FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1571/2003/OV κατά της Ευρωπόλ

Περίληψη της απόφασης σχετικά με την καταγγελία 1571/2003/OV κατά της Ευρωπόλ

Ο καταγγέλλων εργάστηκε για την Ευρωπόλ ως διοικητικός βοηθός από την 1η Μαΐου 2001 έως την 1η Απριλίου 2003. Ωστόσο, μετά την πρόσληψή της, διαπίστωσε ότι είχε προσληφθεί ως τοπικό μέλος του προσωπικού και όχι ως μέλος του προσωπικού της Ευρωπόλ, όπως ορίζει ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης της Ευρωπόλ. Ο καταγγέλλων, απασχολούμενος με λιγότερο ευνοϊκούς τελικούς όρους, απέστειλε επιστολή στον διευθυντή της Ευρωπόλ ζητώντας διόρθωση και αποζημίωση, αλλά το αίτημα αυτό, καθώς και μια μεταγενέστερη προσφυγή, απορρίφθηκαν.

Τον Αύγουστο του 2003, η καταγγέλλουσα υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ισχυριζόμενη ότι η Ευρωπόλ δεν τήρησε τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης (άρθρα 1, 2 και 3, καθώς και προσάρτημα 1), προσλαμβάνοντας την ίδια, στη θέση του διοικητικού βοηθού, ως τοπικό μέλος του προσωπικού και όχι ως μέλος του προσωπικού της Ευρωπόλ. Ο καταγγέλλων ζήτησε επίσης αποζημίωση.

Στη γνωμοδότησή της επί της καταγγελίας, η Ευρωπόλ ανέφερε ότι, δεδομένης της ακαμψίας του συστήματος προσλήψεων, έπρεπε να προσφύγει στην πρόσληψη εκτάκτων υπαλλήλων υπό τους όρους που ισχύουν για τους τοπικούς υπαλλήλους, στις περιπτώσεις όπου ο πίνακας προσωπικού δεν προέβλεπε θέσεις της Ευρωπόλ και ο φόρτος εργασίας ήταν τέτοιος ώστε να απαιτείται προσωρινή συνδρομή. Ακόμη και αν είναι αληθές ότι η πολιτική αυτή συνεπαγόταν την πρόσληψη προσωπικού ως τοπικών υπαλλήλων σε θέσεις άλλες από εκείνες που περιγράφονται επισήμως στο προσάρτημα 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού της Ευρωπόλ, η Ευρωπόλ ήταν ελεύθερη να το πράξει εφόσον παρέμενε εντός των ορίων του προϋπολογισμού προσωπικού της. Η Ευρωπόλ αμφισβήτησε επίσης ότι ο καταγγέλλων είχε υποστεί οικονομική ζημία. Επισήμανε ότι η μόνη εναλλακτική λύση για την Ευρωπόλ θα ήταν να μην προσλάβει καθόλου τον καταγγέλλοντα.

Στην απόφασή του, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι το προσάρτημα 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης της Ευρωπόλ ανέφερε σαφώς ότι μια θέση διοικητικού βοηθού «θα είναι» θέση της Ευρωπόλ. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής δεν βρήκε στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης της Ευρωπόλ καμία νομική βάση που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την πρακτική της Ευρωπόλ να απασχολεί έκτακτο προσωπικό υπό τους όρους που ισχύουν για τους τοπικούς υπαλλήλους στην περίπτωση που ο πίνακας προσωπικού δεν προέβλεπε θέσεις της Ευρωπόλ. Η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ευρωπόλ δεν τήρησε τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης προσλαμβάνοντας τον καταγγέλλοντα ως διοικητικό βοηθό με σύμβαση τοπικού υπαλλήλου. Ως εκ τούτου, προέβη σε επικριτική παρατήρηση. Ωστόσο, όσον αφορά το αίτημα αποζημίωσης, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η καταγγέλλουσα δεν είχε αποδείξει ότι υπέστη ζημία λόγω της κακοδιοίκησης, διότι το επιχείρημα της Ευρωπόλ ότι η μόνη εναλλακτική λύση αντί της πρόσληψής της ως τοπικού υπαλλήλου ήταν να μην την προσλάβει καθόλου, δεν φαινόταν παράλογο. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι η επικριτική παρατήρηση ήταν επαρκής για να επιστήσει την προσοχή της Ευρωπόλ στην ανάγκη επανεξέτασης της πρακτικής της όσον αφορά την πρόσληψη του προσωπικού της.


Στρασβούργο, 1η Δεκεμβρίου 2004

Αξιότιμη κ. de C.,

Στις 26 Αυγούστου 2003, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή εξ ονόματος της πελάτισσάς σας κας P. (εφεξής «ο καταγγέλλων») κατά της Ευρωπόλ σχετικά με την πρόσληψή της ως τοπικού υπαλλήλου και όχι ως υπαλλήλου της Ευρωπόλ.

Στις 22 Σεπτεμβρίου 2003, διαβίβασα την καταγγελία στον διευθυντή της Ευρωπόλ. Η Ευρωπόλ γνωμοδότησε στις 23 Δεκεμβρίου 2003. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 27 Φεβρουαρίου 2004.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει. Ζητώ συγγνώμη για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για την εξέταση της καταγγελίας σας.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον δικηγόρο του καταγγέλλοντος, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά ήταν τα εξής:

Την 1η Μαΐου 2001, ο καταγγέλλων άρχισε να εργάζεται στην Ευρωπόλ ως διοικητικός βοηθός. Από τη σύμβασή της με την Ευρωπόλ προκύπτει ότι προσλήφθηκε ως μέλος του «τοπικού προσωπικού», με λιγότερο ευνοϊκούς (οικονομικούς) όρους από ό,τι για το προσωπικό της Ευρωπόλ. Τον Σεπτέμβριο του 2001, η καταγγέλλουσα διαπίστωσε ότι είχε προσληφθεί κατά παράβαση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης της Ευρωπόλ, δεδομένου ότι η θέση του διοικητικού βοηθού θα έπρεπε να είναι θέση της Ευρωπόλ και όχι θέση τοπικού προσωπικού. Στις 21 Αυγούστου 2002, ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος απέστειλε επιστολή στον διευθυντή της Ευρωπόλ ζητώντας διόρθωση καθώς και αποζημίωση. Ο διευθυντής απέρριψε το αίτημα αυτό στις 16 Δεκεμβρίου 2002. Ο καταγγέλλων άσκησε προσφυγή στις 14 Μαρτίου 2003, η οποία απορρίφθηκε στις 11 Ιουνίου 2003.

Στις 26 Αυγούστου 2003, ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι η Ευρωπόλ δεν τήρησε τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης της Ευρωπόλ (άρθρα 1, 2 και 3, καθώς και το προσάρτημα 1), προσλαμβάνοντάς την, στη θέση του διοικητικού βοηθού, ως τοπικό μέλος του προσωπικού και όχι ως μέλος του προσωπικού της Ευρωπόλ, και ζητεί χρηματική αποζημίωση.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Γνώμη της Ευρωπόλ

Ο καταγγέλλων απασχολήθηκε από την Ευρωπόλ ως τοπικός υπάλληλος κατά την περίοδο από την 1η Μαΐου 2001 έως την 1η Απριλίου 2003.

Ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης της Ευρωπόλ (1) προβλέπει δύο κατηγορίες προσωπικού που μπορούν να απασχολούνται από την Ευρωπόλ: μέλη του προσωπικού της Ευρωπόλ και μέλη του τοπικού προσωπικού. Το κατά πόσον μια συγκεκριμένη θέση μπορεί να καλυφθεί μόνο από άτομα που ανήκουν στη μία ή την άλλη από αυτές τις κατηγορίες καθορίζεται κατ’ αρχήν από το προσάρτημα 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης της Ευρωπόλ. Ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης της Ευρωπόλ προβλέπει επίσης διαφορετικές διαδικασίες και προϋποθέσεις για την πρόσληψη προσωπικού της Ευρωπόλ και τοπικού προσωπικού. Τα μέλη του τοπικού προσωπικού απασχολούνται βάσει της ολλανδικής εθνικής νομοθεσίας, ενώ τα μέλη του προσωπικού της Ευρωπόλ υπόκεινται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης της Ευρωπόλ, όπως θεσπίστηκε από το Συμβούλιο. Επίσης, ο διορισμός ως μέλους του προσωπικού της Ευρωπόλ είναι δυνατός μόνο για τα πρόσωπα που έχουν συμμετάσχει επιτυχώς σε διαδικασία επιλογής.

Όλες οι θέσεις της Ευρωπόλ καθορίζονται στον πίνακα προσωπικού, ο οποίος εγκρίνεται από το Συμβούλιο στο πλαίσιο του προϋπολογισμού της Ευρωπόλ για κάθε έτος. Οι διορισμοί μελών του προσωπικού της Ευρωπόλ εκτός των ορίων που θέτει ο παρών πίνακας προσωπικού δεν είναι νομικά εφικτοί.

Δεδομένης της ακαμψίας του συστήματος προσλήψεων, η Ευρωπόλ αναγκάστηκε να προσλάβει έκτακτο προσωπικό υπό τους όρους που ισχύουν για τους τοπικούς υπαλλήλους, στις περιπτώσεις όπου ο πίνακας προσωπικού δεν προέβλεπε θέσεις της Ευρωπόλ και απαιτούνταν προσωρινή βοήθεια. Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα τακτικό μέλος του προσωπικού ήταν άρρωστο για μεγάλο χρονικό διάστημα ή σε περιόδους κατά τις οποίες ο φόρτος εργασίας αυξήθηκε προσωρινά.

Η θέση της Ευρωπόλ ήταν ότι, ακόμη και αν είναι αλήθεια ότι η πολιτική αυτή συνεπαγόταν την απασχόληση προσωπικού ως τοπικού προσωπικού σε θέσεις άλλες από εκείνες που περιγράφονται επίσημα στο προσάρτημα 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού της Ευρωπόλ, η Ευρωπόλ ήταν ελεύθερη να το πράξει εφόσον παρέμενε εντός των ορίων του προϋπολογισμού προσωπικού της.

Κατ’ ουσίαν, η καταγγέλλουσα προσλήφθηκε από την Ευρωπόλ ως τοπικός υπάλληλος, ενώ ισχυρίζεται ότι θα έπρεπε να της είχε ανατεθεί σύμβαση ως επίσημο μέλος του προσωπικού της Ευρωπόλ. Στην αλληλογραφία με τον δικηγόρο του καταγγέλλοντος, η Ευρωπόλ εξήγησε τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι εσφαλμένος. Οι λόγοι αυτοί είναι οι εξής:

Το κύριο επιχείρημα που προβάλλει η Ευρωπόλ είναι ότι ο καταγγέλλων συνήψε σύμβαση με την Ευρωπόλ οικειοθελώς και ελεύθερα, γνωρίζοντας καλά ότι η σύμβαση αυτή διεπόταν από το ολλανδικό δίκαιο ως τοπικός υπάλληλος. Αυτό αναφέρεται ρητά στη συγγραφή υποχρεώσεων, καθώς και στην αλληλογραφία με τον καταγγέλλοντα. Το γεγονός αυτό καθαυτό δεν αμφισβητήθηκε από την καταγγέλλουσα ή τον δικηγόρο της.

Δεύτερον, η θέση της Ευρωπόλ είναι ότι ήταν αδύνατο να προσφερθεί στην καταγγέλλουσα σύμβαση ως μέλος του προσωπικού της Ευρωπόλ, δεδομένου ότι δεν είχε ακολουθήσει επιτυχώς τις διαδικασίες πρόσληψης που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης της Ευρωπόλ. Μολονότι η καταγγέλλουσα συμμετείχε σε μία από αυτές τις διαδικασίες πρόσληψης προσωπικού της Ευρωπόλ, δεν επελέγη.

Τρίτον, ο πίνακας προσωπικού δεν προέβλεπε θέση διοικητικής βοηθού της Ευρωπόλ στη μονάδα στην οποία εργαζόταν, ενώ ο φόρτος εργασίας της μονάδας αυτής ήταν τέτοιος ώστε να απαιτείται προσωρινή συνδρομή.

Η Ευρωπόλ αμφισβητεί επίσης ότι η καταγγέλλουσα υπέστη οικονομική ζημία λόγω της απασχόλησής της ως τοπικού υπαλλήλου, δεδομένου ότι δεν ήταν νομικά δυνατή η πρόσληψη της καταγγέλλουσας ως μέλους του προσωπικού της Ευρωπόλ. Δεδομένου ότι δεν υπήρχε διαθέσιμη θέση στην Ευρωπόλ και ότι ο καταγγέλλων δεν συμμετείχε επιτυχώς σε διαδικασία επιλογής για τις διαθέσιμες θέσεις, η μόνη εναλλακτική λύση για την Ευρωπόλ θα ήταν να μην προσλάβει καθόλου τον καταγγέλλοντα.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Η καταγγέλλουσα ενέμεινε στην καταγγελία της. Τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης της Ευρωπόλ και το προσάρτημα 1 είναι σαφή και δεν αφήνουν καμία αμφιβολία όσον αφορά το προσωπικό που αποτελεί το προσωπικό της Ευρωπόλ. Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της Ευρωπόλ κατά τη γνώμη της, ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης της Ευρωπόλ δεν εξαρτά την πρόσληψη προσωπικού της Ευρωπόλ από την επιτυχή ολοκλήρωση διαδικασίας επιλογής. Ο καταγγέλλων ανέφερε ένα παράδειγμα μέλους του προσωπικού της Ευρωπόλ που δεν είχε επιτύχει σε διαδικασία επιλογής.

Η καταγγέλλουσα αμφισβητεί το επιχείρημα της Ευρωπόλ ότι υπέγραψε τη σύμβαση οικειοθελώς και ελεύθερα, γνωρίζοντας καλά ότι η σύμβαση αυτή αφορούσε τοπικούς υπαλλήλους. Όταν η καταγγέλλουσα υπέγραψε τη σύμβασή της, δεν γνώριζε ότι επρόκειτο για υπάλληλο της Ευρωπόλ, διότι δεν της είχε δοθεί αντίγραφο του προσαρτήματος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ως εκ τούτου, η καταγγέλλουσα δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι υπέγραφε σύμβαση η οποία δεν ήταν σύμφωνη με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

Η καταγγέλλουσα επισημαίνει επίσης ότι όντως πέρασε μια διαδικασία επιλογής σχετικά με τη θέση δεύτερου υπαλλήλου που έμεινε κενή και ότι έγινε εφεδρική υποψήφια.

Το επιχείρημα ότι ο καταγγέλλων είχε προσληφθεί λόγω του αυξημένου φόρτου εργασίας δεν είναι ορθό, διότι η σύμβαση του καταγγέλλοντος παρατάθηκε μετά από ένα έτος και προβλεπόταν αντικατάσταση όταν ο καταγγέλλων αποχώρησε. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων κατείχε τακτική διοικητική θέση.

Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι, εάν είχε προσληφθεί σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, θα είχε αποκομίσει οικονομικά πλεονεκτήματα τα οποία τώρα έχει χάσει. Ως εκ τούτου, η καταγγέλλουσα απορρίπτει το επιχείρημα της Ευρωπόλ ότι δεν υπέστη οικονομική ζημία.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Η εικαζόμενη πρόσληψη του καταγγέλλοντος κατά παράβαση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης της Ευρωπόλ

1.1 Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι η Ευρωπόλ δεν τήρησε τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης της Ευρωπόλ (άρθρα 1, 2 και 3, καθώς και προσάρτημα 1), προσλαμβάνοντάς την -στη θέση του διοικητικού βοηθού- ως τοπικό μέλος του προσωπικού και όχι ως μέλος του προσωπικού της Ευρωπόλ.

1.2 Η Ευρωπόλ παρατήρησε ότι, δεδομένης της ακαμψίας του συστήματος προσλήψεων, έπρεπε να προσφύγει στην πρόσληψη έκτακτου προσωπικού υπό τους όρους που ισχύουν για τους τοπικούς υπαλλήλους, στις περιπτώσεις όπου ο πίνακας προσωπικού δεν προέβλεπε θέσεις της Ευρωπόλ και ο φόρτος εργασίας ήταν τέτοιος ώστε να απαιτείται προσωρινή συνδρομή. Ακόμη και αν είναι αληθές ότι η πολιτική αυτή συνεπαγόταν την πρόσληψη προσωπικού ως τοπικών υπαλλήλων σε θέσεις άλλες από εκείνες που περιγράφονται επισήμως στο προσάρτημα 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού της Ευρωπόλ, η Ευρωπόλ ήταν ελεύθερη να το πράξει εφόσον παρέμενε εντός των ορίων του προϋπολογισμού προσωπικού της.

Η Ευρωπόλ υποστήριξε επίσης ότι ο καταγγέλλων συνήψε σύμβαση με την Ευρωπόλ οικειοθελώς και ελεύθερα, γνωρίζοντας καλά ότι η εν λόγω σύμβαση αφορούσε μέλη του τοπικού προσωπικού και διεπόταν από το ολλανδικό δίκαιο. Ήταν αδύνατο να προσφερθεί στην καταγγέλλουσα σύμβαση ως μέλος του προσωπικού της Ευρωπόλ, δεδομένου ότι δεν είχε επιτύχει στις διαδικασίες πρόσληψης που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης της Ευρωπόλ. Τέλος, ο πίνακας προσωπικού δεν προέβλεπε θέση διοικητικής βοηθού της Ευρωπόλ στη μονάδα στην οποία εργαζόταν.

1.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το άρθρο 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης της Ευρωπόλ προβλέπει ότι «(…) ως «προσωπικό της Ευρωπόλ» νοείται το προσωπικό που προσλαμβάνεται για την πλήρωση θέσης η οποία περιλαμβάνεται στον πίνακα θέσεων του προσαρτήματος 1, εξαιρουμένων των θέσεων που χαρακτηρίζονται ως τοπικοί υπάλληλοι». Το άρθρο 3 ορίζει ότι «(…) ως «τοπικός υπάλληλος» νοείται το προσωπικό που προσλαμβάνεται σύμφωνα με την τοπική νομοθεσία για χειρωνακτικά ή υπηρεσιακά καθήκοντα και το οποίο τοποθετείται σε θέση που επισημαίνεται ως τέτοια στον πίνακα θέσεων του προσαρτήματος 1».

1.4 Η παράγραφος 1 του προσαρτήματος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης της Ευρωπόλ προβλέπει ότι «με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, οι ακόλουθες θέσεις είναι οι θέσεις της Ευρωπόλ: (…) Βοηθοί - Διοικητικοί βοηθοί (όλες οι σχετικές υπηρεσίες)». Η παράγραφος 3 του προσαρτήματος Α προβλέπει ότι «το διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπόλ συμμετέχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 1 σημείο 15 της σύμβασης Ευρωπόλ, στην κατάρτιση του προϋπολογισμού και του πίνακα προσωπικού. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνει στο Συμβούλιο το βαθμό στον οποίο οι θέσεις που απαριθμούνται στο παρόν προσάρτημα μπορούν να καλυφθούν ή να συνδυαστούν».

1.5 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων απασχολήθηκε από την Ευρωπόλ, προφανώς ως διοικητικός βοηθός, από την 1η Μαΐου 2001 έως την 1η Απριλίου 2003. Μολονότι η σύμβαση που υπέγραψε ο καταγγέλλων με την Ευρωπόλ στις 2 Μαΐου 2001 έφερε τον τίτλο «Σύμβαση εργασίας για τοπικούς υπαλλήλους που διορίζονται από την Ευρωπόλ», προβλέπει ρητά στο πρώτο άρθρο ότι «ο υπάλληλος απασχολείται ως διοικητικός βοηθός στη Μονάδα Ανθρώπινου Δυναμικού υπό τους όρους που προβλέπονται στους κανονισμούς». Η παράταση για ένα έτος της σύμβασης, η οποία υπεγράφη στις 24 Απριλίου 2002, ανέφερε εκ νέου ότι «η κα Π. θα προσληφθεί ως βοηθός διοίκησης στη Μονάδα Ανθρώπινου Δυναμικού (…)». Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι η Ευρωπόλ δεν αμφισβήτησε στη γνώμη της ότι ο καταγγέλλων απασχολούνταν ως διοικητικός βοηθός.

1.6 Σύμφωνα με το προσάρτημα 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης της Ευρωπόλ, η θέση διοικητικού βοηθού του καταγγέλλοντος είναι θέση της Ευρωπόλ και όχι θέση τοπικού προσωπικού. Ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης είναι σαφής από την άποψη αυτή και δεν φαίνεται να αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας, καθώς το προσάρτημα 1 αναφέρει ότι οι ακόλουθες θέσεις «θα είναι» θέσεις της Ευρωπόλ.

1.7 Η Ευρωπόλ αναγνώρισε στη γνώμη της ότι έχει υιοθετήσει μια πρακτική πρόσληψης εκτάκτων υπαλλήλων όπως ο καταγγέλλων υπό τους όρους που ισχύουν για τους τοπικούς υπαλλήλους, δηλαδή στην περίπτωση που ο πίνακας προσωπικού δεν προέβλεπε θέσεις της Ευρωπόλ. Η Ευρωπόλ ισχυρίζεται ότι είχε το δικαίωμα να το πράξει εφόσον παρέμενε εντός των ορίων του προϋπολογισμού προσωπικού της.

1.8 Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής δεν βρήκε στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης της Ευρωπόλ καμία νομική βάση που να δικαιολογεί αυτή την πορεία δράσης. Ειδικότερα, ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης της Ευρωπόλ δεν περιέχει καμία διάταξη σύμφωνα με την οποία οι θέσεις διοικητικών βοηθών θα μπορούσαν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να καλυφθούν με την πρόσληψη τοπικών υπαλλήλων.

1.9 Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Ευρωπόλ δεν τήρησε τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης προσλαμβάνοντας τον καταγγέλλοντα ως διοικητικό βοηθό με σύμβαση τοπικού υπαλλήλου. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης και ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει την επικριτική παρατήρηση που ακολουθεί.

2 Επί του αιτήματος χρηματικής αποζημιώσεως

2.1 Ο καταγγέλλων ζητεί χρηματική αποζημίωση.

2.2 Η Ευρωπόλ αμφισβητεί ότι η καταγγέλλουσα υπέστη οικονομική ζημία λόγω της απασχόλησής της ως τοπικού υπαλλήλου, δεδομένου ότι δεν ήταν νομικά δυνατή η πρόσληψη της καταγγέλλουσας ως μέλους του προσωπικού της Ευρωπόλ. Δεδομένου ότι δεν υπήρχε διαθέσιμη θέση στην Ευρωπόλ και ότι ο καταγγέλλων δεν συμμετείχε επιτυχώς σε διαδικασία επιλογής για τις διαθέσιμες θέσεις, η μόνη εναλλακτική λύση για την Ευρωπόλ θα ήταν να μην προσλάβει καθόλου τον καταγγέλλοντα.

2.3 Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η καταγγέλλουσα δεν απέδειξε ότι υπέστη ζημία λόγω της κακοδιοίκησης που διαπιστώθηκε στο σημείο 1.9 ανωτέρω, διότι το επιχείρημα της Ευρωπόλ ότι η μόνη εναλλακτική λύση αντί της πρόσληψής της ως τοπικού υπαλλήλου θα ήταν να μην την προσλάβει καθόλου δεν φαίνεται παράλογο. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν είναι σκόπιμο να δοθεί περαιτέρω συνέχεια σε αυτή την πτυχή της καταγγελίας.

2.4 Ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να επισημάνει, ωστόσο, ότι ο καταγγέλλων έχει τη δυνατότητα να ασκήσει αγωγή για χρηματική αποζημίωση ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου.

3 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, είναι αναγκαίο να διατυπωθεί η ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:

Η Ευρωπόλ δεν τήρησε τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης προσλαμβάνοντας τον καταγγέλλοντα ως διοικητικό βοηθό με σύμβαση τοπικού υπαλλήλου. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

Δεδομένου ότι αυτή η πτυχή της υπόθεσης αφορά διαδικασίες που σχετίζονται με συγκεκριμένα γεγονότα του παρελθόντος και ότι η σύμβαση του καταγγέλλοντος έληξε την 1η Απριλίου 2003, δεν είναι σκόπιμο να επιδιωχθεί φιλικός διακανονισμός της υπόθεσης. Επιπλέον, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η ανωτέρω επικριτική παρατήρηση αρκεί για να επιστήσει την προσοχή της Ευρωπόλ στην ανάγκη επανεξέτασης της πρακτικής της όσον αφορά την πρόσληψη του προσωπικού της. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο διευθυντής της Ευρωπόλ θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Πράξη του Συμβουλίου της 3ης Δεκεμβρίου 1998 για τη θέσπιση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπόλ, ΕΕ 1999 C 26/23.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!