζεται στενά με τις ελληνικές αρχές, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο του συμβουλευτικού της ρόλου στην ελληνική επιτροπή παρακολούθησης, για τη διασφάλιση της διαφάνειας των ερευνών και του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων όσον αφορά την εκτέλεση των κονδυλίων της ΕΕ στην Ελλάδα για τη στήριξη της διαχείρισης των συνόρων.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
Αξιολόγηση του εθνικού προγράμματος της Ελλάδας
31. Η νομοθεσία της ΕΕ που διέπει τη χρηματοδότηση της διαχείρισης των συνόρων στην Ελλάδα απαιτεί όλες οι χρηματοδοτούμενες δραστηριότητες και προγράμματα να συμμορφώνονται με τα θεμελιώδη δικαιώματα και το δίκαιο της ΕΕ [29]. Στο πλαίσιο άλλων ερευνών σχετικά με κονδύλια της ΕΕ, η Διαμεσολαβήτρια δήλωσε ότι, ενώ η ίδια η Επιτροπή δεν έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί άμεσα τις επιτόπιες δραστηριότητες διαχείρισης των συνόρων, έχει την εξουσία και την υποχρέωση να διασφαλίζει ότι τα κονδύλια της ΕΕ που παρέχονται σε ένα κράτος μέλος δαπανώνται σύμφωνα με τα θεμελιώδη δικαιώματα και το δίκαιο της ΕΕ [30].
32. Ο κανονισμός περί κοινών διατάξεων ορίζει ότι η αξιολόγηση του κατά πόσον τα κράτη μέλη πληρούν τους οριζόντιους αναγκαίους πρόσφορους όρους αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αξιολόγησης των εθνικών προγραμμάτων τους από την Επιτροπή πριν από την έγκρισή τους [31]. Η απόφαση της Επιτροπής για την έγκριση των εθνικών προγραμμάτων περιλαμβάνει τη θέση της Επιτροπής σχετικά με το κατά πόσον πληρούν τους αναγκαίους πρόσφορους όρους.
33. Με βάση τις απαντήσεις της Επιτροπής στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια αντιλαμβάνεται ότι το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει θέσει σε εφαρμογή μηχανισμό παρακολούθησης και επιτροπή (περισσότερες λεπτομέρειες παρακάτω) είναι καίριας σημασίας για το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι το ελληνικό πρόγραμμα πληροί τον Χάρτη HEC. Ωστόσο, οι εκτελεστικές αποφάσεις της Επιτροπής και τα σχετικά παραρτήματα, με τα οποία εγκρίνονται τα εθνικά προγράμματα, αναφέρουν απλώς στο άρθρο 3 ότι πληρούνται οι «οριζόντιοι αναγκαίοι πρόσφοροι όροι». Ούτε η αρχική απόφαση ούτε τα παραρτήματά της ούτε οι επικαιροποιημένες εκδόσεις από το 2023 ή το 2024 και τα παραρτήματά τους παρέχουν αιτιολογία ως προς τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή εκτίμησε ότι τα προγράμματα πληρούσαν τον HEC του Χάρτη.
34. Η συμμόρφωση με τον HEC του Χάρτη θα πρέπει να διαπιστώνεται βάσει αποδεικτικών στοιχείων και ειδικής αξιολόγησης από την Επιτροπή. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Επιτροπή διαβίβασε στον Διαμεσολαβητή τις επιστολές που απέστειλε στην ελληνική κυβέρνηση, εκθέτοντας τις παρατηρήσεις της σχετικά με τις αυτοαξιολογήσεις της Ελλάδας όσον αφορά τη συμμόρφωσή της με την HEC του Χάρτη. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν υπέβαλε δική της αξιολόγηση όσον αφορά τη συμμόρφωση του ελληνικού προγράμματος με το HEC του Χάρτη, όταν ενέκρινε το πρόγραμμα.
35. Αυτή η έλλειψη διαφάνειας είναι λυπηρή και είναι κάτι που η Επιτροπή θα πρέπει να επιδιώξει να αντιμετωπίσει κατά την επαναξιολόγηση της συμμόρφωσης της Ελλάδας με τον HEC του Χάρτη στο πλαίσιο της παρακολούθησης της συμμόρφωσης με τα θεμελιώδη δικαιώματα κατά τη διάρκεια της υλοποίησης του προγράμματος, όπως ορίζεται κατωτέρω.
Παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τα θεμελιώδη δικαιώματα
36. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι με τους οποίους η Επιτροπή παρακολουθεί τη χρήση των κονδυλίων της ΕΕ στην Ελλάδα, ιδίως μέσω: α) δημοσιονομικών και λογιστικών ελέγχων στο πλαίσιο του δημοσιονομικού κανονισμού ή των σχετικών κανονισμών που διέπουν τα κονδύλια· β) του συμβουλευτικού της ρόλου στην επιτροπή παρακολούθησης· και γ) του ρόλου της στην ειδική ομάδα για τη διαχείριση της μετανάστευσης.
37. Όσον αφορά τους δημοσιονομικούς ελέγχους, η Επιτροπή εξήγησε ότι εκπληρώνει την υποχρέωσή της παρακολούθησης μέσω απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων, ελέγχων βάσει εγγράφων και επιτόπιων επισκέψεων και μπορεί να διενεργεί λογιστικούς ελέγχους και επιτόπιους ελέγχους. Η Επιτροπή ανέφερε ότι ανέμενε από την Ελλάδα να υποβάλει την πρώτη της «έκθεση συσσώρευσης» έως τις 15 Φεβρουαρίου 2025. Η Διαμεσολαβήτρια αντιλαμβάνεται ότι η εν λόγω έκθεση συσσώρευσης αφορά τη «δέσμη μέτρων διασφάλισης» της χρηματοοικονομικής αναφοράς από τα κράτη μέλη που λαμβάνουν κονδύλια της ΕΕ. Αυτό θα αποτελέσει σημαντικό βήμα για τον καθορισμό των δημοσιονομικών ελέγχων που θα εφαρμόσει και για την αξιολόγηση του κατά πόσον η Ελλάδα εξακολουθεί να συμμορφώνεται με την HEC του Χάρτη κατά τη διάρκεια της περιόδου προγραμματισμού.
38. Ωστόσο, μολονότι οι δημοσιονομικοί έλεγχοι μπορούν να συμβάλουν στην επαλήθευση της συμμόρφωσης με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, δεν είναι σαφές πόσο αποτελεσματικοί είναι οι έλεγχοι αυτοί όσον αφορά τον εντοπισμό και την παρακολούθηση παραβιάσεων των θεμελιωδών δικαιωμάτων που υποστηρίζονται από τη χρήση κονδυλίων της ΕΕ. Οι έλεγχοι αυτοί επικεντρώνονται στην εξακρίβωση του κατά πόσον τα προγράμματα συμμορφώνονταν ή όχι με τους ισχύοντες κανόνες και κατά πόσον οι λογαριασμοί των προγραμμάτων είναι πλήρεις, ακριβείς και αληθείς.
39. Βάσει της επιθεώρησης στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας, για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2020 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023, καμία από τις 30 «επιτόπιες επισκέψεις», ελέγχους ή εκθέσεις αξιολόγησης που εποπτεύει η Επιτροπή δεν εντόπισε παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά τη χρήση κονδυλίων της ΕΕ [32].
40. Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι σκοπός των ελέγχων της δεν είναι να διερευνηθούν παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αλλά να προσδιοριστεί κατά πόσον το σύστημα διαχείρισης και ελέγχου της χρηματοδότησης της ΕΕ σε επίπεδο κρατών μελών είναι ισχυρό. Όταν ανακύπτουν ζητήματα πιθανών παραβιάσεων των θεμελιωδών δικαιωμάτων, η Επιτροπή (στην περίπτωση της επιμερισμένης διαχείρισης) τα εφιστά την προσοχή των αρμόδιων εθνικών αρχών και, σε πρώτο βαθμό, οι εν λόγω αρχές διενεργούν οποιαδήποτε έρευνα. Η Επιτροπή δήλωσε ότι οι μεμονωμένες παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν θα της επέτρεπαν, από μόνες τους, να αναστείλει ή να περιορίσει τα κονδύλια, εκτός εάν διαπιστωθεί άμεση σύνδεση με συγκεκριμένη δαπάνη της ΕΕ, και στη συνέχεια μόνο μετά από αρχική έρευνα από την αρμόδια εθνική αρχή. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της έρευνας, αναγνώρισε ότι η μη τήρηση του HEC του Χάρτη θα μπορούσε να συνιστά σοβαρή έλλειψη και/ή παρατυπία που θα την οδηγούσε στη διακοπή ή την αναστολή μιας αίτησης πληρωμής και/ή στην επιβολή δημοσιονομικής διόρθωσης [33]. Αυτό υποστηρίζεται από το γράμμα του κανονισμού περί κοινών διατάξεων, δεδομένου ότι η μη τήρηση του HEC του Χάρτη θα μπορούσε να σημαίνει ότι η Επιτροπή θα αποσύρει τη διαθέσιμη μη χρησιμοποιηθείσα χρηματοδότηση και να σημαίνει ότι αυτή δεν είναι πλέον διαθέσιμη στο κράτος μέλος («αποδέσμευση»).[34]
41. Ο Διαμεσολαβητής έχει επίγνωση των περιορισμών των δημοσιονομικών ελέγχων της Επιτροπής όσον αφορά τον εντοπισμό παραβιάσεων των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως αναφέρεται ανωτέρω. Ωστόσο, για την τρέχουσα περίοδο προγραμματισμού (2021-2027), οι έλεγχοι αυτοί ενισχύθηκαν από τον κανονισμό περί κοινών διατάξεων με τη θέσπιση του HEC του Χάρτη, ο οποίος απαγορεύει την επιστροφή πληρωμών που δηλώνονται από κράτος μέλος, εκτός εάν διαθέτει μηχανισμό για την αποτελεσματική εφαρμογή και υλοποίηση του Χάρτη και για την αναφορά ζητημάτων μη συμμόρφωσης ή καταγγελιών σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα. Ο κανονισμός ενίσχυσε επίσης τόσο τον ρόλο παρακολούθησης όσο και την υποχρέωση παρακολούθησης της Επιτροπής, καθώς η Επιτροπή είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την αξιολόγηση του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για ολόκληρη την περίοδο προγραμματισμού.
42. Όπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή ενέκρινε το ελληνικό πρόγραμμα και τότε έκρινε ότι ο μηχανισμός παρακολούθησης και η επιτροπή της Ελλάδας πληρούσαν τις απαιτήσεις του Χάρτη HEC. Συγκεκριμένα, η Ελλάδα έχει θέσει σε εφαρμογή μηχανισμό παρακολούθησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ο οποίος διερευνά και διώκει παραπτώματα από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων καταγγελιών για παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων, και πρέπει να υποβάλλει έκθεση στην επιτροπή παρακολούθησης. Όπως δήλωσε η Διαμεσολαβήτρια στο πλαίσιο προηγούμενης έρευνας σχετικά με τα κονδύλια της ΕΕ για τη διαχείριση των συνόρων, ο εν λόγω μηχανισμός παρακολούθησης θα πρέπει να είναι ανεξάρτητος και αποτελεσματικός όσον αφορά τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τα θεμελιώδη δικαιώματα και το δίκαιο της ΕΕ [35]. Εντός τριών μηνών από την έγκριση του εθνικού προγράμματος της Ελλάδας για την Ελλάδα, η Επιτροπή έλαβε από κοινού παρατηρήσεις από οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που εγείρουν πολλαπλές ανησυχίες όσον αφορά την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του εν λόγω μηχανισμού παρακολούθησης.
43. Παρά τις ανησυχίες αυτές, η Επιτροπή φαίνεται μέχρι σήμερα να μην έχει επανεκτιμήσει τον μηχανισμό. Εν τω μεταξύ, έχουν διατυπωθεί διάφορες αξιόπιστες ανησυχίες από διεθνείς και ενωσιακούς φορείς για τα ανθρώπινα δικαιώματα [36] και από τον Έλληνα Συνήγορο του Πολίτη, σχετικά με παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Πιο πρόσφατα, τον Ιανουάριο του 2025, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διαπίστωσε ότι υπήρχε συστηματική πρακτική επαναπροωθήσεων υπηκόων τρίτων χωρών από τις ελληνικές αρχές.[37] Η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει υπόψη τις ανησυχίες αυτές κατά την επαναξιολόγηση του κατά πόσον το πρόγραμμα της Ελλάδας πληροί το HEC του Χάρτη, πριν από την εκταμίευση τυχόν κονδυλίων.
44. Η Ελλάδα έχει επίσης συστήσει ενιαία επιτροπή για την παρακολούθηση των προγραμμάτων της στο πλαίσιο τριών χρηματοδοτικών «μέσων» της ΕΕ, δύο από τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο της παρούσας έρευνας. Η δημιουργία της επιτροπής παρακολούθησης στην Ελλάδα αποτελεί θετική εξέλιξη. Μολονότι δεν είναι σαφές γιατί οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών δεν συμμετείχαν εξαρχής, έκτοτε κατέστη δυνατή η συμμετοχή τους ως μελών. Ωστόσο, φαίνεται ότι εξακολουθούν να υπάρχουν όρια στη συμμετοχή τους. Ενώ τέσσερις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών έχουν δικαίωμα ψήφου όταν η επιτροπή συζητά οριζόντια θέματα ή θέματα που σχετίζονται ειδικά με το Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης, δεν έχουν δικαίωμα ψήφου για θέματα που αφορούν ειδικά το ΤΕΑ και το ΜΔΣΘ. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να προτείνουν θέματα προς συμπερίληψη στην ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων που αφορούν ειδικά το ΤΕΑ και το ΜΔΣΘ, ούτε μπορούν να εγείρουν τα ζητήματα αυτά κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων χωρίς τη συγκατάθεση της επιτροπής.
45. Η ουσιαστική συμμετοχή των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών στις επιτροπές παρακολούθησης διαδραματίζει καίριο ρόλο στη διαδικασία παρακολούθησης [38]. Αυτό συνάδει επίσης με τη δέσμευση της Επιτροπής να ενισχύσει την εφαρμογή του Χάρτη, συμπεριλαμβανομένης της ενδυνάμωσης των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, των υπερασπιστών των δικαιωμάτων και των επαγγελματιών του τομέα της δικαιοσύνης [39]. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει να παροτρύνει την Ελλάδα να διευκολύνει την ουσιαστική συμμετοχή των εν λόγω οργανώσεων ως μελών της επιτροπής παρακολούθησης με πλήρη δικαιώματα.
Επιπλέον, η επιτροπή βασίζεται στην αποτελεσματική και έγκαιρη αναφορά των ανησυχιών σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα από τον μηχανισμό παρακολούθησης. Εάν ο μηχανισμός παρακολούθησης δεν ενεργήσει αμερόληπτα, αυτό θα επηρεάσει αρνητικά την αποτελεσματικότητα της επιτροπής, στερώντας της τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση των καθηκόντων της.
47. Η ειδική ομάδα για τη διαχείριση της μετανάστευσης διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην παροχή πληροφοριών στην Επιτροπή σχετικά με τη συμμόρφωση με τα θεμελιώδη δικαιώματα κατά τη χρήση των κονδυλίων της ΕΕ, ιδίως μέσω του προσωπικού της που είναι μόνιμα τοποθετημένο στην Ελλάδα. Ομοίως, ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Frontex, η Επιτροπή θα έχει επίγνωση των ανησυχιών που σχετίζονται με τη συμμόρφωση με τα θεμελιώδη δικαιώματα, οι οποίες ενδέχεται να συνδέονται με τη χρήση κονδυλίων της ΕΕ στον τομέα της διαχείρισης των συνόρων. Οι πληροφορίες αυτές είναι ανεκτίμητες και θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την τεκμηρίωση της ανάλυσης κινδύνου της Επιτροπής όταν εξετάζει τη χρήση δημοσιονομικών και άλλων λογιστικών ελέγχων. Θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει πηγή πληροφοριών σχετικά με τη συνεχιζόμενη εκπλήρωση του Χάρτη HEC από την Ελλάδα κατά τη διάρκεια του εθνικού προγράμματος.
48. Είναι επιτακτική ανάγκη όσοι γνωρίζουν πραγματικά από πρώτο χέρι τις ανησυχίες σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα που συνδέονται με τη χρήση κονδυλίων της ΕΕ να συμπεριληφθούν στη διαδικασία τεκμηρίωσης των δράσεων και των αποφάσεων της Επιτροπής, μεταξύ άλλων σχετικά με την άσκηση δημοσιονομικών ελέγχων, ή τυχόν επαναξιολόγησης του κατά πόσον το πρόγραμμα της Ελλάδας πληροί το HEC του Χάρτη.
49. Από την επιθεώρηση στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας προέκυψε ότι η Επιτροπή έχει καταρτίσει ορισμένες εσωτερικές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον τρόπο διενέργειας της αξιολόγησης της εκπλήρωσης του HEC του Χάρτη, καθώς και μια ροή εργασιών στην οποία αναφέρονται τα σχετικά τμήματα της αρμόδιας Επιτροπής, οι προθεσμίες για τις συνεισφορές τους και ένας κατάλογος σημείων ελέγχου. Ωστόσο, με βάση την έρευνα της Διαμεσολαβήτριας, φαίνεται ότι η Επιτροπή δεν έχει θέσει σε εφαρμογή επίσημες διαδικασίες για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τον HEC του Χάρτη καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου προγραμματισμού ή κριτήρια για τον προσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο θα δημιουργούσε σύνδεση μεταξύ της μη συμμόρφωσης με τα θεμελιώδη δικαιώματα σε μια συγκεκριμένη περίπτωση και των κονδυλίων της ΕΕ που παρέχονται στις εθνικές αρχές. Ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει το ζήτημα αυτό με τις ακόλουθες προτάσεις.
50. Ενώ η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίσει τη συμμόρφωση της Ελλάδας με το HEC του Χάρτη καθ’ όλη τη διάρκεια εφαρμογής του εθνικού προγράμματος, φαίνεται ότι το χρονοδιάγραμμα οποιασδήποτε επαναξιολόγησης συνδέεται με την εκταμίευση των κονδυλίων, καθώς τα κονδύλια δεν μπορούν να εκταμιευθούν εκτός εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις. Ως εκ τούτου, κάθε επαναξιολόγηση θα πρέπει να διενεργείται, το αργότερο, όταν έχει υποβληθεί αίτηση πληρωμής από την Ελλάδα στην Επιτροπή, αλλά πριν από την πραγματοποίηση οποιασδήποτε εκταμίευσης. Ως εκ τούτου, αυτό πρέπει τώρα να αντιμετωπιστεί από την Επιτροπή στο πλαίσιο της αξιολόγησής της σχετικά με αυτό που περιέγραψε στη συνάντηση με την ερευνητική ομάδα της Διαμεσολαβήτριας ως «έκθεση συσσώρευσης» της Ελλάδας (βλ. παράγραφο 37).
Διαφάνεια της διαδικασίας παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων
51. Προκειμένου να διασφαλιστεί ο δημόσιος έλεγχος και η λογοδοσία όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις της στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο πλαίσιο των χρηματοδοτούμενων από την ΕΕ δραστηριοτήτων διαχείρισης των συνόρων, θα πρέπει να υπάρχει επαρκής διαφάνεια όλων των σχετικών εγγράφων. Μολονότι τα προγράμματα της Ελλάδας τόσο για το ΤΕΑ όσο και για το ΜΔΣΘ είναι διαθέσιμα στο κοινό, υπάρχουν ελάχιστες λεπτομέρειες σχετικά με τους μηχανισμούς που έχει θέσει σε εφαρμογή η Ελλάδα για την εκπλήρωση του HEC του Χάρτη, και οι λεπτομέρειες αυτές δεν ευθυγραμμίζονται με τις εξηγήσεις που παρείχε η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της συνάντησης με την ερευνητική ομάδα της Διαμεσολαβήτριας.
52. Είναι σημαντικό ότι τα πρακτικά της επιτροπής παρακολούθησης είναι διαθέσιμα εγκαίρως. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια είναι της άποψης ότι η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίσει την προορατική δημοσίευση i) των μέτρων που θέσπισε η Ελλάδα για τη συμμόρφωση με τον Χάρτη HEC, εάν υπάρχουν, ii) της/των αυτοαξιολόγησης/-εων της Ελλάδας, iii) της/των αξιολόγησης/-εων της Επιτροπής και iv) πληροφοριών σχετικά με τη λειτουργία των υφιστάμενων μηχανισμών παρακολούθησης.[40] Αυτή η αυξημένη διαφάνεια θα συμβάλει στη διασφάλιση της εμπιστοσύνης του κοινού στην ΕΕ και της ικανότητάς της να προστατεύει τα θεμελιώδη δικαιώματα. Αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό, καθώς οι καταγγέλλοντες ισχυρίζονται ότι αντιμετώπισαν δυσκολίες όσον αφορά την πρόσβαση του κοινού [41] σε ορισμένα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της Επιτροπής σχετικά με τη συμμόρφωση της Ελλάδας με τις υποχρεώσεις της στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Όπως προαναφέρθηκε, δεδομένης της σημασίας της διευκόλυνσης του δημόσιου ελέγχου και της λογοδοσίας όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται τα εν λόγω κονδύλια, ο Διαμεσολαβητής ενθαρρύνει την Επιτροπή να προβλέπει τις αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα και να διασφαλίζει τη μεγαλύτερη δυνατή διαφάνεια εφαρμόζοντας τις εξαιρέσεις από τη δημοσιοποίηση που προβλέπονται στη νομοθεσία [42] μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
Πώς χειρίζεται η Επιτροπή συγκεκριμένες αναφορές παραβιάσεων των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ελλάδα
53. Όπως επισημαίνεται ανωτέρω, όταν υπάρχουν ισχυρισμοί για παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων, η πρακτική της Επιτροπής είναι να αναμένει τα αποτελέσματα των διαδικασιών και των ερευνών σε εθνικό επίπεδο προτού προβεί στη δική της αξιολόγηση. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν έχει νομική υποχρέωση να το πράξει. Η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης των κρατών μελών με το δίκαιο της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη, και πρέπει επίσης να ενεργεί για την προστασία του προϋπολογισμού της ΕΕ [43].
54. Σύμφωνα με τον κανονισμό περί κοινών διατάξεων, η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για την προορατική αξιολόγηση του κατά πόσον ένα κράτος μέλος πληροί τον HEC του Χάρτη ενόσω το πρόγραμμα βρίσκεται σε εξέλιξη, και όχι ότι μπορεί να ενεργήσει μόνο εάν το κράτος μέλος επισημάνει πιθανή παραβίαση. Με τον τρόπο αυτό, τηρεί τις υποχρεώσεις της να διασφαλίζει τη συμμόρφωση με τον Χάρτη HEC. Επιπλέον, η εσωτερική καθοδήγηση που παρέχει η Επιτροπή στα κράτη μέλη σχετικά με τον τρόπο διασφάλισης της συμμόρφωσης με τον HEC του Χάρτη δεν αναφέρει ότι η Επιτροπή θα αξιολογήσει τη συμμόρφωση μόνο με βάση τα αποτελέσματα των εθνικών ερευνών. Επίσης, οι κατευθυντήριες γραμμές δεν αναφέρουν ότι η Επιτροπή θα διενεργούσε τη δική της αξιολόγηση μόνο εάν το κράτος μέλος της γνωστοποίησε πιθανή παραβίαση. Κατά συνέπεια, όταν η Επιτροπή λαμβάνει αξιόπιστες καταγγελίες για παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, είτε μέσω της ελληνικής επιτροπής παρακολούθησης είτε απευθείας είτε μέσω της ειδικής ομάδας για τη διαχείριση της μετανάστευσης ή του διοικητικού συμβουλίου του Frontex [44], θα πρέπει να τις αντιμετωπίζει σοβαρά. Αυτό συνεπάγεται την αξιολόγηση του κατά πόσον υπάρχει αναγνωρίσιμη σύνδεση με δραστηριότητες που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ και κατά πόσον υπάρχουν εκ πρώτης όψεως ενδείξεις πιθανής μη συμμόρφωσης με τους κανόνες χρηματοδότησης. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να διερευνήσει κατά πόσον οι εν λόγω καταγγελίες εγείρουν ανησυχίες όσον αφορά τη μη τήρηση του HEC του Χάρτη και θα πρέπει να ενημερώνει ευρύτερες συζητήσεις σχετικά με το κατά πόσον το εν λόγω κράτος μέλος συμμορφώνεται με το δίκαιο της ΕΕ.
55. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια αναφέρθηκε σε δύο συγκεκριμένα παραδείγματα εκθέσεων που εγείρουν αξιόπιστες ανησυχίες σχετικά με παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων που συνδέονται με τη χρήση κονδυλίων της ΕΕ: μια καταγγελία που παραπέμφθηκε από τον υπεύθυνο θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΥΘΔ) του Frontex και ένα περιστατικό τον Ιούνιο του 2024, το οποίο καλύφθηκε από διεθνή μέσα ενημέρωσης [45]. Στην περίπτωση της καταγγελίας του ΥΘΔ, η Επιτροπή διαβίβασε στις ελληνικές αρχές αντίγραφο της καταγγελίας και τις κάλεσε να εξετάσουν την καταγγελία και να ενημερώσουν την Επιτροπή για το αποτέλεσμα. Τον Ιούνιο του 2024 η Επιτροπή ενημερώθηκε ότι, μετά από προκαταρκτικό έλεγχο από τη διαχειριστική αρχή στην Ελλάδα, δεν υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία για παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων που να συνδέονται με κονδύλια της ΕΕ. Όσον αφορά τα δημοσιεύματα των μέσων ενημέρωσης, τον Αύγουστο του 2024 οι ελληνικές αρχές απάντησαν κατόπιν αιτήματος επιβεβαίωσης των μέτρων που ελήφθησαν σε εθνικό επίπεδο. Και στις δύο περιπτώσεις, η Επιτροπή δήλωσε ότι έπρεπε να βασιστεί στις ελληνικές αρχές για την έρευνα. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης με την ομάδα έρευνας, η Επιτροπή δήλωσε ότι αναμένει τελική έκθεση από τις ελληνικές αρχές και ότι, εάν αυτό εντοπίσει παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων, θα διενεργήσει τη δική της αξιολόγηση της καταγγελίας του ΥΘΔ.
56. Σε περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή ζητεί τις απόψεις της αρμόδιας εθνικής διαχειριστικής ή ελεγκτικής αρχής στην Ελλάδα, οι απόψεις αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται καθοριστικές, αλλά μάλλον προπαρασκευαστικές, με σκοπό την τεκμηρίωση της αξιολόγησης της συμμόρφωσης από την ίδια την Επιτροπή. Ούτε θα πρέπει να καθυστερούν ή να εμποδίζουν αδικαιολόγητα την αξιολόγηση της Επιτροπής. Ομοίως, κάθε αποτέλεσμα των ερευνών από τις διοικητικές ή δικαστικές αρχές στο πλαίσιο του εθνικού μηχανισμού παρακολούθησης θα πρέπει επίσης να τεκμηριώνει την αξιολόγηση της ίδιας της Επιτροπής και να μην την αντικαθιστά. Ενώ ο εθνικός μηχανισμός παρακολούθησης της Ελλάδας επιδιώκει να διερευνήσει και να αντιμετωπίσει παραβιάσεις του εθνικού δικαίου, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει πιθανές παραβιάσεις του HEC του Χάρτη, των προτύπων για τα θεμελιώδη δικαιώματα και του δικαίου της ΕΕ γενικότερα.
57. Στο πλαίσιο άλλης έρευνας σχετικά με την επιμερισμένη διαχείριση των κονδυλίων της ΕΕ [46], η Διαμεσολαβήτρια δήλωσε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσει τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων όταν δαπανώνται κονδύλια της ΕΕ. Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν είναι άμεσα υπεύθυνη για τη διαχείριση των κονδυλίων δεν θα πρέπει ποτέ να χρησιμοποιείται ως λόγος μη ανάληψης δράσης εάν έχουν παραβιαστεί ή υπάρχει κίνδυνος να παραβιαστούν θεμελιώδη δικαιώματα στο πλαίσιο της χρήσης των εν λόγω κονδυλίων. Η Επιτροπή έχει επίσης τη δυνατότητα να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει όταν ένα κράτος μέλος παραβιάζει επίμονα και συστημικά τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το ενωσιακό και/ή το διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή δεν εξαρτάται επίσης από καμία αξιολόγηση οποιασδήποτε εθνικής αρχής του εν λόγω κράτους μέλους.
58. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια είναι της άποψης ότι η Επιτροπή θα πρέπει να διενεργήσει τη δική της αξιολόγηση σχετικά με το κατά πόσον οι εν λόγω εκθέσεις υποδεικνύουν παραβίαση των όρων που συνοδεύουν τα προγράμματα χρηματοδότησης. Κατά τη διενέργεια της εν λόγω αξιολόγησης, η Επιτροπή θα πρέπει να χρησιμοποιεί τα εργαλεία που έχει στη διάθεσή της βάσει των κανονισμών χρηματοδότησης και του κανονισμού περί κοινών διατάξεων, όπως οι έλεγχοι βάσει εγγράφων και οι επιτόπιοι έλεγχοι. Με βάση την εν λόγω ανεξάρτητη αξιολόγηση από την Επιτροπή, εάν υπάρχουν εύλογες ανησυχίες σχετικά με παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων που συνδέονται με κονδύλια της ΕΕ, θα πρέπει να εξετάσει τις διαθέσιμες επιλογές για την αντιμετώπιση της μη συμμόρφωσης και να λάβει τα κατάλληλα μέτρα. Η Διαμεσολαβήτρια θα εξετάσει το ζήτημα αυτό στις προτάσεις της που ακολουθούν.
Συμπέρασμα
Βάσει της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια περατώνει την υπόθεση με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Η έρευνα εντόπισε τομείς τους οποίους θα πρέπει να εξετάσει η Επιτροπή για να βελτιώσει τον τρόπο με τον οποίο παρακολουθεί και διασφαλίζει τη συμμόρφωση με τα θεμελιώδη δικαιώματα στο πλαίσιο των κονδυλίων για τη διαχείριση των συνόρων που παρέχονται στην Ελλάδα. Αυτά εξετάζονται στις σχετικές προτάσεις βελτίωσης.
Δεδομένου ότι η Επιτροπή αναμένει επί του παρόντος τελική έκθεση από τις ελληνικές αρχές σε μία από τις μεμονωμένες περιπτώσεις εικαζόμενων παραβιάσεων των θεμελιωδών δικαιωμάτων που θίγονται στην παρούσα έρευνα, και θα αξιολογήσει επίσης τώρα τις δαπάνες της Ελλάδας στο πλαίσιο του σχετικού προγράμματος, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες στο παρόν στάδιο.
Οι καταγγέλλοντες και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Προτάσεις βελτίωσης
Η Επιτροπή θα πρέπει:
1. Θέσπιση κατευθυντήριων γραμμών για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τα θεμελιώδη δικαιώματα, ιδίως με τον οριζόντιο αναγκαίο πρόσφορο όρο που σχετίζεται με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (HEC του Χάρτη), καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου προγραμματισμού. Οι κατευθυντήριες γραμμές θα πρέπει να περιλαμβάνουν την ανάγκη να λαμβάνονται υπόψη ανεξάρτητες πηγές πληροφοριών στις αξιολογήσεις της Επιτροπής. Στο piλαίσιο αυτών των κατευθυντήριων γραών, η Εpiιτροpiή θα piρέpiει να θεσpiίσει κριτήρια για να καθορίσει υpiό piοιε piεριpiτώσει θα piαρακρατήσει ή θα αναστείλει τα κονδύλια τη ΕΕ λόγω μη συόρφωση ε τα θεελιώδη δικαιώατα και/ή τον Χάρτη HEC, και να δηοσιεύσει τα κριτήρια αυτά.
2. Εξέταση του κατά πόσον ο HEC του Χάρτη εξακολουθεί να πληρούται, υπό το πρίσμα των αξιόπιστων καταγγελιών που έχει λάβει σχετικά με πιθανά ζητήματα θεμελιωδών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δύο περιπτώσεων εικαζόμενης μη συμμόρφωσης με τα θεμελιώδη δικαιώματα που θίγονται στην παρούσα έρευνα.
3. Να ενισχύσει τη διαφάνεια των μέτρων που έλαβε η Ελλάδα για την εκπλήρωση του HEC του Χάρτη, την αξιολόγηση ή τις αξιολογήσεις της ίδιας της Επιτροπής σχετικά με την εκπλήρωση του HEC του Χάρτη και την υποβολή καταγγελιών σχετικά με τον HEC του Χάρτη και τη μη συμμόρφωση με αυτόν, δημοσιεύοντας προορατικά όλες τις σχετικές πληροφορίες.
4. Να παροτρύνουν την Ελλάδα να διευκολύνει την ουσιαστική συμμετοχή των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών ως μελών της επιτροπής παρακολούθησης με πλήρη δικαιώματα.
Emily O'Reilly
Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια
Στρασβούργο, 21/02/2025
[1] Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους διάφορους τρόπους διαχείρισης των κονδυλίων της ΕΕ διατίθενται στη διεύθυνση: https://commission.europa.eu/funding-tenders/find-funding/funding-management-mode_en και https://home-affairs.ec.europa.eu/funding/borders-and-visa-funds/integrated-border-management-fund-border-management-and-visa-instrument-2021-27_en.
[2] Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 514/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, σχετικά με τον καθορισμό γενικών διατάξεων όσον αφορά το Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης και το μέσο για τη χρηματοδοτική στήριξη της αστυνομικής συνεργασίας, της πρόληψης και καταστολής της εγκληματικότητας και της διαχείρισης κρίσεων: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/HTML/?uri=CELEX:32014R0514
Άρθρο 4 του κανονισμού 2021/1148 για τη θέσπιση Μέσου Χρηματοδοτικής Στήριξης για τη Διαχείριση των Συνόρων και την Πολιτική Θεωρήσεων https://eur-lex.europa.eu/eli/reg/2021/1148/oj/eng
[3] Κανονισμός 2021/1060, της 24ης Ιουνίου 2021, για τον καθορισμό κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο+, το Ταμείο Συνοχής, το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας, Αλιείας και Υδατοκαλλιέργειας, και δημοσιονομικών κανόνων για τα εν λόγω Ταμεία και για το Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης, το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας και το Μέσο για τη Χρηματοδοτική Στήριξη της Διαχείρισης των Συνόρων και την Πολιτική των Θεωρήσεων: https://eur-lex.europa.eu/eli/reg/2021/1060/oj
[4] Άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 2021/1060.
[5] Άρθρο 15 του κανονισμού 2021/1060.
[6] Άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2021/1060.
[7] Όπ.π.
[8] Το Γραφείο του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα ορίζει τις επαναπροωθήσεις ως εξής: «διάφορα μέτρα που λαμβάνονται από κράτη τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα οι μετανάστες, συμπεριλαμβανομένων των αιτούντων άσυλο, να αναγκάζονται να επιστρέψουν με συνοπτικές διαδικασίες στη χώρα από την οποία επιχείρησαν να διασχίσουν ή διέσχισαν διεθνή σύνορα χωρίς πρόσβαση σε διεθνή προστασία ή διαδικασίες ασύλου ή να στερηθούν κάθε ατομική αξιολόγηση των αναγκών προστασίας τους, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης.»
[9] Βλ., μεταξύ πολλών άλλων:
https://rm.coe.int/letter-addressed-to-the-prime-minister-of-greece-by-dunja-mijatovic-co/1680ac03ce
https://rm.coe.int/pushed-beyond-the-limits-urgent-action-needed-to-end-human-rights-viol/1680a5a14d
[10] de:border//migration justice collective, Νομικό Κέντρο Λέσβου, Equal Rights Beyond Borders, HIAS Greece, και Mobile Info Team, μαζί με αρκετούς ερευνητικούς εταίρους.
[11] https://www.ombudsman.europa.eu/el/doc/correspondence/el/187208
[12] https://www.ombudsman.europa.eu/el/opening-summary/el/177468
[13] https://www.ombudsman.europa.eu/en/doc/inspection-report/en/195172
Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η αρχή της μη επαναπροώθησης εγγυάται ότι κανείς δεν θα πρέπει να επιστρέφεται σε χώρα όπου θα αντιμετώπιζε βασανιστήρια, σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία και άλλες ανεπανόρθωτες βλάβες. Η αρχή αυτή ισχύει για όλους τους μετανάστες ανά πάσα στιγμή, ανεξάρτητα από το μεταναστευτικό καθεστώς.
[15] Ο ρόλος της επιτροπής είναι να εντοπίζει και να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις ανησυχίες ότι τα κονδύλια της ΕΕ έχουν χρησιμοποιηθεί κατά παράβαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Περιλαμβάνει τις εθνικές αρχές, τους φορείς της κοινωνίας των πολιτών και την Επιτροπή, η οποία έχει συμβουλευτικό ρόλο.
[16] Οι καταγγέλλοντες αναφέρθηκαν σε έκθεση εμπειρογνώμονα που υποβλήθηκε σε υπόθεση ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (A.E. κατά Ελλάδας, προσφυγή αριθ. 15783/21: https://hudoc.echr.coe.int/#{%22itemid%22:[%22001-214647%22]}); ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 7ης Φεβρουαρίου 2024: https://www.europarl.europa.eu/doceo/document/TA-9-2024-0069_EN.html· έκθεση του Ειδικού Εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών για την κατάσταση των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με τίτλο «Προκαταρκτικές παρατηρήσεις και συστάσεις», 22 Ιουνίου 2022 https://view.officeapps.live.com/op/view.aspx?src=https%3A%2F%2Fwww.ohchr.org%2Fsites%2Fdefault%2Ffiles%22022-06%2FEOM-State-Greece-SR-Denders&dampx; wdOrigin=BROWSELINK· εισηγήσεις της ελληνικής κοινωνίας των πολιτών και του Έλληνα Διαμεσολαβητή που αναφέρονται στην ετήσια έκθεση της Επιτροπής του 2024 για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα https://commission.europa.eu/document/download/6741f4b2-6a10-44ba-b40c-97a5a38e6827_en?filename=21_1_58062_coun_chap_greece_en.pdf·, σ. 27-28· και έκθεση του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, Guidance on investigation alleged ill-treatment at borders (Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη διερεύνηση εικαζόμενης κακομεταχείρισης στα σύνορα), βλ. ενότητα 4.2 https://fra.europa.eu/en/publication/2024/guidance-investigating-alleged-ill-treatment-borders).
[17] Άρθρα 17 και 317 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), άρθρο 33 του κανονισμού 2018/1046 (δημοσιονομικός κανονισμός), άρθρα 9, 15, 96 και 97 του κανονισμού 2021/1060 (κανονισμός περί κοινών διατάξεων), άρθρα 3-5 του κανονισμού 2020/2092 (γενικό καθεστώς αιρεσιμότητας), άρθρο 3 παράγραφος 4, άρθρο 10 παράγραφος 2, άρθρο 10 παράγραφος 3 του κανονισμού 515/2014 (κανονισμός ΤΕΑ).
[18] Άρθρο 15 και παράρτημα III του κανονισμού περί κοινών διατάξεων.
[19] Άρθρο 15 παράγραφος 6: «Όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι ένας αναγκαίος πρόσφορος όρος δεν πληρούται πλέον, ενημερώνει το κράτος μέλος εκθέτοντας την αξιολόγησή της. Στη συνέχεια, ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 4 δεύτερο και τρίτο εδάφιο. Εάν η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η μη εκπλήρωση του αναγκαίου πρόσφορου όρου εξακολουθεί να υφίσταται και με την επιφύλαξη του άρθρου 105, με βάση τις παρατηρήσεις του κράτους μέλους, οι δαπάνες που σχετίζονται με τον σχετικό ειδικό στόχο μπορούν να περιλαμβάνονται στις αιτήσεις πληρωμής, αλλά δεν επιστρέφονται από την Επιτροπή έως ότου η Επιτροπή ενημερώσει το κράτος μέλος για την εκπλήρωση του αναγκαίου πρόσφορου όρου σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.»
[20] Τα κράτη μέλη έχουν την ευθύνη να συγκροτούν επιτροπές παρακολούθησης για την παρακολούθηση της εφαρμογής των εθνικών προγραμμάτων σε σχέση με τα Ταμεία Εσωτερικών Υποθέσεων. Για την περίοδο 2014-2020, βλ. άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 514/2014. Για την περίοδο 2021-2027, βλ. άρθρα 38, 39 και 40 του κανονισμού περί κοινών διατάξεων.
[21] https://home-affairs.ec.europa.eu/system/files/2020-12/03122020_memorandum_of_understanding_en.pdf
[22] https://home-affairs.ec.europa.eu/policies/migration-and-asylum/migration-management/task-force-migration-management_en (στα Αγγλικά).
[23] Σύμφωνα με την Επιτροπή, η ελληνική Υπηρεσία Θεμελιωδών Δικαιωμάτων είχε λάβει 29 καταγγελίες και η Εθνική Αρχή Διαφάνειας είχε εξετάσει 194 καταγγελίες σχετικά με περιστατικά στη διαχείριση της μετανάστευσης. Από το 2020, οι ελληνικές δικαστικές αρχές έχουν κινήσει 77 έρευνες σχετικά με εικαζόμενες παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων στο πλαίσιο συνοριακών επιχειρήσεων. Το αποτέλεσμα των ερευνών αυτών θα παρασχεθεί στις ελληνικές εισαγγελικές αρχές, οι οποίες δεσμεύονται από αυστηρές απαιτήσεις εμπιστευτικότητας. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν θα είναι ενήμερη για την ουσία των υποθέσεων αυτών έως ότου περατωθεί οποιαδήποτε διαδικασία. Η Επιτροπή παρακολουθεί επίσης τη συμμόρφωση με τα θεμελιώδη δικαιώματα, μεταξύ άλλων μέσω έγκαιρων και αποτελεσματικών ερευνών, μέσω των «εκθέσεων για το κράτος δικαίου».
[24] Τον Νοέμβριο του 2021 η Επιτροπή κοινοποίησε στο Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου ανησυχίες σχετικά με τις επαναπροωθήσεις.
[25] Η καταγγελία υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 69 παράγραφος 7 του κανονισμού περί κοινών διατάξεων, σύμφωνα με το οποίο τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να υποβάλλουν καταγγελίες σχετικά με την εικαζόμενη παράνομη χρήση κονδυλίων της ΕΕ που καλύπτονται από τον κανονισμό. Η καταγγελία αφορά σημαντικές παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελλείψεις στις εθνικές διαδικασίες για τη διερεύνηση παραβιάσεων των θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά τη χρήση κονδυλίων της ΕΕ.
[26] https://www.bbc.com/news/articles/c0vv717yvpeo
[27] Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1896 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2019, για την Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/HTML/?uri=CELEX:32019R1896
[28] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/HTML/?uri=CELEX:52024DC0075
[29] Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 514/2014, προοίμιο, αιτιολογική σκέψη 2· κανονισμός 2021/1148, άρθρο 4· κανονισμός (ΕΕ) 2021/1060, προοίμιο, αιτιολογικές σκέψεις 6 και 95, άρθρα 9, 73, παράρτημα III
[30] https://www.ombudsman.europa.eu/en/decision/en/152811
[31] Άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 2021/1060
[32] https://www.ombudsman.europa.eu/en/doc/inspection-report/en/195172
[33] Άρθρα 96, 97 και 103 του κανονισμού 2021/1060
[34] Ό.π., κεφάλαιο IV
[35] https://www.ombudsman.europa.eu/en/decision/en/152811
Ο Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ ζήτησε επίσης οι εν λόγω μηχανισμοί παρακολούθησης να είναι ανεξάρτητοι:
https://fra.europa.eu/en/publication/2023/eu-funds
[36] Τον Νοέμβριο του 2024, το ζήτημα αυτό τέθηκε από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, βλ. ιδίως σκέψεις 20-21:
[37] A.R.E. κατά Ελλάδας, απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2025 στην υπόθεση αριθ. 15783/21
https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-238636%22]}
[38] Βλ. επίσης https://www.ombudsman.europa.eu/en/decision/en/155353 (σκέψη 36)
[39] https://commission.europa.eu/aid-development-cooperation-fundamental-rights/your-rights-eu/eu-charter-fundamental-rights/application-charter/eu-strategy-strengthen-application-charter_en
[40] Όσον αφορά το επίπεδο των πληροφοριών που διατίθενται απευθείας από την Εθνική Αρχή Διαφάνειας σχετικά με τον χειρισμό αναφορών, καταγγελιών και δημοσιεύσεων που σχετίζονται με τη μετανάστευση, η πιο πρόσφατη ετήσια έκθεσή της του 2023 (ελληνική έκδοση) ανέφερε ότι διερεύνησε και αξιολόγησε 194 εκθέσεις και δημοσιεύσεις, αλλά δεν παρείχε άλλες λεπτομέρειες ή στατιστικά στοιχεία σχετικά με τη φύση των καταγγελιών, κατά των οποίων υποβλήθηκαν, το αποτέλεσμα της αξιολόγησής της. Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν παρέχονται λεπτομέρειες για τις δραστηριότητες αυτές στη συνοπτική αγγλική έκδοση της ίδιας έκθεσης.
[41] Σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/en/TXT/?uri=CELEX%3A32001R1049
[42] Άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001
[43] Άρθρο 17 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, άρθρα 317 και 258 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρα 33, 63, 135, 136, 138 και 142 του κανονισμού 2018/1046 (δημοσιονομικός κανονισμός), άρθρο 2 παράγραφοι 32 και 33, άρθρο 9 παράγραφος 1, άρθρα 15, 35, 83, 96, 97 και 104, και παράρτημα III, άρθρο 3 παράγραφος 5 του κανονισμού 1060/2021 (κανονισμός περί κοινών διατάξεων), άρθρο 3 παράγραφος 5 του κανονισμού 513/2014 (ΤΕΑ), άρθρα 4, 21, 31, 42, 55, 57 του κανονισμού 514/2014 (οριζόντιος κανονισμός), άρθρο 4 του κανονισμού 2021/1148 (κανονισμός ΜΔΣΘ) και Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.
[44] Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 7, του κανονισμού 2021/1060.
[45] Βλ. σκέψεις 27 και 28 ανωτέρω.