Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 1840/2002/GG κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης
Απόφαση
Υπόθεση 1840/2002/GG - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 29 Οκτωβρίου 2002 - Σύσταση σχετικά με Τετάρτη | 18 Ιουνίου 2003 - Απόφαση στις Πέμπτη | 20 Νοεμβρίου 2003
Στρασβούργο, 20 Νοεμβρίου 2003
Αξιότιμε κ. Τ.,
Στις 22 Οκτωβρίου 2002, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τη συμπεριφορά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF).
Στις 29 Οκτωβρίου 2002, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την καταγγελία στον γενικό διευθυντή της OLAF. Η OLAF διαβίβασε τη γνωμοδότησή της στις 16 Ιανουαρίου 2003. Ο Διαμεσολαβητής σας το διαβίβασε στις 23 Ιανουαρίου 2003 με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 27 Ιανουαρίου 2003.
Στις 10 Φεβρουαρίου 2003, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε επιστολή στην OLAF προκειμένου να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία σας. Η OLAF απέστειλε την απάντησή της στις 24 Μαρτίου 2003. Σας το διαβίβασα στις 22 Απριλίου 2003 με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 24 Απριλίου 2003.
Στις 18 Ιουνίου 2003, υπέβαλα σχέδιο σύστασης στην OLAF. Στις 2 Οκτωβρίου 2003, η OLAF μου διαβίβασε την εμπεριστατωμένη γνώμη της σχετικά με το εν λόγω σχέδιο σύστασης. Η γνώμη αυτή σας διαβιβάστηκε στις 6 Οκτωβρίου 2003 με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 24 Οκτωβρίου 2003.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Ο καταγγέλλων είναι ο ανταποκριτής στις Βρυξέλλες της γερμανικής εβδομαδιαίας εφημερίδας «Stern». Σε δύο άρθρα που δημοσιεύθηκαν στις 28 Φεβρουαρίου και στις 7 Μαρτίου 2002, η εφημερίδα κάλυπτε ορισμένες κατηγορίες σχετικά με εικαζόμενες παρατυπίες που είχε διατυπώσει ένας υπάλληλος της ΕΕ, ο κ. Paul van Buitenen, και τις έρευνες που διεξήγαγε η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) σχετικά με τις κατηγορίες αυτές. Τα άρθρα βασίζονταν στην έκθεση του κ. van Buitenen και σε εμπιστευτικά έγγραφα της OLAF που είχε λάβει η εφημερίδα. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, καμία άλλη εφημερίδα δεν είχε λάβει αντίγραφα των εγγράφων αυτών μέχρι τότε.
Στις 27 Μαρτίου 2002, η OLAF δημοσίευσε ανακοινωθέν Τύπου στο οποίο επισήμαινε ότι “ένας δημοσιογράφος” είχε λάβει ορισμένα έγγραφα σχετικά με την έρευνά της όσον αφορά τα σημεία που είχε θέσει ο κ. van Buitenen και ότι, ως εκ τούτου, η OLAF αποφάσισε να κινήσει εσωτερική έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 (1), σχετικά με την εικαζόμενη αποκάλυψη εμπιστευτικών δεδομένων. Σύμφωνα με το δελτίο Τύπου, αυτή η εσωτερική έρευνα θα κάλυπτε επίσης τον ισχυρισμό ότι τα σχετικά έγγραφα είχαν αποκτηθεί «με πληρωμή δημοσίου υπαλλήλου».(2) Στην έκδοση της 4ης Απριλίου 2002, η εφημερίδα «European Voice» ανέφερε ότι ένας εκπρόσωπος της OLAF δήλωσε ότι η OLAF «είχε λάβει εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία ότι μπορεί να έχει πραγματοποιηθεί πληρωμή».
Ο καταγγέλλων και η εφημερίδα του έκριναν ότι, αν και δεν είχε αναφερθεί κανένα όνομα στο δελτίο Τύπου της OLAF, η κατηγορία για δωροδοκία που περιέχεται σε αυτό έπρεπε να ερμηνευθεί ως απευθυνόμενη σε αυτούς. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η OLAF είχε παρεκκλίνει από τη συνήθη πρακτική της δημοσιοποιώντας το γεγονός ότι είχε κινηθεί εσωτερική έρευνα και δημοσιεύοντας ισχυρισμούς που βασίζονταν σε φήμες και για τους οποίους δεν υπήρχαν πραγματικά αποδεικτικά στοιχεία. Συγκριτικά, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε σε ισχυρισμούς που είχαν διατυπωθεί κατά του εκπροσώπου του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τους οποίους η OLAF είχε, κατά την άποψή του, αντιδράσει διαφορετικά. Επιπλέον, προσκόμισε αποσπάσματα από τα πρακτικά της συνεδριάσεως της επιτροπής εποπτείας της OLAF που πραγματοποιήθηκε στις 9 και 10 Απριλίου 2002, σύμφωνα με τα οποία τα μέλη της επιτροπής είχαν δηλώσει «έκπληκτα» για το γεγονός ότι το ανακοινωθέν Τύπου της OLAF αναφερόταν σε πληρωμή που φέρεται να είχε πραγματοποιηθεί. Ο καταγγέλλων υποψιαζόταν ότι η συμπεριφορά της OLAF θα μπορούσε να οφείλεται στην πίεση που άσκησε η Επιτροπή. Στο πλαίσιο αυτό, παρέπεμψε στα πρακτικά της συνεδριάσεως της Επιτροπής της 6ης Μαρτίου 2002.
Ο καταγγέλλων υπέβαλε επίσης αντίγραφο εσωτερικού ηλεκτρονικού μηνύματος που διανεμήθηκε εντός της OLAF από τον κ. B. (εκπρόσωπο της OLAF) στις 11 Απριλίου 2002. Σε αυτό το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ο κ. B. επισήμανε ότι τα μόνα γεγονότα που ήταν βέβαια εκείνη την εποχή ήταν ότι ένα εμπιστευτικό έγγραφο της OLAF είχε διαρρεύσει στον Τύπο και ότι υπήρχαν φήμες σύμφωνα με τις οποίες το έγγραφο αυτό είχε ακόμη πληρωθεί, με ακόμη και ένδειξη του καταβληθέντος τιμήματος: “qu’il y avait des ‘rumeurs’ qui circulaient autour de l’OLAF et autour de la Commission européenne selon lesquelles ces documents auraient même été ‘payés’ (avec même l’indication d’un montant…)”.
Ο καταγγέλλων και η εφημερίδα του ισχυρίστηκαν ότι δεν πραγματοποίησαν ποτέ πληρωμές σε υπαλλήλους της ΕΕ ή άλλα πρόσωπα για την απόκτηση των σχετικών εγγράφων. Στις 28 Μαρτίου 2002, η “Stern” δημοσίευσε σχετικό δελτίο Τύπου. Ο καταγγέλλων διερωτήθηκε εάν, με την έναρξη της σχετικής έρευνας, η OLAF δεν υπερέβη την εντολή της, η οποία ήταν αποκλειστικά να ενεργεί για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας. Τα οικονομικά αυτά συμφέροντα δεν είχαν τεθεί σε κίνδυνο από τη δημοσίευση άρθρου στην εφημερίδα «Stern». Στις 3 Απριλίου 2002, η εφημερίδα απέστειλε επιστολή στον πρόεδρο της επιτροπής εποπτείας της OLAF. Στην απάντησή του της 11ης Απριλίου 2002, ο πρόεδρος του εν λόγω οργάνου επισήμανε ότι οι πληροφορίες που παρείχε η εφημερίδα είχαν σημειωθεί. Εξέφρασε επίσης την άποψη ότι από τα πρακτικά της συνεδριάσεως της Επιτροπής της 6ης Μαρτίου 2002 δεν προέκυπτε ότι η Επιτροπή είχε ασκήσει οποιαδήποτε πίεση στην OLAF.
Με επιστολή της 29ης Ιουλίου 2002, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Γενικό Διευθυντή της OLAF για να καταγγείλει το ανακοινωθέν τύπου της 27ης Μαρτίου 2002. Ο καταγγέλλων ζήτησε από την OLAF να αποσύρει το εν λόγω δελτίο Τύπου ή να ενημερώσει το κοινό ότι δεν είχε λόγους υποψίας εναντίον του ιδίου και της εφημερίδας. Επιπλέον, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, από την απάντηση που έδωσε η Επιτροπή σε γραπτή ερώτηση μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, φαινόταν πιθανό ότι η OLAF είχε παρακολουθήσει ή είχε επιτρέψει την παρακολούθηση των ηλεκτρονικών μηνυμάτων και των τηλεφωνικών κλήσεων του προσωπικού της OLAF προκειμένου να ανακαλύψει τις πιθανές πηγές που είχε χρησιμοποιήσει η εφημερίδα. Ως εκ τούτου, ζήτησε από την OLAF να επιβεβαιώσει ότι ουδέποτε παρακολούθησε τις τηλεφωνικές ή ηλεκτρονικές επικοινωνίες του με το προσωπικό της OLAF. Σε περίπτωση που η εν λόγω παρακολούθηση θα έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί, ο καταγγέλλων ζήτησε από την OLAF να διευκρινίσει τη νομική βάση για την εν λόγω παρέμβαση στην ιδιωτική του σφαίρα, καθώς και τον χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο η εν λόγω παρέμβαση είχε εγκριθεί από δικαστή. Τέλος, ο καταγγέλλων ρώτησε ποια δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούσαν τον ίδιο είχαν αποκτηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο από την OLAF.
Στις 22 Αυγούστου 2002, η OLAF απάντησε στην επιστολή του καταγγέλλοντος. Η OLAF επισήμανε ότι δεν ανέφερε ούτε τον καταγγέλλοντα ούτε την εφημερίδα του στο ανακοινωθέν Τύπου της και ότι επί του παρόντος δεν προβλέπεται περαιτέρω ανακοινωθέν Τύπου για το θέμα αυτό. Τόνισε επίσης ότι η OLAF εξασφάλιζε πάντοτε ότι οι μέθοδοι έρευνάς της ήταν σύμφωνες με τον νόμο και πρόσθεσε ότι η OLAF δεν διέθετε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με τον καταγγέλλοντα, εκτός από την επαγγελματική του διεύθυνση, τον αριθμό τηλεφώνου του κ.λπ.
Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων διατύπωσε ουσιαστικά τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
(1) Η OLAF ενήργησε εσφαλμένα δημοσιοποιώντας, στο ανακοινωθέν Τύπου της 27ης Μαρτίου 2002 και σε σχόλια προς την «European Voice», ισχυρισμούς για δωροδοκία που έπρεπε να θεωρηθεί ότι απευθύνονταν στον καταγγέλλοντα και στην εφημερίδα του.
(2) Η OLAF παρέλειψε να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν με την επιστολή του καταγγέλλοντος της 29ης Ιουλίου 2002.
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η OLAF θα πρέπει να αποσύρει τους ισχυρισμούς περί δωροδοκίας, κατά προτίμηση με τον ίδιο τρόπο που είχαν διατυπωθεί, δηλαδή με δελτίο Τύπου και χωριστή ανακοίνωση στο «European Voice». Ζήτησε επίσης από την OLAF να δώσει πλήρη απάντηση στα ερωτήματα αυτά με το από 29 Ιουλίου 2002 έγγραφό του.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Γνώμη της OLAFΣτη γνωμοδότησή της, η OLAF διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Το ανακοινωθέν Τύπου της OLAF της 27ης Μαρτίου 2002 ανέφερε ότι α) η Υπηρεσία είχε κινήσει εσωτερική έρευνα βάσει του κανονισμού 1073/1999 σχετικά με προφανή διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών που περιλαμβάνονταν σε έκθεση που εκπονήθηκε εντός της OLAF και β) ότι, σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβε η Υπηρεσία, ένας δημοσιογράφος είχε λάβει ορισμένα έγγραφα σχετικά με την αποκαλούμενη υπόθεση «Van Buitenen» και ότι δεν αποκλείστηκε το ενδεχόμενο να είχε πραγματοποιηθεί πληρωμή σε κάποιον εντός της OLAF (ή ενδεχομένως σε άλλο θεσμικό όργανο της ΕΕ) για τα εν λόγω έγγραφα.
Η απόφαση να ανακοινωθεί η έναρξη εσωτερικής έρευνας ελήφθη μετά από προσεκτική εξέταση. Οι λόγοι της ανακοίνωσης ήταν οι εξής:
(1) Οι εμπιστευτικές πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν στη συνέχεια στα μέσα ενημέρωσης έβλαψαν την αποτελεσματικότητα της OLAF και, ως εκ τούτου, την καταπολέμηση της απάτης, πλήττοντας τις τρέχουσες έρευνες·
(2) Η διαρροή πληροφοριών, εάν μπορεί να αποδοθεί σε υπάλληλο της OLAF, θα συνιστούσε παραβίαση των νομικών υποχρεώσεων της OLAF, ιδίως του άρθρου 8 του κανονισμού 1073/1999, του άρθρου 287 της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 17 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, σχετικά με το επαγγελματικό απόρρητο, και του άρθρου 286 της συνθήκης ΕΚ και του κανονισμού 45/2001, σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
(3) Το άρθρο 8 παράγραφος 3 του κανονισμού 1073/1999 απαιτούσε από τον διευθυντή της OLAF να «εξασφαλίζει ότι οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας και τα άλλα πρόσωπα που ενεργούν υπό την εξουσία του τηρούν τις κοινοτικές και εθνικές διατάξεις σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα». Το άρθρο 8 παράγραφος 4 απαιτούσε από τον διευθυντή της OLAF να «εξασφαλίζει την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου [σχετικά με την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που συλλέγονται κατά τη διάρκεια έρευνας] και των άρθρων 286 και 287 της Συνθήκης». Κατά συνέπεια, οι ενέργειες που αναλήφθηκαν για την αντιμετώπιση των διαρροών ήταν σύμφωνες με τις νομικές υποχρεώσεις του διευθυντή να αναλαμβάνει δράση σε περίπτωση τέτοιων περιστατικών.
Είναι επίσης σημαντικό να προστατευθεί η αξιοπιστία της OLAF έναντι του κοινού, γνωστοποιώντας ότι λαμβάνονται μέτρα κατά των εν λόγω παραβιάσεων. Δεδομένων των σοβαρών επιπτώσεων της πιθανότητας να ευθύνεται υπάλληλος της OLAF για την παράνομη αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών και δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ο διευθυντής της OLAF αποφάσισε να ανακοινώσει δημοσίως και με τον πλέον διαφανή τρόπο ότι η OLAF διερευνούσε τις εν λόγω παραβιάσεις προκειμένου να εντοπίσει τους υπεύθυνους και να αποτρέψει τυχόν περαιτέρω παραβιάσεις.
Επιπλέον, βάσει συγκεκριμένων πληροφοριών που είχε λάβει η OLAF, είχε λόγους να πιστεύει ότι, τουλάχιστον μία φορά, είχε πραγματοποιηθεί πληρωμή σε υπάλληλο της OLAF ή άλλο υπάλληλο της Ένωσης για την παροχή εμπιστευτικών εγγράφων. Εάν αυτό είχε πράγματι συμβεί, τότε ο υπάλληλος θα ήταν ένοχος διαφθοράς, ποινικού αδικήματος, και θα είχε παραβιάσει διάφορα άρθρα του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Οι έρευνες σχετικά με το αν όντως συνέβη κάτι τέτοιο βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη.
Η OLAF ουδέποτε είχε υποθέσει ποιος/ποιοι δημοσιογράφος/-οι ή ποιος/-οι οργανισμός/-οί μέσων ενημέρωσης θα μπορούσε/-ούν να έχει/-ουν πληρώσει την OLAF ή άλλους υπαλλήλους της ΕΕ για εμπιστευτικά έγγραφα. Ο καταγγέλλων δεν είχε προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό του ότι μόνο αυτός στα μέσα ενημέρωσης κατείχε τα εν λόγω έγγραφα κατά τον χρόνο έναρξης της έρευνας της OLAF. Αντιθέτως, υπήρχαν στοιχεία που αποδείκνυαν ότι και άλλα μέσα ενημέρωσης είχαν λάβει τα ίδια έγγραφα. Η OLAF απέρριψε τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι οι υποδείξεις περί ενδεχόμενης πληρωμής έπρεπε να ερμηνευθούν ως στρεφόμενες κατά του ιδίου και των εργοδοτών του.
Η επιστολή του καταγγέλλοντος της 29ης Ιουλίου 2002 είχε θέσει μια σειρά λεπτομερών ερωτήσεων σχετικά με τις επιχειρησιακές μεθόδους της OLAF, ιδίως σχετικά με την πιθανή χρήση τεχνικών παρακολούθησης που σχετίζονται με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και τις τηλεφωνικές επικοινωνίες. Υπήρξαν περιστάσεις υπό τις οποίες η OLAF ή οι αρχές των κρατών μελών με τις οποίες η OLAF συνεργάστηκε σε έρευνες μπορούσαν νομίμως να λάβουν πληροφορίες με μεθόδους που ενέπιπταν σε αυτόν τον γενικό τίτλο. Η δυνατότητα αυτή εξετάστηκε, για παράδειγμα, στην πρόσφατη ανακοίνωση της Επιτροπής προς το προσωπικό της σχετικά με την ορθή χρήση του συστήματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τους υπαλλήλους. Ωστόσο, η OLAF δεν ήταν ελεύθερη να συζητήσει τις μεθόδους έρευνας που χρησιμοποιούνται σε σχέση με μια εν εξελίξει έρευνα. Η OLAF δεν διέθετε ούτε τα τεχνικά ούτε τα νομικά μέσα για την υποκλοπή τηλεφωνικών γραμμών.
Η OLAF εξέφρασε την άποψη ότι, υπό το πρίσμα των ανωτέρω, είχε χειριστεί το θέμα αυτό με απολύτως κατάλληλο τρόπο.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της OLAF, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του και υπέβαλε τις ακόλουθες περαιτέρω παρατηρήσεις:
Το δικαίωμα της OLAF να ενεργεί κατά πιθανών «διαρροών» εντός της Υπηρεσίας δεν αμφισβητήθηκε. Η καταγγελία αφορούσε αποκλειστικά τις μεθόδους που χρησιμοποίησε η OLAF για την επίτευξη αυτού του στόχου. Η OLAF είχε αναφέρει τον στόχο να προχωρήσει «με τον πλέον διαφανή δυνατό τρόπο». Ωστόσο, η διαφάνεια αφορούσε πραγματικά περιστατικά, ενώ η παρούσα υπόθεση αφορούσε «φήμες». Ήταν εξαιρετικά ανεύθυνο να συνεργαστούμε με φήμες που δεν είχαν αποδειχθεί.
Μολονότι η εν λόγω περίπτωση κακοδιοίκησης επηρέασε δυνητικά ορισμένους δημοσιογράφους, ο καταγγέλλων ήταν το κύριο θύμα των φημών που διαδόθηκαν από την OLAF. Ο καταγγέλλων υπέβαλε ορισμένα αποκόμματα εφημερίδων και πρακτορείων Τύπου για να αποδείξει ότι μόνο η «Stern» είχε κατονομαστεί ως η πηγή της ιστορίας σχετικά με τις αποκαλύψεις του κ. van Buitenen. Ακόμη και αν και άλλοι δημοσιογράφοι θα έπρεπε επίσης να έχουν στην κατοχή τους τα σχετικά έγγραφα (χωρίς να τα παραθέτουν), η υποψία δωροδοκίας που διαδίδεται από την OLAF θα βαρύνει πρωτίστως τον καταγγέλλοντα, δεδομένου ότι είχε παραθέσει πρώτα και εκτενέστερα τα εν λόγω έγγραφα.
Όσον αφορά την επιστολή της 29ης Ιουλίου 2002, η OLAF εξακολουθούσε να αρνείται να αποκαλύψει ποιες ήταν οι διατάξεις που εφαρμόζονταν εν προκειμένω. Ήταν απαράδεκτο να μην ενημερώνεται σχετικά με τη νομική βάση μιας τέτοιας ενδεχομένως σοβαρής επέμβασης στην ιδιωτική σφαίρα.
Περαιτέρω έρευνεςΜετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της OLAF και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, φάνηκε ότι ήταν αναγκαίες περαιτέρω έρευνες.
Αίτημα για περαιτέρω πληροφορίεςΩς εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την OLAF (1) να εξηγήσει, ιδίως υπό το πρίσμα των αποδεικτικών στοιχείων που υπέβαλε ο καταγγέλλων στις παρατηρήσεις του, τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι άλλα πρόσωπα εννοούνταν ή θα μπορούσαν να εννοηθούν με την αναφορά σε «έναν» δημοσιογράφο στο ανακοινωθέν Τύπου της 27ης Μαρτίου 2002, (2) να σχολιάσει το γεγονός ότι, σύμφωνα με το εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα του κ. B. της 11ης Απριλίου 2002, τα μόνα πραγματικά περιστατικά («αποτυχίες») που ήταν βέβαια ήταν ότι υπήρξε διαρροή και ότι υπήρχαν φήμες που κυκλοφορούσαν («qu’il y avait des «rumeurs» qui circulaient») και (3) να διευκρινίσει σε ποια βάση μπορούσαν να ληφθούν μέτρα όπως η παρακολούθηση της τηλεφωνικής ή ηλεκτρονικής αλληλογραφίας.
Απάντηση της OLAFΣτην απάντησή της, η OLAF διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Ο λόγος για τον οποίο η αναφορά σε «έναν» δημοσιογράφο ήταν ουδέτερη και δεν ενέπλεκε συγκεκριμένο άτομο ήταν ότι, στην πραγματικότητα, άλλοι δημοσιογράφοι είχαν δημοσιεύσει άρθρα πριν από το δελτίο Τύπου της OLAF της 27ης Μαρτίου 2002 με βάση το ίδιο εσωτερικό έγγραφο στο οποίο αναφέρθηκε ο καταγγέλλων στο άρθρο του της 28ης Φεβρουαρίου 2002. Για παράδειγμα, στις 3 Μαρτίου 2002, η «Le Monde» δημοσίευσε ένα άρθρο που παρέπεμπε στο εν λόγω έγγραφο. Στις 22 Μαρτίου 2002, το πρακτορείο ειδήσεων Belga ανέφερε τις έρευνες της OLAF, παραπέμποντας στο επίμαχο έγγραφο. Στις 26 Μαρτίου 2002, ο ίδιος οργανισμός ανέφερε ότι η πρόεδρος της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κα Theato, είχε καταγγείλει ότι δεν ήταν «αποδεκτό τα μέλη του Τύπου να έχουν εμπιστευτική έκθεση της OLAF σχετικά με τις τελευταίες αποκαλύψεις του Paul Van Buitenen και εμείς όχι». Ως εκ τούτου, η αναφορά σε «έναν» δημοσιογράφο θα μπορούσε να σημαίνει είτε τον καταγγέλλοντα, τους δημοσιογράφους που είχαν γράψει τα προαναφερθέντα άρθρα είτε άλλους δημοσιογράφους στους οποίους αναφέρεται η κ. Theato.
Πράγματι, η αναφορά θα μπορούσε να αφορά και οποιονδήποτε άλλο δημοσιογράφο, δεδομένου ότι η OLAF δεν είχε δηλώσει ότι η έρευνα συνδεόταν με συγκεκριμένο υλικό που είχε ήδη δημοσιευθεί.
Η OLAF είχε λάβει πληροφορίες από αξιόπιστες πηγές, συμπεριλαμβανομένων μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ότι ενδέχεται να έχει πραγματοποιηθεί πληρωμή για τα έγγραφα. Κανένας συγκεκριμένος δημοσιογράφος ή πρόσωπο δεν είχε εμπλακεί στην καταβολή μιας τέτοιας πληρωμής.
Η OLAF δεν είχε την εξουσία να λαμβάνει μέτρα τηλεφωνικής ή ηλεκτρονικής παρακολούθησης ιδιώτη και δεν είχε λάβει ποτέ τέτοια μέτρα έναντι του καταγγέλλοντος. Απαντώντας στο υποθετικό ερώτημα σχετικά με τη νομική βάση επί της οποίας θα μπορούσαν να ληφθούν τέτοια μέτρα, μόνον οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών διέθεταν τέτοιες εξουσίες. Η άσκηση των εξουσιών αυτών υπόκειται στις αρχές που ορίζονται στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Το γεγονός παραμένει ότι η «Stern» ήταν η πρώτη δημοσίευση που παραθέτει από τα έγγραφα. Ως εκ τούτου, η διατύπωση «δημοσιογράφος» ήταν υποχρεωμένη να δημιουργήσει την εντύπωση ότι εννοούσε τον καταγγέλλοντα.
Η OLAF δεν εξήγησε γιατί οι φήμες που διαδίδονται από μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα πρέπει να έχουν μεγαλύτερη αποδεικτική αξία από τις φήμες που κυκλοφορούν από άλλα πρόσωπα.
Το ζήτημα σχετικά με την παρακολούθηση της τηλεφωνικής ή ηλεκτρονικής αλληλογραφίας δεν αφορούσε τις (ιδιωτικές ή επαγγελματικές) τηλεπικοινωνιακές συνδέσεις του καταγγέλλοντος, αλλά την πιθανότητα η OLAF να είχε λάβει πληροφορίες σχετικά με τον καταγγέλλοντα μέσω της εποπτείας των δικών της υπαλλήλων. Ως εκ τούτου, το ζήτημα της νομικής βάσης της παρακολούθησης της τηλεπικοινωνιακής κίνησης μεταξύ υπαλλήλων της OLAF και τρίτων (όπως ο καταγγέλλων) και της αποθήκευσης των εν λόγω δεδομένων παρέμεινε αναπάντητο.
ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΣΤΑΣΗΣ
Το σχέδιο σύστασηςΒάσει των αποδεικτικών στοιχείων που του υποβλήθηκαν, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να υποβάλει στην OLAF το ακόλουθο σχέδιο σύστασης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή:
Η OLAF θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο να αποσύρει τους ισχυρισμούς περί δωροδοκίας που δημοσιεύθηκαν και οι οποίοι ήταν πιθανό να θεωρηθεί ότι απευθύνονταν στον καταγγέλλοντα.
Το παρόν σχέδιο σύστασης βασίστηκε στις ακόλουθες εκτιμήσεις:
1 Ο καταγγέλλων είναι ο ανταποκριτής στις Βρυξέλλες της γερμανικής εβδομαδιαίας εφημερίδας «Stern». Σε δύο άρθρα που δημοσιεύθηκαν στις 28 Φεβρουαρίου και στις 7 Μαρτίου 2002, η εφημερίδα κάλυπτε ορισμένες κατηγορίες σχετικά με εικαζόμενες παρατυπίες που είχε διατυπώσει ένας υπάλληλος της ΕΕ, ο κ. Paul van Buitenen, και τις έρευνες που διεξήγαγε η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) σχετικά με τις κατηγορίες αυτές. Τα άρθρα βασίζονταν στην έκθεση του κ. van Buitenen και σε εμπιστευτικά έγγραφα της OLAF που είχε λάβει η εφημερίδα. Στις 27 Μαρτίου 2002, η OLAF δημοσίευσε ανακοινωθέν Τύπου με το οποίο επισήμανε ότι ένας “δημοσιογράφος” είχε λάβει ορισμένα έγγραφα σχετικά με την έρευνά της επί των ζητημάτων που είχε θέσει ο G. van Buitenen και ότι, ως εκ τούτου, η OLAF αποφάσισε να κινήσει εσωτερική έρευνα σχετικά με την εικαζόμενη αποκάλυψη εμπιστευτικών δεδομένων. Σύμφωνα με το δελτίο Τύπου, αυτή η εσωτερική έρευνα θα κάλυπτε επίσης τον ισχυρισμό ότι τα σχετικά έγγραφα είχαν αποκτηθεί «με πληρωμή δημοσίου υπαλλήλου».(3) Στην έκδοση της 4ης Απριλίου 2002, η εφημερίδα «European Voice» ανέφερε ότι ένας εκπρόσωπος της OLAF δήλωσε ότι η OLAF «είχε λάβει εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία ότι μπορεί να έχει πραγματοποιηθεί πληρωμή».
2 Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η OLAF ενήργησε εσφαλμένα δημοσιοποιώντας, στο ανακοινωθέν Τύπου της 27ης Μαρτίου 2002 και σε σχόλια προς την «European Voice», ισχυρισμούς για δωροδοκία που έπρεπε να θεωρηθεί ότι απευθύνονταν στον ίδιο και στην εφημερίδα του.
3 Η OLAF έκρινε ότι η αναφορά σε «έναν» δημοσιογράφο στο ανακοινωθέν Τύπου της ήταν ουδέτερη και δεν ενέπλεκε συγκεκριμένο άτομο. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι, βάσει συγκεκριμένων πληροφοριών που είχε λάβει, είχε λόγους να πιστεύει ότι τουλάχιστον μία φορά είχε πραγματοποιηθεί πληρωμή σε υπάλληλο της OLAF ή άλλο υπάλληλο της ΕΕ για την παροχή εμπιστευτικών εγγράφων.
4 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν είναι σε θέση να εξακριβώσει αν οι ισχυρισμοί περί δωροδοκίας που προέβαλε η OLAF είναι βάσιμοι. Το ζήτημα αυτό καλύπτεται από την έρευνα της OLAF, η οποία δεν έχει ακόμη περατωθεί. Επομένως, η ανάλυση του Διαμεσολαβητή στην υπό κρίση υπόθεση επικεντρώνεται αποκλειστικά στο ζήτημα αν η OLAF ενήργησε ορθώς παρέχοντας στο κοινό πληροφορίες σχετικά με την έρευνά της μέσω του ανακοινωθέντος Τύπου της 27ης Μαρτίου 2002 και μέσω πληροφοριών που χρησιμοποιήθηκαν σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «European Voice» στις 4 Απριλίου 2002. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η OLAF δεν αμφισβήτησε το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι το άρθρο αυτό βασίστηκε σε πληροφορίες που παρασχέθηκαν από την OLAF.
5 Αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική να διασφαλίζεται, κατά τη λήψη αποφάσεων, ότι τα ληφθέντα μέτρα είναι ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ειδικότερα, η διοίκηση θα πρέπει να αποφεύγει τον περιορισμό των δικαιωμάτων των πολιτών όταν οι περιορισμοί αυτοί δεν έχουν εύλογη σχέση με τον σκοπό που επιδιώκεται με τη δράση.(4) Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται όχι μόνο στις αποφάσεις, αλλά και στη δραστηριότητα των διοικήσεων εν γένει. Ως εκ τούτου, είναι επίσης σημαντικές για την παροχή πληροφοριών.
6 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η OLAF έχει το δικαίωμα να κινήσει έρευνα σε περιπτώσεις διαρροής εμπιστευτικών εγγράφων που έχουν συνταχθεί από αυτήν ή βρίσκονται στην κατοχή της σε τρίτους. Δέχεται επίσης ότι η OLAF έχει το δικαίωμα να ενημερώνει το κοινό σχετικά με την έναρξη τέτοιων ερευνών με κατάλληλο τρόπο, υπό την προϋπόθεση ότι τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Στην πραγματικότητα, οι πληροφορίες αυτές ενισχύουν τη διαφάνεια σε έναν τομέα που συχνά χαρακτηρίζεται από μυστικότητα και έλλειψη πληροφοριών.
7 Η υπόθεση του καταγγέλλοντος στηρίζεται σε δύο παραδοχές, ήτοι 1) ότι το ανακοινωθέν Τύπου της OLAF, μολονότι δεν ανέφερε κανένα όνομα, έπρεπε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αναφερόταν σε αυτόν όταν αναφερόταν σε «δημοσιογράφο» και 2) ότι η OLAF δεν είχε δικαίωμα να υπονοήσει ότι το έγγραφο (5) είχε αποκτηθεί μέσω δωροδοκίας.
8 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων προσκόμισε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ήταν ο πρώτος που παρέθεσε, στο άρθρο του της 28ης Φεβρουαρίου 2002, τα σχετικά έγγραφα. Ο καταγγέλλων υπέβαλε επίσης σημαντικό αριθμό άρθρων που δημοσιεύθηκαν σε άλλες εφημερίδες και δημοσιεύματα πρακτορείων Τύπου που αναφέρονται στην εφημερίδα του καταγγέλλοντος ως πηγή των γνώσεών τους σχετικά με τα εν λόγω έγγραφα ή αναφέρουν ότι ο «Stern» είχε λάβει τα εν λόγω έγγραφα. Ως εκ τούτου, το ενημερωμένο κοινό γνώριζε πολύ καλά το γεγονός ότι η «Stern» ήταν η πρώτη εφημερίδα που αντλούσε από αυτή την πηγή. Υπό τις συνθήκες αυτές, και μολονότι δεν αναφέρθηκε συγκεκριμένο όνομα, η αναφορά σε «δημοσιογράφο» στο δελτίο Τύπου της OLAF πρέπει να ήταν πιθανό να γίνει κατανοητή από το ενημερωμένο κοινό ως αναφορά στον καταγγέλλοντα. Στην απάντησή της σε ερώτηση που της έθεσε ο Διαμεσολαβητής, η OLAF βασίστηκε σε τρία άρθρα ή εκθέσεις για να αποδείξει ότι οι συντάκτες των εν λόγω άρθρων ή εκθέσεων ή οποιοσδήποτε άλλος δημοσιογράφος θα μπορούσε να εννοείται με την αναφορά σε «δημοσιογράφο» στο δελτίο Τύπου της. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, ωστόσο, ότι αυτό που έχει σημασία δεν είναι οι θεωρητικές δυνατότητες ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να ερμηνευθεί το δελτίο Τύπου, αλλά η ερμηνεία που πιθανότατα έλαβε. Επιπλέον, τα άρθρα και οι εκθέσεις στα οποία αναφέρεται η OLAF δημοσιεύθηκαν όλα μετά το άρθρο του καταγγέλλοντος της 28ης Φεβρουαρίου 2002 (στις 3, 22 και 26 Μαρτίου 2002) και πριν από την ημερομηνία του δελτίου Τύπου της OLAF. Εάν η OLAF είχε πράγματι υποθέσει ότι τα σχετικά έγγραφα είχαν αποκτηθεί μέσω διαρροής από την OLAF ή από άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ από περισσότερους του ενός δημοσιογράφους, θα ήταν πολύ δύσκολο να γίνει κατανοητός ο λόγος για τον οποίο το ανακοινωθέν Τύπου αναφερόταν σε «δημοσιογράφο» στον ενικό αριθμό. Όσον αφορά τη δήλωση της κ. Theato, η OLAF δεν απέδειξε τους λόγους για τους οποίους θα έπρεπε να είναι χρήσιμη για την ερμηνεία του δικού της ανακοινωθέντος Τύπου που δημοσιεύθηκε δύο ημέρες αργότερα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ανακοινωθέν Τύπου της OLAF της 27ης Μαρτίου 2002 μπορούσε να θεωρηθεί ότι αναφερόταν στον καταγγέλλοντα και στην εφημερίδα του. Ακόμη και αν η OLAF δεν είχε την πρόθεση να παραπέμψει στον καταγγέλλοντα, πρέπει να γνώριζε την εντύπωση που θα δημιουργούσε το κείμενό της.
9 Η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η OLAF εξήγησε ικανοποιητικά, κατά τη γνώμη της, τους λόγους για τους οποίους έκρινε αναγκαίο να ενημερώσει το κοινό σχετικά με την έναρξη έρευνας για την προφανή διαρροή εγγράφων. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει, ωστόσο, ότι η OLAF όχι μόνο παρείχε τις πληροφορίες αυτές, αλλά ενημέρωσε επίσης το κοινό, στο δελτίο Τύπου της και στις πληροφορίες που παρασχέθηκαν στην εφημερίδα «European Voice», ότι υπήρχαν υπόνοιες ότι τα έγγραφα είχαν αποκτηθεί μέσω δωροδοκίας. Επομένως, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον η OLAF ορθώς δημοσίευσε την υπόνοια αυτή.
10 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η OLAF δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η δημοσίευση της υπόνοιας αυτής ήταν αναγκαία για τους σκοπούς του έργου της και ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Το γεγονός ότι η OLAF θα έπρεπε να είχε αποφασίσει να ενεργήσει «με τη μεγαλύτερη δυνατή διαφάνεια» στην παρούσα υπόθεση παρέχοντας λεπτομέρειες σχετικά με το πεδίο της έρευνάς της στο κοινό είναι ασφαλώς ευπρόσδεκτο κατ’ αρχήν, δεδομένου ότι μια τέτοια προσέγγιση συνάδει με την υποχρέωση που επιβάλλεται στα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ να λαμβάνουν αποφάσεις όσο το δυνατόν πιο ανοικτά (άρθρο 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση). Ωστόσο, ο υπαινιγμός δωροδοκίας είναι σοβαρός ισχυρισμός που ενδέχεται να αμαυρώσει τη φήμη ενός δημοσιογράφου. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω υπαινιγμοί δεν πρέπει να δημοσιοποιούνται χωρίς αρκούντως σοβαρή βάση που να μπορεί να ελεγχθεί δημοσίως.
11 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το δελτίο Τύπου της OLAF αναφέρεται σε «πληροφορίες» που έλαβε η OLAF για να υποστηρίξει την άποψή της ότι «μπορεί» να έχει πραγματοποιηθεί κάποια πληρωμή και ότι η εφημερίδα «European Voice» αναφέρει μάλιστα ότι η OLAF έχει λάβει «εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία ότι μπορεί να έχει πραγματοποιηθεί πληρωμή». Κατά τη διάρκεια της έρευνας που διεξήγαγε ο Διαμεσολαβητής, η OLAF δεν υπέβαλε λεπτομέρειες, εκτός από τον ισχυρισμό ότι είχε λάβει «πληροφορίες από αξιόπιστες πηγές, συμπεριλαμβανομένων μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ότι μπορεί να έχει πραγματοποιηθεί πληρωμή για τα έγγραφα», πόσο μάλλον υπέβαλε τα αποδεικτικά στοιχεία που ισχυρίστηκε ότι έλαβε. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η αποδεικτική αξία των «πληροφοριών» σύμφωνα με τις οποίες «μπορεί» να έχει πραγματοποιηθεί πληρωμή πρέπει κατ’ ανάγκη να είναι πολύ περιορισμένη. Ως εκ τούτου, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή, η άποψη του καταγγέλλοντος ότι η OLAF ουσιαστικά βασίστηκε μόνο σε φήμες δεν φαίνεται να είναι παράλογη. Η άποψη αυτή επιρρωννύεται εξάλλου από το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του B. της 11ης Απριλίου 2002. Ο Διαμεσολαβητής δεν αποκλείει το ενδεχόμενο η OLAF να έχει το δικαίωμα να κινήσει έρευνα βάσει απλών φημών, υπό την προϋπόθεση ότι οι πράξεις που εικάζεται ότι έχουν διαπραχθεί είναι αρκούντως σοβαρές. Δέχεται επίσης ότι η OLAF μπορεί να είναι απρόθυμη ή ανίκανη να σχολιάσει πτυχές μιας εν εξελίξει έρευνας. Ωστόσο, εάν η OLAF αποφασίσει να παράσχει πληροφορίες σχετικά με διεξαγόμενη έρευνα, πρέπει να λάβει υπόψη τις αρνητικές συνέπειες που μπορούν να έχουν οι πληροφορίες αυτές για τη φήμη των προσώπων τα οποία αφορούν οι ισχυρισμοί τους οποίους η OLAF επιλέγει να δημοσιοποιήσει. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, προβαίνοντας σε καταγγελίες για δωροδοκία χωρίς επαρκή και διαθέσιμη για δημόσιο έλεγχο πραγματική βάση, η OLAF υπερέβη το μέτρο που είναι αναλογικό προς τον σκοπό που επιδιώκει η δράση της. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την OLAF να αποστείλει εμπεριστατωμένη γνώμη σχετικά με το εν λόγω σχέδιο σύστασης. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή της απόφασής του και στην περιγραφή των μέτρων που ελήφθησαν για την εφαρμογή του σχεδίου σύστασης.
Λεπτομερής γνώμη της OLAFΣτην εμπεριστατωμένη γνώμη της, η OLAF ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι αποδέχθηκε το σχέδιο σύστασης και ότι είχε εφαρμοστεί με τη δημοσίευση ανακοινωθέντος Τύπου, αντίγραφο του οποίου επισυνάφθηκε.
Το εν λόγω ανακοινωθέν Τύπου, με ημερομηνία 30 Σεπτεμβρίου 2003, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διευκρίνιση της OLAF σχετικά με προφανή διαρροή πληροφοριών», έχει ως εξής:
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος«Στις 27 Μαρτίου 2002, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) εξέδωσε δελτίο Τύπου ανακοινώνοντας ότι είχε κινήσει εσωτερική έρευνα βάσει του κανονισμού 1073/1999 σχετικά με προφανή διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών που περιλαμβάνονταν σε έκθεση που εκπονήθηκε εντός της OLAF.
Δήλωσε ότι, σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβε η Υπηρεσία, ένας δημοσιογράφος είχε λάβει ορισμένα έγγραφα σχετικά με τη λεγόμενη «υπόθεση van Buitenen» και ότι δεν αποκλείεται να είχε καταβληθεί πληρωμή σε κάποιον εντός της OLAF (ή ενδεχομένως σε άλλο θεσμικό όργανο της ΕΕ) για τα εν λόγω έγγραφα.
Οι έρευνες της OLAF δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί, αλλά μέχρι σήμερα η OLAF δεν έχει λάβει αποδείξεις ότι πραγματοποιήθηκε τέτοια πληρωμή.»
Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την εμπεριστατωμένη γνώμη της OLAF, ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι η OLAF δεν είχε εφαρμόσει επαρκώς το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η OLAF δεν είχε αποσύρει ρητά τους ισχυρισμούς περί δωροδοκίας. Αντιθέτως, από τη διατύπωση του ανακοινωθέντος Τύπου της προέκυπτε ότι η OLAF θεωρούσε πιθανό να εξακολουθούσαν να προκύπτουν αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς αυτούς. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η υποψία εξακολουθούσε να υφίσταται και, με επαίσχυντο τρόπο, επιστήθηκε εκ νέου στην προσοχή. Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι η OLAF δεν φαίνεται να έχει κάνει τίποτα για να αποσαφηνίσει τη θέση της έναντι της «European Voice». Κατέληξε ισχυριζόμενος ότι η OLAF έπρεπε να αποσύρει ρητώς τους ισχυρισμούς περί δωροδοκίας και να δηλώσει επισήμως ότι ουδέποτε διέθετε αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς αυτούς.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Δημοσίευση ισχυρισμών για δωροδοκία1.1 Ο καταγγέλλων είναι ο ανταποκριτής στις Βρυξέλλες της γερμανικής εβδομαδιαίας εφημερίδας «Stern». Σε δύο άρθρα που δημοσιεύθηκαν στις 28 Φεβρουαρίου και στις 7 Μαρτίου 2002, η εφημερίδα κάλυπτε ορισμένες κατηγορίες σχετικά με εικαζόμενες παρατυπίες που είχε διατυπώσει ένας υπάλληλος της ΕΕ, ο κ. Paul van Buitenen, και τις έρευνες που διεξήγαγε η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) σχετικά με τις κατηγορίες αυτές. Τα άρθρα βασίζονταν στην έκθεση του κ. van Buitenen και σε εμπιστευτικά έγγραφα της OLAF που είχε λάβει η εφημερίδα. Στις 27 Μαρτίου 2002, η OLAF δημοσίευσε ανακοινωθέν Τύπου με το οποίο επισήμανε ότι ένας “δημοσιογράφος” είχε λάβει ορισμένα έγγραφα σχετικά με την έρευνά της επί των ζητημάτων που είχε θέσει ο G. van Buitenen και ότι, ως εκ τούτου, η OLAF αποφάσισε να κινήσει εσωτερική έρευνα σχετικά με την εικαζόμενη αποκάλυψη εμπιστευτικών δεδομένων. Σύμφωνα με το δελτίο Τύπου, αυτή η εσωτερική έρευνα θα κάλυπτε επίσης τον ισχυρισμό ότι τα σχετικά έγγραφα είχαν αποκτηθεί «με πληρωμή δημοσίου υπαλλήλου». Στην έκδοση της 4ης Απριλίου 2002, η εφημερίδα «European Voice» ανέφερε ότι ένας εκπρόσωπος της OLAF δήλωσε ότι η OLAF «είχε λάβει εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία ότι μπορεί να έχει πραγματοποιηθεί πληρωμή».
1.2 Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η OLAF ενήργησε εσφαλμένα δημοσιοποιώντας, στο ανακοινωθέν Τύπου της 27ης Μαρτίου 2002 και σε σχόλια προς την «European Voice», ισχυρισμούς για δωροδοκία που έπρεπε να θεωρηθεί ότι απευθύνονταν στον ίδιο και στην εφημερίδα του.
1.3 Η OLAF έκρινε ότι η αναφορά σε «έναν» δημοσιογράφο στο ανακοινωθέν Τύπου της ήταν ουδέτερη και δεν ενέπλεκε συγκεκριμένο άτομο. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι, βάσει συγκεκριμένων πληροφοριών που είχε λάβει, είχε λόγους να πιστεύει ότι τουλάχιστον μία φορά είχε πραγματοποιηθεί πληρωμή σε υπάλληλο της OLAF ή άλλο υπάλληλο της ΕΕ για την παροχή εμπιστευτικών εγγράφων.
1.4 Στις 18 Ιουνίου 2003, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε στην OLAF σχέδιο σύστασης σύμφωνα με το οποίο η OLAF θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο να αποσύρει τους ισχυρισμούς περί δωροδοκίας που δημοσιεύθηκαν και οι οποίοι θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι απευθύνονται στον καταγγέλλοντα.
1.5 Στις 2 Οκτωβρίου 2003, η OLAF πληροφόρησε τον Διαμεσολαβητή ότι είχε αποδεχθεί το σχέδιο σύστασης και ότι το είχε θέσει σε εφαρμογή με τη δημοσίευση ανακοινωθέντος Τύπου.
1.6 Το σχετικό χωρίο του παρόντος ανακοινωθέντος τύπου έχει ως εξής: «Οι έρευνες της OLAF δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί, αλλά μέχρι σήμερα η OLAF δεν έχει λάβει αποδείξεις ότι πραγματοποιήθηκε τέτοια πληρωμή.»
1.7 Η Διαμεσολαβήτρια συμφωνεί με την άποψη του καταγγέλλοντος ότι, με τη δημοσίευση του παρόντος δελτίου Τύπου, η OLAF δεν έχει εφαρμόσει επαρκώς το σχέδιο σύστασης της Διαμεσολαβήτριας. Αντί να αποσύρει τους ισχυρισμούς περί δωροδοκίας, η OLAF δηλώνει απλώς ότι «μέχρι σήμερα» δεν έχει βρει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να στηρίξει τους ισχυρισμούς αυτούς. Ως εκ τούτου, η διατύπωση του εν λόγω ανακοινωθέντος Τύπου υποδηλώνει ότι η OLAF θεωρεί πιθανό να εξακολουθούν να προκύπτουν αποδεικτικά στοιχεία που υποστηρίζουν τους εν λόγω ισχυρισμούς. Υπό τις συνθήκες αυτές, τα μέτρα που έλαβε η OLAF είναι προδήλως ανεπαρκή για την αντιμετώπιση της περίπτωσης κακοδιοίκησης που εντόπισε ο Διαμεσολαβητής. Ως εκ τούτου, θα διατυπωθεί επικριτική παρατήρηση σχετικά με το θέμα αυτό.
2 Μη απάντηση σε ερωτήσεις με επιστολή της 29ης Ιουλίου 20022.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η OLAF δεν απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν με την επιστολή του της 29ης Ιουλίου 2002. Στην επιστολή αυτή, ζήτησε από την OLAF να επιβεβαιώσει ότι ουδέποτε παρακολούθησε τις τηλεφωνικές ή ηλεκτρονικές επικοινωνίες του με το προσωπικό της OLAF. Σε περίπτωση που η εν λόγω παρακολούθηση θα έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί, ο καταγγέλλων ζήτησε από την OLAF να διευκρινίσει τη νομική βάση για την εν λόγω παρέμβαση στην ιδιωτική του σφαίρα, καθώς και τον χρόνο και τον τρόπο έγκρισης της εν λόγω παρέμβασης.
2.2 Η OLAF έκρινε ότι είχε απαντήσει στα ερωτήματα αυτά.
2.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι στην απάντησή του της 22ας Αυγούστου 2002 στην προαναφερθείσα επιστολή, η OLAF εξήγησε ότι εξασφάλιζε πάντοτε τη συμμόρφωση των μεθόδων έρευνάς της με τον νόμο και πρόσθεσε ότι δεν διέθετε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με τον καταγγέλλοντα, εκτός από την επαγγελματική του διεύθυνση, τον αριθμό τηλεφώνου του κ.λπ. Κατά τη γνώμη της, η OLAF πρόσθεσε ότι υπήρχαν περιπτώσεις στις οποίες μπορούσε να λάβει πληροφορίες μέσω τεχνικών παρακολούθησης που σχετίζονταν με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και τις τηλεφωνικές επικοινωνίες, αλλά ότι η ίδια η OLAF δεν διέθετε ούτε τα τεχνικά ούτε τα νομικά μέσα για να υποκλέπτει τηλεφωνικές γραμμές. Η OLAF επισήμανε επίσης ότι δεν ήταν ελεύθερη να συζητήσει τις μεθόδους έρευνας που χρησιμοποιούνται σε σχέση με μια εν εξελίξει έρευνα. Στην απάντησή της σε ερώτηση που της έθεσε ο Διαμεσολαβητής, η OLAF υποστήριξε ότι δεν είχε την εξουσία να λαμβάνει μέτρα παρακολούθησης μέσω τηλεφώνου ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ενός ιδιώτη και δεν είχε λάβει ποτέ τέτοια μέτρα έναντι του καταγγέλλοντος.
2.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι οι απαντήσεις της OLAF αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο να έχει λάβει μέτρα σχετικά με την παρακολούθηση της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας των υπαλλήλων της ή υπαλλήλων άλλων θεσμικών οργάνων της ΕΕ.(6) Ωστόσο, η OLAF ενημέρωσε επίσης τον καταγγέλλοντα ότι δεν διαθέτει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν, εκτός από την επαγγελματική του διεύθυνση, τον αριθμό τηλεφώνου κ.λπ. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι πληροφορίες που συλλέγονται από τυχόν παρακολούθηση της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ του καταγγέλλοντος και υπαλλήλων της ΕΕ θα αποτελούσαν «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» του καταγγέλλοντος κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (7).
2.5 Υπό τις συνθήκες αυτές, και δεδομένου ότι η έρευνα της OLAF βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η OLAF φαίνεται να έχει απαντήσει στις ερωτήσεις που της υπέβαλε ο καταγγέλλων με την επιστολή του της 29ης Ιουλίου 2002.
2.6 Βάσει των προεκτεθέντων, δεν φαίνεται να υφίσταται κακοδιοίκηση εκ μέρους της OLAF όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό.
3 Οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η OLAF θα πρέπει να αποσύρει τους ισχυρισμούς περί δωροδοκίας, κατά προτίμηση με τον ίδιο τρόπο που είχαν διατυπωθεί, δηλαδή με δελτίο Τύπου και χωριστή ανακοίνωση στο «European Voice». Ζήτησε επίσης από την OLAF να δώσει πλήρη απάντηση στα ερωτήματα αυτά με το από 29 Ιουλίου 2002 έγγραφό του.
3.2 Κατά τη γνώμη της, η OLAF δεν σχολίασε τους ισχυρισμούς αυτούς.
3.3 Όπως προαναφέρθηκε, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι υφίσταται κακοδιοίκηση εκ μέρους της OLAF όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι αυτή η περίπτωση κακοδιοίκησης μπορεί και πρέπει να εξαλειφθεί με την απόσυρση των ισχυρισμών περί δωροδοκίας που δημοσιεύθηκαν και οι οποίοι ήταν πιθανό να εκληφθούν ως απευθυνόμενοι στον καταγγέλλοντα. Ωστόσο, το σχετικό σχέδιο σύστασης που υπέβαλε ο Διαμεσολαβητής στην OLAF δεν εφαρμόστηκε επαρκώς από την τελευταία (βλ. σημείο 1.7 ανωτέρω). Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει επικριτική παρατήρηση.
4 Συμπέρασμα4.1 Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την παρούσα καταγγελία, είναι αναγκαίο να διατυπωθούν οι ακόλουθες επικριτικές παρατηρήσεις:
Προχωρώντας στη διατύπωση ισχυρισμών περί δωροδοκίας χωρίς επαρκή και διαθέσιμη για δημόσιο έλεγχο πραγματική βάση, η OLAF υπερέβη το μέτρο που είναι ανάλογο προς τον σκοπό που επιδιώκει η δράση της. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
4.2 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η OLAF αποδέχθηκε το σχέδιο σύστασης που της είχε υποβάλει, μολονότι, κατά την άποψή του, η OLAF δεν το εφάρμοσε επαρκώς. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι μια επικριτική παρατήρηση εκ μέρους του θα μπορούσε να αποτελέσει επαρκή ικανοποίηση για τον καταγγέλλοντα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν είναι σκόπιμο να υποβληθεί ειδική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην παρούσα υπόθεση.
4.3 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θα αποστείλει αντίγραφο της απόφασης αυτής στην OLAF και θα την συμπεριλάβει στην ετήσια έκθεση για το 2003 που θα υποβληθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
4.4 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (ΕΕ L 136, σ. 1). Παρεμπιπτόντως, οι εσωτερικές έρευνες φαίνεται να καλύπτονται από το άρθρο 5 παράγραφος 2 και όχι από το άρθρο 5 παράγραφος 1 του κανονισμού.
(2) Το αγγλικό κείμενο του παρόντος δελτίου Τύπου, το οποίο είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο της OLAF, περιέχει ελαφρώς διαφορετική διατύπωση: «Σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβε το Γραφείο, δημοσιογράφος έλαβε ορισμένα έγγραφα σχετικά με την αποκαλούμενη υπόθεση Van Buitenen. Δεν αποκλείεται να έχει πραγματοποιηθεί πληρωμή σε κάποιον εντός της OLAF (ή ενδεχομένως σε άλλο θεσμικό όργανο της ΕΕ) για τα εν λόγω έγγραφα.»
(3) Το αγγλικό κείμενο του παρόντος δελτίου Τύπου, το οποίο είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο της OLAF, περιέχει ελαφρώς διαφορετική διατύπωση: «Σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβε το Γραφείο, δημοσιογράφος έλαβε ορισμένα έγγραφα σχετικά με την αποκαλούμενη υπόθεση Van Buitenen. Δεν αποκλείεται να έχει πραγματοποιηθεί πληρωμή σε κάποιον εντός της OLAF (ή ενδεχομένως σε άλλο θεσμικό όργανο της ΕΕ) για τα εν λόγω έγγραφα.»
(4) Πρβλ. άρθρο 6 του Κώδικα Ορθής Διοικητικής Πρακτικής, διαθέσιμο στον ιστότοπο του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).
(5) Στη γνωμοδότησή της, η OLAF αναφέρθηκε σε εμπιστευτικά «έγγραφα» που είχαν διαρρεύσει. Ωστόσο, στην απάντησή της στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες, η OLAF έκανε λόγο για «το ίδιο εσωτερικό έγγραφο στο οποίο αναφέρθηκε ο καταγγέλλων στο άρθρο του της 28ης Φεβρουαρίου 2002» (δηλαδή την έκθεση του κ. van Buitenen). Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων φαίνεται να έχει στην κατοχή του περαιτέρω εσωτερικά έγγραφα της OLAF (τουλάχιστον ορισμένα από τα οποία επισυνάφθηκαν στον καταγγέλλοντα), η παρούσα απόφαση αναφέρεται γενικά σε «έγγραφα».
(6) Στην απάντησή της σε ερώτηση που της έθεσε ο Διαμεσολαβητής, η OLAF ανέφερε ότι δεν είχε την εξουσία να λάβει τέτοια μέτρα σε σχέση με «ιδιώτες».
(7) ΕΕ 2001, L 8, σ. 1. Το άρθρο 2 στοιχείο α) προβλέπει ότι, για τους σκοπούς του κανονισμού, ως «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» νοούνται «κάθε πληροφορία που αφορά φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί».