# Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 341/2003/GG κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
- Φωτογράφος: Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής
- Hμερομηνία : null
- [URL](https://www.ombudsman.europa.eu/el/decision/el/1865)
---
Στρασβούργο, 11 Νοεμβρίου 2003
Αξιότιμε κ. G.,
Στις 10 Φεβρουαρίου 2003, υποβάλατε καταγγελία κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τον χειρισμό από την τελευταία καταγγελίας κατά της Γερμανίας που είχατε υποβάλει στην Επιτροπή.
Στις 21 Φεβρουαρίου 2003, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής διαβίβασε την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Με επιστολή της 24ης Φεβρουαρίου 2003, διαβιβάσατε στον Διαμεσολαβητή συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία σας, τις οποίες ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε στην Επιτροπή στις 6 Μαρτίου 2003.
Στις 7 Μαΐου 2003, μου αποστείλατε επιστολή με την οποία ζητούσατε την ταχεία έκδοση απόφασης επί της καταγγελίας σας ή τη λήψη προσωρινών μέτρων. Στην απάντησή μου της 8ης Μαΐου 2003, εξήγησα ότι είχε ζητηθεί από την Επιτροπή να υποβάλει τη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία έως τις 31 Μαΐου 2003 και ότι η γνώμη αυτή θα σας διαβιβαζόταν το συντομότερο δυνατόν. Σας ενημέρωσα επίσης ότι ο Διαμεσολαβητής δεν είχε την εξουσία να εκδίδει δεσμευτικές εντολές προς άλλα θεσμικά όργανα ή να λαμβάνει προσωρινά μέτρα. Αντίγραφο της επιστολής σας της 7ης Μαΐου 2003 και της απάντησής μου σε αυτήν διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή προς ενημέρωσή της.
Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της (με ημερομηνία 13 Μαΐου 2003) στις 23 Μαΐου 2003. Σας τη διαβίβασα στις 28 Μαΐου 2003 με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις.
Στις 30 Μαΐου 2003, μου αποστείλατε νέα καταγγελία κατά της Γερμανίας, η οποία απευθυνόταν στην Επιτροπή. Επιβεβαίωσα την παραλαβή της εν λόγω επιστολής στις 5 Ιουνίου 2003, εκφράζοντας την άποψη ότι η εν λόγω επιστολή μου είχε αποσταλεί προς ενημέρωσή μου. Στην απάντησή σας της 11ης Ιουνίου 2003, μου ζητήσατε να διαβιβάσω την επιστολή σας της 30ής Μαΐου 2003 στην Επιτροπή. Το έπραξα στις 20 Ιουνίου 2003.
Στις 30 Ιουνίου 2003, μου διαβιβάσατε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής. Στις 23 Ιουλίου 2003, αποστείλατε συμπληρωματικές παρατηρήσεις.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
-----------
Ο καταγγέλλων, Γερμανός πολίτης, μεταβίβασε τίτλους που διατηρούσε στην Volksbank Freiburg (γερμανική τράπεζα) σε ελβετική τράπεζα. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, επρόκειτο για συνήθη συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε ανοικτά και στο όνομά του. Σύμφωνα πάντα με τον καταγγέλλοντα, η μεταφορά πραγματοποιήθηκε επειδή οι τίτλοι ήταν απαραίτητοι για την εξασφάλιση δανείων από την ελβετική τράπεζα, επειδή η ελβετική τράπεζα προσέφερε πιο συμφέροντα προϊόντα, καλύτερες συμβουλές σχετικά με τους τίτλους, ευρύτερο φάσμα υπηρεσιών και ταχύτερο και πιο αξιόπιστο χειρισμό των εργασιών από τη γερμανική τράπεζα και λόγω της ασφάλειας που προσέφερε ο λογαριασμός στην ελβετική τράπεζα.
Κατά τη διάρκεια έρευνας σχετικά με παράνομες συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στη Volksbank Freiburg βάσει εντάλματος έρευνας που εκδόθηκε στις 22 Απριλίου 1998, η φορολογική αρχή του Freiburg-Land ανακάλυψε επίσης έγγραφα σχετικά με την εν λόγω μεταβίβαση. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η φορολογική αρχή υπερέβη την εντολή της, η οποία περιοριζόταν στην εξέταση συναλλαγών που είχαν πραγματοποιηθεί ανώνυμα. Στη συνέχεια, η φορολογική αρχή του Freiburg-Land διαβίβασε τις πληροφορίες που είχε ανακαλύψει στη φορολογική αρχή της Στουτγάρδης Ι, η οποία είναι αρμόδια για τον καταγγέλλοντα. Στη συνέχεια, η τελευταία κίνησε τη δική της φορολογική έρευνα κατά του καταγγέλλοντος, η κατοικία και το γραφείο του οποίου αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας. Ως αποτέλεσμα αυτής της έρευνας, η φορολογική αρχή της Στουτγάρδης I τροποποίησε τις φορολογικές επιβαρύνσεις του καταγγέλλοντος για τα έτη 1989 έως 1999 και καθόρισε υψηλότερη προκαταβολή επί των φόρων που οφείλονταν για το 2001. Όσον αφορά τις αποφάσεις αυτές, η καταγγέλλουσα ζήτησε από το Finanzgericht Baden-Württemberg την αναστολή της διαδικασίας. Με αποφάσεις της 16ης Απριλίου 2002, το Finanzgericht απέρριψε τις αιτήσεις αυτές. Στις 30 Ιουλίου 2002 το Finanzgericht απέρριψε το αίτημα της ενάγουσας να γίνει δεκτή προσφυγή ενώπιον του Bundesfinanzhof. Τα σχετικά πραγματικά περιστατικά είχαν επίσης ως αποτέλεσμα την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του καταγγέλλοντος.
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η μεταφορά που πραγματοποίησε καλυπτόταν από την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων. Ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια αρχική υπόνοια (\<\<Anfangsverdacht\>\>) φοροδιαφυγής. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι οι γερμανικές φορολογικές αρχές υποπτεύονται ότι τυχόν μεταφορές σε άλλες χώρες είναι δυνητικά καταχρηστικές. Μια τέτοια προσέγγιση ήταν πιθανό να αποτρέψει τους πολίτες από το να επωφεληθούν από την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων (\<\<αποτρεπτικό αποτέλεσμα\>\>). Ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι οι εθνικές αρχές έπρεπε να λάβουν υπόψη το συμφέρον της Κοινότητας για την απρόσκοπτη ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων πέραν των συνόρων. Κατά την καταγγέλλουσα, η φορολογική αρχή και το Finanzgericht δεν το έπραξαν εν προκειμένω. Κατά την καταγγέλλουσα, το Finanzgericht είχε αντιταχθεί στη μεταβίβαση των τίτλων με το αιτιολογικό ότι πραγματοποιήθηκε χωρίς οικονομικό λόγο. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η απαίτηση οικονομικού λόγου για τις συναλλαγές αυτές συνιστούσε συγκεκαλυμμένο περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων. Επιπλέον, θεωρεί ότι υφίσταται δυσμενής διάκριση, δεδομένου ότι δεν απαιτείται οικονομικός λόγος για τη μεταβίβαση σε γερμανική τράπεζα και ότι δεν λαμβάνονται υπόψη λόγοι μη οικονομικού χαρακτήρα. Τέλος, η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι τα μέτρα που έλαβαν οι γερμανικές φορολογικές αρχές ήταν δυσανάλογα, δεδομένου ότι το Amtsgericht Freiburg, το οποίο είχε εγκρίνει την έρευνα στη Volksbank Freiburg, είχε τονίσει ότι η έρευνα έπρεπε να περιοριστεί σε συναλλαγές που είχαν πραγματοποιηθεί ανώνυμα ή με τη χρήση ψευδών ονομασιών. Ως εκ τούτου, υπήρχε απόλυτη απαγόρευση χρήσης πληροφοριών σχετικά με τη μεταφορά του, οι οποίες είχαν ανακαλυφθεί με την ευκαιρία της παρούσας έρευνας.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στην Επιτροπή (αριθμός αναφοράς καταγγελίας 2002/5041) για να καταγγείλει ότι η απόφαση του Finanzgericht της 30ής Ιουλίου 2002 παραβίαζε τους κανόνες της συνθήκης ΕΚ σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων πρότεινε την κίνηση διαδικασίας βάσει του άρθρου 226 από την Επιτροπή. Στην απάντησή της της 19ης Νοεμβρίου 2002, η Επιτροπή επισήμανε τα εξής: \<\<Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το Finanzgericht θα είχε δικαιολογήσει μια συγκεκριμένη αρχική υποψία φοροδιαφυγής στην περίπτωσή σας με το γεγονός ότι δεν υπήρχε οικονομικός λόγος για τη μεταβίβαση των τίτλων ή ότι θα είχε ακόμη θεσπίσει μια γενική απαίτηση τέτοιου οικονομικού λόγου σε περίπτωση μεταβιβάσεων στο εξωτερικό.\>\> Κατά την άποψη της Επιτροπής, το γερμανικό δικαστήριο είχε κρίνει ότι μια τέτοια υποψία ήταν δικαιολογημένη μόνο όταν η σχετική συναλλαγή φαινόταν αντιοικονομική. Η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, ως εκ τούτου, πρότεινε να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο, εκτός εάν ο καταγγέλλων μπορούσε να προβάλει νέα επιχειρήματα ή αποδεικτικά στοιχεία.
Η καταγγέλλουσα θεώρησε ότι, με το από 19 Νοεμβρίου 2002 έγγραφό της, η Επιτροπή είχε παραποιήσει την απόφαση του Finanzgericht, αντικαθιστώντας τη θέση του τελευταίου με ένα επιχείρημα που είχε προβάλει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας η φορολογική αρχή της Στουτγάρδης Ι, το οποίο δεν είχε υιοθετήσει το Finanzgericht.
Ο καταγγέλλων εξέφρασε την αντίθεσή του στην άποψη της Επιτροπής σε αρκετές περαιτέρω επιστολές. Ωστόσο, στις απαντήσεις της της 13ης Ιανουαρίου και της 3ης Φεβρουαρίου 2003, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τη θέση της.
Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων (1) αντιτίθεται στην άρνηση της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία βάσει του άρθρου 226 και (2) ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή έχει παραποιήσει τα πραγματικά περιστατικά.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
---------
**Η γνώμη της Επιτροπής**
Στη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
*1. Πλαίσιο της υπόθεσης*
Σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, οι φορολογικές έρευνες μπορούν να βασίζονται μόνο σε επαρκώς ουσιαστικές αρχικές υπόνοιες για κάποια μορφή φοροδιαφυγής (\<\<steuerrechtlicher Anfangsverdacht\>\>). Το Bundesfinanzhof (ανώτατο γερμανικό φορολογικό δικαστήριο) αποφάσισε στις 6 Φεβρουαρίου 2001 ότι κάθε φορολογική έρευνα που βασίζεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι υπήρξε διασυνοριακή μεταφορά περιουσιακών στοιχείων από ημεδαπό σε αλλοδαπό τραπεζικό λογαριασμό παραβιάζει την ελευθερία κινήσεων κεφαλαίων που προστατεύεται από το άρθρο 56 της Συνθήκης ΕΚ.
Σε προηγούμενη καταγγελία του προς την Επιτροπή στις 3 Σεπτεμβρίου 2001 (αριθ. αναφοράς 2001/5037), ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι τα μέτρα που ελήφθησαν τόσο κατά της τράπεζάς του όσο και κατά του ιδίου (δηλαδή εκτέλεση εντάλματος έρευνας και δήμευση εγγράφων) ήταν παράνομα. Δεδομένου ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις παράβασης του άρθρου 56 της συνθήκης ΕΚ, η υπόθεση περατώθηκε από την Επιτροπή στις 25 Ιανουαρίου 2002.
Στη συνέχεια, ο προσφεύγων υπέβαλε νέα διοικητική ένσταση (αριθ. αναφοράς 2002/5041), με την οποία προσέβαλε τις αποφάσεις του Finanzgericht Baden-Württemberg της 16ης Απριλίου 2002 και, ειδικότερα, την απόφαση του Finanzgericht της 30ής Ιουλίου 2002, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του περί ακυρώσεως των αποφάσεων της 16ης Απριλίου 2002. Ο καταγγέλλων συνήγαγε από την απόφαση της 30ής Ιουλίου 2002 ότι, κατά γενικό κανόνα, το δικαστήριο απαιτούσε *οικονομικούς* λόγους για τις διασυνοριακές μεταβιβάσεις τίτλων, πράγμα που συνιστούσε συγκεκαλυμμένο περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 58 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ.
*2. Ιστορικό της υπόθεσης*
Η καταγγελία (αριθ. αναφοράς 2002/5041) υποβλήθηκε από τον καταγγέλλοντα στις 2 Σεπτεμβρίου 2002. Στις 27 Σεπτεμβρίου 2002, ζητήθηκε από τον καταγγέλλοντα να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες. Οι πληροφορίες αυτές εστάλησαν στις 8 Οκτωβρίου 2002. Από ανάλυση των υπηρεσιών της Επιτροπής προέκυψε ότι δεν υπήρχε καμία ένδειξη αυθαίρετης διάκρισης κατά των μεταφορών προς ξένες χώρες κατά την έννοια του άρθρου 58 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ. Στις 19 Νοεμβρίου 2002, και με την έγκριση της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε για την πρόθεση της Επιτροπής να θέσει την υπόθεση στο αρχείο. Αφού ο καταγγέλλων υπέβαλε περαιτέρω παρατηρήσεις στις 28 Νοεμβρίου 2002 και στις 23 Δεκεμβρίου 2002, η Επιτροπή τον πληροφόρησε ότι εμμένει στη θέση της ότι η υπόθεση πρέπει να τεθεί στο αρχείο.
*3. Η θέση της Επιτροπής σχετικά με τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος*
Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε σε αιτιάσεις σχετικά με τη νομιμότητα διαφόρων ενταλμάτων έρευνας. Όλα αυτά τα παράπονα είχαν αποτελέσει αντικείμενο δικαστικών αποφάσεων. Το ένταλμα έρευνας που εκτελέστηκε κατά της τράπεζας του ενάγοντος στο Freiburg ακυρώθηκε με απόφαση του Landgericht Freiburg της 26ης Ιανουαρίου 2000. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι αυτό οδήγησε σε απόλυτη απαγόρευση της χρήσης αποδεικτικών στοιχείων που αποκτήθηκαν κατ' αυτόν τον τρόπο, έπρεπε να επισημανθεί ότι δεν υπήρχε σαφής διάταξη στο γερμανικό δίκαιο που να αποκλείει αυτομάτως την εξέταση πληροφοριών που αποκτήθηκαν παράνομα (\<\<φρούτα του δηλητηριώδους δέντρου\>\>), αλλά μόνο ειδική νομολογία. Ο προσφεύγων είχε προσφύγει ενώπιον του Landgericht Stuttgart κατά των μέτρων φορολογικού ελέγχου που έλαβε η φορολογική αρχή της Στουτγάρδης εις βάρος του. Το δικαστήριο απέρριψε αυτή την καταγγελία στις 19 Ιανουαρίου 2001. Η νομιμότητα της κατασχέσεως των εγγράφων του ενάγοντος επιβεβαιώθηκε με απόφαση του Amtsgericht Stuttgart της 23ης Ιανουαρίου 2001.
Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 του Καταστατικού του Διαμεσολαβητή, η καταγγελία ήταν απαράδεκτη όσον αφορά τα ζητήματα που καλύπτονται από τις εν λόγω νομικές διαδικασίες.
Όσον αφορά την ένσταση του καταγγέλλοντος κατά της άρνησης της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία βάσει του άρθρου 226 της συνθήκης ΕΚ, έπρεπε να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, η Επιτροπή διέθετε διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει αν θα κινήσει ή όχι μια τέτοια διαδικασία.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι το Finanzgericht, με την απόφασή του της 30ής Ιουλίου 2002, κακώς δέχθηκε συγκεκριμένη αρχική υπόνοια φοροδιαφυγής στην περίπτωσή του, με την αιτιολογία ότι δεν υφίστατο οικονομικός λόγος για τη μεταβίβαση τίτλων, η απόφαση του δικαστηρίου έχει ως εξής:[(1)](#(1)){#Footnote1}
> \<\<Η απόφαση της γερουσίας \[στις αποφάσεις της 16ης Απριλίου 2002\] ότι η μεταβίβαση των τίτλων σε αλλοδαπή τράπεζα πραγματοποιήθηκε χωρίς οικονομικό λόγο ήταν καθοριστικής σημασίας. (...) Δεδομένου ότι η έλλειψη οικονομικού λόγου ήταν καθοριστική για την απόφαση της Γερουσίας, δεν έχει σημασία το γεγονός ότι είχε μεταβιβαστεί μόνο ένα μέρος της κατάθεσης.\>\>
Αναφέρθηκε στις προγενέστερες αποφάσεις του Finanzgericht της 16ης Απριλίου 2002, οι οποίες είχαν αμφότερες ως εξής:
> \<\<Επιπλέον, κατά την άποψη της Γερουσίας, δεν αποτελεί συνήθη τραπεζική πρακτική σε σχέση με τις αλλοδαπές χώρες η μεταφορά υφιστάμενης κατάθεσης στο σύνολό της σε αλλοδαπή τράπεζα χωρίς προφανή οικονομικό λόγο. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο οφειλέτης και ο πιστωτής παραμένουν οι ίδιοι, αλλάζει μόνο η διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων. Αντιθέτως, υπό τις συνθήκες αυτές, η Γερουσία διατηρεί την αρχική υποψία φοροδιαφυγής.\>\>
Η σημασία της φράσης \<\<δεν υπάρχει προφανής οικονομικός λόγος\>\> και της φράσης \<\<δεν υπάρχει οικονομικός λόγος\>\> στο πλαίσιο αυτό κατέστη εμφανής κατά την εξέταση του τμήματος Ι των αποφάσεων της 16ης Απριλίου 2002, το οποίο έχει ως εξής:
> \<\<\[Το Finanzamt Stuttgart I\] ισχυρίζεται ως δικαιολογητικό λόγο ότι η έρευνα των φορολογικών ελεγκτών βασίστηκε σε νόμιμες ενέργειες έρευνας: Ο \[καταγγέλλων\] είχε μεταβιβάσει σε αλλοδαπή χώρα κατάθεση αποτελούμενη από τίτλους σταθερού επιτοκίου. Δεν υπήρχαν οικονομικοί λόγοι για να γίνει αυτό, διότι το κόστος αυτής της κατάθεσης ήταν υψηλότερο στο εξωτερικό.\>\>
Στο πλαίσιο αυτό, τα πραγματικά περιστατικά δεν απέδειξαν ότι το Finanzgericht είχε στηρίξει μια συγκεκριμένη αρχική υπόνοια φοροδιαφυγής στην περίπτωση του καταγγέλλοντος στο γεγονός ότι δεν υπήρχε οικονομικός λόγος για τη μεταβίβαση τίτλων ή ακόμη είχε προβλέψει μια γενική απαίτηση για την ύπαρξη οικονομικού λόγου για διασυνοριακές μεταβιβάσεις. Μετά από διεξοδική ανάλυση όλων των δικαστικών αποφάσεων που υποβλήθηκαν, κατέστη προφανές ότι το δικαστήριο δέχεται μια αρχική υπόνοια φοροδιαφυγής εάν η οικεία διασυνοριακή μεταφορά είναι οικονομικά δυσμενής. Η φορολογική αρχή στην υπό κρίση υπόθεση υποστήριξε αδιαμφισβήτητα ότι τα έξοδα της αλλοδαπής κατάθεσης ήταν υψηλότερα από τα έξοδα που χρέωνε η γερμανική τράπεζα. Ως εκ τούτου, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, η έρευνα κατά του καταγγέλλοντος βασίστηκε στο γεγονός ότι η μεταβίβαση ήταν *οικονομικά δυσμενής* και όχι στο γεγονός ότι έλειπε οικονομικός λόγος.
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν οικονομικοί ή μη οικονομικοί λόγοι για τη μεταβίβαση που είχε πραγματοποιήσει. Ωστόσο, τέτοιοι πιθανοί λόγοι ήταν άγνωστοι κατά τον χρόνο που προέκυψαν οι αρχικές υποψίες.
Το άρθρο 58 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ ορίζει ότι οι διατάξεις του άρθρου 56 που κατοχυρώνουν την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων δεν θίγουν το δικαίωμα των κρατών μελών να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την πρόληψη των παραβάσεων των εθνικών νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, ιδίως στον τομέα της φορολογίας. Από τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή δεν προέκυπτε ότι η φορολογική αρχή ή το Finanzgericht επικαλέστηκαν απλώς τον διασυνοριακό χαρακτήρα της μεταβιβάσεως τίτλων προκειμένου να στοιχειοθετήσουν μια πρώτη υπόνοια φοροδιαφυγής. Αντιθέτως, οι έρευνες βασίστηκαν στο γεγονός ότι η μεταβίβαση του καταγγέλλοντος φαινόταν οικονομικά δυσμενής εκείνη την περίοδο και ότι ο καταγγέλλων είχε αρνηθεί να παράσχει περαιτέρω διευκρινίσεις.
Η Επιτροπή διέθετε διακριτική ευχέρεια προκειμένου να αποφασίσει αν θα κινήσει ή όχι διαδικασία λόγω παραβάσεως. Στην περίπτωση του καταγγέλλοντος, η απόφαση αυτή δεν βασίστηκε σε παραποίηση των πραγματικών περιστατικών, αλλά στην ερμηνεία των πληροφοριών που παρασχέθηκαν από τον καταγγέλλοντα.
**Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος**
Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του και υπέβαλε τις ακόλουθες περαιτέρω παρατηρήσεις:
Από την απόφαση του Bundesfinanzhof της 6ης Φεβρουαρίου 2001 προκύπτει ότι ο φορολογικός έλεγχος μπορεί να βασιστεί μόνο σε μια αρκετά σημαντική αρχική υπόνοια φοροδιαφυγής (\<\<steuerrechtlicher Anfangsverdacht\>\>). Αυτό σήμαινε ότι οι εν λόγω φορολογικές έρευνες θα μπορούσαν να βασιστούν μόνο στο γεγονός ότι υπήρξε *ανώνυμη* μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από υπήκοο σε αλλοδαπή τράπεζα. Κατά τη νομολογία του Bundesfinanzhof, το ζήτημα αν υπήρχε οικονομικός λόγος για τη μεταβίβαση στην αλλοδαπή ή αν η μεταβίβαση φαινόταν να είναι οικονομικά δυσμενής δεν ασκεί επιρροή.
Σύμφωνα με επιστολή της φορολογικής αρχής του Freiburg-Land προς τη φορολογική αρχή της Στουτγάρδης, η φορολογική έρευνα είχε ξεκινήσει στην παρούσα υπόθεση \<\<δεδομένου ότι η μεταβίβαση τίτλων σταθερού επιτοκίου σε κατάθεση σε ξένη χώρα δεν είχε νόημα από οικονομική άποψη και δεδομένου ότι η μεταβίβαση είχε πραγματοποιηθεί σε άμεση χρονική γειτνίαση με την καθιέρωση της έκπτωσης των τόκων (\<\<Zinsabschlag\>\>) \[στη Γερμανία\]. Τα έγγραφα \[που αφορούν τον καταγγέλλοντα\] αντιμετωπίστηκαν ως έγγραφα που βρέθηκαν τυχαία (\<\<Zufallsfunde\>\>), δεδομένου ότι δεν καλύπτονταν από \[το ένταλμα έρευνας\]\>\>.
Στις 4 Σεπτεμβρίου 1998, το Amtsgericht Freiburg απέρριψε το αίτημα της φορολογικής αρχής του ομόσπονδου κράτους του Freiburg να επικυρωθεί η κατάσχεση των εγγράφων αυτών. Το δικαστήριο υποστήριξε ότι διαφορετικά οι περιορισμοί που είχαν επιβληθεί στο ένταλμα έρευνας που εκδόθηκε στις 22 Απριλίου 1998 θα καθίσταντο άνευ αντικειμένου. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Landgericht Freiburg στις 4 Μαρτίου 1999. Παρά τις αποφάσεις αυτές, τα σχετικά έγγραφα διαβιβάστηκαν στη φορολογική αρχή της Στουτγάρδης Ι στις 9 Αυγούστου 1999. Τούτο συνιστούσε ήδη παραβίαση της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων.
Αφού το Landgericht Freiburg ακύρωσε, στις 26 Ιανουαρίου 2000, την απόφαση περί εγκρίσεως του εντάλματος έρευνας της 22ας Απριλίου 1998, τα σχετικά έγγραφα επιστράφηκαν στη Volksbank Freiburg. Κατά τον χρόνο εκείνο, προφανώς αγνοήθηκε το γεγονός ότι αντίγραφα των εγγράφων αυτών είχαν ήδη διαβιβαστεί στη φορολογική αρχή της Στουτγάρδης. Αυτό συνιστούσε επίσης παραβίαση της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων του καταγγέλλοντος.
Στις 14 Νοεμβρίου 2000, η φορολογική αρχή της Στουτγάρδης ζήτησε την έκδοση εντάλματος έρευνας και κατασχέσεως. Η αρχική υποψία στηριζόταν στο γεγονός ότι είχε πραγματοποιηθεί μεταβίβαση τίτλων σε ελβετικό λογαριασμό.
Κατά τον χρόνο της κατασχέσεως των εγγράφων, στις 26 Ιουνίου 1998, δεν είχε εξεταστεί καθόλου το ζήτημα αν η μεταβίβαση αυτή ήταν οικονομικά ασύμφορη. Το ζήτημα αυτό κατέστη κρίσιμο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Finanzgericht περί τα τέλη του 2001 και το 2002, δεδομένου ότι η φορολογική αρχή της Στουτγάρδης I είχε επικαλεστεί την προβαλλόμενη έλλειψη οικονομικού σκοπού της μεταβιβάσεως. Δεν ήταν νόμιμο να προβάλλουμε αυτό το ζήτημα πίσω στο 1998. Ο καταγγέλλων δεν είχε απαντήσει αρχικά στο ζήτημα αυτό το 2001/2002, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Bundesfinanzhof και του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, δεν είχε σημασία για τους σκοπούς της αρχικής υπόνοιας.
Η απαίτηση να υπάρχει οικονομικός λόγος για τη μεταφορά στο εξωτερικό ή να μην φαίνεται η μεταφορά αυτή οικονομικά δυσμενής συνιστά αυθαίρετη διάκριση καθώς και συγκεκαλυμμένο περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων κατά την έννοια του άρθρου 58 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
---------
**1 Εισαγωγικές παρατηρήσεις**
1.1 Ο καταγγέλλων, Γερμανός πολίτης, μεταβίβασε τίτλους που διατηρούσε στην Volksbank Freiburg (γερμανική τράπεζα) σε ελβετική τράπεζα. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, επρόκειτο για συνήθη συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε ανοικτά και στο όνομά του. Κατά τη διάρκεια έρευνας σχετικά με παράνομες συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στη Volksbank Freiburg βάσει εντάλματος έρευνας που εκδόθηκε στις 22 Απριλίου 1998, η φορολογική αρχή του Freiburg-Land ανακάλυψε επίσης έγγραφα σχετικά με την εν λόγω μεταβίβαση. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η φορολογική αρχή υπερέβη την εντολή της, η οποία περιοριζόταν στην εξέταση συναλλαγών που είχαν πραγματοποιηθεί ανώνυμα. Στη συνέχεια, η φορολογική αρχή του Freiburg-Land διαβίβασε τις πληροφορίες που είχε ανακαλύψει στη φορολογική αρχή της Στουτγάρδης Ι, η οποία είναι αρμόδια για τον καταγγέλλοντα. Στη συνέχεια, η τελευταία κίνησε τη δική της φορολογική έρευνα κατά του καταγγέλλοντος, η κατοικία και το γραφείο του οποίου αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας. Ως αποτέλεσμα αυτής της έρευνας, η φορολογική αρχή της Στουτγάρδης I τροποποίησε τις φορολογικές επιβαρύνσεις του καταγγέλλοντος για τα έτη 1989 έως 1999 και καθόρισε υψηλότερη προκαταβολή επί των φόρων που οφείλονταν για το 2001. Όσον αφορά τις αποφάσεις αυτές, η καταγγέλλουσα ζήτησε από το Finanzgericht Baden-Württemberg την αναστολή της διαδικασίας. Με αποφάσεις της 16ης Απριλίου 2002, το Finanzgericht απέρριψε τις αιτήσεις αυτές. Στις 30 Ιουλίου 2002 το Finanzgericht απέρριψε το αίτημα της ενάγουσας να γίνει δεκτή προσφυγή ενώπιον του Bundesfinanzhof. Στις 2 Σεπτεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ωστόσο, με επιστολή της 19ης Νοεμβρίου 2002, η Επιτροπή πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι δεν έβλεπε κανένα λόγο για τον οποίο θα έπρεπε να παρέμβει. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε τη θέση αυτή με περαιτέρω επιστολές της 13ης Ιανουαρίου και της 3ης Φεβρουαρίου 2003.
1.2 Στην καταγγελία του προς το Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όφειλε να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει βάσει του άρθρου 226 της Συνθήκης ΕΚ. Ο καταγγέλλων θεωρεί ότι οι γερμανικές φορολογικές αρχές και το Finanzgericht παραβίασαν την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων στην περίπτωσή του.
1.3 Προς αποφυγή κάθε αμφιβολίας, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το άρθρο 195 της Συνθήκης ΕΚ εξουσιοδοτεί τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή να λαμβάνει καταγγελίες σχετικά με περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των κοινοτικών οργάνων και οργανισμών, με εξαίρεση το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων. Ως εκ τούτου, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής δεν έχει εντολή να εξετάζει καταγγελίες κατά άλλων θεσμικών οργάνων ή οργανισμών, όπως οι εθνικές φορολογικές αρχές ή τα δικαστήρια. Ως εκ τούτου, η παρούσα απόφαση αφορά αποκλειστικά την καταγγελία κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
1.4 Στη γνώμη της, η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι αιτιάσεις σχετικά με τη νομιμότητα των διαφόρων ενταλμάτων έρευνας στα οποία αναφέρθηκε ο καταγγέλλων αποτέλεσαν αντικείμενο δικαστικών αποφάσεων. Κατά την άποψη της Επιτροπής, και σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή[(2)](#(2)){#Footnote2}, η καταγγελία είναι απαράδεκτη όσον αφορά τα ζητήματα που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας.
1.5 Πρέπει να σημειωθεί ότι από το άρθρο 1 παράγραφος 3 και το άρθρο 2 παράγραφος 7 του Καταστατικού του Διαμεσολαβητή προκύπτει ότι ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ορθότητα της απόφασης ενός δικαστηρίου και ότι πρέπει να κηρύξει μια καταγγελία απαράδεκτη εάν τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν από τον καταγγέλλοντα έχουν ήδη εξεταστεί από δικαστήριο. Ωστόσο, η υπό κρίση αιτίαση αφορά την απόφαση της Επιτροπής να μην κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Γερμανίας. Δεδομένου ότι η απόφαση αυτή δεν φαίνεται να έχει αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας, οι αμφιβολίες της Επιτροπής ως προς το παραδεκτό δεν είναι βάσιμες.
1.6 Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η υπόθεση του καταγγέλλοντος βασίζεται στην παραδοχή ότι οι αποφάσεις των γερμανικών φορολογικών αρχών που φαίνεται να έχουν αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας και, τελικά, οι αποφάσεις γερμανικού δικαστηρίου παραβιάζουν το κοινοτικό δίκαιο. Το γεγονός αυτό θα ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση των ισχυρισμών του καταγγέλλοντος (βλ. 2.3 κατωτέρω).
**2 Μη κίνηση διαδικασίας επί παραβάσει**
2.1 Ο καταγγέλλων αντιτίθεται στην άρνηση της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Γερμανίας βάσει του άρθρου 226 της συνθήκης ΕΚ. Κατά την άποψή του, η πραγματοποιηθείσα από αυτόν μεταφορά εμπίπτει στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων. Ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια αρχική υπόνοια (\<\<Anfangsverdacht\>\>) φοροδιαφυγής. Η καταγγέλλουσα υποστηρίζει ότι οι φορολογικές αρχές και το Finanzgericht δεν έλαβαν υπόψη το κοινοτικό συμφέρον για την απρόσκοπτη διασυνοριακή ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων. Κατά την καταγγέλλουσα, το Finanzgericht αμφισβήτησε τη μεταβίβαση των τίτλων με το αιτιολογικό ότι πραγματοποιήθηκε χωρίς οικονομικό λόγο. Ο καταγγέλλων θεωρεί ότι μια τέτοια προσέγγιση συνιστά συγκεκαλυμμένο περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι υφίστατο δυσμενής διάκριση, δεδομένου ότι δεν απαιτούνταν οικονομικός λόγος για τη μεταβίβαση σε γερμανική τράπεζα και ότι δεν ελήφθησαν υπόψη λόγοι μη οικονομικής φύσεως. Τέλος, η καταγγέλλουσα θεωρεί ότι τα μέτρα που έλαβαν οι γερμανικές φορολογικές αρχές ήταν δυσανάλογα, δεδομένου ότι το Amtsgericht Freiburg, το οποίο είχε εγκρίνει την έρευνα στη Volksbank Freiburg, είχε τονίσει ότι η έρευνα έπρεπε να περιοριστεί σε συναλλαγές που είχαν πραγματοποιηθεί ανώνυμα ή με τη χρήση ψευδών ονομασιών. Ως εκ τούτου, κατά την άποψή του, υπήρχε απόλυτη απαγόρευση χρήσης των πληροφοριών σχετικά με τη μεταφορά του, οι οποίες είχαν ανακαλυφθεί κατά την παρούσα έρευνα.
2.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι αιτιάσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με τη νομιμότητα διαφόρων ενταλμάτων έρευνας αποτέλεσαν αντικείμενο δικαστικών αποφάσεων. Το ένταλμα έρευνας που εκτελέστηκε κατά της τράπεζας του ενάγοντος στο Freiburg ακυρώθηκε με απόφαση του Landgericht Freiburg. Ωστόσο, κατά την Επιτροπή, στο γερμανικό δίκαιο δεν υπήρχε σαφής διάταξη που να αποκλείει αυτομάτως την εξέταση των παρανόμως αποκτηθεισών πληροφοριών (θεωρία του \<\<καρπού του δηλητηριώδους δέντρου\>\>), αλλά μόνο ειδική νομολογία. Επιπλέον, η Επιτροπή θεωρεί ότι από τα πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει ότι το Finanzgericht στήριξε μια συγκεκριμένη αρχική υπόνοια φοροδιαφυγής στην περίπτωση της καταγγέλλουσας στο γεγονός ότι δεν υπήρχε οικονομικός λόγος για τη μεταβίβαση τίτλων ούτε καν προέβλεψε μια γενική απαίτηση για την ύπαρξη οικονομικού λόγου για τις διασυνοριακές μεταβιβάσεις. Από τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή δεν προέκυπτε ότι η φορολογική αρχή ή το Finanzgericht επικαλέστηκαν απλώς τον διασυνοριακό χαρακτήρα της μεταβιβάσεως τίτλων προκειμένου να στοιχειοθετήσουν μια πρώτη υπόνοια φοροδιαφυγής. Αντιθέτως, οι έρευνες βασίστηκαν στο γεγονός ότι η μεταβίβαση του καταγγέλλοντος φαινόταν οικονομικά δυσμενής εκείνη την περίοδο και ότι ο καταγγέλλων είχε αρνηθεί να παράσχει περαιτέρω διευκρινίσεις.
2.3 Πρέπει να σημειωθεί εκ προοιμίου ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει την εξουσία να παραπέμψει μια υπόθεση στο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 226 της συνθήκης ΕΚ μόνο εάν κρίνει ότι υπάρχει παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι τα προαναφερθέντα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή για να στηρίξει την άποψή της ότι δεν υπάρχει παράβαση φαίνονται εύλογα. Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής εκτιμά ότι η εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία των αποφάσεων που εξέδωσε το Finanzgericht είναι ορθή. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων υποστηρίζει ότι η εικαζόμενη απουσία οικονομικού σκοπού της σχετικής μεταβίβασης τέθηκε για πρώτη φορά στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Finanzgericht το 2001/2002 και ότι δεν ήταν θεμιτό να προβληθεί το ζήτημα αυτό το 1998 όταν διενεργήθηκε η πρώτη έρευνα. Επομένως, προβάλλοντας το επιχείρημα αυτό, η καταγγέλλουσα αμφισβητεί λυσιτελώς την ορθότητα των αποφάσεων του Finanzgericht της 16ης Απριλίου 2002 και της 30ής Ιουλίου 2002. Ωστόσο, και όπως αναφέρεται στο σημείο 1.5 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ορθότητα της απόφασης του δικαστηρίου. Επομένως, ο καταγγέλλων δεν απέδειξε τον ισχυρισμό του σχετικά με την άρνηση της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει.
2.4 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται να υφίσταται κακοδιοίκηση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό.
**3 Παραποίηση των πραγματικών περιστατικών**
3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η ακόλουθη παρατήρηση που περιέχεται στην επιστολή της Επιτροπής της 19ης Νοεμβρίου 2002 παραποίησε τα πραγματικά περιστατικά: \<\<Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το Finanzgericht θα είχε δικαιολογήσει μια συγκεκριμένη αρχική υπόνοια φοροδιαφυγής στην περίπτωσή σας με το γεγονός ότι δεν υπήρχε οικονομικός λόγος για τη μεταβίβαση των τίτλων ή ότι θα είχε ακόμη θεσπίσει μια γενική απαίτηση τέτοιου οικονομικού λόγου σε περίπτωση μεταβιβάσεων στο εξωτερικό.\>\> Κατά την καταγγέλλουσα, η Επιτροπή υποκατέστησε τη θέση του Finanzgericht με ένα επιχείρημα που είχε προβληθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας από τη φορολογική αρχή της Στουτγάρδης Ι, το οποίο το Finanzgericht δεν είχε υιοθετήσει.
3.2 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η απόφασή της να μην κινήσει διαδικασία επί παραβάσει δεν βασίστηκε σε παραποίηση πραγματικών περιστατικών.
3.3 Όπως προαναφέρθηκε (βλ. σημείο 2.3), η εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία των αποφάσεων που εξέδωσε το Finanzgericht φαίνεται ορθή.
3.4 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται να υφίσταται κακοδιοίκηση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό.
**4 Συμπέρασμα**
Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
*** ** * ** ***
[(1)](#Footnote1){#(1)} Μετάφραση που παρέχεται από την Επιτροπή.
[(2)](#Footnote2){#(2)} Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).