FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 2059/2002/IP κατά του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης


Στρασβούργο, 14 Νοεμβρίου 2003

Αξιότιμε κ. A.,

Στις 29 Νοεμβρίου 2002, υποβάλατε καταγγελία κατά του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τη συμμετοχή σας στο Συμβούλιο Ανταγωνισμού/A/394.

Στις 10 Δεκεμβρίου 2002, η καταγγελία διαβιβάστηκε στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου. Στις 7 Απριλίου 2003, έλαβα το αγγλικό κείμενο της γνώμης του Συμβουλίου, το οποίο σας απέστειλα στις 16 Απριλίου 2003, με πρόσκληση να διατυπώσω παρατηρήσεις. Την ίδια ημέρα, έγραψα στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ζήτησα από το θεσμικό όργανο να μου παράσχει, έως τις 30 Απριλίου 2003, μετάφραση της γνωμοδότησής του στα γαλλικά. Στις 22 Απριλίου 2003, έλαβα τη γαλλική μετάφραση της γνώμης του Συμβουλίου, την οποία σας διαβίβασα στις 5 Μαΐου 2003. Στις 27 Μαΐου 2003, αποστείλατε τις παρατηρήσεις σας.

Στις 8 Ιουλίου 2003, υπέβαλα σχέδιο σύστασης στο Συμβούλιο. Στις 30 Οκτωβρίου 2003, το Συμβούλιο μου διαβίβασε την εμπεριστατωμένη γνώμη του σχετικά με το εν λόγω σχέδιο σύστασης. Στις 5 Νοεμβρίου 2003, οι υπηρεσίες μου επικοινώνησαν μαζί σας τηλεφωνικώς. Στις 11 Νοεμβρίου 2003, σας διαβιβάστηκε προς ενημέρωσή σας αντίγραφο της εμπεριστατωμένης γνώμης του Συμβουλίου.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Ο καταγγέλλων, Πορτογάλος πολίτης, έλαβε μέρος στον διαγωνισμό Council/A/394 για διοικητικούς υπαλλήλους πορτογαλικής γλώσσας. Την 1η Μαρτίου 2002, ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «το Συμβούλιο») ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν έγινε δεκτός στην προφορική εξέταση, διότι στη δοκιμασία VI.A.d.1, η οποία συνίστατο σε γραπτή διατριβή, είχε λάβει μόνο 13 από τις 40 μονάδες, όταν το ελάχιστο απαιτούμενο όριο ήταν 20 μονάδες.

Στις 5 Μαρτίου 2002, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον πρόεδρο της εξεταστικής επιτροπής. Εκτιμά ότι είναι εξαιρετικά απίθανο να έχει λάβει τόσο χαμηλή βαθμολογία και ζητεί από την εξεταστική επιτροπή να επανεξετάσει τη δοκιμασία VI.A.d.1. Με επιστολή της 11ης Μαρτίου 2002, η εξεταστική επιτροπή πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι, αφού επανεξέτασε τη βαθμολογία που αποδόθηκε στη δοκιμασία του, επιβεβαίωσε την αρχική απόφαση.

Στις 18 Μαρτίου 2002, ο καταγγέλλων υπέβαλε ένσταση δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ζήτησε να έχει πρόσβαση σε αντίγραφο της γραπτής δοκιμασίας που σημείωσε ότι απέτυχε και να ενημερωθεί σχετικά με τα κριτήρια αξιολόγησης που ακολούθησε η εξεταστική επιτροπή. Το Συμβούλιο απέρριψε την καταγγελία του καταγγέλλοντος με απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002.

Στις 26 Αυγούστου 2002, ο καταγγέλλων απέστειλε νέα επιστολή στο Συμβούλιο, το οποίο απάντησε στις 25 Σεπτεμβρίου 2002 και επιβεβαίωσε την απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002.

Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το Συμβούλιο δεν τήρησε το άρθρο 255 της Συνθήκης ΕΚ και δεν εφάρμοσε τη γενική αρχή που ορίζεται στην ειδική έκθεση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή μετά την αυτεπάγγελτη έρευνά του 1004/97/PD κατά της Επιτροπής, η οποία είχε εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Ο ενδιαφερόμενος ζήτησε να του δοθεί πρόσβαση σε αντίγραφο του σημειωμένου εγγράφου εξέτασής του και να ενημερωθεί σχετικά με τα κριτήρια που ακολούθησε η εξεταστική επιτροπή κατά την αξιολόγηση των δοκιμασιών.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη του Συμβουλίου

Στη γνώμη του, το Συμβούλιο διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Αφού έλαβε ειδοποίηση για τη μη αποδοχή του στην προφορική εξέταση, ο καταγγέλλων ζήτησε επανεξέταση της δοκιμασίας στην οποία είχε αποτύχει (δοκιμή VI.A.d.1). Η εξεταστική επιτροπή επανεξέτασε τη δοκιμασία. Επιβεβαίωσε το αποτέλεσμα της πρώτης αξιολόγησης και ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα με επιστολή της 11ης Μαρτίου 2002.

Στις 18 Μαρτίου 2002, ο καταγγέλλων υπέβαλε ένσταση δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης κατά της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής. Η καταγγελία απορρίφθηκε στις 11 Ιουλίου 2002. Στην απάντησή του προς τον καταγγέλλοντα, το Συμβούλιο επισήμανε ότι η εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού ενεργεί ανεξάρτητα και ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν είναι σε θέση να ακυρώσει ή να ανατρέψει την απόφασή της, εκτός εάν υπάρχουν στοιχεία πρόδηλης παρανομίας από την εξεταστική επιτροπή. Το Συμβούλιο δεν διαπίστωσε καμία ένδειξη πρόδηλης παρανομίας στη δραστηριότητα της εξεταστικής επιτροπής όσον αφορά τη συγκεκριμένη υπόθεση.

Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων (1), ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των διασκέψεων της εξεταστικής επιτροπής, δηλαδή στην περίπτωση συγκριτικής εξέτασης των προσόντων των υποψηφίων, την εμποδίζει να αποκαλύψει τα κριτήρια αξιολόγησης των δοκιμασιών, δεδομένου ότι αποτελούν μέρος της συγκριτικής αξιολόγησης των υποψηφίων. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε για τη βαθμολογία που έλαβε στις διάφορες δοκιμασίες, η οποία, σύμφωνα με την κοινοτική νομολογία, αποτελεί επαρκή αιτιολόγηση της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής. Τέλος, η υποχρέωση διασφάλισης της ανεξαρτησίας και του εμπιστευτικού χαρακτήρα των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής εμπόδισε το Συμβούλιο να χορηγήσει σε υποψήφιο πρόσβαση στα βαθμολογημένα εξεταστικά του έγγραφα.

Σε νέα επιστολή της 26ης Αυγούστου 2002, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε κακοδιοίκηση εκ μέρους της εξεταστικής επιτροπής. Με έγγραφο της 25ης Σεπτεμβρίου 2002, υπογεγραμμένο από τον αναπληρωτή γενικό γραμματέα, το Συμβούλιο επιβεβαίωσε τα επιχειρήματα που είχαν ήδη προβληθεί με το έγγραφο της 11ης Ιουλίου 2002.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη του Συμβουλίου, ο καταγγέλλων ενέμεινε στον ισχυρισμό και τον ισχυρισμό του.

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΣΤΑΣΗΣ

Στις 8 Ιουλίου 2003, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε στο Συμβούλιο το ακόλουθο σχέδιο σύστασης σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή:

Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να επιτρέπει στον καταγγέλλοντα να έχει πρόσβαση στο δικό του σημειωμένο έγγραφο εξέτασης και θα πρέπει να τον ενημερώνει για τα κριτήρια αξιολόγησης που ακολουθεί η εξεταστική επιτροπή.

Το παρόν σχέδιο σύστασης βασίστηκε στις ακόλουθες εκτιμήσεις:

Όσον αφορά την άρνηση παροχής πρόσβασης σε σημειωμένο έγγραφο εξέτασης

1 Ο καταγγέλλων, Πορτογάλος υπήκοος, έλαβε μέρος στον διαγωνισμό Council/A/394 για διοικητικούς υπαλλήλους πορτογαλικής γλώσσας. Την 1η Μαρτίου 2002, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι δεν είχε γίνει δεκτός στην προφορική εξέταση, διότι στη δοκιμασία VI.A.d.1, η οποία συνίστατο σε γραπτή διατριβή, έλαβε μόνο 13 από τους 40 βαθμούς, ενώ το ελάχιστο απαιτούμενο ήταν 20 βαθμοί. Ως εκ τούτου, ζήτησε από την εξεταστική επιτροπή να επανεξετάσει τη δοκιμασία στην οποία απέτυχε. Αφού επανεξέτασε τη βαθμολογία που δόθηκε στη δοκιμασία του, η εξεταστική επιτροπή επιβεβαίωσε την αρχική απόφαση. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων υπέβαλε ένσταση βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η οποία απορρίφθηκε. Κατόπιν αυτού, ζήτησε να του επιτραπεί η πρόσβαση σε αντίγραφο της γραπτής δοκιμασίας στην οποία είχε βαθμολογηθεί, αλλά το Συμβούλιο απέρριψε το αίτημά του.

Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το Συμβούλιο δεν τήρησε το άρθρο 255 της Συνθήκης ΕΚ και δεν εφάρμοσε τη γενική αρχή που ορίζεται στην ειδική έκθεση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή μετά την αυτεπάγγελτη έρευνά του 1004/97/PD κατά της Επιτροπής, η οποία είχε εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο καταγγέλλων ζήτησε να του δοθεί πρόσβαση σε αντίγραφο του σημειωμένου εγγράφου εξέτασής του.

2 Στη γνώμη του, το Συμβούλιο επισήμανε ότι η εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού ενεργεί ανεξάρτητα και ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν είναι σε θέση να ακυρώσει ή να ανατρέψει την απόφασή της, εκτός εάν υπάρχουν στοιχεία πρόδηλης παρανομίας από την εξεταστική επιτροπή. Το Συμβούλιο δεν διαπίστωσε καμία ένδειξη πρόδηλης παρανομίας στη δραστηριότητα της εξεταστικής επιτροπής όσον αφορά τη συγκεκριμένη υπόθεση. Επιπλέον, το Συμβούλιο έκρινε ότι η υποχρέωση διασφάλισης της ανεξαρτησίας και του εμπιστευτικού χαρακτήρα των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής το εμπόδιζε να παράσχει σε υποψήφιο πρόσβαση στο βαθμολογημένο εξεταστικό του έγγραφο.

3 Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έχει ήδη ασχοληθεί με το ζήτημα της πρόσβασης στα βαθμολογημένα έγγραφα εξέτασης των υποψηφίων σε υποθέσεις που αφορούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2) και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (3).

4 Βάσει των ερευνών του σχετικά με τις διαδικασίες προσλήψεως της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε, στις 18 Οκτωβρίου 1999, ειδική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (4), η οποία περιλαμβάνει τις ακόλουθες εκτιμήσεις:

«Ο Διαμεσολαβητής δεν γνωρίζει καμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου ή νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων που θα εμπόδιζε την Επιτροπή να επιτρέψει σε υποψήφιο σε γραπτή εξέταση να δει το δικό του σημαδεμένο αλφάβητο. Το άρθρο 6 του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ορίζει ότι οι «διαδικασίες της εξεταστικής επιτροπής» είναι μυστικές. Ως εκ τούτου, οι διασκέψεις της εξεταστικής επιτροπής πρέπει να παραμείνουν μυστικές, αλλά δεν προκύπτει κατ’ ανάγκην ότι ο υποψήφιος πρέπει να εμποδίζεται να δει το δικό του βαθμολογημένο γραπτό εξέτασης.

Το κύριο επιχείρημα που προβάλλει η Επιτροπή για να δικαιολογήσει την άρνησή της αφορά τη φύση της διαδικασίας προσλήψεως. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η εξεταστική επιτροπή αξιολογεί κάθε υποψήφιο συγκρίνοντας τις επιδόσεις του με τις επιδόσεις όλων των άλλων υποψηφίων στον ίδιο διαγωνισμό. Η Επιτροπή συνάγει εξ αυτού ότι η γνωστοποίηση του βαθμολογημένου γραπτού δεν θα εξυπηρετούσε κανέναν σκοπό, δεδομένου ότι αντικατοπτρίζει μόνο την εκτίμηση ενός προσώπου το οποίο δεν αξιολόγησε όλους τους άλλους υποψηφίους.

Ωστόσο, η δυνατότητα ελέγχου του δικού του βαθμολογημένου γραπτού εξέτασης συνεπάγεται πολλά οφέλη για τον υποψήφιο. Πρώτον, ο υποψήφιος αποκτά την ευκαιρία να ανακαλύψει τα λάθη του και έτσι να βελτιώσει τη μελλοντική του απόδοση. Δεύτερον, ενισχύεται η εμπιστοσύνη του υποψηφίου στη διοίκηση. Αυτό είναι σημαντικό, δεδομένου ότι φαίνεται να υπάρχει μια ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι οι δοκιμές δεν αξιολογούνται πάντα σωστά από την Επιτροπή και μάλιστα ότι μερικές φορές δεν αξιολογούνται καθόλου. Τρίτον, εάν ένας υποψήφιος θεωρεί ότι έχει αξιολογηθεί εσφαλμένα, θα είναι σε θέση να υποστηρίξει πολύ ακριβέστερα εάν έχει δει το βαθμολογημένο γραπτό εξετάσεων του. Σε κάθε περίπτωση, ο πολίτης που ζητεί πληροφορίες θα πρέπει να είναι ο δικαστής του κατά πόσον οι πληροφορίες είναι χρήσιμες και όχι η διοίκηση.

Η Επιτροπή αναφέρεται επίσης στις διοικητικές και οικονομικές επιβαρύνσεις που θα μπορούσε να συνεπάγεται η γνωστοποίηση των γραπτών εξετάσεων. Ο Διαμεσολαβητής είναι πεπεισμένος ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα μπορούσαν να οργανώσουν τη διαδικασία γνωστοποίησης κατά τρόπο που θα ελαχιστοποιούσε το κόστος, δεδομένου ότι είναι απίθανο κάθε υποψήφιος να επιθυμεί να δει το βαθμολογημένο γραπτό εξέτασής του.

(…) (άλμπουμ)

Ορθώς επίσης επισημαίνει η Επιτροπή ότι η δραστηριότητα των εξεταστικών επιτροπών υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο από τον κοινοτικό δικαστή. Ωστόσο, αυτό σημαίνει ότι τα ερωτήματα που θα μπορούσαν εύκολα να επιλυθούν εάν ο υποψήφιος είχε την ευκαιρία να δει το βαθμολογημένο γραπτό εξέτασης ενδέχεται να πρέπει να διεκπεραιωθούν από τα δικαστήρια. Ο Διαμεσολαβητής πιστεύει ότι αυτό δεν είναι ιδιαίτερα ικανοποιητικό για τους υποψηφίους. Η παροχή πρόσβασης στο σημειωμένο σενάριο εξετάσεων, από την άλλη πλευρά, είναι πιθανό να ικανοποιήσει πολλά ερωτήματα με ελάχιστη προσπάθεια και χρόνο.

(…) (άλμπουμ)

Όπως επιβεβαίωσε η Συνθήκη του Άμστερνταμ, η υποχρέωση να λαμβάνονται οι αποφάσεις όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις αρχές του διοικητικού δικαίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Επιπλέον, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι πολίτες θα έχουν θετική εντύπωση όταν έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με τα κοινοτικά θεσμικά όργανα. Οι πολίτες που επιθυμούν να εργαστούν για τις Κοινότητες έχουν πολύ κακή εντύπωση εάν έχουν αμφιβολίες ως προς το αν έχουν αξιολογηθεί δίκαια και σωστά. Για να αρθεί αυτή η αμφιβολία, είναι σημαντικό κάθε υποψήφιος να έχει τη δυνατότητα να επιθεωρήσει το σημαδεμένο αντίγραφο του δικού του γραπτού εξέτασης. Η δυνατότητα αυτή σε καμία περίπτωση δεν έρχεται σε αντίθεση με την απαίτηση οι εργασίες των εξεταστικών επιτροπών να είναι μυστικές, δεδομένου ότι δεν αφορά τις συζητήσεις των εξεταστικών επιτροπών στις οποίες αξιολογούνται τα σχετικά προσόντα των υποψηφίων. Για τους λόγους αυτούς, η παράλειψη της Επιτροπής να τροποποιήσει τις διοικητικές της διαδικασίες ώστε να δοθεί σε κάθε υποψήφιο η δυνατότητα πρόσβασης στο δικό του βαθμολογημένο γραπτό εξέτασης, φαίνεται να συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.»

5 Βάσει των εκτιμήσεων αυτών, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε σύσταση στην Επιτροπή, σύμφωνα με την οποία η τελευταία θα πρέπει, στο πλαίσιο των μελλοντικών διαγωνισμών προσλήψεων, και το αργότερο από την 1η Ιουλίου 2000, να παρέχει στους υποψηφίους πρόσβαση στα δικά τους σημειωμένα γραπτά εξετάσεων κατόπιν αιτήσεως. Με επιστολή της 7ης Δεκεμβρίου 1999, ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πληροφόρησε τον Διαμεσολαβητή ότι η Επιτροπή είχε αποδεχθεί τη σύσταση αυτή.

6 Στις 17 Νοεμβρίου 2000, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσε ψήφισμα (5) με το οποίο ενέκρινε την ειδική έκθεση του Διαμεσολαβητή και συνεχάρη την Επιτροπή για τη θετική της απάντηση στη σύσταση του Διαμεσολαβητή. Το Κοινοβούλιο εξέφρασε επίσης την ελπίδα ότι «όλοι οι άλλοι ευρωπαϊκοί οργανισμοί και θεσμικά όργανα θα ακολουθήσουν το παράδειγμα της Επιτροπής».

7 Στις 17 Ιουλίου 2000, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε σχέδια συστάσεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με τα οποία πρότεινε στο τελευταίο να παράσχει στους ενδιαφερομένους πρόσβαση στα σημειωμένα εξεταστικά τους έγγραφα. Στις 27 Νοεμβρίου 2000, το Κοινοβούλιο πληροφόρησε τον Διαμεσολαβητή ότι είχε αποδεχθεί την αρχή ότι οι υποψήφιοι θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να λάβουν αντίγραφο των δικών τους βαθμολογημένων εγγράφων εξέτασης και περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο θα εφάρμοζε τα σχέδια συστάσεων του Διαμεσολαβητή (6).

8 Τα επιχειρήματα που προβάλλει το Συμβούλιο στην υπό κρίση υπόθεση δεν παραπέμπουν σε κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των διαγωνισμών που διοργανώνει το Συμβούλιο το οποίο να τους διακρίνει από τους διαγωνισμούς που διοργανώνουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι εκτιμήσεις που διατυπώνονται στην ειδική έκθεσή του σχετικά με τις διαδικασίες πρόσληψης της Επιτροπής ισχύουν (τηρουμένων των αναλογιών) και για τους διαγωνισμούς που διοργανώνει το Συμβούλιο.

9 Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η άρνηση του Συμβουλίου να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στα σημειωμένα εξεταστικά του έγγραφα συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.

Όσον αφορά την κοινοποίηση των κριτηρίων αξιολόγησης

1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι θα πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με τα κριτήρια που ακολούθησε η εξεταστική επιτροπή κατά την αξιολόγηση των δοκιμασιών.

2 Στη γνώμη του, το Συμβούλιο υπογράμμισε ότι, κατά πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων (7), ο εμπιστευτικός χαρακτήρας της διασκέψεως της εξεταστικής επιτροπής, δηλαδή η συγκριτική εξέταση των προσόντων υποψηφίων όπως σε γενικό διαγωνισμό, την εμποδίζει να αποκαλύψει τα κριτήρια αξιολογήσεως των δοκιμασιών, δεδομένου ότι αυτά αποτελούν μέρος της συγκριτικής αξιολογήσεως των υποψηφίων. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε για τη βαθμολογία που έλαβε στις διάφορες δοκιμασίες, η οποία, σύμφωνα με τη νομολογία, αποτελεί επαρκή αιτιολόγηση της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής.

3 Στο παρελθόν, ο Διαμεσολαβητής είχε ήδη ασχοληθεί με το ζήτημα της κοινοποίησης των κριτηρίων αξιολόγησης στους υποψηφίους. Έχει επίγνωση του γεγονότος ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι εξεταστικές επιτροπές διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια. Οι εξουσίες αυτές συνεπάγονται ότι το πεδίο του δικαστικού ελέγχου είναι περιορισμένο· Ωστόσο, η ανάθεση τέτοιων εξουσιών δεν φαίνεται να εμποδίζει τις δημόσιες αρχές να συμμορφώνονται με τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, με την επιφύλαξη της διακριτικής ευχέρειας των εξεταστικών επιτροπών και του άρθρου 6 του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, τα ίδια τα θεσμικά όργανα θα μπορούσαν να αποφασίσουν να αναπτύξουν διαδικαστικές εγγυήσεις για τους αιτούντες ως ζήτημα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς (8). Επιπλέον, έκρινε ότι η κοινοποίηση των κριτηρίων αξιολόγησης στον ενδιαφερόμενο προσφεύγοντα θα μπορούσε να αυξήσει τη διαφάνεια στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και την εμπιστοσύνη των πολιτών έναντι της à έναντι των κοινοτικών θεσμικών οργάνων, δεδομένου ότι η πρώτη επαφή πολλών πολιτών με τα κοινοτικά θεσμικά όργανα πραγματοποιείται στο πλαίσιο των διαδικασιών πρόσληψης.

4 Επιπλέον, το Πρωτοδικείο έκρινε προσφάτως ότι, μολονότι η γνωστοποίηση της βαθμολογίας που έλαβαν οι υποψήφιοι στις διάφορες δοκιμασίες συνιστά επαρκή αιτιολογία της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής, το συμπέρασμα αυτό δεν συνεπάγεται ότι ο υποψήφιος που το ζητεί δεν μπορεί να ενημερωθεί για τα γενικά κριτήρια διορθώσεως της εξεταστικής επιτροπής (9).

5 Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι δεν υπάρχουν λόγοι που θα πρέπει να εμποδίζουν το Συμβούλιο να κοινοποιεί στον καταγγέλλοντα τα κριτήρια αξιολόγησης που ακολουθεί η εξεταστική επιτροπή.

Η εμπεριστατωμένη γνώμη του Συμβουλίου

Στην εμπεριστατωμένη γνώμη του, το Συμβούλιο τόνισε ότι, σε συνέχεια του σχεδίου σύστασης που υπέβαλε ο Διαμεσολαβητής σε προηγούμενη παρόμοια υπόθεση (καταγγελία 2097/2002/GG), η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου θέσπισε, στις 17 Σεπτεμβρίου 2003, νέους κανόνες σχετικά με την κοινοποίηση σημαδεμένων αντιγράφων στους υποψηφίους. Οι κανόνες αυτοί θα εφαρμόζονται σε όλους τους εξωτερικούς και εσωτερικούς διαγωνισμούς που διοργανώνονται από τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου.

Οι υποψήφιοι που θα συμμετάσχουν σε διαγωνισμούς που θα δημοσιευθούν από την 1η Σεπτεμβρίου 2003 και μετά θα έχουν τη δυνατότητα να λάβουν αντίγραφο του δικού τους εγγράφου εξέτασης και, για τις γραπτές δοκιμασίες, του δελτίου αξιολόγησης της εξεταστικής επιτροπής. Στην περίπτωση διαγωνισμών που διοργανώθηκαν πριν από την 1η Σεπτεμβρίου 2003, οι σχετικοί κανόνες προέβλεπαν ότι οι υποψήφιοι που το ζητούσαν είχαν τη δυνατότητα να λάβουν αντίγραφο του δικού τους εγγράφου εξέτασης, καθώς και του δελτίου αξιολόγησης, εφόσον η εξεταστική επιτροπή είχε καταρτίσει τέτοιο φύλλο.

Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, το Συμβούλιο αποφάσισε να επιτρέψει στον καταγγέλλοντα την πρόσβαση στο δικό του έγγραφο εξέτασης. Όσον αφορά την κοινοποίηση των κριτηρίων αξιολόγησης, το Συμβούλιο τόνισε ότι είχαν αναφερθεί στο σημείο VI.A.δ) της προκήρυξης του διαγωνισμού και ότι η εξεταστική επιτροπή δεν είχε καταρτίσει δελτίο αξιολόγησης. Σύμφωνα με το Συμβούλιο, αντίγραφο του εγγράφου εξέτασης του καταγγέλλοντος, μαζί με αντίγραφο της προκήρυξης του διαγωνισμού, θα σταλεί στον καταγγέλλοντα την ίδια ημέρα.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις 5 Νοεμβρίου 2003, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή επικοινώνησαν τηλεφωνικά με τον καταγγέλλοντα προκειμένου να τον ενημερώσουν σχετικά με την απάντηση του Συμβουλίου και να εξακριβώσουν αν θεωρούσε την απάντηση ικανοποιητική. Ο καταγγέλλων συνεχάρη τον Διαμεσολαβητή για το αποτέλεσμα της έρευνας και για τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Άρνηση χορήγησης πρόσβασης σε σημειωμένο έγγραφο εξέτασης και κοινοποίησης των κριτηρίων αξιολόγησης

1.1 Ο καταγγέλλων ζήτησε να του επιτραπεί η πρόσβαση σε αντίγραφο του σημειωμένου εξεταστικού του εγγράφου στο πλαίσιο του διαγωνισμού Council/A/394 και να ενημερωθεί σχετικά με τα κριτήρια που ακολούθησε η εξεταστική επιτροπή κατά την αξιολόγηση των δοκιμασιών. Το Συμβούλιο αρνήθηκε να ικανοποιήσει τα αιτήματα αυτά. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.

1.2 Στις 8 Ιουλίου 2003, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή, σχέδιο σύστασης προς το Συμβούλιο, σύμφωνα με το οποίο το Συμβούλιο θα πρέπει να επιτρέπει στον καταγγέλλοντα να έχει πρόσβαση στο δικό του βαθμολογημένο έγγραφο εξέτασης και να τον ενημερώνει για τα κριτήρια αξιολόγησης που ακολουθεί η εξεταστική επιτροπή.

1.3 Στην εμπεριστατωμένη του γνώμη, το Συμβούλιο πληροφόρησε το Διαμεσολαβητή ότι είχε αποφασίσει να αποδεχθεί το σχέδιο σύστασής του.

Το Συμβούλιο επισήμανε ότι, στις 17 Σεπτεμβρίου 2003, η Γενική Γραμματεία του είχε θεσπίσει νέους κανόνες σχετικά με την κοινοποίηση σημαδεμένων αντιγράφων στους υποψηφίους. Οι κανόνες αυτοί θα εφαρμόζονται σε όλους τους εξωτερικούς και εσωτερικούς διαγωνισμούς που διοργανώνονται από τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου.

Οι υποψήφιοι που θα συμμετάσχουν σε διαγωνισμούς που θα δημοσιευθούν από την 1η Σεπτεμβρίου 2003 και μετά θα έχουν τη δυνατότητα να λάβουν αντίγραφο του δικού τους εγγράφου εξέτασης και, για τις γραπτές δοκιμασίες, του δελτίου αξιολόγησης της εξεταστικής επιτροπής. Στην περίπτωση διαγωνισμών που διοργανώθηκαν πριν από την 1η Σεπτεμβρίου 2003, οι σχετικοί κανόνες προέβλεπαν ότι οι υποψήφιοι που το ζητούσαν είχαν επίσης τη δυνατότητα να λάβουν τόσο αντίγραφο του δικού τους εγγράφου εξέτασης όσο και αντίγραφο του φύλλου αξιολόγησης της εξεταστικής επιτροπής, εφόσον είχε καταρτίσει τέτοιο φύλλο.

1.4 Όσον αφορά την περίπτωση του καταγγέλλοντος, το Συμβούλιο ενημέρωσε το Διαμεσολαβητή ότι αντίγραφο του εγγράφου εξέτασης του καταγγέλλοντος και της προκήρυξης του διαγωνισμού θα σταλεί στον καταγγέλλοντα την ίδια ημέρα. Το Συμβούλιο εξήγησε ότι, δεδομένου ότι τα κριτήρια αξιολόγησης που ακολούθησε η εξεταστική επιτροπή είχαν καθοριστεί στο σημείο VI.A.δ) της προκήρυξης του διαγωνισμού, η εξεταστική επιτροπή δεν είχε καταρτίσει δελτίο αξιολόγησης.

2 Συμπέρασμα

2.1 Βάσει των ερευνών του, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το Συμβούλιο αποδέχθηκε το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή και ότι τα μέτρα που έλαβε το Συμβούλιο για την εφαρμογή του είναι ικανοποιητικά.

2.2 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Υπόθεση C-245/95 P, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά Innamorati [1996] Συλλογή I - 3423.

(2) Έρευνα ιδίας πρωτοβουλίας 1004/97/(PD)/GG.

(3) Καταγγελίες 457/99/IP, 610/99/IP, 1000/99/IP και 25/2000/IP.

(4) ΕΕ 1999, αριθ. C 371, σ. 12.

(5) ΕΕ 2001, αριθ. C 223, σ. 352, 368.

(6) Βλ. τις αποφάσεις του Διαμεσολαβητή της 11ης Μαΐου 2001 σχετικά με τις καταγγελίες 457/99/IP, 610/99/IP, 1000/99/IP και 25/2000/I, που διατίθενται στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).

(7) Υπόθεση C-245/95, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά Innamorati [1996] Συλλογή I - 3423.

(8) Ο Διαμεσολαβητής προέβη στη δήλωση αυτή στο πλαίσιο αυτεπάγγελτης έρευνας σχετικά με το απόρρητο που αποτελεί μέρος της διαδικασίας πρόσληψης της Επιτροπής (βλ. σημείωση 3).

(9) Απόφαση της 25ης Ιουνίου 2003, στην υπόθεση T-72/01, Pyres κατά Επιτροπής.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!