FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 1349/2003/JMA κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 7 Ιουνίου 2004

Αξιότιμε κ. M.,

Στις 30 Απριλίου 2003, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εξ ονόματος της περιβαλλοντικής οργάνωσης «AGADEN Bahía». Αφορούσε την απόφαση της Επιτροπής της 17ης Ιανουαρίου 2002 να περατώσει επίσημη καταγγελία που είχατε υποβάλει στο εν λόγω θεσμικό όργανο (αριθμός φακέλου 99/4873), στην οποία καταγγείλατε ότι το ισπανικό «Centro Superior de Investigaciones Científicas» (CSIC) είχε απορρίψει το αίτημά σας για πρόσβαση σε ορισμένες περιβαλλοντικές πληροφορίες κατά παράβαση της οδηγίας 90/313/ΕΚ σχετικά με την ελεύθερη πρόσβαση σε πληροφορίες για το περιβάλλον.

Στις 12 Μαρτίου 2003, είχατε υποβάλει προηγούμενη καταγγελία στον Διαμεσολαβητή (αριθ. αναφοράς 511/2003/VJ) σχετικά με το ίδιο θέμα. Η προσφυγή κρίθηκε απαράδεκτη στις 23 Απριλίου 2003, δεδομένου ότι, από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν, προέκυψε ότι δεν είχαν πραγματοποιηθεί προηγούμενες διοικητικές ενέργειες.

Στις 24 Ιουλίου 2003, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Στις 9 Σεπτεμβρίου 2003, η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της, την οποία σας διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις. Έλαβα τις παρατηρήσεις σας στις 17 Νοεμβρίου 2003.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για το αποτέλεσμα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Τον Απρίλιο του 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή κατά της Επιτροπής. Συνοπτικά, τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως έχουν ως εξής:

Στις 20 Ιανουαρίου 1999, ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση σε ορισμένες περιβαλλοντικές πληροφορίες από το ισπανικό «Consejo Superior de Investigaciones Científicas» (CSIC), δημόσιο φορέα υπό την εποπτεία του ισπανικού Υπουργείου Παιδείας. Οι ζητούμενες πληροφορίες περιλάμβαναν τα ερευνητικά προγράμματα της CSIC που εφαρμόζονται για τον έλεγχο και την προστασία ενός συγκεκριμένου είδους: Ο ιβηρικός λύγκας. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων ζήτησε τις ακόλουθες πληροφορίες: διάρκεια και πεδίο εφαρμογής των εν λόγω προγραμμάτων· τα μέσα που χρησιμοποιούνται για τη θήρα του είδους αυτού· τους ελέγχους που εφαρμόζονται και τη φύση των διαδικασιών εκτίμησης κινδύνου που διενεργούνται από την CSIC· τρέχοντα επιστημονικά δεδομένα· τα αποτελέσματα τυχόν νεκροψιών στις οποίες εμπλέκονται θηρευόμενοι λύγκες· και τα τελικά συμπεράσματα κάθε ερευνητικού προγράμματος. Με την από 5 Απριλίου 1999 απάντησή της, η CSIC διατύπωσε ορισμένες γενικές παρατηρήσεις, οι οποίες, κατά τον προσφεύγοντα, δεν απάντησαν στο ερώτημά του.

Επειδή ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η CSIC ήταν υποχρεωμένη να χορηγήσει πρόσβαση στις ζητούμενες πληροφορίες βάσει των ισχυόντων κοινοτικών κανόνων, δηλαδή της οδηγίας 90/313/ΕΚ σχετικά με την ελεύθερη πρόσβαση σε πληροφορίες για το περιβάλλον, υπέβαλε επίσημη καταγγελία στην Επιτροπή στις 29 Ιουλίου 1999. Οι υπηρεσίες της καταχώρισαν την καταγγελία με αριθμό φακέλου 99/4873 και ξεκίνησαν έρευνα. Στις 20 Δεκεμβρίου 2001, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν συνέτρεχαν λόγοι για τη συνέχιση της έρευνας και αποφάσισαν να θέσουν την υπόθεση στο αρχείο. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε για την απόφαση αυτή με επιστολή της 25ης Ιανουαρίου 2002.

Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι η απόφαση της Επιτροπής να περατώσει την επίσημη καταγγελία που είχε υποβάλει κατά των ισπανικών αρχών για την άρνησή τους να χορηγήσουν πρόσβαση στις ζητούμενες περιβαλλοντικές πληροφορίες ελήφθη χωρίς να ληφθούν δεόντως υπόψη οι διατάξεις της οδηγίας 90/313/ΕΚ και, επιπλέον, ότι οι λόγοι που προβλήθηκαν ήταν ανεπαρκείς.

Συνοπτικά, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η απόφαση της Επιτροπής της 17ης Ιανουαρίου 2002 με την οποία περατώθηκε η επίσημη καταγγελία που είχε υποβάλει στο εν λόγω θεσμικό όργανο δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη και ότι δεν έλαβε δεόντως υπόψη τις διατάξεις της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της, η Επιτροπή περιέγραψε αρχικά το πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης, ιδίως τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ του καταγγέλλοντος, των υπηρεσιών του και των ισπανικών αρχών.

Σημείωσε ότι, μετά την παραλαβή της καταγγελίας κατά των ισπανικών αρχών, οι υπηρεσίες της απέστειλαν απόδειξη παραλαβής στον καταγγέλλοντα στις 24 Αυγούστου 1999. Στις 21 Οκτωβρίου 1999, οι υπηρεσίες της ρώτησαν τον καταγγέλλοντα αν είχε υποβληθεί αίτηση σε εθνική διοίκηση ή δικαστήριο. Με επιστολή της 8ης Νοεμβρίου 1999, ο καταγγέλλων εξήγησε ότι δεν είχε προσβάλει την απόφαση της CSIC. Στις 3 Ιουλίου 2000, οι υπηρεσίες της Επιτροπής απηύθυναν επιστολή στις ισπανικές αρχές, ενημερώνοντάς τις για την καταγγελία και ζητώντας τις παρατηρήσεις τους. Με έγγραφο της 10ης Αυγούστου 2000, οι ισπανικές αρχές προσκόμισαν τις ζητηθείσες πληροφορίες. Στις 26 Οκτωβρίου 2001, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημέρωσαν τον καταγγέλλοντα για το περιεχόμενο της απάντησης της Ισπανίας και εξήγησαν ότι θεωρούν ότι η κατάσταση δεν συνιστά παραβίαση της κοινοτικής νομοθεσίας. Με βάση τα πορίσματα αυτά, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημέρωσαν τον καταγγέλλοντα ότι σκόπευαν να προτείνουν στην Επιτροπή να θέσει την υπόθεση στο αρχείο και τον κάλεσαν να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Ελλείψει παρατηρήσεων από τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή περάτωσε την υπόθεση στις 20 Δεκεμβρίου 2001. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε για την απόφαση αυτή με επιστολή της 17ης Ιανουαρίου 2002.

Όσον αφορά τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς που διατυπώνονται στην καταγγελία προς τον Διαμεσολαβητή, το θεσμικό όργανο υποστήριξε ότι οι απαντήσεις που έδωσαν οι ισπανικές αρχές στο αίτημά του της 29ης Μαρτίου 1999 ήταν ικανοποιητικές. Φαίνεται ότι όλες οι ερωτήσεις είχαν απαντηθεί διεξοδικά, παρόλο που οι ερωτήσεις σχετικά με τις μεθόδους, τις εκτιμήσεις επιπτώσεων, τα επιστημονικά δεδομένα και τις εκθέσεις σχετικά με τις αυτοψίες ήταν πολύ γενικές. Κατά την άποψη της Επιτροπής, είναι αμφίβολο αν οι ισπανικές αρχές θα μπορούσαν να παράσχουν λεπτομερέστερες πληροφορίες στις υποθέσεις αυτές. Όσον αφορά, για παράδειγμα, την ύπαρξη γραπτών εκθέσεων σχετικά με τις νεκροψίες, η Επιτροπή επισήμανε ότι τα περισσότερα κράτη μέλη δεν διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους για να διαθέτουν τις πληροφορίες αυτές.

Η Επιτροπή επισήμανε ότι ο καταγγέλλων δεν κατέβαλε καμία προσπάθεια να δώσει συνέχεια στο θέμα αυτό με τις ισπανικές αρχές, αλλά βασίστηκε εξ ολοκλήρου στις υπηρεσίες του.

Η Επιτροπή εξήγησε ότι στις επαφές με τον καταγγέλλοντα, οι υπηρεσίες της κατέστησαν σαφές ότι το άρθρο 4 της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ προβλέπει ρητά ότι ένα πρόσωπο του οποίου η αίτηση πρόσβασης σε πληροφορίες δεν έχει απαντηθεί μπορεί να έχει πρόσβαση σε ένδικα ή διοικητικά μέσα, σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου. Το θεσμικό όργανο σημείωσε ότι, σε υποθέσεις που αφορούν την εφαρμογή από τα κράτη μέλη της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ, είχε επιδιώξει να κάνει χρήση των εξουσιών του δυνάμει του άρθρου 226 της συνθήκης ΕΚ μόνο όταν η καταγγελία αφορά πρόβλημα οριζόντιου χαρακτήρα.

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή έκρινε ότι οι υπηρεσίες της είχαν διεκπεραιώσει ορθά την καταγγελία που υπέβαλε ο καταγγέλλων.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του επί της γνώμης της Επιτροπής, ο καταγγέλλων επανέλαβε τους ισχυρισμούς που είχε διατυπώσει στην καταγγελία του. Κατά την άποψή του, η απάντηση των ισπανικών αρχών στο αίτημα της Επιτροπής ήταν ανεπαρκής και, ως εκ τούτου, έκρινε ότι το θεσμικό όργανο δεν θα έπρεπε να την είχε κρίνει ικανοποιητική.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η θέση της Επιτροπής ήταν αδικαιολόγητη, δεδομένου ότι δεν διαθέτουν όλοι οι πολίτες τα μέσα για να κινήσουν νομικές διαδικασίες ενώπιον δικαστηρίου. Κατά την άποψή του, οι διατάξεις της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του παρείχαν ένα δικαίωμα το οποίο οι ισπανικές αρχές δεν είχαν σεβαστεί και, ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε παρέμβει.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Αιτιολόγηση της αποφάσεως της Επιτροπής να θέσει την καταγγελία στο αρχείο

1.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η απόφαση της Επιτροπής της 17ης Ιανουαρίου 2002 με την οποία περατώθηκε η επίσημη καταγγελία που είχε υποβάλει στο εν λόγω θεσμικό όργανο δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη και ότι δεν έλαβε δεόντως υπόψη τις διατάξεις της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ.

Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η απάντηση που έδωσαν οι ισπανικές αρχές στην Επιτροπή ήταν ανεπαρκής και, ως εκ τούτου, το θεσμικό όργανο δεν θα έπρεπε να την είχε κρίνει ικανοποιητική.

1.2 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι όλες οι ερωτήσεις που έθεσαν οι υπηρεσίες της στην αίτησή της της 29ης Μαρτίου 1999 σχετικά με το αντικείμενο της επίσημης καταγγελίας που υπέβαλε ο καταγγέλλων είχαν λάβει εμπεριστατωμένη απάντηση και, επιπλέον, ότι οι απαντήσεις που έδωσαν οι ισπανικές αρχές ήταν ικανοποιητικές.

1.3 Όσον αφορά το σκεπτικό της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το δικαίωμα χρηστής διοίκησης, όπως ορίζεται στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιβάλλει στη διοίκηση την υποχρέωση να αιτιολογεί τις αποφάσεις της. Όπως αναγνωρίζει ο κώδικας ορθής διοικητικής συμπεριφοράς της Επιτροπής, η υποχρέωση αιτιολόγησης των αποφάσεων συνεπάγεται ότι μια απόφαση της Επιτροπής πρέπει να αναφέρει σαφώς τους λόγους στους οποίους βασίζεται (1).

1.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στο πλαίσιο των πληροφοριών που παρασχέθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνάς του, η Επιτροπή υπέβαλε την επιστολή της 26ης Οκτωβρίου 2001 στον καταγγέλλοντα ενημερώνοντάς τον για την πρόθεση του θεσμικού οργάνου να θέσει την υπόθεση στο αρχείο. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής συνόψισαν στην επιστολή το πραγματικό και νομικό πλαίσιο της καταγγελίας, καθώς και το περιεχόμενο της αίτησης παροχής πληροφοριών που υπέβαλαν στις ισπανικές αρχές στις 29 Μαρτίου 1999. Η επιστολή περιέγραφε λεπτομερώς τους λόγους που επικαλέστηκαν οι ισπανικές αρχές για τη μερική απόρριψη του αιτήματος του καταγγέλλοντος, δηλαδή ότι περιείχε πληροφορίες σχετικά με εκτιμήσεις κινδύνου και εναλλακτικές λύσεις που δεν μπορούσαν να εκληφθούν ως πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον· ότι αναφερόταν σε ημιτελείς εργασίες και παρελθόντα γεγονότα· και ότι παρήχθη από τρίτον ο οποίος κατείχε δικαιώματα ιδιοκτησίας επί του έργου του.

Αφού εξέτασε τα επιχειρήματα αυτά, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι:

«Όσον αφορά το αντικείμενο αυτής της καταγγελίας, φαίνεται ότι οι ισπανικές αρχές απάντησαν στο αίτημα της Επιτροπής παρέχοντας άφθονες πληροφορίες και στοιχεία και προσδιορίζοντας πρόσθετες πηγές πληροφοριών. Οι ισπανικές αρχές θεωρούν ότι ορισμένες από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ εφαρμόζονται στο αίτημα που υπέβαλε ο καταγγέλλων και, ως εκ τούτου, αιτιολόγησαν την άρνησή του. Ο καταγγέλλων δεν έχει χρησιμοποιήσει κανένα διοικητικό μέσο προσφυγής για να προσβάλει την εν λόγω απόφαση.

Με βάση τα ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή, δεν φαίνεται να υπάρχει παραβίαση του κοινοτικού δικαίου στην παρούσα υπόθεση [...]».

1.5 Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η εξήγηση που έδωσε η Επιτροπή, δηλαδή ότι, βάσει των πληροφοριών που είχε στη διάθεσή της, θεωρούσε ότι δεν υπήρχε παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από τις ισπανικές αρχές, ανέφερε κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο τους λόγους της απόφασής της, ώστε να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για τους λόγους της απόφασης και να του δώσει έτσι τη δυνατότητα να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του.

1.6 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι στην αλληλογραφία της με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή τον ενημέρωσε επίσης για τα ένδικα μέσα που είναι διαθέσιμα σε εθνικό επίπεδο. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ήταν σκόπιμο και χρήσιμο για την Επιτροπή να παράσχει εθελοντικά αυτές τις πληροφορίες και να το πράξει κατά τρόπο που να διαχωρίζει σαφώς το σημείο αυτό από τη διαπίστωσή της ότι δεν υπήρξε παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από τις ισπανικές αρχές.

1.7 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το σκεπτικό της Επιτροπής δεν φαίνεται ανεπαρκές.

1.8 Όσον αφορά την ουσία της απόφασης, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η οδηγία 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουνίου 1990, σχετικά με την ελεύθερη πληροφόρηση για θέματα περιβάλλοντος (2), αποσκοπεί στη διασφάλιση της ελεύθερης πρόσβασης και διάδοσης των πληροφοριών για το περιβάλλον που κατέχουν οι δημόσιες αρχές. Κατά συνέπεια, οι δημόσιες αρχές όλων των κρατών μελών υποχρεούνται να θέτουν στη διάθεση κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, κατόπιν αιτήσεώς του, πληροφορίες σχετικές με το περιβάλλον, χωρίς να χρειάζεται να αποδείξουν την ύπαρξη συμφέροντος. Αυτό το είδος πληροφοριών περιορίζεται σε δεδομένα σχετικά με την κατάσταση των υδάτων, του αέρα, του εδάφους, της πανίδας, της χλωρίδας, της γης και των φυσικών τόπων, ή σχετικά με δραστηριότητες ή μέτρα που ενδέχεται να επηρεάσουν τα εν λόγω στοιχεία. Ωστόσο, οι δημόσιες αρχές μπορούν να αρνηθούν την πρόσβαση σε ορισμένες περιβαλλοντικές πληροφορίες. Το άρθρο 3 της οδηγίας θεσπίζει ορισμένες εξαιρέσεις που βασίζονται, μεταξύ άλλων, στον εμπιστευτικό χαρακτήρα των διαδικασιών, στην ύπαρξη ζητημάτων που αποτελούν αντικείμενο έρευνας, στο εμπορικό και βιομηχανικό απόρρητο, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και σε υλικό που παρέχεται από τρίτο.

1.9 Αφού εξέτασε τόσο τις σχετικές διατάξεις της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ όσο και τα αποδεικτικά έγγραφα που τέθηκαν στη διάθεση του Διαμεσολαβητή από τα μέρη κατά τη διάρκεια της έρευνάς του, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η διαπίστωση της Επιτροπής ότι, βάσει των πληροφοριών που είχε στη διάθεσή της, δεν υπήρξε παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από τις ισπανικές αρχές, φαίνεται εύλογη.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση στην παρούσα υπόθεση.

2 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Τμήμα 3, παράρτημα, απόφαση της Επιτροπής, της 17ης Οκτωβρίου 2000, για την τροποποίηση του εσωτερικού κανονισμού της (ΕΕ L 267 της 20.10.2000, σ. 63).

(2) ΕΕ L 158 της 23.6.1990, σ. 56.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!