FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 278/2003/JMA κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 2 Δεκεμβρίου 2004

Αξιότιμε κ. X.,

Στις 6 Φεβρουαρίου 2003, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εξ ονόματος της οργάνωσης Υ. Η καταγγελία σας αφορούσε την απόφαση της Επιτροπής, της 12ης Αυγούστου 2002, να αρνηθεί την παροχή χρηματοδοτικής συνδρομής στην Υ στο πλαίσιο του προγράμματος κοινοτικής δράσης για την προώθηση των μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ).

Είχατε αποστείλει προηγούμενη καταγγελία στον Διαμεσολαβητή σχετικά με το ίδιο θέμα στις 23 Δεκεμβρίου 2002, η οποία κηρύχθηκε μη παραδεκτή στις 10 Φεβρουαρίου 2003.

Στις 18 Μαρτίου 2003, διαβίβασα τη νέα σας καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 12 Ιουνίου 2003 και σας τη διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις. Μου αποστείλατε τις παρατηρήσεις σας στις 24 και 30 Ιουλίου, στις 30 Σεπτεμβρίου και στις 21 Οκτωβρίου 2003. Ζήτησα περαιτέρω πληροφορίες από την Επιτροπή στις 18 Φεβρουαρίου 2004. Έλαβα τη δεύτερη γνώμη της Επιτροπής στις 14 Απριλίου 2004 και σας τη διαβίβασα. Μου διαβιβάσατε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τη δεύτερη γνώμη της Επιτροπής στις 29 Μαΐου 2004.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για το αποτέλεσμα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Στις 23 Δεκεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων είχε αρχικά υποβάλει καταγγελία στον Διαμεσολαβητή κατά της Επιτροπής, εξ ονόματος του οργανισμού Υ.

Συνοπτικά, τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως αυτής είχαν ως εξής:

Η Υ υπέβαλε αίτηση χρηματοδοτικής συνδρομής στο πλαίσιο της πρόσκλησης υποβολής προτάσεων σχετικά με κοινοτικό πρόγραμμα δράσης για την προώθηση των ΜΚΟ. Στις 8 Απριλίου 2002, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την παραλαβή του αιτήματος του καταγγέλλοντος. Στις 12 Ιουνίου 2002, το θεσμικό όργανο ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, μετά από μια πρώτη εξέταση όλων των αιτήσεων, η Υ πληρούσε τα κριτήρια παραδεκτού που ορίζονται στην ανακοίνωση για το πρόγραμμα δράσης. Ωστόσο, στις 12 Αυγούστου 2002, η Επιτροπή γνωστοποίησε στον καταγγέλλοντα ότι η αίτησή του δεν είχε επιλεγεί με την αιτιολογία ότι είχαν προκύψει ορισμένες αμφιβολίες σχετικά με την ενεργητική νομιμοποίηση της Υ. Στην επιστολή της, η Επιτροπή ανέφερε ότι φαινόταν να υπάρχει κάποια αβεβαιότητα σχετικά με τη φύση της σχέσης του Υ με άλλη οργάνωση με την ονομασία Ζ. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο εθνικός εισαγγελέας είχε ξεκινήσει έρευνα σχετικά με τους ισχυρισμούς ότι ο Υ πλαστογράφησε και τροποποίησε παράνομα το καταστατικό της, με αποτέλεσμα να θέσει το ζήτημα υπόψη του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου.

Στις 30 Αυγούστου 2002, ο πρόεδρος της Υ απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή εξηγώντας το νομικό καθεστώς της Υ και τη συμφωνία συνεργασίας της με τη Ζ. Αντέκρουσε κατηγορηματικά τις κατηγορίες που αφορούσαν τόσο το κύρος του καταστατικού της οργάνωσης όσο και την παραποίηση δημόσιου εγγράφου. Περιέγραψε τη νομική δομή του Y ως πιστοποιημένη βάσει της σχετικής εθνικής νομοθεσίας. Βάσει των πληροφοριών αυτών, ζήτησε από την Επιτροπή να επανεξετάσει την απόφασή της να απορρίψει την αίτηση χρηματοδοτικής συνδρομής του Y το 2002.

Σε επιστολή της 7ης Οκτωβρίου 2002 προς τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή τον ενημέρωσε ότι η προκαταρκτική επιλογή των δικαιούχων είχε ολοκληρωθεί και ότι είχε καταρτιστεί ο κατάλογος των δικαιούχων. Το θεσμικό όργανο σημείωσε ότι η περίοδος 2002 είχε κλείσει και, ως εκ τούτου, δεν φαινόταν να υπάρχει λόγος για περαιτέρω συζήτηση.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν προσδιόρισε την πηγή των ισχυρισμών και δεν έλαβε υπόψη τα επιχειρήματά του πριν λάβει την τελική της απόφαση. Υποστήριξε επίσης ότι το σκεπτικό της Επιτροπής δεν βρίσκει νομική βάση στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων του προγράμματος δράσης.

Όσον αφορά την υποτιθέμενη αβεβαιότητα που περιβάλλει τη σχέση μεταξύ Υ και Ζ, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η Επιτροπή γνώριζε πολύ καλά τη φύση της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ των δύο οργανισμών.

Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η έρευνα που διεξήγαγε ο εθνικός εισαγγελέας ήταν αποτέλεσμα μιας εκστρατείας συκοφαντικής δυσφήμισης που ξεκίνησε ένας πρώην Υ υπάλληλος ο οποίος είχε απολυθεί. Ο καταγγέλλων υπογράμμισε ότι η δικαστική διαδικασία που αφορούσε την οργάνωσή του είχε περατωθεί από τον δικαστή που ήταν αρμόδιος για την έρευνα στις 7 Οκτωβρίου 2002. Ο δικαστής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν ενοχοποιητικά στοιχεία κατά του καταγγέλλοντος.

Με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι πριν από την καταγγελία δεν είχαν προηγηθεί τα κατάλληλα διοικητικά διαβήματα προς το οικείο θεσμικό όργανο, όπως απαιτείται από το άρθρο 2 παράγραφος 4 του Καταστατικού του. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κήρυξε την καταγγελία απαράδεκτη.

Στις 6 Φεβρουαρίου 2003, ο καταγγέλλων διαβίβασε συμπληρωματικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένης της αλληλογραφίας με τις υπηρεσίες της Επιτροπής σχετικά με το αντικείμενο της καταγγελίας του. Λαμβάνοντας υπόψη τα νέα αυτά στοιχεία, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να καταχωρίσει την επιστολή του καταγγέλλοντος ως νέα καταγγελία και ξεκίνησε νέα έρευνα.

Στις 4 Ιουνίου 2003, ένας τρίτος ζήτησε πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα που αφορούσαν την καταγγελία. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν είχε ζητήσει την εμπιστευτική μεταχείριση της καταγγελίας του, ο Διαμεσολαβητής έκανε δεκτή την αίτηση πρόσβασης στις 16 Ιουνίου 2003 σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 4 της απόφασης του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή για τη θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων (1). Αφού ενημερώθηκε για την απόφαση του Διαμεσολαβητή με επιστολή της 23ης Ιουνίου 2003, ο καταγγέλλων ζήτησε στη συνέχεια να χαρακτηριστεί η καταγγελία του εμπιστευτική. Σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 των εκτελεστικών του διατάξεων (2), ο Διαμεσολαβητής κήρυξε την καταγγελία εμπιστευτική.

Συνοπτικά, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται i) ότι η απόφαση της Επιτροπής της 12ης Αυγούστου 2002 δεν βασίζεται στις διατάξεις της πρόσκλησης υποβολής προτάσεων που καθορίζουν τη νομική βάση του προγράμματος δράσης και ii) ότι δεν του δόθηκε η δυνατότητα ακρόασης πριν από τη λήψη της απόφασης. Ως εκ τούτου, ζητεί από την Επιτροπή να επανεξετάσει τη θέση της και να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα την αιτηθείσα συνδρομή.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της, η Επιτροπή περιέγραψε αρχικά τις πραγματικές και νομικές πτυχές της υπόθεσης. Εξήγησε ότι η αίτηση της Υ για χρηματοδοτική συνδρομή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ενός κοινοτικού προγράμματος δράσης για την προώθηση των ΜΚΟ.

Η οργάνωση του καταγγέλλοντος είχε λάβει στο παρελθόν βοήθεια από παρόμοια προγράμματα. Κατά τη διάρκεια τακτικού ελέγχου που αφορούσε προηγούμενη επιχορήγηση, διαπιστώθηκε πρόβλημα όσον αφορά την οργανωτική δομή του Υ. Στη συνέχεια, η Επιτροπή αποφάσισε να αναστείλει τόσο την περαιτέρω συνδρομή προς τον οργανισμό από το 2000 όσο και να ζητήσει την επιστροφή μέρους των ήδη χορηγηθέντων κονδυλίων. Την εποχή εκείνη, η Επιτροπή έλαβε γνώση ορισμένων εσωτερικών νομικών προβλημάτων που επηρέαζαν την Υ, η οποία επιβεβαίωσε τη θέση της να μην χορηγήσει περαιτέρω επιχορηγήσεις στον εν λόγω οργανισμό. Ωστόσο, από την άποψη του έργου που επιτέλεσε η Υ, η Επιτροπή τόνισε ότι αυτό ήταν πάντοτε ικανοποιητικό.

Η Επιτροπή επισήμανε ότι ουδέποτε επεδίωξε να εμπλακεί στα εσωτερικά προβλήματα της Υ. Ως εκ τούτου, σε όλη την αλληλογραφία του, το θεσμικό όργανο δεν είχε ποτέ αποφανθεί επί των θεμάτων αυτών.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν βασιζόταν στις νομικές διατάξεις που διέπουν την πρόσκληση υποβολής προτάσεων του 2002, το θεσμικό όργανο υποστήριξε ότι οι αποφάσεις για τις επιχορηγήσεις συνάδουν με τις διατάξεις που προβλέπονται στη σχετική νομική απόφαση, στη σχετική πρόσκληση υποβολής προτάσεων και στον φάκελο πληροφοριών που δημοσιεύθηκε μαζί της. Ωστόσο, όταν αναλαμβάνει νομική υποχρέωση, η Επιτροπή πρέπει επίσης να είναι ικανοποιημένη με τη νομική και οικονομική επάρκεια του δικαιούχου, καθώς και με τη συνολική ακεραιότητά του, στο πλαίσιο της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Στην περίπτωση της Υ, η Επιτροπή έκρινε ότι υπήρχαν επαρκείς λόγοι για να υποτεθεί ότι δεν πληρούνταν οι εν λόγω γενικοί όροι, δεδομένου ότι η δομή του οργανισμού και η εσωτερική διαδικασία λήψης αποφάσεων ήταν ασαφείς. Δήλωσε ότι η απόφαση να μη χορηγηθεί χρηματοδοτική συνδρομή έως ότου αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στον οργανισμό ελήφθη με βάση τη διαχείριση κινδύνου, σε πλήρη διαβούλευση και συμφωνία με τη μονάδα του κλιμακίου εσωτερικού ελέγχου της αρμόδιας ΓΔ.

Η Επιτροπή απέρριψε τον ισχυρισμό ότι είχε παραβιάσει τα δικαιώματα υπεράσπισης του καταγγέλλοντος. Το θεσμικό όργανο εξήγησε ότι έχει το προνόμιο να αποφασίζει σχετικά με την κατανομή των επιχορηγήσεων βάσει όλων των διαθέσιμων πληροφοριών. Στο πλαίσιο του προγράμματος χρηματοδότησης των ΜΚΟ, δεν προβλέπονται συναντήσεις με τους δικαιούχους για να συζητηθεί το αποτέλεσμα της αίτησής τους. Ο ενημερωτικός φάκελος που δημοσιεύεται με κάθε πρόσκληση υποβολής προτάσεων αναφέρει ρητά ότι η απόφαση της Επιτροπής σχετικά με τις επιχορηγήσεις είναι οριστική. Η πολιτική αυτή συνάδει με την ιδέα ότι οι κοινοτικές επιχορηγήσεις πρέπει να θεωρούνται δώρα που πρέπει να χρησιμοποιούνται για την επίτευξη ορισμένων προκαθορισμένων στόχων. Ωστόσο, μπορούν να δοθούν περαιτέρω γραπτές διευκρινίσεις σχετικά με τους λόγους απόρριψης, όταν ζητηθούν.

Λόγω των σοβαρών ανησυχιών της Επιτροπής που απορρέουν από τα εσωτερικά νομικά προβλήματα της Υ, το θεσμικό όργανο έκρινε ότι ο δυνητικός δικαιούχος έπρεπε να αποδείξει πειστικά ότι δεν υπήρχε παράνομη κατάσταση και ότι είχε αποκατασταθεί η θεσμική σταθερότητά του. Κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν προσκομίστηκαν τέτοια ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία.

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν σε θέση να επανεξετάσει την απόφασή της και να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα την αιτηθείσα συνδρομή.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Υ πληρούσε όλα τα κριτήρια που διατυπώθηκαν τόσο στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων όσο και στη σχετική απόφαση. Επέμεινε ότι η απόφαση απόρριψης της αίτησης χρηματοδότησης της Y το 2002 δεν βασίστηκε στα κριτήρια που ορίζονται σε καμία από τις προηγούμενες νομικές πράξεις, αλλά μάλλον στην ανησυχία των υπηρεσιών της σχετικά με το νομικό καθεστώς της Y. Οι επιφυλάξεις αυτές ήταν άγνωστες στον καταγγέλλοντα, ο οποίος δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να τις αντικρούσει.

Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Επιτροπής σχετικά με πιθανές οικονομικές παρατυπίες κατά τη χρήση των επιχορηγήσεων από την Υ κατά τις περιόδους 1998, 1999 και 2000, ο καταγγέλλων τους έκρινε αβάσιμους. Αναφέρθηκε στα πορίσματα του ελέγχου που διενήργησε η Επιτροπή μεταξύ Σεπτεμβρίου 2001 και Απριλίου 2002 σχετικά με τις ενέργειες του Υ. Από τους ελέγχους αυτούς δεν διαπιστώθηκε καμία παρατυπία και, στη συνέχεια, το θεσμικό όργανο αναγκάστηκε να αποσύρει τις αιτήσεις του για επιστροφή της επιδότησης του 1998 και για αναστολή της συνδρομής του 2000 και του 2001. Ο καταγγέλλων σημείωσε, ωστόσο, ότι οι λόγοι για τον έλεγχο της Επιτροπής δεν είχαν σχέση με εκείνους που προέβαλε το θεσμικό όργανο προς στήριξη της απόφασής του να απορρίψει την αίτηση του καταγγέλλοντος του 2002.

Ο καταγγέλλων αντέκρουσε την ύπαρξη τυχόν εσωτερικών προβλημάτων που αφορούν τη δομή της Υ. Πρόσθεσε ότι η οργάνωση απολάμβανε πάντα την υποστήριξη των μελών της, όπως φαίνεται από το ψήφισμα της πρόσφατης γενικής συνέλευσής της. Οι νομικές ενέργειες κατά του Y ήταν αποτέλεσμα εκστρατείας συκοφαντικής δυσφήμισης που ενορχηστρώθηκε από πρώην υπάλληλο.

Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η αγωγή κατά του Υ ήταν απλώς προκαταρκτική έρευνα που κινήθηκε από εθνικό εισαγγελέα και, σε καμία περίπτωση, δεν συνδέεται με τη φύση του καταστατικού ή τη δομή της οργάνωσης. Όσον αφορά την πτυχή αυτή, η Επιτροπή όφειλε να γνωρίζει καλά τη νομική δομή της Υ, δεδομένου ότι διατηρούσε τακτικές σχέσεις συνεργασίας με την οργάνωση από το 1996. Το θεσμικό όργανο διατηρούσε πληθώρα πληροφοριών σχετικά με το Υ, συμπεριλαμβανομένου του επίσημου καταστατικού του, το οποίο είχε πιστοποιηθεί από τις εθνικές αρχές.

Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το γεγονός ότι προβάλλονταν σοβαροί ισχυρισμοί εναντίον του Y στο δικαστήριο του επέβαλλε το βάρος να αποδείξει την ορθότητα της οργάνωσής του, αγνόησε θεμελιώδεις νομικές αρχές και παραβίασε τα βασικά του δικαιώματα. Ο καταγγέλλων υπογράμμισε ότι κάθε κατηγορούμενος για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται αθώος έως ότου αποδειχθεί η ενοχή του, όπως αναγνωρίζεται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο άρθρο 14 παράγραφος 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και στο άρθρο 6 παράγραφος 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΡΕΥΝΕΣ

Λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλε ο καταγγέλλων, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή στις 18 Φεβρουαρίου 2004. Στην επιστολή του, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι η Επιτροπή φαίνεται να βάσισε την απόφασή της στην ύπαρξη ποινικής έρευνας κατά του καταγγέλλοντος. Προκειμένου να αξιολογήσει το σκεπτικό της Επιτροπής, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε περαιτέρω διευκρινίσεις σχετικά με: i) κατά πόσον, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Επιτροπή έλαβε δεόντως υπόψη όχι μόνο την ανάγκη προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας, αλλά και το δικαίωμα του καταγγέλλοντος να τυγχάνει δίκαιης μεταχείρισης και σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας· και ii), εάν σε γενικές γραμμές πρόκειται για εν εξελίξει δικαστικές ή διοικητικές έρευνες σχετικά με τη νομική και οικονομική κατάσταση των δυνητικών δικαιούχων της κοινοτικής συνδρομής, το θεσμικό όργανο έχει δώσει οδηγίες ή οδηγίες στις υπηρεσίες του σχετικά με τον τρόπο τήρησης δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων των ιδιωτών και του γενικού δημόσιου συμφέροντος.

Η δεύτερη γνώμη της Επιτροπής

Στη δεύτερη γνώμη της, η Επιτροπή τόνισε ότι η χρηστή δημοσιονομική διαχείριση αποτελεί βασική αρχή για τη διαχείριση του κοινοτικού προϋπολογισμού. Κατά συνέπεια, μια σημαντική ανησυχία είναι να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος να μην δαπανώνται σωστά τα χρήματα των φορολογουμένων.

Η Επιτροπή υπενθύμισε ότι οι επιχορηγήσεις στο πλαίσιο του σχετικού προγράμματος χορηγούνται σε ετήσια βάση, μόλις το θεσμικό όργανο αξιολογήσει τις προτάσεις. Εξήγησε ότι η χορήγηση επιδοτήσεων υπόκειται στις αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης. Αυτές οι γενικές αρχές είχαν ήδη διατυπωθεί στον "Οδηγό για τη διαχείριση των επιχορηγήσεων" του 1999 και στη συνέχεια συμπεριλήφθηκαν στο νέο δημοσιονομικό κανονισμό, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2003. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής πρέπει να διασφαλίσουν την εφαρμογή αυτών των αρχών.

Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι όλοι είναι αθώοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή, λόγω των πηγών και της σοβαρότητας των ισχυρισμών, η Επιτροπή θεώρησε υποχρεωμένη να λάβει προσεκτική στάση, με αποτέλεσμα να αποφασίσει να μην συμπεριλάβει την Υ στους επιτυχόντες υποψηφίους. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν θα ήταν χρηστή δημοσιονομική διαχείριση να χορηγηθεί επιδότηση στον συγκεκριμένο αιτούντα, όταν υπάρχουν τέτοιες σαφείς αμφιβολίες.

Η Επιτροπή εξήγησε ότι, όπως ανέφερε στη γνωμοδότησή της, διαπιστώθηκε πρόβλημα με την οργανωτική δομή της Υ κατά τη διάρκεια τακτικού ελέγχου των δαπανών του 1998 που διενεργήθηκε τον Φεβρουάριο του 2001. Το πρόβλημα αφορούσε τη μη διαφανή σχέση μεταξύ του Y και του Z, ενός από τους ιδρυτές του. Μεγάλο μέρος των δαπανών για τις δραστηριότητες του Y πραγματοποιήθηκε πράγματι από τον Z, ο οποίος στη συνέχεια χρέωσε στον Y τα αντίστοιχα ποσά. Αυτό συνιστούσε υπεργολαβία η οποία δεν επιτρεπόταν χωρίς την άδεια της Επιτροπής. Μετά από περαιτέρω ελέγχους και εσωτερικές συζητήσεις, ελήφθη απόφαση για την εξεύρεση ρεαλιστικής λύσης στο πρόβλημα. Δεδομένου ότι οι εργασίες είχαν πραγματοποιηθεί και δεν φαινόταν να έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως απάτη, η Επιτροπή αποδέχθηκε τις δαπάνες που πραγματοποίησε η Z για λογαριασμό της Y, εκτός από ορισμένες δαπάνες προσωπικού. Η λύση αυτή εφαρμοζόταν μόνο στο παρελθόν και δεν αποτελούσε έγκριση της Επιτροπής για την εν λόγω αδιαφανή οργανωτική δομή.

Για να διαπιστώσει την πραγματική κατάσταση, η Επιτροπή ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) να διερευνήσει την υπόθεση Y. Η OLAF βρίσκεται στη διαδικασία ολοκλήρωσης της έρευνάς της. Στο τέλος αυτής της διαδικασίας, και με βάση τα πορίσματά της, η Επιτροπή θα αποφασίσει εάν θα επαναλάβει μια κανονική σχέση με τον οργανισμό.

Απαντώντας στις συγκεκριμένες πληροφορίες που ζήτησε η Διαμεσολαβήτρια, η Επιτροπή εξήγησε ότι δεν έχει εκδώσει γενικές οδηγίες για τις υπηρεσίες της σχετικά με τον τρόπο συμπεριφοράς σε παρόμοιες καταστάσεις. Ο δευτερεύων διατάκτης είναι υπεύθυνος για τη λήψη απόφασης κατά περίπτωση. Ωστόσο, η Επιτροπή επιθυμεί να τονίσει ότι, κατά τη διαδικασία χορήγησης επιδοτήσεων, πρέπει να αξιολογεί όλες τις αιτήσεις δίκαια και σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Ως εκ τούτου, σε σοβαρές περιπτώσεις ισχυρισμών για απάτη ή κακοδιαχείριση, θα εφαρμόζεται η αρχή της προφύλαξης, εφόσον η κατάσταση δεν είναι σαφώς αποδεδειγμένη.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με τη δεύτερη γνώμη της Επιτροπής

Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη δεύτερη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων επανέλαβε τα προηγούμενα επιχειρήματά του.

Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η Επιτροπή συνέχισε να επαναλαμβάνει τα ίδια ενοχοποιητικά επιχειρήματα κατά της οργάνωσής του, ανεξάρτητα από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε και τα οποία αποδεικνύουν την ασυνέπεια των ισχυρισμών αυτών. Σημείωσε ότι το θεσμικό όργανο χρησιμοποίησε αυτά τα επιχειρήματα για να απορρίψει αίτημα του καταγγέλλοντος για χρηματοδοτική συνδρομή το 2002 και το 2003, και πιο πρόσφατα το 2004. Παρόλο που έχει επανειλημμένα ζητήσει να μάθει τις κατηγορίες εναντίον του και να ακουστεί πριν από τη λήψη απόφασης, το θεσμικό όργανο αγνόησε το δικαίωμα υπεράσπισής του.

Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στην ικανοποιητική σχέση μεταξύ της Επιτροπής και της Υ μεταξύ 1996 και 2000. Η χρηστή δημοσιονομική διαχείριση της Υ καταδείχθηκε από τα πορίσματα του ελέγχου της Επιτροπής της 28ης Ιανουαρίου 2002 σχετικά με τις περιόδους 1998, 1999 και 2000. Ο έλεγχος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είχε διαπιστωθεί καμία παρατυπία εκ μέρους του Υ παρά τον εντατικό έλεγχο των ελεγκτών.

Όσον αφορά τις πληροφορίες που ζήτησε ο Διαμεσολαβητής στην επιστολή του προς την Επιτροπή, ο καταγγέλλων πίστευε ότι το θεσμικό όργανο δεν είχε παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες και, ως εκ τούτου, δεν είχε απαντήσει στα αιτήματα του Διαμεσολαβητή.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Επί της προβαλλομένης ελλείψεως νομικής βάσεως της αποφάσεως της Επιτροπής

1.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η απόφαση της Επιτροπής της 12ης Αυγούστου 2002 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του Υ για χρηματοδοτική συνδρομή το 2002 στο πλαίσιο του κοινοτικού προγράμματος δράσης για την προώθηση των μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ) δεν βασίστηκε στις διατάξεις της πρόσκλησης υποβολής προτάσεων που καθορίζουν τη νομική βάση του προγράμματος και ότι δεν του δόθηκε η δυνατότητα ακρόασης πριν από τη λήψη της απόφασης.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή στήριξε την απόφασή της να απορρίψει την αίτηση χρηματοδότησης του Y το 2002 σε ορισμένους ισχυρισμούς τους οποίους δεν γνώριζε και ότι δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να αντικρούσει.

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστηρίζει ότι ο δικαιολογητικός λόγος που προέβαλε η Επιτροπή για τον αποκλεισμό του Υ, δηλαδή η ύπαρξη αγωγής κατά της οργάνωσης, η οποία ασκήθηκε κατά τον χρόνο ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, ήταν αβάσιμος, δεδομένου ότι η αγωγή αυτή αφορούσε απλώς προκαταρκτική έρευνα που διενεργήθηκε από εισαγγελέα. Η Επιτροπή θα έπρεπε να έχει πλήρη επίγνωση της ορθής νομικής δομής του οργανισμού, δεδομένου ότι διατηρούσε συνεχή σχέση συνεργασίας μαζί του από το 1996.

1.2 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, όταν αναλαμβάνει νομική υποχρέωση, πρέπει να διασφαλίζει, στο πλαίσιο της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, τη νομική και οικονομική επάρκεια του δικαιούχου, καθώς και τη συνολική ακεραιότητά του. Η Επιτροπή θεωρεί ότι υπήρχαν επαρκείς λόγοι για να θεωρηθεί ότι οι εν λόγω γενικοί όροι δεν πληρούνταν στην προκειμένη περίπτωση.

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι έχει το προνόμιο να αποφασίζει αυτοτελώς, βάσει όλων των διαθέσιμων πληροφοριών, σχετικά με τη χορήγηση των επιχορηγήσεων. Στο πλαίσιο του προγράμματος χρηματοδότησης ΜΚΟ, δεν προβλέπονται συναντήσεις με τους δικαιούχους για να συζητηθεί το αποτέλεσμα της αίτησής τους. Ο ενημερωτικός φάκελος που δημοσιεύεται με κάθε πρόσκληση υποβολής προτάσεων αναφέρει ρητά ότι η απόφαση της Επιτροπής σχετικά με τις επιχορηγήσεις είναι οριστική. Αυτό συνάδει με την ιδέα ότι οι κοινοτικές επιχορηγήσεις πρέπει να θεωρούνται δώρα τα οποία θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για την επίτευξη ορισμένων προκαθορισμένων στόχων.

Λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας των ισχυρισμών που προβλήθηκαν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, η Επιτροπή θεωρεί ότι ο δυνητικός δικαιούχος έπρεπε να αποδείξει πειστικά ότι δεν υφίσταντο παράνομες καταστάσεις. Κατά την άποψη του θεσμικού οργάνου, δεν προσκομίστηκαν τέτοια ουσιώδη αποδεικτικά στοιχεία.

Στη δεύτερη γνώμη της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, λόγω των πηγών και της σοβαρότητας των ισχυρισμών, αισθάνθηκε υποχρεωμένη να λάβει επιφυλακτική στάση, με αποτέλεσμα να αποφασίσει να μην περιλάβει την Υ στους επιτυχόντες υποψηφίους.

Απαντώντας σε αίτημα του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν έχει εκδώσει γενικές οδηγίες για τις υπηρεσίες της σχετικά με τον τρόπο τήρησης δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων των ιδιωτών και του γενικού δημόσιου συμφέροντος σε υποθέσεις που αφορούν εν εξελίξει δικαστικές ή διοικητικές έρευνες σχετικά με τη νομική και οικονομική κατάσταση των δυνητικών δικαιούχων κοινοτικής συνδρομής. Ο δευτερεύων διατάκτης είναι υπεύθυνος για τη λήψη απόφασης κατά περίπτωση. Ωστόσο, η Επιτροπή επιθυμεί να τονίσει ότι, κατά τη διαδικασία χορήγησης επιδοτήσεων, πρέπει να αξιολογεί όλες τις αιτήσεις δίκαια και σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Ως εκ τούτου, σε σοβαρές περιπτώσεις ισχυρισμών για απάτη ή κακοδιαχείριση, θα εφαρμόζεται η αρχή της προφύλαξης, εφόσον η κατάσταση δεν είναι σαφώς αποδεδειγμένη.

1.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το σκεπτικό της Επιτροπής για την απόρριψη της αίτησης του καταγγέλλοντος, όπως αναφέρεται στην επιστολή της 12ης Αυγούστου 2002, είχε ως εξής:

«Λυπάμαι που πρέπει να σας ενημερώσω ότι η αίτησή σας ήταν μία από αυτές, η οποία δεν ήταν επιτυχής στη διαδικασία αυτή για τον ακόλουθο λόγο:

Όσον αφορά την εναπομένουσα αβεβαιότητα σχετικά με την ανεξαρτησία της Υ από το Ζ, τις σοβαρές κατηγορίες για παραποίηση της υπογραφής εγγράφου και τις εικαζόμενες παράνομες τροποποιήσεις του καταστατικού της οργάνωσης που ασκούνται επί του παρόντος από εισαγγελέα [...], η Επιτροπή δεν θα επανεξετάσει αίτηση της Υ έως ότου λάβει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ενεργητική νομιμοποίηση της οργάνωσης.»

Από τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας, φαίνεται ότι κατά τον χρόνο που η Επιτροπή αξιολογούσε την αίτηση του καταγγέλλοντος, διεξαγόταν προκαταρκτική έρευνα σχετικά με εικαζόμενη πλαστογραφία εκ μέρους της οργάνωσης του καταγγέλλοντος από εθνικό εισαγγελέα. Επιπλέον, η περάτωση της διαδικασίας επιλογής της Επιτροπής πραγματοποιήθηκε πριν ο αρμόδιος για την έρευνα δικαστής εγκρίνει την οργάνωση του καταγγέλλοντος στις 7 Οκτωβρίου 2002.

1.4 Ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι, κατά την εξέταση των αιτήσεων κοινοτικής χρηματοδότησης, η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τους ειδικούς κανόνες που διέπουν το εν λόγω πρόγραμμα χρηματοδότησης, αλλά και κάθε κανόνα ή αρχή που το δεσμεύει. Όπως ορίζεται στο άρθρο 274 της συνθήκης ΕΚ, ένας από τους γενικούς κανόνες που εφαρμόζονται σε κάθε πρωτοβουλία που συνεπάγεται τη χρήση κοινοτικών πόρων είναι η υποχρέωση χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η ερμηνεία της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης δεν μπορεί να περιοριστεί σε έναν καθαρά λογιστικό ορισμό. Κατά τον κοινοτικό δικαστή, η ορθή ερμηνεία του πρέπει να περιλαμβάνει τη μέριμνα για τις πρακτικές συνέπειες των πράξεων δημοσιονομικής διαχειρίσεως (3).

1.5 Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί εύλογο ότι, πριν από την ικανοποίηση των αιτήσεων χρηματοδοτικής συνδρομής, η Επιτροπή εξετάζει κατά πόσον η νομική και οικονομική κατάσταση των δυνητικών δικαιούχων, καθώς και η συνολική ακεραιότητά τους, φαίνεται να είναι επαρκώς αξιόπιστες. Ο Διαμεσολαβητής δεν γνωρίζει κανέναν νομικό κανόνα ή αρχή που θα μπορούσε να αποτρέψει κάτι τέτοιο.

1.6 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, κατά τη λήψη μέτρων για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας, η Επιτροπή θα πρέπει να επιδιώκει την επίτευξη δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων των ιδιωτών και του γενικού δημόσιου συμφέροντος, ούτως ώστε οι δυνητικοί δικαιούχοι της χρηματοδοτικής συνδρομής της να αντιμετωπίζονται δίκαια και με τον δέοντα σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας (4). Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι είναι δύσκολο να προβλεφθεί ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή θα μπορούσε να επιτύχει δίκαιη ισορροπία, εκτός εάν γνωστοποιήσει στον αιτούντα επιχορήγηση τυχόν αμφιβολίες που μπορεί να έχει ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση του αιτούντος και, στη συνέχεια, είναι διατεθειμένη να ακούσει και να απαντήσει στις πληροφορίες που παρέχει ο αιτών προκειμένου να διευκρινιστούν οι αμφιβολίες αυτές.

1.7 Στην παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το μόνο επιχείρημα προς στήριξη της απόφασης της Επιτροπής της 12ης Αυγούστου 2002 ήταν η ύπαρξη ποινικής έρευνας κατά του καταγγέλλοντος. Στην απόφασή της, η Επιτροπή δεν αναφέρθηκε σε κανένα είδος αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία θα μπορούσαν να έχουν δώσει βαρύτητα στην αρνητική αξιολόγηση της αίτησης του καταγγέλλοντος. Το θεσμικό όργανο περιορίστηκε να λάβει υπόψη την τυπική ύπαρξη ποινικής έρευνας και τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν επ’ αυτής, χωρίς να επιδιώξει να επαληθεύσει τις πληροφορίες αυτές.

Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, παρά την πρόσκληση που απευθύνθηκε στον καταγγέλλοντα στην απόφαση της Επιτροπής της 12ης Αυγούστου 2002 να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη νομική υπόσταση της οργάνωσής του, μόλις ο καταγγέλλων το έπραξε με επιστολή της 30ής Αυγούστου 2002, το θεσμικό όργανο δεν φαίνεται να έχει απαντήσει στα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία και ανέφερε απλώς στην επιστολή του της 7ης Οκτωβρίου 2002 ότι οι δικαιούχοι του προγράμματος δράσης 2002 είχαν ήδη συσταθεί.

1.8 Αφού εξέτασε τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι η Επιτροπή δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, εξασφάλισε δίκαιη ισορροπία μεταξύ της ανάγκης να συνεχιστεί η χρηστή δημοσιονομική διαχείριση των επιχορηγήσεων της και του δικαιώματος του καταγγέλλοντος να αντιμετωπίζεται δίκαια και με τον δέοντα σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας. Βασιζόμενη αποκλειστικά στην τυπική ύπαρξη νομικής έρευνας κατά του καταγγέλλοντος χωρίς περαιτέρω επαλήθευση των εν λόγω πληροφοριών, η Επιτροπή δεν αντιμετώπισε τον καταγγέλλοντα δίκαια, κατά παράβαση του άρθρου 6 παράγραφος 2 του ευρωπαϊκού κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης. Επικριτική παρατήρηση θα απευθυνθεί στην Επιτροπή.

1.9 Ο Διαμεσολαβητής επιθυμεί να επιστήσει την προσοχή της Επιτροπής στο γεγονός ότι παρόμοια προβλήματα θα μπορούσαν να αποφευχθούν εάν το θεσμικό όργανο αναλάμβανε την πρωτοβουλία να παράσχει στις υπηρεσίες του καθοδήγηση ή οδηγίες σχετικά με τον τρόπο τήρησης δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων των ιδιωτών και του γενικού δημόσιου συμφέροντος σε υποθέσεις που αφορούν εν εξελίξει δικαστικές ή διοικητικές έρευνες σχετικά με τη νομική και οικονομική κατάσταση δυνητικών δικαιούχων κοινοτικής συνδρομής.

Ο Διαμεσολαβητής θα απευθύνει περαιτέρω σχετική παρατήρηση στην Επιτροπή κατωτέρω.

2 Επανεξέταση της συνδρομής που ζήτησε ο καταγγέλλων

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή πρέπει να επανεξετάσει τη θέση της και να χορηγήσει στην Υ την αιτούμενη συνδρομή.

2.2 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν είναι σε θέση να επανεξετάσει την απόφασή της και να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα την αιτηθείσα συνδρομή. Το θεσμικό όργανο επισήμανε, στις επαφές του με τον καταγγέλλοντα, ότι η δημοσιονομική του περίοδος 2002 είχε κλείσει και ότι, ως εκ τούτου, το αίτημα της Υ δεν μπορούσε να επανεξεταστεί.

2.3 Ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει υπό σημείωση τη δήλωση της Επιτροπής ότι η δημοσιονομική της περίοδος 2002 έχει περατωθεί και, ως εκ τούτου, οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν τότε δεν μπορούν να επανεξεταστούν. Ως εκ τούτου, η επανεξέταση του αιτήματος του καταγγέλλοντος για χρηματοδοτική συνδρομή στο πλαίσιο του κοινοτικού προγράμματος δράσης 2002 για την προώθηση των μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ) δεν φαίνεται πλέον εφικτή.

Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος δεν μπορεί να ικανοποιηθεί όσον αφορά τον προϋπολογισμό του 2002. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, ωστόσο, ότι δεν γνωρίζει τίποτα που να εμποδίζει τον καταγγέλλοντα να υποβάλει αίτηση χρηματοδότησης για οποιονδήποτε γύρο επιχορηγήσεων που εξακολουθεί να είναι ανοικτός.

3 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, κρίνεται αναγκαίο να διατυπωθεί η ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:

Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, κατά τη λήψη μέτρων για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας, η Επιτροπή θα πρέπει να επιδιώκει την επίτευξη δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων των ιδιωτών και του γενικού δημόσιου συμφέροντος, ούτως ώστε οι δυνητικοί δικαιούχοι της χρηματοδοτικής συνδρομής της να αντιμετωπίζονται δίκαια και με τον δέοντα σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι είναι δύσκολο να προβλεφθεί ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή θα μπορούσε να επιτύχει δίκαιη ισορροπία, εκτός εάν γνωστοποιήσει στον αιτούντα επιχορήγηση τυχόν αμφιβολίες που μπορεί να έχει ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση του αιτούντος και, στη συνέχεια, είναι διατεθειμένη να ακούσει και να απαντήσει στις πληροφορίες που παρέχει ο αιτών προκειμένου να διευκρινιστούν οι αμφιβολίες αυτές.

Αφού εξέτασε τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι η Επιτροπή δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, εξασφάλισε δίκαιη ισορροπία μεταξύ της ανάγκης να συνεχιστεί η χρηστή δημοσιονομική διαχείριση των επιχορηγήσεών της και του δικαιώματος του καταγγέλλοντος να αντιμετωπίζεται δίκαια και με τον δέοντα σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας. Βασιζόμενη αποκλειστικά στην τυπική ύπαρξη νομικής έρευνας κατά του καταγγέλλοντος χωρίς περαιτέρω επαλήθευση των εν λόγω πληροφοριών, η Επιτροπή δεν αντιμετώπισε τον καταγγέλλοντα δίκαια, κατά παράβαση του άρθρου 6 παράγραφος 2 του ευρωπαϊκού κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

Δεδομένου ότι αυτές οι πτυχές της υπόθεσης αφορούν διαδικασίες που σχετίζονται με συγκεκριμένα γεγονότα του παρελθόντος, δεν είναι σκόπιμο να επιδιωχθεί φιλικός διακανονισμός της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ

Ο Διαμεσολαβητής επιθυμεί να επιστήσει την προσοχή της Επιτροπής στο γεγονός ότι παρόμοια είδη προβλημάτων θα μπορούσαν να αποφευχθούν εάν το θεσμικό όργανο αναλάμβανε την πρωτοβουλία να παράσχει στις υπηρεσίες του καθοδήγηση ή οδηγίες σχετικά με τον τρόπο τήρησης δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων των ιδιωτών και του γενικού δημόσιου συμφέροντος σε υποθέσεις που αφορούν εν εξελίξει δικαστικές ή διοικητικές έρευνες σχετικά με τη νομική και οικονομική κατάσταση των δυνητικών δικαιούχων κοινοτικής συνδρομής.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) «Οι αιτήσεις πρόσβασης στα ακόλουθα έγγραφα χορηγούνται αυτομάτως, εκτός από τις καταγγελίες που χαρακτηρίζονται εμπιστευτικές σύμφωνα με το άρθρο 10.1 ανωτέρω:
β) καταγγελίες και έγγραφα που επισυνάπτονται σε αυτές από τον καταγγέλλοντα"

Εγκρίθηκε στις 8 Ιουλίου 2002 και τροποποιήθηκε με απόφαση του Διαμεσολαβητή της 5ης Απριλίου 2004, διαθέσιμη στον δικτυακό τόπο του Διαμεσολαβητή: http://www.ombudsman.europa.eu.

(2) «Εφόσον το ζητήσει ο καταγγέλλων, ο Διαμεσολαβητής χαρακτηρίζει μια καταγγελία ως εμπιστευτική».

(3) Υπόθεση T-105/99, Conseil des communes et régions d'Europe (CCRE) κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II-4099, σκέψη 73.

(4) Βλ. άρθρο 6 παράγραφος 2 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, που διατίθεται στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή: http://www.ombudsman.europa.eu.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!