FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 2144/2002/GG κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 11 Νοεμβρίου 2003

Αξιότιμε κ. B.,

Στις 11 Δεκεμβρίου 2002, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με την εικαζόμενη μη καταβολή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή της τελευταίας δόσης που οφείλεται στο πλαίσιο του έργου «Force» E/92/1608/2/Q-FPC.

Στις 16 Δεκεμβρίου 2002, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής.

Με επιστολή της 3ης Μαρτίου 2003, υποβάλατε περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία σας.

Η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της στις 18 Μαρτίου 2003. Ο Διαμεσολαβητής σας το διαβίβασε στις 21 Μαρτίου 2003 με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 27 Απριλίου 2003.

Στις 10 Ιουνίου 2003, απηύθυνα επιστολή στην Επιτροπή για να ζητήσω περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία σας. Αντίγραφο των επιστολών σας της 3ης Μαρτίου 2003 και της 27ης Απριλίου 2003 διαβιβάστηκε στην Επιτροπή. Ενημερωθήκατε σχετικά με επιστολή που εστάλη την ίδια ημέρα. Η Επιτροπή απέστειλε την απάντησή της στις 7 Αυγούστου 2003. Σας τη διαβίβασα στις 13 Αυγούστου 2003 με πρόσκληση να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2003. Δεν φαίνεται να έχουν ληφθεί παρατηρήσεις από εσάς.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Το 1994, η ASS – Arbeits- und sozialwissenschaftliche Systemberatung, γερμανική εταιρεία συμβούλων εκπροσωπούμενη από τον καταγγέλλοντα, συνήψε σύμβαση με την Επιτροπή για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών στο πλαίσιο του προγράμματος «Force» (έργο D/93B/1/3120/Q-FPC). Σε καταγγελία (780/2000/GG) που υποβλήθηκε τον Ιούνιο του 2000, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι μέρος της αμοιβής που οφειλόταν βάσει της εν λόγω σύμβασης δεν είχε ακόμη καταβληθεί. Ως αποτέλεσμα της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, η Επιτροπή πρότεινε να καταβάλει στον καταγγέλλοντα ποσό 7 403 ευρώ συν επιπλέον ποσό 3 422,62 ευρώ ως τόκους λόγω της καθυστέρησης που είχε σημειωθεί. Ο καταγγέλλων αποδέχθηκε την πρόταση αυτή. Ως εκ τούτου, στις 27 Νοεμβρίου 2001, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την υπόθεση ως διευθετηθείσα από την Επιτροπή.(1)

Τον Δεκέμβριο του 2002, η καταγγέλλουσα υπέβαλε περαιτέρω καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, η οποία αφορούσε ένα άλλο έργο στο πλαίσιο του προγράμματος «Force» (αριθ. αναφοράς E/92/1608/2/Q-FPC) για το οποίο ήταν η συντονίστρια. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το ίδιο πρόβλημα είχε προκύψει όσον αφορά το εν λόγω έργο όπως και στην προαναφερθείσα υπόθεση.

Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν είχε καταβάλει την τελευταία δόση που οφειλόταν στο πλαίσιο του εν λόγω έργου.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Το πρόγραμμα «Force» έληξε επίσημα το 1995. Οι φάκελοι σχετικά με το εν λόγω πρόγραμμα είχαν στη συνέχεια ανατεθεί στην S.A. Agenor, το γραφείο τεχνικής βοήθειας («ΓΤΒ») της Επιτροπής για την εφαρμογή του προγράμματος «Leonardo da Vinci» με σκοπό την περάτωση των υπόλοιπων έργων. Ωστόσο, όταν έκλεισε το εν λόγω γραφείο τεχνικής βοήθειας τον Φεβρουάριο του 1999, ορισμένοι φάκελοι, συμπεριλαμβανομένων των φακέλων του καταγγέλλοντος, δεν είχαν ακόμη κλείσει.

Το έργο E/92/1608/Q-FPC συνίστατο σε δύο συμβάσεις για τις οποίες ο καταγγέλλων ήταν ο συντονιστής:

- Η πρώτη σύμβαση (σύμβαση E/92/1608/1/Q-FPC) είχε συναφθεί από τις 7 Σεπτεμβρίου 1992 έως τις 6 Σεπτεμβρίου 1993 και ο ανάδοχος ήταν εταιρία με την επωνυμία Telesincro.

- Η δεύτερη σύμβαση (σύμβαση E/92/1608/2/Q-FPC) ίσχυε από την 1η Ιανουαρίου 1994 έως τις 30 Νοεμβρίου 1994. Λόγω των δυσκολιών που αντιμετώπισε η Telesincro (αναδιάρθρωση της εταιρείας· απεργίες), πραγματοποιήθηκε αλλαγή αναδόχου μετά τη συγκατάθεση του ΓΤΒ. Ο νέος εργολάβος ήταν μια εταιρεία που ονομάζεται Aniel. Η παρούσα καταγγελία αφορούσε μόνο τη δεύτερη αυτή σύμβαση.

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν αξιολογήσει την τελική έκθεση για το έργο που είχε υποβληθεί στο ΓΤΒ από τον καταγγέλλοντα. Σύμφωνα με την αξιολόγηση αυτή, το έργο ήταν ανεπαρκές και ο αξιολογητής είχε θέσει υπό αμφισβήτηση τη σοβαρότητα του διακρατικού χαρακτήρα του έργου, των εταίρων, των εργασιών που πραγματοποιήθηκαν και των κονδυλίων του προϋπολογισμού. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής προέβησαν επίσης σε χρηματοοικονομική αξιολόγηση βάσει των στοιχείων που περιλαμβάνονταν στην τελική έκθεση και σε έλεγχο που διενεργήθηκε στην έδρα του αναδόχου στις 23 Μαρτίου 1996. Για την πρώτη συμβατική περίοδο, η οικονομική αξιολόγηση είχε οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να ζητηθεί η επιστροφή 30 367 ευρώ. Για τη δεύτερη συμβατική περίοδο, το υπόλοιπο που έπρεπε να καταβληθεί από την Επιτροπή ανερχόταν σε 2 972 ευρώ.

Με επιστολή που απέστειλαν στις 28 Ιανουαρίου 2003, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημέρωσαν τον καταγγέλλοντα για τα αποτελέσματα και τα συμπεράσματα της αξιολόγησης. Ταυτόχρονα, οι υπηρεσίες της Επιτροπής απέστειλαν επιστολή στην Telesincro, στην οποία εξηγούσαν τον υπολογισμό που είχε πραγματοποιηθεί και το συμπέρασμα ότι έπρεπε να ζητηθεί η επιστροφή ποσού ύψους 30 367 ευρώ όσον αφορά τη σύμβαση E/92/1608/1/Q-FPC. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής απέστειλαν επίσης επιστολή στην Aniel, εξηγώντας τον υπολογισμό που είχε πραγματοποιηθεί και το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν είχε ακόμη καταβάλει ποσό ύψους 2 972 ευρώ όσον αφορά τη σύμβαση E/92/1608/2/Q-FPC. Ο καταγγέλλων, η Telesincro και η Aniel κλήθηκαν να υποβάλουν στην Επιτροπή τυχόν περαιτέρω ισχυρισμούς ή περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις εν λόγω συμβάσεις εντός 30 ημερών από την παραλαβή της επιστολής της Επιτροπής. Επιπλέον, η Επιτροπή είχε ενημερώσει τους αποδέκτες ότι οι ισχυρισμοί ή τα έγγραφα που παραλήφθηκαν μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας δεν θα λαμβάνονταν υπόψη.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος
Συμπληρωματική επιστολή του καταγγέλλοντος της 3ης Μαρτίου 2003

Στις 3 Μαρτίου 2003, δηλαδή λίγο πριν από την αποστολή της γνώμης της Επιτροπής επί της καταγγελίας, η καταγγέλλουσα απέστειλε νέα επιστολή στον Διαμεσολαβητή, επισυνάπτοντας τις επιστολές της Επιτροπής της 28ης Ιανουαρίου προς την ίδια, την Telesincro και την Aniel, την απάντησή της της 3ης Μαρτίου 2003, σημείωμα σχετικά με την κατάσταση του σχεδίου και διάφορα άλλα έγγραφα.

Στην επιστολή της προς τη Διαμεσολαβήτρια, η καταγγέλλουσα παρατήρησε ότι η ανάδοχος της δεύτερης φάσης του έργου (σύμβαση E/92/1608/2/Q-FPC), Aniel, δεν είχε ακόμη καταβάλει το τελικό χρηματικό ποσό που της οφειλόταν. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτό οφειλόταν, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι η Επιτροπή δεν είχε ολοκληρώσει τους λογαριασμούς της και την έκθεση ελέγχου. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι θα μπορούσε να απαιτηθεί σημαντικά υψηλότερο κόστος από αυτό που είχε αναφερθεί στον υπολογισμό της Επιτροπής σχετικά με τη σύμβαση (σύμβαση E/92/1608/2/Q-FPC). Κατά την άποψή της, μόνο το Universidad Autónoma de Barcelona (UAB) είχε χορηγήσει ίδια κεφάλαια ύψους 33 927 ευρώ. Ως εκ τούτου, η καταγγέλλουσα θεώρησε πιθανό το ποσό που απομένει να καταβληθεί από την Επιτροπή να υπερβαίνει τα 2 972 ευρώ και ζήτησε να αποσαφηνιστεί το σημείο αυτό. Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, η αρχική σύμβαση δεν ήταν στα χέρια της και, ως εκ τούτου, μπορούσε να βασιστεί στη μνήμη της μόνο όταν έθετε το συνολικό κόστος σε περίπου 105 144 ευρώ και τη συνεισφορά της ΕΕ σε 65 000 ευρώ (61,82 %). Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ζήτησε αντίγραφο της σύμβασης (σύμβαση E/92/1608/2/Q-FPC).

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Aniel είχε παραλείψει να διαβιβάσει χρήματα της ΕΕ στους εταίρους του έργου, παρόλο που η συνεισφορά της ΕΕ είχε επιτευχθεί μόνο χάρη στο έργο των εν λόγω εταίρων. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή θα πρέπει να μεριμνήσει ώστε οι εταίροι του έργου να πληρωθούν το συντομότερο δυνατόν.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής

Στις 21 Μαρτίου 2003, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε τη γνώμη της Επιτροπής στην καταγγέλλουσα για τις παρατηρήσεις της. Επίσης, επιβεβαίωσε την παραλαβή της επιστολής της καταγγέλλουσας της 3ης Μαρτίου 2003 και την ενημέρωσε ότι το αίτημά της να λάβει αντίγραφο της σύμβασης E/92/1608/2/Q-FPC θα πρέπει να αποσταλεί απευθείας στην Επιτροπή.

Στις παρατηρήσεις της σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, η καταγγέλλουσα υπέβαλε τις ακόλουθες περαιτέρω παρατηρήσεις:

Υπήρξαν συνεχείς επαφές με το ΓΤΒ και τον εθνικό φορέα στήριξης στην Ισπανία, τη Fondo Formación, τόσο κατά την πρώτη όσο και κατά τη δεύτερη συμβατική περίοδο. Ο γάλλος εταίρος, το Chambre de Commerce de Grenoble, δεν τήρησε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Ωστόσο, αυτό ήταν γνωστό στο ΓΤΒ. Η καταγγέλλουσα δεν είχε λάβει ποτέ οδηγίες ως απάντηση σε ερωτήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να ενεργήσει υπό αυτές τις συνθήκες. Το ΓΤΒ ουδέποτε εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το περιεχόμενο των σχεδίων και τη σοβαρότητα του διακρατικού χαρακτήρα τους. Μέχρι στιγμής, η Επιτροπή δεν έχει κοινοποιήσει ούτε αυτό το αποτέλεσμα της αξιολόγησης του σχεδίου. Ως εκ τούτου, η ομάδα του έργου δεν γνώριζε τις εν λόγω απαιτήσεις και δεν ήταν σε θέση να αντιδράσει. Υπό τις συνθήκες αυτές, το περιεχόμενο του έργου θα πρέπει να θεωρείται αποδεκτό. Ωστόσο, ήταν ευπρόσδεκτο το γεγονός ότι το έργο επρόκειτο να κλείσει τώρα. Ωστόσο, τα ποσά που εξακολουθούν να οφείλονται στον καταγγέλλοντα θα πρέπει να καταβληθούν. Έγγραφα που πιστοποιούν τις υποκείμενες εργασίες του καταγγέλλοντος μπορούν να υποβληθούν κατόπιν αιτήματος.

Η καταγγέλλουσα ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να διαβιβάσει την επιστολή της με ημερομηνία 3 Μαρτίου 2003 στην Επιτροπή.

Περαιτέρω έρευνες

Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της Επιτροπής και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών.

Αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να του παράσχει πιο συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αντέδρασε στους περαιτέρω ισχυρισμούς και πληροφορίες που ο καταγγέλλων και η Aniel είχαν (ή ενδέχεται να είχαν) υποβάλει σε απάντηση των επιστολών της Επιτροπής της 28ης Ιανουαρίου 2003 προς αυτούς, καθώς και σχετικά με την απόφαση που είχε λάβει για το θέμα αυτό. Αντίγραφο της επιστολής του καταγγέλλοντος της 3ης Μαρτίου 2003 και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος της 27ης Απριλίου 2003 διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή.

Η απάντηση της Επιτροπής

Στην απάντησή της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Ο καταγγέλλων δεν είχε υποβάλει νέα στοιχεία που θα μπορούσαν να τροποποιήσουν τη χρηματοοικονομική αξιολόγηση που είχαν διενεργήσει οι υπηρεσίες της Επιτροπής. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Universidad Autónoma de Barcelona περιλαμβάνονταν ήδη στον φάκελο της Επιτροπής και είχαν ληφθεί υπόψη κατά τον τελικό υπολογισμό. Όσον αφορά τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν οι εταίροι του έργου, έπρεπε να υπογραμμιστεί ότι η συμβατική σχέση της Επιτροπής, τουλάχιστον όσον αφορά τις οικονομικές πτυχές του έργου, συνδεόταν μόνο με τον ανάδοχο. Ως εκ τούτου, δεν ήταν καθήκον της Επιτροπής να ζητήσει από τους εταίρους του έργου λογαριασμούς για τυχόν πρόσθετες δαπάνες στις οποίες ενδεχομένως υποβλήθηκαν. Ήταν ευθύνη του αναδόχου και του συντονιστή να συγκεντρώσουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία και να τα υποβάλουν στην Επιτροπή μαζί με την τελική έκθεση.

Η Επιτροπή δεν είχε καμία συμβατική σχέση με τους εταίρους του έργου. Ως εκ τούτου, δεν ήταν σε θέση να καταβάλει πληρωμές σε κανένα άλλο πρόσωπο εκτός από εκείνο που προβλεπόταν στη σύμβαση, δηλαδή στον ανάδοχο (Aniel). Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να καταβάλει στον καταγγέλλοντα το οφειλόμενο από την Επιτροπή ποσό.

Αντίγραφο της σύμβασης που είχε υπογραφεί από την BAT (που ενεργούσε εξ ονόματος της Επιτροπής) και την Aniel είχε αποσταλεί στον καταγγέλλοντα. Ωστόσο, η έκθεση ελέγχου δεν μπόρεσε να διαβιβαστεί στον καταγγέλλοντα. Μολονότι ο τελευταίος ήταν ο συντονιστής του έργου, εναπέκειτο στον ανάδοχο να επωμιστεί τις οικονομικές επιβαρύνσεις του έργου και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις όσον αφορά τον έλεγχο και την παρακολούθηση. Ο καταγγέλλων παρέμεινε τρίτος όσον αφορά τη σύμβαση. Δεδομένου ότι ο φάκελος δεν είχε ακόμη κλείσει και ότι ο καταγγέλλων είχε οικονομικές απαιτήσεις κατά του αναδόχου, υπήρχε κίνδυνος η δημοσιοποίηση της έκθεσης ελέγχου να βλάψει τα εμπορικά συμφέροντα του αναδόχου. Ως εκ τούτου, η δημοσιοποίηση του παρόντος εγγράφου δεν ήταν δυνατή σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (2).

Ως εκ τούτου, οι συμβάσεις θα έκλειναν με βάση τα ποσά που είχαν ήδη κοινοποιηθεί στον καταγγέλλοντα και στους αναδόχους τον Ιανουάριο του 2003. Ο καταγγέλλων είχε ενημερωθεί σχετικά.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Αντίγραφο της απάντησης αυτής διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα. Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις από τον καταγγέλλοντα.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Εισαγωγικές παρατηρήσεις

1.1 Ο καταγγέλλων, ο οποίος εργάζεται σε γερμανική εταιρεία συμβούλων, ήταν ο συντονιστής ενός έργου στο πλαίσιο του προγράμματος «Force». Ο κύριος ανάδοχος της σχετικής σύμβασης (E/92/1608/2/Q-FPC) με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ήταν η εταιρεία Aniel. Τον Δεκέμβριο του 2002, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία κατά της Επιτροπής σχετικά με την εν λόγω σύμβαση. Ωστόσο, στην επιστολή της προς τον Διαμεσολαβητή της 3ης Μαρτίου 2003 και στις παρατηρήσεις της σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, η καταγγέλλουσα φαινόταν επίσης να υποδηλώνει ότι η Aniel ή άλλοι ανάδοχοι δεν είχαν καταβάλει τα χρηματικά ποσά που της οφείλονταν.

1.2 Σύμφωνα με το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έχει την εξουσία να λαμβάνει και να εξετάζει καταγγελίες για κακοδιοίκηση στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών. Ως εκ τούτου, καμία ενέργεια οποιασδήποτε άλλης αρχής ή προσώπου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή.

1.3 Ως εκ τούτου, η έρευνα της Διαμεσολαβήτριας σχετικά με την παρούσα καταγγελία αφορά αποκλειστικά την πιθανή κακοδιοίκηση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

1.4 Η καταγγελία κατά της Επιτροπής αφορά την προβαλλόμενη παράλειψη της τελευταίας να καταβάλει τα οφειλόμενα βάσει της οικείας συμβάσεως χρηματικά ποσά. Κατά τη διάρκεια της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας, η καταγγέλλουσα ζήτησε από την Επιτροπή να της παράσχει αντίγραφο της σύμβασης και της έκθεσης σχετικά με τον έλεγχο που διενεργήθηκε. Στην απάντησή της σε αίτημα παροχής περαιτέρω πληροφοριών που υπέβαλε ο Διαμεσολαβητής, η Επιτροπή επισήμανε ότι είχε αποστείλει στον καταγγέλλοντα αντίγραφο της σύμβασης και εξήγησε τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή της, δεν μπορούσε να χορηγηθεί πρόσβαση στην έκθεση ελέγχου. Δεδομένου ότι η καταγγέλλουσα δεν ανέφερε στη Διαμεσολαβήτρια ότι η καταγγελία της καλύπτει επίσης την εν λόγω άρνηση παροχής πρόσβασης στην έκθεση ελέγχου, η έρευνα της Διαμεσολαβήτριας δεν ασχολήθηκε με το θέμα αυτό.

2 Μη καταβολή χρηματικών ποσών που οφείλονται βάσει σύμβασης

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν είχε καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά βάσει της σύμβασης E/92/2/1608/Q-FPC.

2.2 Κατά τη γνώμη της, η Επιτροπή δέχθηκε ότι υπήρχε ένα ποσό που εξακολουθούσε να εκκρεμεί στο πλαίσιο της προαναφερθείσας σύμβασης. Σύμφωνα με τον υπολογισμό της Επιτροπής, το σχετικό ποσό ανερχόταν σε 2 972 ευρώ. Η Επιτροπή είχε ενημερώσει σχετικά την Aniel και τον καταγγέλλοντα με επιστολές που απέστειλε στις 28 Ιανουαρίου 2003 και τους είχε ζητήσει να υποβάλουν τυχόν περαιτέρω ισχυρισμούς ή περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την εν λόγω σύμβαση εντός 30 ημερών από την παραλαβή της επιστολής της Επιτροπής. Επιπλέον, η Επιτροπή είχε ενημερώσει τους αποδέκτες ότι οι ισχυρισμοί ή τα έγγραφα που παραλήφθηκαν μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας δεν θα λαμβάνονταν υπόψη.

2.3 Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων υπέβαλε περαιτέρω παρατηρήσεις, τόσο απευθείας στην Επιτροπή όσο και με επιστολή της 3ης Μαρτίου 2003 προς τον Διαμεσολαβητή, αντίγραφο της οποίας διαβιβάστηκε στην Επιτροπή. Κατόπιν τούτου, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να τον ενημερώσει σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε αυτές τις περαιτέρω παρατηρήσεις. Στην απάντησή της, η Επιτροπή εξήγησε τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι ο καταγγέλλων δεν είχε υποβάλει νέα στοιχεία που θα μπορούσαν να τροποποιήσουν την οικονομική αξιολόγηση που είχαν διενεργήσει οι υπηρεσίες της Επιτροπής. Η Επιτροπή τόνισε επίσης ότι η συμβατική σχέση της ήταν μόνο με τον ανάδοχο. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να καταβάλει στον καταγγέλλοντα το ποσό που όφειλε από την Επιτροπή στον ανάδοχο. Κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν ήταν καθήκον της να ζητήσει από τους εταίρους του έργου λογαριασμούς για τυχόν πρόσθετες δαπάνες στις οποίες ενδεχομένως υποβλήθηκαν. Κατά την Επιτροπή, ήταν ευθύνη του αναδόχου και του συντονιστή να συγκεντρώσουν όλα τα αναγκαία στοιχεία και να τα υποβάλουν στην Επιτροπή μαζί με την τελική έκθεση. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι, βάσει των πληροφοριών που της είχαν υποβληθεί, το ποσό που έπρεπε ακόμη να καταβληθεί στον ανάδοχο ανερχόταν σε 2 972 ευρώ.

2.4 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή προς στήριξη της υπόθεσής της φαίνονται εύλογα.

2.5 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται να υφίσταται κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής.

3 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Η απόφαση για την υπόθεση αυτή είναι διαθέσιμη στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).

(2) ΕΕ L 145, σ. 43.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!