FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 411/2003/GG κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού


Στρασβούργο, 19 Νοεμβρίου 2003

Αξιότιμε κ. X,

Στις 27 Φεβρουαρίου 2003, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού (EPSO) σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η EPSO χειρίστηκε την απάντησή σας στην πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος που δημοσίευσε η EPSO με σκοπό την επιλογή επικουρικού προσωπικού για την περίοδο πριν από τη διεύρυνση.

Στις 11 Μαρτίου 2003, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την καταγγελία στον διευθυντή της EPSO. Η EPSO απέστειλε τη γνωμοδότησή της στις 25 Απριλίου 2003, την οποία παρέλαβα στις 6 Μαΐου 2003. Σας τη διαβίβασα στις 20 Μαΐου 2003 με πρόσκληση να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας έως τις 30 Ιουνίου 2003. Μέχρι την ημερομηνία αυτή δεν λάβατε παρατηρήσεις από εσάς.

Στις 15 Ιουλίου 2003, υπέβαλα στην EPSO πρόταση φιλικού διακανονισμού. Ενημερωθήκατε σχετικά με επιστολή που εστάλη την ίδια ημέρα. Η EPSO διαβίβασε τη γνώμη της στις 28 Ιουλίου 2003. Σας το διαβίβασα στις 9 Σεπτεμβρίου 2003 με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 5 Νοεμβρίου 2003.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει. Δεδομένου ότι δηλώσατε ότι θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω είτε τη γερμανική είτε την αγγλική είτε τη γαλλική γλώσσα, η παρούσα απόφαση θα σας αποσταλεί στην αγγλική γλώσσα, τη γλώσσα εργασίας του γραφείου του Διαμεσολαβητή.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Τον Νοέμβριο του 2002, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO) διοργάνωσε, εξ ονόματος των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για ορισμένες μη μόνιμες θέσεις ενόψει της επικείμενης διεύρυνσης της ΕΕ. Οι υποψήφιοι έπρεπε να διαθέτουν «πλήρη» γνώση τουλάχιστον μίας από τις γλώσσες των δέκα υπό ένταξη χωρών και «υγιή» γνώση της αγγλικής, της γαλλικής ή της γερμανικής γλώσσας. Οι αιτήσεις έπρεπε να υποβληθούν έως τις 10 Ιανουαρίου 2003. Το έντυπο της αίτησης απαιτούσε από τους υποψηφίους να αναφέρουν αν η σχετική γλώσσα ήταν η μητρική τους γλώσσα ή αν οι γνώσεις τους ήταν «καλές», «πολύ καλές» ή «άριστες». Οι επιλέξιμες αιτήσεις έπρεπε να καταχωριστούν σε βάση δεδομένων από την EPSO. Φαίνεται ότι μόνο οι υποψήφιοι των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται σε αυτή τη βάση δεδομένων μπορούν να προσληφθούν.

Ο καταγγέλλων, Γερμανός πολίτης, υπέβαλε αίτηση. Ισχυρίστηκε ότι, όταν στη συνέχεια τηλεφώνησε στην EPSO, ενημερώθηκε ότι οι γλωσσικές απαιτήσεις είχαν τροποποιηθεί μετά τη λήξη της περιόδου υποβολής αιτήσεων. Ως εκ τούτου, οι υποψήφιες χώρες έπρεπε πλέον να έχουν μία από τις γλώσσες των δέκα υπό ένταξη χωρών ως μητρική γλώσσα ή να διαθέτουν «άριστη» γνώση της γλώσσας αυτής· επιπλέον, έπρεπε να έχουν «καλή γνώση» της αγγλικής, της γαλλικής ή της γερμανικής γλώσσας.

Η εξέταση των αιτήσεων ολοκληρώθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2003. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, 21 020 από τους 22 005 αιτούντες από τις υπό ένταξη χώρες εισήχθησαν στη βάση δεδομένων, αλλά μόνο 1 126 από τους 3 374 αιτούντες από τα σημερινά κράτη μέλη. Η αίτηση του καταγγέλλοντος δεν ήταν μεταξύ των επιτυχών.

Όταν ο ενδιαφερόμενος τηλεφώνησε στην EPSO, πληροφορήθηκε ότι η απόρριψη της αίτησής του οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν είχε σημειώσει «άριστα» σε σχέση με τις γνώσεις του σε μία από τις γλώσσες των δέκα υπό ένταξη χωρών. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ο υπάλληλος της EPSO στον οποίο μίλησε υποστήριξε επίσης ότι, στην περίπτωση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος όπως η παρούσα, η EPSO δεν δεσμεύεται από τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απέστειλε δύο τηλεομοιοτυπίες στον ασκούντα χρέη διευθυντή της EPSO στις 24 και 26 Φεβρουαρίου 2003, με τις οποίες ζήτησε να προστεθεί το όνομά του στη σχετική βάση δεδομένων.

Ελλείψει αντιδράσεως εκ μέρους της EPSO, υπέβαλε την υπό κρίση διοικητική ένσταση.

Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι πληροί τα αρχικά κριτήρια, δεδομένου ότι διαθέτει «καλή» γνώση της γερμανικής, της αγγλικής και της γαλλικής γλώσσας και «άριστη» γνώση της πολωνικής γλώσσας. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι το όνομά του έπρεπε να καταχωριστεί στη βάση δεδομένων. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η απαίτηση «πλήρους» γνώσης μιας συγκεκριμένης γλώσσας δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαιτείται «άριστη» γνώση ή ότι η γλώσσα αυτή πρέπει να είναι η μητρική γλώσσα του αιτούντος. Μια «άριστη» γνώση ήταν ουσιαστικά κάτι περισσότερο από μια «διεισδυτική» γνώση. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα θεσμικά όργανα πρέπει να συμμορφώνονται με τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου κάθε φορά που ενεργούν. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η EPSO, μεταβάλλοντας στη συνέχεια τα κριτήρια, παραβίασε τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι οι αιτούντες από τα σημερινά κράτη μέλη υφίστανται διακρίσεις, δεδομένου ότι οι αιτούντες από τις υπό ένταξη χώρες πρέπει να έχουν μόνο «καλή» γνώση της αγγλικής, της γαλλικής ή της γερμανικής γλώσσας.

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η βάση δεδομένων ήταν διαθέσιμη στα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ από τις 14 Φεβρουαρίου 2003. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι το ζήτημα ήταν επείγον.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η καταγγελία διαβιβάστηκε στην EPSO για γνωμοδότηση. Στην επιστολή του, ο Διαμεσολαβητής επέστησε την προσοχή της EPSO στο γεγονός ότι ο καταγγέλλων θεωρούσε το ζήτημα επείγον.

Στη γνωμοδότησή της, η EPSO διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Οι υποψήφιοι έπρεπε να διαθέτουν άριστη γνώση («connaissance approfondie») τουλάχιστον μίας από τις γλώσσες των δέκα υπό ένταξη χωρών και καλή γνώση («bonne connaissance») της αγγλικής, της γαλλικής ή της γερμανικής γλώσσας. Αυτό αντανακλούσε το πνεύμα του άρθρου 28 στοιχείο στ) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, σύμφωνα με το οποίο κανείς δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος εάν «δεν αποδεικνύει ότι κατέχει σε βάθος μία από τις γλώσσες των Κοινοτήτων και ότι διαθέτει ικανοποιητική γνώση άλλης γλώσσας των Κοινοτήτων στο βαθμό που απαιτείται για την άσκηση των καθηκόντων του».

Σε μια πρώτη κεντρική φάση, πραγματοποιήθηκε προεπιλογή των υποψηφίων. Μια επιτροπή επικύρωσης, αποτελούμενη από εκπροσώπους όλων των κοινοτικών θεσμικών οργάνων που συμμετέχουν στη διαδικασία, καθόρισε τα κριτήρια φιλτραρίσματος για τον προσδιορισμό των υποψηφίων που έγιναν δεκτοί στη βάση δεδομένων των υποψηφίων που πληρούσαν τα κριτήρια επιλεξιμότητας. Οι υπηρεσίες της EPSO βοήθησαν στον έλεγχο των περισσότερων από 25 000 αιτήσεων.

Η πράξη αυτή περατώθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2003 και η βάση δεδομένων τέθηκε στη διάθεση των θεσμικών οργάνων, ώστε αυτά να μπορέσουν να εξετάσουν τις αιτήσεις με βάση τις δικές τους ανάγκες. Λίγο περισσότερες από 3 000 αιτήσεις δεν είχαν συμπεριληφθεί στη βάση δεδομένων. Πρόκειται κυρίως για περιπτώσεις στις οποίες δεν πληρούνταν τα κριτήρια εισδοχής, αλλά υπήρχαν επίσης περιπτώσεις διπλών και, ως εκ τούτου, εσφαλμένων αιτήσεων.

Οι υποψήφιοι έπρεπε να γνωρίζουν άριστα τουλάχιστον μία από τις γλώσσες των δέκα υπό ένταξη χωρών. Η εξεταστική επιτροπή είχε ορίσει την έκφραση «πλήρης γνώση» ως ισοδύναμη με εκείνη της κύριας ή της μητρικής γλώσσας ή της «εξαιρετικής» γνώσης.

Ο καταγγέλλων είχε δηλώσει στην αίτησή του ότι η μητρική του γλώσσα ήταν η γερμανική και ότι οι γνώσεις του στα πολωνικά ήταν «πολύ καλές». Είχε επίσης επισυνάψει το βιογραφικό του σημείωμα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον καταγγέλλοντα σχετικά με τις γλωσσικές του δεξιότητες, οι γνώσεις του στα πολωνικά ήταν «καλές».

Δεδομένου ότι ο ίδιος ο καταγγέλλων είχε αξιολογήσει τις γνώσεις του σε μία από τις γλώσσες των υπό ένταξη χωρών (εν προκειμένω την πολωνική) ως «καλές» ή «πολύ καλές», η εξεταστική επιτροπή περιορίστηκε στην εφαρμογή των κριτηρίων φιλτραρίσματος που είχαν ήδη θεσπιστεί για τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων και, ως εκ τούτου, δεν ήταν σε θέση να συμπεριλάβει την αίτηση του καταγγέλλοντος στη σχετική βάση δεδομένων.

Τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τη διαδικασία αυτή, τα οποία είχαν δημοσιευθεί στον ιστότοπο της EPSO, αντανακλούσαν τις πραγματικές ανάγκες που είχαν εντοπίσει τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα σε σχέση με τα καθήκοντα που συνδέονταν με την προετοιμασία της επικείμενης διεύρυνσης. Για παράδειγμα, η Επιτροπή θα πρέπει να συνεργαστεί στενά με τα μελλοντικά κράτη μέλη προκειμένου να προετοιμάσει την εφαρμογή των πολιτικών της ΕΕ. Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, οι εργασίες που συνδέονται με τη διεύρυνση αφορούσαν διάφορες υπηρεσίες και ιδίως τις υπηρεσίες μετάφρασης και διερμηνείας. Και στις δύο περιπτώσεις, η εις βάθος γνώση μιας από τις νέες γλώσσες ήταν επομένως εξαιρετικά σημαντική.

Το γεγονός ότι ένας υποψήφιος ήταν υπήκοος ενός από τα υφιστάμενα κράτη μέλη δεν αποτελούσε λόγο αποκλεισμού. Όλοι οι υποψήφιοι είχαν ληφθεί υπόψη. Ωστόσο, δεν αποτέλεσε έκπληξη το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός υποψηφίων από τις χώρες που επρόκειτο να προσχωρήσουν στην ΕΕ συμπεριλήφθηκαν στην τελική βάση δεδομένων, δεδομένου ότι μεγαλύτερο ποσοστό των εν λόγω υποψηφίων πληρούσε τις προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τις γλωσσικές δεξιότητες.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε τη γνώμη της EPSO στον ενδιαφερόμενο και τον κάλεσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, εφόσον το επιθυμούσε, έως τις 30 Ιουνίου 2003. Μέχρι την ημερομηνία αυτή δεν είχαν ληφθεί παρατηρήσεις από τον καταγγέλλοντα.

ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΦΙΛΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ

Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης και των ζητημάτων που είχαν τεθεί, η Διαμεσολαβήτρια δεν ήταν ικανοποιημένη από το γεγονός ότι η EPSO είχε απαντήσει επαρκώς σε όλους τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος.

Η πρόταση για μια φιλική λύση

Το άρθρο 3 παράγραφος 5 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή (1) δίνει εντολή στον Διαμεσολαβητή να αναζητήσει, στο μέτρο του δυνατού, λύση με το οικείο θεσμικό όργανο για την εξάλειψη της περίπτωσης κακοδιοίκησης και την ικανοποίηση της καταγγελίας. Το προσωρινό συμπέρασμα της Διαμεσολαβήτριας ήταν ότι η απόφαση της EPSO να μην συμπεριλάβει την αίτηση του καταγγέλλοντος στη βάση δεδομένων των παραδεκτών αιτήσεων θα μπορούσε να συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε στην Επιτροπή την ακόλουθη πρόταση για φιλική λύση:

Ο Διαμεσολαβητής θα μπορούσε να επανεξετάσει την αίτηση του καταγγέλλοντος απαντώντας στην πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος που δημοσίευσε η EPSO.

Η παρούσα πρόταση βασίστηκε στις ακόλουθες εκτιμήσεις:

1 Η απαίτηση «διεξοδικής» γνώσης μιας γλώσσας μπορεί να ερμηνευθεί λαμβανομένων υπόψη των αναγκών των θεσμικών οργάνων της ΕΕ για τα οποία η EPSO διοργάνωσε τη σχετική πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Υπό το πρίσμα των εξηγήσεων που παρέσχε η EPSO, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η εξεταστική επιτροπή είχε το δικαίωμα να απαιτήσει από τους υποψηφίους να έχουν πολύ καλή γνώση της συγκεκριμένης γλώσσας. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι στο έντυπο της αίτησής του, ο καταγγέλλων φαίνεται να έχει δηλώσει ότι διαθέτει πολύ καλή γνώση της πολωνικής γλώσσας.

2 Ως εκ τούτου, η απόρριψη της υποψηφιότητας του καταγγέλλοντος ήταν νόμιμη μόνον εάν ήταν ορθή η άποψη της εξεταστικής επιτροπής ότι απαιτείται άριστη γνώση της οικείας γλώσσας ή ότι η γλώσσα αυτή πρέπει να είναι η κύρια γλώσσα ή η μητρική γλώσσα του προσφεύγοντος. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι οι εξεταστικές επιτροπές διαθέτουν μεγάλο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στις διαδικασίες πρόσληψης. Ωστόσο, η διακριτική αυτή ευχέρεια πρέπει να ασκείται στο πλαίσιο της προκήρυξης κενής θέσης ή, όπως εν προκειμένω, της πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Η πρόσκληση αυτή απαιτούσε από τους υποψηφίους να έχουν «διεξοδική» γνώση της σχετικής γλώσσας. Όπως επισήμανε ο καταγγέλλων, μια «εξαιρετική» γνώση ενός πράγματος θεωρείται γενικά ότι υπερβαίνει μια «διεξοδική» γνώση. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η EPSO δεν παρέσχε ικανοποιητική εξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους η εξεταστική επιτροπή θα έπρεπε, παρά ταύτα, να έχει το δικαίωμα ή ακόμη και την υποχρέωση να απαιτήσει από τους υποψηφίους να έχουν «άριστη» γνώση της συγκεκριμένης γλώσσας ή ότι η γλώσσα έπρεπε να είναι η κύρια γλώσσα ή η μητρική γλώσσα του αιτούντος.

3 Ως εκ τούτου, η προκαταρκτική άποψη του Διαμεσολαβητή είναι ότι η απόφαση της EPSO να μην συμπεριλάβει την αίτηση του καταγγέλλοντος στη βάση δεδομένων των παραδεκτών αιτήσεων θα μπορούσε να συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.

Γνώμη της EPSO

Στη γνωμοδότησή της, η EPSO διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Οι εξηγήσεις που δόθηκαν όσον αφορά τις γλωσσικές απαιτήσεις δεν παρείχαν τη σαφήνεια που ήλπιζε να αποδείξει η EPSO. Ως εκ τούτου, η θέση της EPSO θα πρέπει να εξηγηθεί σαφέστερα.

Πρόκειται για μια επιχείρηση σε κλίμακα που δεν είχε συναντηθεί προηγουμένως, με σκοπό να δοθεί η δυνατότητα στα θεσμικά όργανα να προετοιμαστούν για την ένταξη δέκα νέων κρατών μελών πριν ακόμη ολοκληρωθούν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Είχε καθιερώσει μια ενιαία, ανοικτή και διαφανή διαδικασία, η οποία ίσχυε για όλους τους υποψηφίους.Έτσι, όλοι οι δυνητικοί υποψήφιοι είχαν λάβει ακριβώς τις ίδιες πληροφορίες με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Με τον ίδιο στόχο της καθιέρωσης κοινών προτύπων και διαφάνειας, οι γλωσσικές απαιτήσεις ήταν σύμφωνες με εκείνες που προβλέπονται για τους διαγωνισμούς στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης. Είναι σαφές ότι το ζήτημα της γλωσσικής επάρκειας ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για την άσκηση αυτή. Ωστόσο, η EPSO ουδέποτε είχε υποθέσει ότι, επειδή επρόκειτο για πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, δεν εφαρμόζονταν οι γενικές αρχές του δικαίου.

Η απόφαση να εφαρμοστούν οι ίδιες γλωσσικές απαιτήσεις με εκείνες που ορίζονται στο άρθρο 28 στοιχείο στ) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης είχε ως αποτέλεσμα η «πλήρης» γνώση της εν λόγω γλώσσας να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι πραγματοποιείται σε επίπεδο μητρικής γλώσσας/κύριας γλώσσας, γεγονός που υποδηλώνει ικανότητα εργασίας στη γλώσσα αυτή. Αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόστηκε η απαίτηση αυτή στο πλαίσιο του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης για τους διαγωνισμούς.

Είναι αλήθεια ότι θα ήταν πιθανώς σαφέστερο αν η EPSO είχε τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί τον όρο «μητρική γλώσσα», αλλά λόγω της πολυγλωσσίας και για άλλους λόγους, οι υποψήφιοι θα μπορούσαν να επιλέξουν μια κύρια γλώσσα η οποία δεν θα ήταν απαραίτητα η μητρική τους γλώσσα. Για τον λόγο αυτό, στο πλαίσιο των διαγωνισμών, η απαίτηση «πλήρους» γνώσης που προβλέπεται στο άρθρο 28 στοιχείο στ) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ερμηνεύθηκε ως εξομοίωση με τη μητρική γλώσσα ή με άριστη γνώση άλλης γλώσσας, την οποία επιλέγει ο υποψήφιος, σε επίπεδο ισοδύναμο με τη μητρική γλώσσα.

Αυτή ήταν η ερμηνεία που υιοθετήθηκε στο πλαίσιο της πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Δεδομένου ότι η προϋπόθεση αυτή απορρέει από τον ΚΥΚ, ήταν λογικό να εφαρμοστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως και στο πλαίσιο των διαγωνισμών. Ως εκ τούτου, δεν επρόκειτο για την προσθήκη μιας πιο απαιτητικής και, ως εκ τούτου, πιο περιοριστικής προϋπόθεσης, αλλά απλώς για τον σαφέστερο ορισμό της «πλήρους» γνώσης. Η ερμηνεία αυτή ουδέποτε αμφισβητήθηκε στο πλαίσιο διαγωνισμών. Ωστόσο, εάν ο Διαμεσολαβητής θεωρήσει ότι θα πρέπει να συμπεριληφθεί εξήγηση σε οποιαδήποτε μελλοντική πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος την οποία ενδέχεται να κληθεί να διοργανώσει η EPSO, η EPSO θα εξετάσει το ενδεχόμενο να λάβει τα αναγκαία μέτρα.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων τόνισε ότι, πριν υποβάλει την αίτησή του, είχε τηλεφωνήσει στον αριθμό που είχε παράσχει η EPSO. Με την ευκαιρία αυτή, δεν του ειπώθηκε ότι ήταν απαραίτητη η άριστη γνώση της εν λόγω γλώσσας. Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι η πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος δεν περιείχε καμία αναφορά στο άρθρο 28 στοιχείο στ) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Μια τέτοια παραπομπή θα αποσαφήνιζε τις γλωσσικές απαιτήσεις.

Συμπέρασμα

Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν δυνατή η εξεύρεση φιλικής λύσης στην παρούσα υπόθεση.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Ανεπαρκής χειρισμός της εφαρμογής

1.1 Το 2002, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO) διοργάνωσε, εξ ονόματος των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για ορισμένες μη μόνιμες θέσεις ενόψει της επικείμενης διεύρυνσης της ΕΕ. Οι υποψήφιοι έπρεπε να διαθέτουν «πλήρη» γνώση τουλάχιστον μίας από τις γλώσσες των δέκα υπό ένταξη χωρών και «υγιή» γνώση της αγγλικής, της γαλλικής ή της γερμανικής γλώσσας. Το έντυπο της αίτησης απαιτούσε από τους υποψηφίους να αναφέρουν αν η σχετική γλώσσα ήταν η μητρική τους γλώσσα ή αν οι γνώσεις τους ήταν «καλές», «πολύ καλές» ή «άριστες». Οι επιλέξιμες αιτήσεις έπρεπε να καταχωριστούν σε βάση δεδομένων από την EPSO. Ο καταγγέλλων, Γερμανός υπήκοος, υπέβαλε αίτηση, αναφέροντας ότι η γερμανική ήταν η μητρική του γλώσσα και ότι οι γνώσεις του στα πολωνικά ήταν καλές ή πολύ καλές. Η αίτησή του απορρίφθηκε από την EPSO με την αιτιολογία ότι δεν είχε «άριστη» γνώση μίας από τις γλώσσες των υπό ένταξη χωρών ή ότι δεν είχε τέτοια γλώσσα ως κύρια ή μητρική του γλώσσα. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η EPSO ενήργησε εσφαλμένα εφαρμόζοντας αυτό το κριτήριο.

1.2 Στη γνωμοδότησή της, η EPSO επισήμανε ότι οι υποψήφιοι έπρεπε να διαθέτουν άριστη γνώση («connaissance approfondie») τουλάχιστον μίας από τις γλώσσες των δέκα υπό ένταξη χωρών. Η εξεταστική επιτροπή είχε ορίσει την έκφραση «πλήρης γνώση» ως ισοδύναμη με εκείνη της κύριας ή της μητρικής γλώσσας ή της «εξαιρετικής» γνώσης. Δεδομένου ότι ο ίδιος ο καταγγέλλων είχε αξιολογήσει τις γνώσεις του σε μία από τις γλώσσες των υπό ένταξη χωρών (εν προκειμένω την πολωνική) ως «καλές» ή «πολύ καλές», η εξεταστική επιτροπή δεν μπόρεσε να συμπεριλάβει την αίτησή του στη σχετική βάση δεδομένων. Στην απάντησή της σε πρόταση φιλικής λύσης που υπέβαλε ο Διαμεσολαβητής, η EPSO εξήγησε ότι είχε την πρόθεση να εφαρμόσει τις ίδιες γλωσσικές απαιτήσεις με εκείνες που ορίζονται στο άρθρο 28 στοιχείο στ) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Προσέθεσε ότι, στο πλαίσιο των διαγωνισμών, η απαίτηση «πλήρους» γνώσης που προβλέπεται στο άρθρο 28 στοιχείο στ) του ΚΥΚ ερμηνεύθηκε υπό την έννοια ότι εξομοιώνεται με τη μητρική γλώσσα ή με άριστη γνώση άλλης γλώσσας, την οποία επιλέγει ο υποψήφιος, σε επίπεδο ισοδύναμο με εκείνο της μητρικής γλώσσας. Ως εκ τούτου, δεν επρόκειτο για την προσθήκη μιας πιο απαιτητικής και, ως εκ τούτου, πιο περιοριστικής προϋπόθεσης, αλλά απλώς για τον σαφέστερο ορισμό της «πλήρους» γνώσης. Η ερμηνεία αυτή ουδέποτε αμφισβητήθηκε στο πλαίσιο διαγωνισμών. Ωστόσο, εάν ο Διαμεσολαβητής θεωρήσει ότι θα πρέπει να συμπεριληφθεί εξήγηση σε οποιαδήποτε μελλοντική πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος την οποία ενδέχεται να κληθεί να διοργανώσει η EPSO, η EPSO θα εξετάσει το ενδεχόμενο να λάβει τα αναγκαία μέτρα.

1.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι εξηγήσεις που παρέχονται από την EPSO όσον αφορά την ανάγκη οι υποψήφιοι που απαντούν στην πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος να έχουν γνώση της εν λόγω γλώσσας ισοδύναμη με τη μητρική γλώσσα ή άριστη γνώση άλλης γλώσσας, την οποία επιλέγει ο υποψήφιος, σε επίπεδο ισοδύναμο με τη μητρική γλώσσα, φαίνεται να είναι εύλογες.

1.4 Ωστόσο, γεγονός παραμένει ότι η πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος απαιτούσε μόνο από τους υποψηφίους να διαθέτουν «πλήρη» γνώση της σχετικής γλώσσας. Όπως επισήμανε ο καταγγέλλων, μια «εξαιρετική» γνώση ενός πράγματος θεωρείται γενικά ότι υπερβαίνει μια «διεξοδική» γνώση. Είναι αληθές ότι το άρθρο 28, στοιχείο στ ́, του ΚΥΚ απαιτεί «πλήρη» γνώση μιας από τις γλώσσες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ότι το κριτήριο αυτό φαίνεται να έχει ερμηνευθεί, στο πλαίσιο διαγωνισμών, υπό την έννοια ότι απαιτεί άριστη γνώση ή γνώση της συγκεκριμένης γλώσσας σε επίπεδο μητρικής γλώσσας. Ωστόσο, από κανένα στοιχείο της πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος δεν φαίνεται να προκύπτει ότι το σχετικό κριτήριο έπρεπε να ερμηνευθεί κατά τον ίδιο τρόπο με την προαναφερθείσα απαίτηση του άρθρου 28, στοιχείο στ ́, του ΚΥΚ. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, ενώ το άρθρο 28 στοιχείο στ) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης απαιτεί «πλήρη» γνώση μιας γλώσσας και «ικανοποιητική» γνώση μιας άλλης, η πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος απαιτεί «πλήρη» γνώση μιας γλώσσας και «υγιή» γνώση μιας άλλης. Λόγω αυτής της διαφοράς στη διατύπωση, δύσκολα θα μπορούσε να αναμένεται από τους υποψηφίους να γνωρίζουν ότι η EPSO θα ερμήνευε τον όρο «μέσω» με τον τρόπο που τον ερμήνευε. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η EPSO δεν αποσαφήνισε επαρκώς τις γλωσσικές απαιτήσεις που ανέμενε να πληρούν οι υποψήφιοι. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης. Στο πλαίσιο αυτό θα διατυπωθούν επικριτικές παρατηρήσεις.

1.5 Δεδομένης της διαπίστωσης της Διαμεσολαβήτριας στο σημείο 1.3, δεν θα ήταν σκόπιμο να καταρτιστεί σχέδιο σύστασης με το οποίο να ζητείται από την EPSO να συμπεριλάβει το όνομα του καταγγέλλοντος στον πίνακα επιτυχόντων.

2 Διακρίσεις εις βάρος υπηκόων των παρόντων κρατών μελών

2.1 Ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι οι αιτούντες από τα σημερινά κράτη μέλη υφίστανται διακρίσεις, δεδομένου ότι οι αιτούντες από τις υπό ένταξη χώρες πρέπει να έχουν μόνο «καλή» γνώση της αγγλικής, της γαλλικής ή της γερμανικής γλώσσας.

2.2 Η EPSO απάντησε ότι το γεγονός ότι ένας υποψήφιος είναι υπήκοος ενός από τα υφιστάμενα κράτη μέλη δεν συνιστά λόγο αποκλεισμού. Όλοι οι υποψήφιοι είχαν ληφθεί υπόψη. Ωστόσο, κατά την άποψη της EPSO, δεν αποτέλεσε έκπληξη το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός υποψηφίων από τις χώρες που επρόκειτο να προσχωρήσουν στην ΕΕ συμπεριλήφθηκαν στην τελική βάση δεδομένων, δεδομένου ότι μεγαλύτερο ποσοστό των εν λόγω υποψηφίων πληρούσε τις προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τις γλωσσικές δεξιότητες.

2.3 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η EPSO φαίνεται να έχει εφαρμόσει τους ίδιους όρους σε όλους τους αιτούντες. Κατά την άποψή του, ο καταγγέλλων δεν απέδειξε ότι η EPSO εισήγαγε διακρίσεις εις βάρος υπηκόων των σημερινών κρατών μελών.

3 Συμπέρασμα

3.1 Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την παρούσα καταγγελία, είναι αναγκαίο να διατυπωθούν οι ακόλουθες επικριτικές παρατηρήσεις:

Η πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος απαιτούσε μόνο από τους υποψηφίους να διαθέτουν «πλήρη» γνώση της σχετικής γλώσσας. Υπό το πρίσμα των εξηγήσεων που παρασχέθηκαν από την EPSO, φαίνεται εύλογο να απαιτείται από τους υποψηφίους να έχουν άριστη γνώση της γλώσσας αυτής ή σε επίπεδο μητρικής γλώσσας. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η EPSO δεν αποσαφήνισε επαρκώς τις γλωσσικές απαιτήσεις που ανέμενε να πληρούν οι υποψήφιοι. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

3.2 Στην απάντησή της στην πρόταση της Διαμεσολαβήτριας για φιλική λύση, η EPSO επισήμανε ότι, εάν η Διαμεσολαβήτρια θεωρήσει ότι θα πρέπει να συμπεριληφθεί εξήγηση σε μελλοντικές προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος, η EPSO θα εξετάσει το ενδεχόμενο να λάβει τα αναγκαία μέτρα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν απαιτούνται περαιτέρω ενέργειες στην παρούσα υπόθεση.

3.3 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση. Ο διευθυντής της EPSO θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!