FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 1915/2002/BB κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ελεγκτικού Συνεδρίου


Στρασβούργο, 3 Δεκεμβρίου 2003

Αξιότιμε κ. G. και κ. P.,

Στις 24 Οκτωβρίου 2002, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή εξ ονόματος του Διεπιστημονικού Κέντρου Συγκριτικής Έρευνας στις Κοινωνικές Επιστήμες (ICCR). Η παρούσα καταγγελία κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ελεγκτικού Συνεδρίου ελήφθη στις 7 Νοεμβρίου 2002. Η καταγγελία αφορά εκκρεμή τελική πληρωμή ύψους 80.671,61 ευρώ για τη σύμβαση θεματικού δικτύου αριθ. 1999-TN.10869 «TRANS-TALK» στο πλαίσιο του πέμπτου προγράμματος-πλαισίου και έλεγχο που διενήργησε το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Θα ήθελα να σας ενημερώσω ότι ο κ. Jacob Söderman, με τον οποίο είχατε προηγουμένως επικοινωνήσει σχετικά με την καταγγελία σας, συνταξιοδοτήθηκε και ότι, από την 1η Απριλίου 2003, είμαι ο διάδοχός του ως Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής.

Στις 31 Δεκεμβρίου 2002, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και στον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το Ελεγκτικό Συνέδριο απέστειλε τη γνωμοδότησή του στις 7 Απριλίου 2003 και σας τη διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 27 Μαΐου 2003. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 27 Μαΐου 2003 και σας διαβιβάστηκε με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 22 Σεπτεμβρίου 2003. Στις 14 Οκτωβρίου και στις 5 Νοεμβρίου 2003, η γραμματεία του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί σας σχετικά με τις παρατηρήσεις σας.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Διεπιστημονικό Κέντρο Συγκριτικής Έρευνας στις Κοινωνικές Επιστήμες (στο εξής: ως ένας από τους κύριους αναδόχους, υπέγραψε σύμβαση στις 22 Δεκεμβρίου 1999. Η σύμβαση ονομάστηκε σύμβαση θεματικού δικτύου αριθ. 1999-TN.10869 «TRANS-TALK» στο πλαίσιο του πέμπτου προγράμματος-πλαισίου. Η σύμβαση αυτή κάλυπτε περίοδο 18 μηνών, από τον Ιανουάριο του 2000 έως το τέλος Ιουνίου του 2001. Το συνολικό εκτιμώμενο κόστος του έργου ανήλθε σε 601.015 ευρώ και η αρχική προκαταβολή ορίστηκε σε 180.305 ευρώ, ποσό που θα κατανεμηθεί μεταξύ των πέντε κύριων αναδόχων. Η ICCR υπέβαλε καταστάσεις δαπανών ανά τακτά διαστήματα έξι μηνών.

Στις 31 Οκτωβρίου 2001, η ICCR ενημερώθηκε ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο θα διενεργούσε έλεγχο του σχεδίου. Ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε στις 16-18 Ιανουαρίου 2002. Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, οι ελεγκτές δήλωσαν ότι θα υποβάλουν την έκθεσή τους στην Επιτροπή έως τα τέλη Ιανουαρίου 2002.

Η ICCR υπέβαλε την τελική κατάσταση δαπανών στην Επιτροπή τον Αύγουστο του 2001. Στις 11 Δεκεμβρίου 2001, η ΓΔ TREN της Επιτροπής την ενέκρινε. Δεδομένου ότι η ICCR δεν είχε λάβει ακρόαση από την Επιτροπή, ο συντονιστής του έργου επικοινώνησε με τον οικονομικό υπεύθυνο της Επιτροπής στις 26 Φεβρουαρίου 2002, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, για να ζητήσει πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της τελικής πληρωμής. Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 28ης Φεβρουαρίου 2002, της γνωστοποιήθηκε ότι η τελική πληρωμή δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί πριν από την παραλαβή της εκθέσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Στις 13 Ιουνίου 2002, ο δημοσιονομικός υπάλληλος της Επιτροπής διαβίβασε, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, την έκθεση των ελεγκτών ζητώντας ορισμένες διευκρινίσεις. Η έκθεση του ελεγκτή φέρει ημερομηνία 15 Απριλίου 2002. Η ICCR διαβίβασε στην Επιτροπή τις ζητηθείσες πληροφορίες, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στις 14 Ιουνίου 2002. Στις 8 Ιουλίου 2002, η ICCR διαβίβασε, με δική της πρωτοβουλία, πλήρη γνώμη σχετικά με την έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου στον δημοσιονομικό υπάλληλο της Επιτροπής.

Με επιστολή που απηύθυνε στην Επιτροπή στις 12 Ιουλίου 2002, η ICCR ζήτησε επίσημες διευκρινίσεις σχετικά με την κατάσταση της τελικής πληρωμής της σύμβασης. Τον Αύγουστο του 2002, η Επιτροπή απέστειλε μη χρονολογημένη απάντηση στην οποία ανέφερε ότι η πληρωμή θα ανασταλεί βάσει του άρθρου 3.2 του παραρτήματος ΙΙ της σύμβασης. Στις 29 Αυγούστου 2002, η ICCR πληροφόρησε την Επιτροπή ότι δεν μπορούσε να δεχθεί το άρθρο 3.2 ως λόγο αναστολής της τελικής πληρωμής. Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, η Επιτροπή δεν απάντησε στην επιστολή αυτή.

Στις 24 Οκτωβρίου 2002, οι καταγγέλλοντες υπέβαλαν καταγγελία εξ ονόματος της ICCR στον Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η καταγγελία αφορά την εκκρεμή τελική πληρωμή ύψους 80.671,61 ευρώ για τη σύμβαση θεματικού δικτύου αριθ. 1999-TN.10869 «TRANS-TALK» και τον έλεγχο που διενήργησε το Συνέδριο.

Όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι καταγγέλλοντες διατύπωσαν τους ακόλουθους ισχυρισμούς:

1) Έλλειψη πληροφοριών σχετικά με την κατάσταση του ελέγχου και της τελικής πληρωμής· και

2) Μη καταβολή της εκκρεμούσας τελικής πληρωμής ύψους € 80.671,61.

Οι καταγγέλλοντες ζητούν διακανονισμό της τελικής πληρωμής εντόκως και επίσημη θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τον έλεγχο που διενήργησε το Ελεγκτικό Συνέδριο και τις διαδικασίες που ακολούθησαν και τα δύο θεσμικά όργανα.

Όσον αφορά το Ελεγκτικό Συνέδριο, οι καταγγέλλοντες ισχυρίζονται ότι η έκθεση κατέληξε σε εσφαλμένα συμπεράσματα και αγνόησε τη συμβολή του Κέντρου και ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της έκθεσης στην Επιτροπή.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Στο πλαίσιο της διαχείρισης των έμμεσων δράσεων ΕΤΑ βάσει του πέμπτου προγράμματος-πλαισίου, το Ελεγκτικό Συνέδριο διενήργησε έλεγχο της σύμβασης θεματικού δικτύου αριθ. 1999-TN.10869 "TRANS-TALK" στο ICCR στη Βιέννη. Η έκθεση του ελεγκτή έθιξε ορισμένα πολύπλοκα και σοβαρά ζητήματα που απαιτούσαν προσεκτική εξέταση από τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες της Επιτροπής.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ορισμένες δηλωθείσες δαπάνες δεν ήταν επιλέξιμες και δεν συνοδεύονταν από αποδεικτικά στοιχεία. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν ιδίως: υπερχρέωση από τον δικαιούχο για τις δηλώσεις δαπανών· μη συμμόρφωση του δικαιούχου με τη σύμβαση όσον αφορά τη χρήση των συντελεστών του προϋπολογισμού· σύμβουλος υπεργολαβίας που έχει δηλωθεί ως μόνιμος υπάλληλος.

Βάσει της έκθεσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η Επιτροπή αποφάσισε να αναστείλει τις πληρωμές προς τον δικαιούχο έως την τελική εξέταση των συμπληρωματικών εγγράφων που υπέβαλε ο δικαιούχος.

Στις 28 Φεβρουαρίου 2002, η Επιτροπή ενημέρωσε την ICCR σχετικά με την κατάσταση όσον αφορά την τελική πληρωμή και την εξέτασή της στο πλαίσιο του παρόντος ελέγχου. Οι εν εξελίξει συζητήσεις με την ICCR ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2002. Εν τω μεταξύ, οι συζητήσεις μεταξύ της Επιτροπής και του Ελεγκτικού Συνεδρίου ολοκληρώθηκαν το φθινόπωρο του 2002. Κατά τη διεξαγωγή αυτών των πρόσθετων ερευνών, η Επιτροπή επιβεβαίωσε στην ICCR τον Αύγουστο του 2002 ότι όλες οι πληρωμές ανεστάλησαν. Η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες με επιστολή της 5ης Δεκεμβρίου 2002. Ελήφθη η απάντηση της ICCR της 24ης Ιανουαρίου 2003 και η Επιτροπή ενημέρωσε την ICCR ότι η εν λόγω απάντηση ήταν υπό εξέταση με σκοπό την έγκαιρη διευθέτηση της τελικής πληρωμής.

Στις 13 Μαΐου 2003, η Επιτροπή ενημέρωσε την ICCR ότι η τελική πληρωμή ανερχόταν σε 50 821 ευρώ. 03 είχε γίνει. Σύμφωνα με την Επιτροπή, το ποσό των 29 799,63 EUR δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη, δεδομένου ότι αυτό θα συνεπαγόταν μεταφορά μεταξύ κατηγοριών δαπανών για τις οποίες απαιτείται προηγούμενη έγκριση.

Οι παρατηρήσεις των καταγγελλόντων σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής

Οι καταγγέλλοντες διατύπωσαν συνοπτικά τα ακόλουθα σημεία:

Η παρούσα υπόθεση εγείρει γενικά ζητήματα σχετικά με τις καθυστερήσεις των κοινοτικών θεσμικών οργάνων να ανταποκριθούν σε επανειλημμένες αιτήσεις παροχής πληροφοριών και τη διάρκεια της διαδικασίας. Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, η αρχή της διαφάνειας απαιτεί την αντιμετώπιση αυτών των γενικών ζητημάτων.

Μετά την απάντηση των καταγγελλόντων στην Επιτροπή της 27ης Μαΐου 2003, η Επιτροπή κατέβαλε το υπόλοιπο ποσό των 20 447,79 ευρώ.

Η γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου

Συνοπτικά, το Ελεγκτικό Συνέδριο επισήμανε τα εξής:

Το έγγραφο που βρίσκεται στο επίκεντρο της παρούσας καταγγελίας δεν είναι μια έκθεση που εγκρίθηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο, αλλά μια τομεακή επιστολή. Στόχος μιας τομεακής επιστολής είναι να παρουσιάσει τα προκαταρκτικά πορίσματα που προέκυψαν κατά τη διάρκεια ενός ελέγχου στον ελεγχόμενο, ο οποίος στον τομέα των εσωτερικών πολιτικών είναι η Επιτροπή. Μετά από περαιτέρω ανάλυση της αντίδρασης της Επιτροπής στα πραγματικά στοιχεία και τις σχετικές παρατηρήσεις που αναφέρονται στην τομεακή επιστολή, οι διαπιστώσεις αυτές μπορούν στη συνέχεια να αποτελέσουν τη βάση των παρατηρήσεων που παρουσιάζονται στις εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ενδέχεται επίσης να απαιτείται η λήψη διορθωτικών μέτρων από την Επιτροπή. Δεδομένου ότι οι διαπιστώσεις και οι παρατηρήσεις είναι προπαρασκευαστικές στο στάδιο μιας τομεακής επιστολής και, κατ’ αρχήν, υπόκεινται σε περαιτέρω εργασίες επαλήθευσης, παραμένουν εμπιστευτικές μεταξύ του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Επιτροπής.

Στην παρούσα υπόθεση, η τομεακή επιστολή αριθ. 740/02, στην οποία αναφέρονται τα πορίσματα του ελέγχου που προέκυψαν από τον έλεγχο της σύμβασης «TRANS-TALK», απευθύνθηκε στον αρμόδιο Επίτροπο της ΓΔ Ενέργειας και Μεταφορών (TREN). Σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική, η ηλεκτρονική έκδοση της εν λόγω τομεακής επιστολής απεστάλη στη συνέχεια στον αξιωματικό σύνδεσμο της ΓΔ TREN. Φαίνεται, ωστόσο, ότι ένα ηλεκτρονικό αντίγραφο της εμπιστευτικής τομεακής επιστολής διαβιβάστηκε στη συνέχεια στην ICCR από υπάλληλο της Επιτροπής.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί ψευδών συμπερασμάτων, οι ελεγκτές του Συνεδρίου ακολουθούν τις πολιτικές και τα πρότυπα ελέγχου του Συνεδρίου (CAPS) και τα διεθνώς αναγνωρισμένα ελεγκτικά πρότυπα, όπως αυτά του Διεθνούς Οργανισμού των Ανωτάτων Οργάνων Ελέγχου (INTOSAI). Επίσης, οι διαδικασίες του Συνεδρίου προβλέπουν εκτεταμένο εσωτερικό έλεγχο ποιότητας πριν από την υποβολή των διαπιστώσεων και των παρατηρήσεων του ελέγχου στον ελεγχόμενο. Οι εν λόγω κανόνες και διαδικασίες τηρήθηκαν εν προκειμένω.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι τα στοιχεία που παρασχέθηκαν από την ICCR αγνοήθηκαν, η ομάδα ελέγχου έλαβε υπόψη όλες τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τους καταγγέλλοντες στον βαθμό που θεωρήθηκαν σημαντικές για τον έλεγχο. Όλες οι διαπιστώσεις της τομεακής επιστολής που απευθύνεται στην Επιτροπή τεκμηριώνονται με επαρκή και κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία ελέγχου, με βάση τις πληροφορίες που συλλέγονται και λαμβάνονται κατά τη διάρκεια και μετά τον έλεγχο στις εγκαταστάσεις της ICCR, καθώς και από την Επιτροπή.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί αδικαιολόγητης καθυστέρησης, το εγχειρίδιο ελέγχου του Συνεδρίου αναφέρει ότι θα πρέπει να αποσταλεί τομεακή επιστολή εντός δύο μηνών από την ολοκλήρωση της αποστολής. Ωστόσο, αυτός ο εσωτερικός κανόνας δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα για το Δικαστήριο όσον αφορά τους καταγγέλλοντες. Επιπλέον, το γεγονός ότι η τομεακή επιστολή εστάλη στην παρούσα υπόθεση με μικρή καθυστέρηση, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί αδικαιολόγητη, δεν επηρεάζει με κανέναν τρόπο τα συμφέροντα των καταγγελλόντων.

Παρατηρήσεις των καταγγελλόντων σχετικά με τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου

Συνοπτικά, οι καταγγέλλοντες διατύπωσαν τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, ο ελεγκτής του Ελεγκτικού Συνεδρίου δήλωσε στην ICCR ότι εναπόκειται στην Επιτροπή να αποφασίσει εάν η έκθεση (1) διαβιβάζεται στην ICCR.

Οι καταγγέλλοντες υποστηρίζουν ότι οι απόψεις της ICCR δεν ελήφθησαν υπόψη από τους ελεγκτές.

Οι καταγγέλλοντες τονίζουν ότι η ICCR ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι η καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της υπόθεσής τους οφειλόταν μόνο σε σφάλμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αλλά μάλλον στο συνδυασμένο αποτέλεσμα των αδιαφανών διαδικασιών της Επιτροπής και του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των διεπαφών τους. Οι καταγγέλλοντες υποστηρίζουν ότι οι καθυστερήσεις επηρέασαν τα συμφέροντα της ICCR, καθώς η παρούσα υπόθεση δεν είχε διευθετηθεί περισσότερο από ένα έτος μετά τη διενέργεια του ελέγχου.

Περαιτέρω έρευνες

Στις 14 Οκτωβρίου και στις 5 Νοεμβρίου 2003, η γραμματεία του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επικοινώνησε τηλεφωνικά με έναν από τους καταγγέλλοντες, ο οποίος μίλησε εξ ονόματος και των δύο καταγγελλόντων σχετικά με τις παρατηρήσεις που έλαβε στις 29 Σεπτεμβρίου 2003. Οι καταγγέλλοντες επιβεβαίωσαν ότι η Επιτροπή είχε προβεί στην πληρωμή της εκκρεμούσας τελικής πληρωμής. Οι καταγγέλλοντες είχαν αποδεχθεί την ερμηνεία της Επιτροπής όσον αφορά τις μεταφορές μεταξύ κατηγοριών δαπανών για τις οποίες απαιτείται προηγούμενη έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 4 των γενικών όρων (2). Ως εκ τούτου, το ποσό των 9.000 ευρώ περίπου δεν μπορούσε να συμπεριληφθεί στην τελική πληρωμή. Οι καταγγέλλοντες ενημέρωσαν τη γραμματεία του Διαμεσολαβητή ότι η ICCR δεν είχε αποστείλει παρατηρήσεις σχετικά με την επιστολή της Επιτροπής της 14ης Ιουλίου 2003, με την οποία η Επιτροπή πρότεινε διακανονισμό και ενημέρωσε ότι, εάν δεν λάβει παρατηρήσεις από τους καταγγέλλοντες εντός ενός μηνός, το έργο θα κλείσει επισήμως και δεν μπορούν να απαιτηθούν περαιτέρω δαπάνες. Οι καταγγέλλοντες επιβεβαίωσαν ότι, μη σχολιάζοντας την προσφορά διακανονισμού που υπέβαλε η Επιτροπή, η ICCR είχε de facto αποδεχθεί ότι δεν θα καταβάλλονταν τόκοι για την ανασταλείσα τελική πληρωμή. Ο καταγγέλλων ήταν ικανοποιημένος με τον διακανονισμό της τελικής πληρωμής.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Προκαταρκτική παρατήρηση

1.1 Στις παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες υποστηρίζουν ότι η παρούσα υπόθεση εγείρει γενικά ζητήματα σχετικά με τις καθυστερήσεις που σημειώθηκαν από δύο κοινοτικά όργανα όσον αφορά την ανταπόκριση σε επανειλημμένες αιτήσεις παροχής πληροφοριών και τη διάρκεια της διαδικασίας.

1.2 Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι οι καταγγέλλοντες ανησυχούν για το γενικό ζήτημα των διαδικασιών κατά τις οποίες δύο ή περισσότερα κοινοτικά θεσμικά όργανα διεξάγουν ταυτόχρονες έρευνες ή διαδικασίες που επηρεάζουν τον χειρισμό μιας υπόθεσης. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι αυτό το γενικό ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας. Οι καταγγέλλοντες έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, εφόσον το επιθυμούν.

2 Εικαζόμενη έλλειψη πληροφοριών από την Επιτροπή σχετικά με την κατάσταση του ελέγχου και της τελικής πληρωμής

2.1 Οι καταγγέλλοντες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή δεν παρείχε πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση του ελέγχου και της τελικής πληρωμής.

2.2 Σύμφωνα με την Επιτροπή, ενημέρωσε τους καταγγέλλοντες στις 28 Φεβρουαρίου 2002 σχετικά με την κατάσταση όσον αφορά την τελική πληρωμή και την εξέτασή της στο πλαίσιο του εν λόγω ελέγχου μετά την αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος από τους καταγγέλλοντες στις 26 Φεβρουαρίου 2002. Οι εν εξελίξει συζητήσεις με την ICCR ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2002. Στις 12 Ιουλίου 2002, οι καταγγέλλοντες ζήτησαν πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της τελικής πληρωμής. Τον Αύγουστο του 2002, η Επιτροπή επιβεβαίωσε στους καταγγέλλοντες ότι όλες οι πληρωμές ανεστάλησαν λόγω ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στις 29 Αυγούστου 2002, οι καταγγέλλοντες ζήτησαν από την Επιτροπή να επανεξετάσει την υπόθεσή τους. Στις 5 Δεκεμβρίου 2002, η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες από τους καταγγέλλοντες. Στις 11 Φεβρουαρίου 2003, η Επιτροπή, αφού έλαβε τις ζητηθείσες συμπληρωματικές πληροφορίες, απέστειλε αποδεικτικό παραλαβής που περιείχε επιστολή κρατήσεως. Στις 13 Μαΐου 2003, η Επιτροπή πληροφόρησε τους καταγγέλλοντες ότι είχε κινήσει τη διαδικασία για την τελική πληρωμή.

2.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή έχει παράσχει στους καταγγέλλοντες πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση του ελέγχου στο βαθμό που ο έλεγχος επηρέασε τη διαδικασία της Επιτροπής για την πραγματοποίηση της εκκρεμούσας τελικής πληρωμής. Επιπλέον, η Επιτροπή φαίνεται να έχει ενημερώσει επαρκώς τους καταγγέλλοντες σχετικά με την αναστολή της τελικής πληρωμής. Ως εκ τούτου, δεν φαίνεται να υπάρχει περίπτωση κακοδιοίκησης από την Επιτροπή όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό.

3 Εικαζόμενη μη καταβολή της οφειλόμενης τελικής πληρωμής εντόκως και της απαίτησης διακανονισμού

3.1 Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή δεν πραγματοποίησε την εκκρεμούσα τελική πληρωμή ύψους 80.671,61 ευρώ για τη σύμβαση θεματικού δικτύου αριθ. 1999-TN.10869 «TRANS-TALK» στο πλαίσιο του πέμπτου προγράμματος-πλαισίου.

3.2 Η Επιτροπή αναφέρει ότι η τελική πληρωμή ανέρχεται σε 50.821 ευρώ. Η 03 πραγματοποιήθηκε στις 13 Μαΐου 2003. Σύμφωνα με την Επιτροπή, το ποσό των 29 799,63 EUR δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη, δεδομένου ότι αυτό θα συνεπαγόταν μεταφορά μεταξύ κατηγοριών δαπανών, για την οποία απαιτείται προηγούμενη έγκριση.

3.3 Στις παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες πληροφορούν τον Διαμεσολαβητή ότι, μετά την απάντησή τους στην Επιτροπή της 27ης Μαΐου 2003, η Επιτροπή προέβη στην καταβολή του ποσού των 20 447,79 ευρώ.

3.4 Η γραμματεία του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επικοινώνησε τηλεφωνικά με έναν από τους καταγγέλλοντες, ο οποίος μίλησε εξ ονόματος και των δύο καταγγελλόντων σχετικά με τις παρατηρήσεις. Οι καταγγέλλοντες είχαν αποδεχθεί την ερμηνεία της Επιτροπής όσον αφορά τις μεταφορές μεταξύ κατηγοριών δαπανών για τις οποίες απαιτείται προηγούμενη έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 4 των γενικών όρων. Ως εκ τούτου, το ποσό των 9.000 ευρώ περίπου δεν μπορούσε να συμπεριληφθεί στην τελική πληρωμή. Οι καταγγέλλοντες ενημέρωσαν τη Διαμεσολαβήτρια ότι, μη αποστέλλοντας παρατηρήσεις στην Επιτροπή σχετικά με την προσφορά διακανονισμού, η ICCR είχε de facto αποδεχθεί ότι δεν θα καταβάλλονταν τόκοι επί της ανασταλείσας τελικής πληρωμής. Οι καταγγέλλοντες ήταν ικανοποιημένοι με τον διακανονισμό.

3.5 Βάσει των πληροφοριών που παρασχέθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τους καταγγέλλοντες, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι η Επιτροπή διευθέτησε το ζήτημα και, ως εκ τούτου, ικανοποίησε την καταγγελία.

4 Αίτηση για επίσημη θέση της Επιτροπής σχετικά με τον έλεγχο και τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν

4.1 Οι καταγγέλλοντες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει επίσημη θέση σχετικά με τον έλεγχο και τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν.

4.2 Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι αυτή η πτυχή της υπόθεσης καλύπτεται από τη διευθέτηση που αναφέρεται στο μέρος 3 της απόφασης.

5 Επί των αιτιάσεων κατά της εκθέσεως (3) του Ελεγκτικού Συνεδρίου

5.1 Οι καταγγέλλοντες ισχυρίζονται ότι η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατέληξε σε εσφαλμένα συμπεράσματα και αγνόησε τη συμβολή της ICCR.

5.2 Το Ελεγκτικό Συνέδριο υποστηρίζει ότι έλαβε υπόψη όλες τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τους καταγγέλλοντες στον βαθμό που θεωρήθηκαν συναφείς για τον έλεγχο και ότι όλα τα πορίσματα της τομεακής επιστολής τεκμηριώνονται με επαρκή και κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία ελέγχου. Το Ελεγκτικό Συνέδριο υποστηρίζει επίσης ότι δεν κατέληξε σε εσφαλμένα συμπεράσματα.

5.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν φαίνεται να υπάρχουν στοιχεία που να υποδηλώνουν ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο αγνόησε τη συμβολή του καταγγέλλοντος. Επιπλέον, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου ήταν εσφαλμένα ή παράλογα. Ως εκ τούτου, δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτές τις πτυχές της υπόθεσης.

6 Εικαζόμενη αδικαιολόγητη καθυστέρηση από το Ελεγκτικό Συνέδριο

6.1 Οι καταγγέλλοντες ισχυρίζονται ότι η υποβολή της έκθεσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου (4) στην Επιτροπή καθυστέρησε αδικαιολόγητα. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η αποστολή ελέγχου ολοκληρώθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2002 και η έκθεση του ελεγκτή φέρει ημερομηνία 15 Απριλίου 2002.

6.2 Κατά τη γνώμη του, το Ελεγκτικό Συνέδριο αναφέρει ότι το εγχειρίδιο ελέγχου του προβλέπει ότι η τομεακή επιστολή πρέπει να αποστέλλεται εντός δύο μηνών από την ολοκλήρωση της αποστολής. Το Συνέδριο αναγνωρίζει ότι η τομεακή επιστολή εστάλη στην παρούσα υπόθεση με μικρή καθυστέρηση, αλλά ότι η καθυστέρηση δεν μπορούσε να θεωρηθεί υπερβολική.

6.3 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το Εγχειρίδιο Ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι ένας αδημοσίευτος εσωτερικός οδηγός, ο οποίος δεν αποσκοπεί στη βεβαίωση τυχόν απαιτήσεων τρίτων. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι η ελαφρά καθυστέρηση που αναγνώρισε το Ελεγκτικό Συνέδριο συνιστά κακοδιοίκηση.

6.4 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

7 Συμπεράσματα

Ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση σε σχέση με τον πρώτο ισχυρισμό των καταγγελλόντων κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό των καταγγελλόντων και τον ισχυρισμό τους, από τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τους καταγγέλλοντες προκύπτει ότι η Επιτροπή διευθέτησε το ζήτημα και, ως εκ τούτου, ικανοποίησε την καταγγελία. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Οι Πρόεδροι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ελεγκτικού Συνεδρίου θα ενημερωθούν επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι οι καταγγέλλοντες χρησιμοποιούν τον όρο «έκθεση» σε αυτό που το Ελεγκτικό Συνέδριο αναφέρει ως τομεακή επιστολή.

(2) Σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 4 των γενικών όρων, οι κύριοι αντισυμβαλλόμενοι μπορούν να μεταφέρουν μεταξύ τους καθώς και μεταξύ κατηγοριών δαπανών έως το 20 % του συνολικού ποσού τους, χωρίς προηγούμενη έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

(3) Στη γνωμοδότησή του, το Ελεγκτικό Συνέδριο επισήμανε ότι το εν λόγω έγγραφο είναι τομεακή επιστολή.

(4) Στη γνωμοδότησή του, το Ελεγκτικό Συνέδριο επισήμανε ότι το εν λόγω έγγραφο είναι τομεακή επιστολή.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!