FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 1753/2002/GG κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 28 Νοεμβρίου 2003

Αξιότιμε κ. X.,

Στις 7 Οκτωβρίου 2002, υποβάλατε καταγγελία κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την άρνηση της Επιτροπής να επιτρέψει την πρόσβαση σε δύο επιστολές που απέστειλε η Ιρλανδία στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 1 της έκτης οδηγίας ΦΠΑ και σε κοινοποίηση της Ιρλανδίας σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 5 της εν λόγω οδηγίας.

Στις 16 Οκτωβρίου 2002, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Με ηλεκτρονικό μήνυμα που εστάλη στις 16 Οκτωβρίου 2002, ενημερώσατε τον Διαμεσολαβητή ότι επιθυμείτε να εξεταστεί η καταγγελία σας εμπιστευτικά. Η Επιτροπή ενημερώθηκε σχετικά από τον Διαμεσολαβητή στις 18 Οκτωβρίου 2002.

Την 1η Νοεμβρίου 2002, υποβάλατε στον Διαμεσολαβητή ορισμένα έγγραφα σχετικά με την καταγγελία σας. Αντίγραφο της επιστολής αυτής και των συνημμένων εγγράφων της διαβιβάστηκε στην Επιτροπή στις 13 Νοεμβρίου 2002.

Η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της στις 9 Ιανουαρίου 2003. Δεδομένου ότι η γνώμη αυτή φαίνεται να αφορά μόνο τον πρώτο από τους δύο ισχυρισμούς σας, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή, με επιστολή της 13ης Ιανουαρίου 2003, συμπληρωματική γνώμη σχετικά με τον δεύτερο ισχυρισμό. Ενημερωθήκατε σχετικά με επιστολή που εστάλη την ίδια ημέρα. Η πρώτη γνώμη της Επιτροπής σας διαβιβάστηκε επίσης με την ευκαιρία αυτή.

Στις 29 Ιανουαρίου 2003, αποστείλατε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα στον Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία σας. Ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε το μήνυμα αυτό στην Επιτροπή στις 10 Φεβρουαρίου 2003, ζητώντας της να εξετάσει το περιεχόμενό του στη δεύτερη γνωμοδότησή της.

Η Επιτροπή απέστειλε τη δεύτερη γνώμη της στις 27 Φεβρουαρίου 2003. Στις 4 Μαρτίου 2003 απεστάλη διορθωτικό. Ο Διαμεσολαβητής σας διαβίβασε τη δεύτερη γνώμη στις 6 Μαρτίου 2003 με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις. Το διορθωτικό σας διαβιβάστηκε στις 10 Μαρτίου 2003.

Στις 19 Μαΐου 2003, μου διαβιβάσατε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τις γνώμες της Επιτροπής.

Στις 4 Ιουνίου 2003, απηύθυνα επιστολή στην Επιτροπή για να ζητήσω περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία σας. Αίτημα παροχής πληροφοριών απεστάλη επίσης στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ιρλανδίας στην ΕΕ την ίδια ημέρα. Αντίγραφο του τελευταίου αυτού αιτήματος εστάλη στον Ιρλανδό Διαμεσολαβητή προς ενημέρωσή του στις 4 Ιουνίου 2003.

Στις 24 Ιουλίου 2003, η Επιτροπή απέστειλε την απάντησή της στο αίτημά μου για συμπληρωματικές πληροφορίες. Σας διαβίβασα την παρούσα απάντηση στις 4 Σεπτεμβρίου 2003 με πρόσκληση να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας το αργότερο έως τις 31 Οκτωβρίου 2003.

Στις 8 Σεπτεμβρίου 2003, έλαβα την απάντηση των ιρλανδικών αρχών (με ημερομηνία 28 Ιουλίου 2003) στην αίτησή μου για παροχή πληροφοριών. Σας διαβίβασα την παρούσα απάντηση στις 9 Σεπτεμβρίου 2003 με πρόσκληση να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας το αργότερο έως τις 31 Οκτωβρίου 2003.

Δεν φαίνεται να έχουν ληφθεί παρατηρήσεις από εσάς.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Η έκτη οδηγία του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών – Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (1) (στο εξής: έκτη οδηγία) θεσπίζει ενιαίους κανόνες για τις πράξεις που υπόκεινται στον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ). Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 1 της οδηγίας, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα μετά από πρόταση της Επιτροπής, μπορεί να επιτρέπει σε κάθε κράτος μέλος να θεσπίζει ειδικά μέτρα παρέκκλισης από τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, με σκοπό την απλούστευση της διαδικασίας επιβολής του φόρου ή την πρόληψη ορισμένων τύπων φοροδιαφυγής ή φοροαποφυγής. Το κράτος μέλος που επιθυμεί να θεσπίσει τέτοια μέτρα ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή και της παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες (άρθρο 27 παράγραφος 2 της οδηγίας). Το άρθρο 27 παράγραφος 5 της οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη που εφάρμοζαν τέτοια ειδικά μέτρα την 1η Ιανουαρίου 1977 είχαν τη δυνατότητα να τα διατηρήσουν, υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, ότι τα κοινοποίησαν στην Επιτροπή πριν από την 1η Ιανουαρίου 1978.

Στις 15 Μαρτίου 2002, ο καταγγέλλων, ιρλανδός πολίτης, ζήτησε από την Επιτροπή πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (2). Τα ζητηθέντα έγγραφα προσκομίστηκαν στις 19 Ιουλίου 2002, με εξαίρεση δύο επιστολές που απέστειλε η Ιρλανδία στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 1 της έκτης οδηγίας και μια κοινοποίηση από την Ιρλανδία σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 5 της εν λόγω οδηγίας.

Ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι τα σχετικά έγγραφα αποτελούσαν τη βάση επί της οποίας η Ιρλανδία εφάρμοζε συγκεκριμένη νομοθεσία περί ΦΠΑ στις συναλλαγές ακινήτων στην Ιρλανδία και ότι, χωρίς πρόσβαση σε αυτά, οι πολίτες δεν μπορούσαν να είναι βέβαιοι ότι η ιρλανδική νομοθεσία ήταν σύμφωνη με όσα είχε ζητήσει η Ιρλανδία και είχε εγκρίνει η Επιτροπή. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι ιρλανδικές φορολογικές αρχές αρνήθηκαν να έχουν αντίγραφα των σχετικών εγγράφων όταν είχε υποβληθεί αίτηση πρόσβασης βάσει του ιρλανδικού νόμου για την ελευθερία της πληροφόρησης.

Στις 19 Ιουλίου 2002, η Επιτροπή πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5 της απόφασης 2001/937, θα διαβουλευόταν με τις ιρλανδικές φορολογικές αρχές σχετικά με τη δυνατότητα προσκόμισης των εν λόγω εγγράφων. Στις 12 Αυγούστου 2002, η Επιτροπή πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι δεν μπορούσε να του χορηγηθεί πρόσβαση, δεδομένου ότι οι ιρλανδικές φορολογικές αρχές είχαν ζητήσει να μην δημοσιοποιηθούν τα έγγραφα. Η Επιτροπή εξήγησε ότι έπρεπε να ζητηθεί η γνώμη των ιρλανδικών αρχών, διότι τα σχετικά έγγραφα της είχαν υποβληθεί πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1049/2001 (3). Η επιβεβαιωτική αίτηση της προσφεύγουσας απορρίφθηκε από την Επιτροπή στις 23 Αυγούστου 2003. Στην επιστολή αυτή, η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχει τα σχετικά έγγραφα δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001.

Ο κανονισμός 1049/2001 προβλέπει ότι οι πολίτες έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή ενός θεσμικού οργάνου, δηλαδή σε έγγραφα που συντάσσονται ή παραλαμβάνονται από αυτό, εκτός εάν ισχύει μία από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στον κανονισμό.

Το άρθρο 4 («Εξαιρέσεις») προβλέπει δύο κύριες εξαιρέσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1, η πρόσβαση απορρίπτεται όταν η κοινολόγηση θα έθιγε την προστασία του δημόσιου συμφέροντος ή την ιδιωτική ζωή και την ακεραιότητα του ατόμου. Η πρόσβαση απορρίπτεται επίσης όταν η γνωστοποίηση θα έθιγε την προστασία πολλών άλλων συμφερόντων που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2, εκτός εάν υπάρχει υπερισχύον συμφέρον για τη γνωστοποίηση.

Το άρθρο 4 περιέχει επίσης τις ακόλουθες διατάξεις:

Όσον αφορά τα έγγραφα τρίτων, το θεσμικό όργανο διαβουλεύεται με τον τρίτο προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσον εφαρμόζεται η εξαίρεση της παραγράφου 1 ή 2, εκτός εάν είναι σαφές ότι το έγγραφο θα δημοσιοποιηθεί ή όχι.

(5) Ένα κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει από το θεσμικό όργανο να μην δημοσιοποιήσει έγγραφο που προέρχεται από το εν λόγω κράτος μέλος χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεσή του.»

Σύμφωνα με το άρθρο 19, ο κανονισμός εφαρμοζόταν από τις 3 Δεκεμβρίου 2001.

Το άρθρο 18 παράγραφος 1 του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι κάθε θεσμικό όργανο προσαρμόζει τον εσωτερικό κανονισμό του στις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

Στην απόφασή της 2001/937/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ, της 5ης Δεκεμβρίου 2001, για την τροποποίηση του εσωτερικού κανονισμού της (4), η Επιτροπή ενέκρινε λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του κανονισμού 1049/2001 από την Επιτροπή («αναλυτικοί κανόνες»). Οι κανόνες αυτοί καθορίζονται σε παράρτημα που θα προστεθεί στον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής. Το άρθρο 5 («Διαβουλεύσεις») των λεπτομερών κανόνων ορίζει τα εξής:

Όταν η Επιτροπή λαμβάνει αίτηση πρόσβασης σε έγγραφο που έχει στην κατοχή της αλλά το οποίο προέρχεται από τρίτο, η Γενική Διεύθυνση ή η υπηρεσία που έχει στην κατοχή της το έγγραφο ελέγχει κατά πόσον ισχύει μία από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001. (…).

(2) Εάν, μετά την εξέταση αυτή, η Γενική Διεύθυνση ή η υπηρεσία που κατέχει το έγγραφο κρίνει ότι η πρόσβαση σε αυτό πρέπει να απορριφθεί δυνάμει μιας από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001, η αρνητική απάντηση αποστέλλεται στον αιτούντα χωρίς διαβούλευση με το τρίτο μέρος.

(3) Η Γενική Διεύθυνση ή η υπηρεσία που έχει στην κατοχή της το έγγραφο κάνει δεκτή την αίτηση χωρίς διαβούλευση με τον τρίτο συντάκτη, εφόσον:

α) το ζητούμενο έγγραφο έχει ήδη δημοσιοποιηθεί είτε από τον συντάκτη του είτε βάσει του κανονισμού ή παρόμοιων διατάξεων·

β) η γνωστοποίηση ή η μερική γνωστοποίηση του περιεχομένου του δεν θα έθιγε προφανώς ένα από τα συμφέροντα που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001.

(4) Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ζητείται η γνώμη του τρίτου δημιουργού. Ειδικότερα, εάν η αίτηση πρόσβασης αφορά έγγραφο που προέρχεται από κράτος μέλος, η Γενική Διεύθυνση ή η υπηρεσία που κατέχει το έγγραφο διαβουλεύεται με τη συντάκτρια αρχή όταν:

α) το έγγραφο διαβιβάστηκε στην Επιτροπή πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001·

β) το κράτος μέλος ζήτησε από την Επιτροπή να μην δημοσιοποιήσει το έγγραφο χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεσή του, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001.»

Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε με τους προαναφερθέντες κανόνες διαβουλευόμενη με τον τρίτο συντάκτη χωρίς να έχει διενεργήσει την εξέταση που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 3 των λεπτομερών κανόνων. Έκρινε ότι η διαβούλευση με τον τρίτο δημιουργό απαιτείται μόνον όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της εν λόγω διάταξης. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη διατύπωση του άρθρου 5 παράγραφος 4 των λεπτομερών κανόνων («Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις …»).

Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων δεν θα έθιγε κανένα από τα συμφέροντα που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού 1049/2001. Υποστήριξε ότι ο κανονισμός 1049/2001 δεν προέβλεπε το άρθρο 4 παράγραφος 4 σημείο 5 ως μέσο με το οποίο τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν την πρόσβαση σε έγγραφα των οποίων η δημοσιοποίηση δεν έθιγε τα συμφέροντα που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού.

Ως εκ τούτου, στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων διατύπωσε κατ’ ουσίαν τους ακόλουθους ισχυρισμούς:

(1) Η Επιτροπή δεν τήρησε τους διαδικαστικούς κανόνες της αποφάσεως 2001/937 όταν αποφάσισε να ζητήσει τη γνώμη των ιρλανδικών αρχών προτού αποφασίσει να επιτρέψει την πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα.

(2) Η Επιτροπή κακώς αρνήθηκε την πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα, δεδομένου ότι η δημοσιοποίησή τους δεν θα έθιγε κανένα από τα συμφέροντα που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού 1049/2001 και δεδομένου ότι ο κανονισμός 1049/2001 δεν προέβλεπε το άρθρο 4 παράγραφος 4 ως μέσο με το οποίο τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να εμποδίσουν την πρόσβαση σε έγγραφα των οποίων η δημοσιοποίηση δεν έθιγε τα συμφέροντα που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την απόφασή της.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Οι γνώμες της Επιτροπής
Η πρώτη γνώμη

Στην πρώτη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Ο κανονισμός 1049/2001 αντιμετωπίζει το ζήτημα της πρόσβασης σε έγγραφα τρίτων με δύο τρόπους: Το άρθρο 4 παράγραφος 4 προβλέπει τη συνήθη περίπτωση, ενώ το άρθρο 4 παράγραφος 5 θεσπίζει ειδικούς κανόνες για τα έγγραφα που προέρχονται από τα κράτη μέλη.

Η γενική αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού 1049/2001 είναι ότι ζητείται η γνώμη τρίτων συντακτών σχετικά με τη δημοσιοποίηση εγγράφων που προέρχονται από αυτούς, εκτός εάν δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς το αν το έγγραφο πρέπει ή όχι να δημοσιοποιηθεί. Με την απόφαση 2001/937, η Επιτροπή είχε παράσχει ορισμένα κριτήρια προκειμένου να καθορίσει αν ένα έγγραφο έπρεπε ή όχι να δημοσιοποιηθεί χωρίς διαβούλευση με τον συντάκτη του.

Το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι ένα κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να ζητήσει από την Επιτροπή να μην δημοσιοποιήσει έγγραφο που έχει αποσταλεί στην Επιτροπή χωρίς τη συγκατάθεσή της. Η διάταξη αυτή είχε νόημα μόνον εάν το κράτος μέλος είχε την ευκαιρία να δηλώσει αν συμφωνεί ή όχι με τη δημοσιοποίηση του εγγράφου του.

Επομένως, εάν το έγγραφο δεν είχε ήδη δημοσιοποιηθεί από τη συντάκτρια αρχή ή δεν είχε δημοσιοποιηθεί με άλλον τρόπο σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να διαβουλευθεί με τις οικείες εθνικές αρχές προτού αποφασίσει να επιτρέψει την πρόσβαση σε έγγραφο που είχε παραληφθεί από κράτος μέλος. Αυτό ήταν ιδιαίτερα αναγκαίο όσον αφορά τα έγγραφα που διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού 1049/2001. Όταν διαβίβασαν τα έγγραφα αυτά στην Επιτροπή, τα κράτη μέλη δεν εξέτασαν τη δυνατότητα πρόσβασης του κοινού. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να ζητείται η γνώμη τους πριν από τη λήψη απόφασης σχετικά με τη δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων.

Η Επιτροπή το διευκρίνισε αυτό στο άρθρο 5 παράγραφος 4 στοιχείο β) των λεπτομερών κανόνων της.

Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή εξέφρασε την άποψη ότι είχε ακολουθήσει ορθές διαδικασίες και ότι όχι μόνο είχε το δικαίωμα να αποφασίσει να διαβουλευθεί με τις εθνικές αρχές προέλευσης, αλλά ότι είχε μάλιστα την υποχρέωση να το πράξει.

Η δεύτερη γνωμοδότηση

Δεδομένου ότι η γνώμη της Επιτροπής φαίνεται να αφορά μόνο τον πρώτο από τους δύο ισχυρισμούς που υπέβαλε ο καταγγέλλων, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή συμπληρωματική γνώμη σχετικά με τον δεύτερο ισχυρισμό. Στην εν λόγω δεύτερη γνώμη, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Η Επιτροπή είχε την υποχρέωση να διαβουλευθεί με τις ιρλανδικές αρχές. Αν η Επιτροπή είχε θεωρήσει ότι η γνωστοποίηση θα ήταν επιζήμια, δεν θα είχε διαβουλευθεί με τις ιρλανδικές αρχές και θα είχε αρνηθεί την πρόσβαση. Αυτό προκύπτει από το άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού 1049/2001 και το άρθρο 5 παράγραφος 2 των λεπτομερών κανόνων. Ακριβώς επειδή η Επιτροπή είχε εξετάσει τη δυνατότητα δημοσιοποιήσεως των εγγράφων, ζήτησε τη γνώμη των εθνικών αρχών.

Το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001 θέσπισε ειδικό κανόνα στο πλαίσιο των κοινοτικών κανόνων διαφάνειας για μια συγκεκριμένη ομάδα «τρίτων μερών», δηλαδή τα κράτη μέλη. Εάν τα θεσμικά όργανα είχαν τη δυνατότητα να παρακάμψουν το αίτημα ενός κράτους μέλους να μην δημοσιοποιηθεί ένα έγγραφο, δεν θα υπήρχε ανάγκη για ειδική διάταξη που να διέπει τα έγγραφα που προέρχονται από τα κράτη μέλη και το άρθρο 4 παράγραφος 5 δεν θα είχε νόημα.

Το δικαίωμα των κρατών μελών να αρνούνται τη γνωστοποίηση από τα θεσμικά όργανα εγγράφων προερχομένων από αυτά δεν αποσκοπούσε στον περιορισμό της προσβάσεως στο έγγραφο αυτό καθεαυτό, αλλά στον περιορισμό της προσβάσεως σε αυτό σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες. Σκοπός του περιορισμού αυτού ήταν να ληφθεί υπόψη το καθεστώς του εγγράφου στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας και πολιτικής και, ως εκ τούτου, να αποφευχθούν αποκλίσεις μεταξύ της Κοινότητας και των διαφόρων εθνικών συστημάτων διαφάνειας.

Η θέση αυτή είχε επίσης υιοθετηθεί από την Επιτροπή στην υπόθεση T-168/02 Internationaler Tierschutz-Fonds GmbH κατά Επιτροπής, η οποία εκκρεμούσε ενώπιον του Πρωτοδικείου.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του και υπέβαλε, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες περαιτέρω παρατηρήσεις:

Το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001 εξουσιοδοτούσε μόνο τα κράτη μέλη να υποβάλουν αίτηση. Από κανένα στοιχείο δεν προέκυπτε ότι θα έπρεπε να έχουν δικαίωμα αρνησικυρίας ως προς τη δυνατότητα δημοσιοποιήσεως εγγράφων. Ένα κράτος μέλος μπορεί να υποβάλει τέτοιο αίτημα μόνον όταν η δημοσιοποίηση ενός εγγράφου θα μπορούσε να θίξει ένα από τα συμφέροντα που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού 1049/2001. Η λέξη «προηγούμενο» στο άρθρο 4 παράγραφος 5 δεν θα ήταν αναγκαία και, στην πραγματικότητα, δεν θα είχε νόημα εάν η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να παραπέμψει όλα τα έγγραφα στα κράτη μέλη για να εξακριβώσει τις επιθυμίες τους σχετικά με το θέμα αυτό.

Περαιτέρω έρευνες

Μετά από προσεκτική εξέταση των απόψεων της Επιτροπής και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, φάνηκε ότι ήταν αναγκαίες περαιτέρω έρευνες.

Αιτήματα για περαιτέρω πληροφορίες

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να παράσχει πιο συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με το αν είχε ζητήσει ή λάβει από τις ιρλανδικές αρχές εξηγήσεις σχετικά με τους λόγους για τους οποίους απέρριψαν την κοινοποίηση των εγγράφων.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 3 σημείο 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (7), εστάλη επίσης αίτηση παροχής πληροφοριών στις ιρλανδικές αρχές. Οι τελευταίοι κλήθηκαν (1) να εξηγήσουν τους λόγους βάσει των οποίων έκριναν ότι τα σχετικά έγγραφα δεν έπρεπε να δημοσιοποιηθούν από την Επιτροπή και (2) να διευκρινίσουν αν είχαν στην κατοχή τους αντίγραφα των σχετικών εγγράφων.

Η απάντηση της Επιτροπής

Στην απάντησή της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Οι ιρλανδικές αρχές δεν είχαν διευκρινίσει τους λόγους της εναντίωσής τους στη δημοσιοποίηση των σχετικών εγγράφων.

Το άρθρο 4 παράγραφος 4 ορίζει τον γενικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να ζητείται η γνώμη τρίτου εάν δεν είναι σαφές εάν το έγγραφο πρέπει ή δεν πρέπει να δημοσιοποιηθεί. Το άρθρο 4 παράγραφος 5 προέβλεπε ειδικό κανόνα για τα κράτη μέλη. Η διάταξη αυτή απορρέει από τη δήλωση nº 35 που επισυνάπτεται στην Τελική Πράξη της Συνθήκης του Άμστερνταμ. Αντικατοπτρίζει την ανάγκη να συμβιβαστούν οι κοινοτικοί και οι εθνικοί κανόνες περί διαφάνειας. Η υπαγωγή του άρθρου 4 παράγραφος 5 στο άρθρο 4 παράγραφος 4 θα στερούσε από τη διάταξη αυτή κάθε ουσιαστικό νόημα. Δεν ήταν αυτή η πρόθεση του νομοθέτη.

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή δεν είχε αξιολογήσει κατά πόσον η κοινοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων θα έβλαπτε κάποιο από τα συμφέροντα που προστατεύονται βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 1 ή 2 του κανονισμού 1049/2001. Αυτό δεν ήταν σωστό. Η Επιτροπή θα είχε παραβιάσει τους δικούς της λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του κανονισμού εάν είχε ενεργήσει όπως πρότεινε ο καταγγέλλων. Κατά τη διεκπεραίωση αίτησης πρόσβασης σε έγγραφο που προέρχεται από τρίτο μέρος, η Επιτροπή αναλύει το ζητούμενο έγγραφο προκειμένου να αξιολογήσει κατά πόσον ισχύει μία από τις εξαιρέσεις. Εάν η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η γνωστοποίηση θα ήταν επιζήμια, αρνείται την πρόσβαση χωρίς διαβούλευση με τον συντάκτη. Εν προκειμένω, η ανάλυση της Επιτροπής δεν είχε ως αποτέλεσμα την άρνηση προσβάσεως. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνώμη των ιρλανδικών αρχών.

Η Επιτροπή διαβουλευόταν συστηματικά με τα κράτη μέλη σχετικά με αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα που είχαν παραληφθεί πριν από την ημερομηνία (3 Δεκεμβρίου 2001) κατά την οποία τέθηκε σε εφαρμογή ο κανονισμός 1049/2001 (άρθρο 5 παράγραφος 4 της απόφασης 2001/937). Η διάταξη αυτή ήταν η λογική συνέπεια της αναδρομικής ισχύος του κανονισμού.

Απάντηση των ιρλανδικών αρχών

Στην απάντησή τους στο αίτημα παροχής πληροφοριών του Διαμεσολαβητή, οι ιρλανδικές αρχές διατύπωσαν τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Η δημοσίευση επίσημων εγγράφων στην Ιρλανδία διέπεται από τον νόμο περί ελευθερίας της πληροφόρησης του 1997. Τα έγγραφα τα οποία αφορά η υπό κρίση υπόθεση είχαν αποτελέσει αντικείμενο αιτήσεως προσβάσεως δυνάμει του εν λόγω νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 των περί Ελευθερίας της Πληροφόρησης Νόμων του 1997 και του 2003, στην περίπτωση αρχείων μη προσωπικού και μη προσωπικού, ένα πρόσωπο είχε το δικαίωμα να ζητήσει πρόσβαση σε όλα τα αρχεία που δημιουργήθηκαν μετά την έναρξη ισχύος των νόμων, δηλαδή στις 21 Απριλίου 1998. Προγενέστερες εγγραφές θα μπορούσαν να ζητηθούν μόνο εάν ήταν απαραίτητες για την κατανόηση μεταγενέστερων εγγραφών στις οποίες υπάρχει πρόσβαση.

Κατά την άποψη των ιρλανδικών αρχών, δεν ήταν αναγκαία η πρόσβαση σε πληροφορίες πριν από το 1998 προκειμένου να γίνει κατανοητή η λειτουργία της συγκεκριμένης διάταξης περί ΦΠΑ, και σε αυτή τη βάση δεν επετράπη η πρόσβαση σε πληροφορίες που είχαν δημιουργηθεί πριν από τον Απρίλιο του 1998.

Θα ήταν ασυνεπές να απορρίπτεται υλικό βάσει της εθνικής νομοθεσίας για την ελευθερία της πληροφόρησης, ενώ παράλληλα θα συμφωνούσε να επιτρέπεται η δημοσιοποίησή του βάσει παρόμοιας νομοθεσίας της ΕΕ.

Στο πλαίσιο της κοινοποίησης εγγράφων σε άλλο πρόσωπο, δόθηκε στη δημοσιότητα έγγραφο το οποίο φαινόταν συναφές με το αίτημα του καταγγέλλοντος. Πρόκειται για αντίγραφο επιστολής που απέστειλε ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Ιρλανδίας στην Επιτροπή στις 22 Δεκεμβρίου 1977 και η οποία αφορούσε την εφαρμογή της έκτης οδηγίας ΦΠΑ στην Ιρλανδία. Το έγγραφο αυτό είχε δημοσιοποιηθεί δεδομένου ότι αποτελούσε μέρος εγγράφου που καταρτίστηκε μετά την έναρξη ισχύος του νόμου για την ελευθερία της πληροφόρησης.

Αντίγραφο του εγγράφου αυτού υποβλήθηκε από τις ιρλανδικές αρχές.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Οι απαντήσεις που απέστειλαν η Επιτροπή και οι ιρλανδικές αρχές διαβιβάστηκαν στον καταγγέλλοντα για να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις από τον καταγγέλλοντα.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Εικαζόμενη παράνομη μη παροχή πρόσβασης σε έγγραφα

1.1 Ο καταγγέλλων, ιρλανδός πολίτης, ζήτησε από την Επιτροπή πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (8). Τα ζητηθέντα έγγραφα προσκομίστηκαν στις 19 Ιουλίου 2002, με εξαίρεση δύο επιστολές που απέστειλε η Ιρλανδία στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 27 παράγραφος 1 της έκτης οδηγίας του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών – Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (9) και κοινοποίηση από την Ιρλανδία σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 5 της εν λόγω οδηγίας. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή κακώς αρνήθηκε την πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα, δεδομένου ότι η δημοσιοποίησή τους δεν θα έθιγε κανένα από τα συμφέροντα που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού και δεδομένου ότι ο κανονισμός δεν προέβλεπε το άρθρο 4 παράγραφος 4 σημείο 10) ως μέσο με το οποίο τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να εμποδίσουν την πρόσβαση σε έγγραφα η δημοσιοποίηση των οποίων δεν έθιγε τα συμφέροντα που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού.

1.2 Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν ήταν σε θέση να δημοσιοποιήσει τα σχετικά έγγραφα δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 5 του κανονισμού, δεδομένου ότι οι ιρλανδικές αρχές της είχαν ζητήσει να μην δημοσιοποιήσει τα έγγραφα αυτά. Κατά την άποψή της, το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001 θεσπίζει ειδικό κανόνα στο πλαίσιο των κοινοτικών κανόνων διαφάνειας για μια συγκεκριμένη ομάδα «τρίτων μερών», δηλαδή τα κράτη μέλη. Η υπαγωγή του άρθρου 4 παράγραφος 5 στο άρθρο 4 παράγραφος 4 θα στερούσε από τη διάταξη αυτή κάθε ουσιαστικό νόημα. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν ήταν αυτή η πρόθεση του νομοθέτη. Προσθέτει ότι, αν τα θεσμικά όργανα είχαν τη δυνατότητα να παρακάμψουν το αίτημα κράτους μέλους περί μη δημοσιοποιήσεως ενός εγγράφου, δεν θα χρειαζόταν ειδική διάταξη για τα έγγραφα που προέρχονται από τα κράτη μέλη και το άρθρο 4, παράγραφος 5, δεν θα είχε νόημα.

1.3 Όπως έκρινε πρόσφατα το Πρωτοδικείο (11), από το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001 προκύπτει «ότι, μεταξύ τρίτων, τα κράτη μέλη υπόκεινται σε ειδική μεταχείριση. Η διάταξη αυτή παρέχει στο κράτος μέλος την εξουσία να ζητήσει από το θεσμικό όργανο να μη δημοσιοποιήσει έγγραφα προερχόμενα από το εν λόγω κράτος χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεσή του.»(12) Το δικαστήριο επισήμανε επίσης «ότι η εξουσία που παρέχεται στα κράτη μέλη να ζητούν τη μη δημοσιοποίηση των εγγράφων τους σε τρίτους χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεσή τους αποτελεί μία από τις εξαιρέσεις από το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001.»(13) Λαμβανομένης υπόψη της απόφασης αυτής, τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 4 παράγραφος 5 και τη σχέση του με το άρθρο 4 παράγραφος 4 δεν φαίνεται να είναι βιώσιμα.

1.4 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι η απόφαση της Επιτροπής να αρνηθεί την πρόσβαση ήταν εσφαλμένη.

1.5 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

2 Επί της προβαλλομένης μη τηρήσεως των διαδικαστικών κανόνων της αποφάσεως 2001/937

2.1 Ο καταγγέλλων προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν τήρησε τους διαδικαστικούς κανόνες της αποφάσεως 2001/937/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ, της 5ης Δεκεμβρίου 2001, για την τροποποίηση του εσωτερικού κανονισμού της (14), διαβουλευόμενη με τον τρίτο συντάκτη (δηλαδή με τις αρχές του οικείου κράτους μέλους), χωρίς να έχει προβεί στην εξέταση που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, των λεπτομερών κανόνων που θεσπίστηκαν με την απόφαση 2001/937.

2.2 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, κατά την εξέταση αιτήσεως προσβάσεως σε έγγραφο προερχόμενο από τρίτον, αναλύει το ζητούμενο έγγραφο προκειμένου να εκτιμήσει αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις. Εάν η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η γνωστοποίηση θα ήταν επιζήμια, αρνείται την πρόσβαση χωρίς διαβούλευση με τον συντάκτη. Κατά την Επιτροπή, εν προκειμένω, η ανάλυσή της δεν κατέληξε σε άρνηση προσβάσεως. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνώμη των ιρλανδικών αρχών. Η Επιτροπή θεωρεί ότι ήταν υποχρεωμένη να διαβουλευθεί με τις ενδιαφερόμενες εθνικές αρχές, ιδίως όσον αφορά τα έγγραφα που διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού 1049/2001.

2.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η απόφαση 2001/937 της Επιτροπής θεσπίζει λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του κανονισμού 1049/2001 από την Επιτροπή (στο εξής: λεπτομερείς κανόνες). Οι κανόνες αυτοί καθορίζονται σε παράρτημα που προστίθεται στον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής. Σύμφωνα με το άρθρο 5 («Διαβουλεύσεις») των λεπτομερών κανόνων, η διαδικασία που πρέπει να ακολουθεί η Επιτροπή όσον αφορά τις αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα τρίτων έχει ως εξής: (1) Η Επιτροπή ελέγχει κατά πόσον εφαρμόζεται μία από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 (άρθρο 5 παράγραφος 1 των λεπτομερών κανόνων)· 2) στην περίπτωση αυτή, η πρόσβαση απορρίπτεται χωρίς διαβούλευση με τον τρίτο συντάκτη του εγγράφου (άρθρο 5 παράγραφος 2 των λεπτομερών κανόνων)· 3) εάν το έγγραφο έχει ήδη δημοσιοποιηθεί ή εάν η δημοσιοποίησή του δεν θα έθιγε προφανώς ένα από τα συμφέροντα που ορίζονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001, η πρόσβαση παρέχεται χωρίς διαβούλευση με τον τρίτο συντάκτη του εγγράφου (άρθρο 5 παράγραφος 3 των λεπτομερών κανόνων)· (4) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ζητείται η γνώμη του τρίτου δημιουργού (άρθρο 5 παράγραφος 4 των λεπτομερών κανόνων).

2.4 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι τόσο η διατύπωση όσο και η δομή αυτών των διατάξεων υποδηλώνουν ότι η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει τη δυνατότητα δημοσιοποίησης του εγγράφου πριν ζητήσει τη γνώμη του τρίτου συντάκτη. Ειδικότερα, η Επιτροπή πρέπει να ελέγξει αν το έγγραφο μπορεί να δημοσιοποιηθεί επειδή η δημοσιοποίησή του δεν θα έθιγε προφανώς ένα από τα συμφέροντα που ορίζονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 (άρθρο 5 παράγραφος 3 των λεπτομερών κανόνων). Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι συμμορφώθηκε με την υποχρέωση αυτή (15). Αντιθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ήταν υποχρεωμένη να διαβουλευθεί με τις ιρλανδικές αρχές, ιδίως δεδομένου ότι τα σχετικά έγγραφα είχαν υποβληθεί πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1049/2001. Στην απάντησή της στο αίτημα της Διαμεσολαβήτριας για περαιτέρω πληροφορίες, η Επιτροπή παραδέχεται επίσης ότι διαβουλεύεται συστηματικά με τα κράτη μέλη όταν ζητείται πρόσβαση σε τέτοια έγγραφα.

2.5 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι μια τέτοια υποχρέωση διαβούλευσης με τα κράτη μέλη στην περίπτωση αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1049/2001 προβλέπεται πράγματι στο άρθρο 5 παράγραφος 4 δεύτερη πρόταση των λεπτομερών κανόνων. Ωστόσο, σύμφωνα με τη διατύπωση και τη ρύθμιση της σχετικής διάταξης, η υποχρέωση αυτή υφίσταται μόνο σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, δηλαδή σε εκείνες στις οποίες η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να αρνηθεί ή να χορηγήσει η ίδια πρόσβαση βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 2 και του άρθρου 5 παράγραφος 3 των λεπτομερών κανόνων. Σύμφωνα με τους κανόνες που ενέκρινε η ίδια, η Επιτροπή θα πρέπει επομένως να ελέγξει αν το έγγραφο μπορεί να δημοσιοποιηθεί, διότι η δημοσιοποίησή του δεν θα έθιγε προφανώς ένα από τα συμφέροντα που ορίζονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 (άρθρο 5 παράγραφος 3 των λεπτομερών κανόνων).

2.6 Επομένως, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τους διαδικαστικούς κανόνες που η ίδια είχε θεσπίσει με την απόφαση 2001/937.

2.7 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η ουσία του θέματος. Όπως προαναφέρθηκε (βλ. σημείο 1.3), το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001 επιτρέπει στα κράτη μέλη να ζητούν από τα κοινοτικά θεσμικά όργανα να μην δημοσιοποιούν τα έγγραφα που υποβάλλουν στα εν λόγω θεσμικά όργανα. Για να είναι χρήσιμη η άσκηση του δικαιώματος αυτού, τα κράτη μέλη πρέπει να είχαν την ευκαιρία να εξετάσουν το ζήτημα της άρνησης πρόσβασης σε έγγραφα που προέρχονται από αυτά. Δεδομένου ότι η δυνατότητα των πολιτών να αποκτήσουν πρόσβαση σε έγγραφα που προέρχονται από τα κράτη μέλη δυνάμει του κοινοτικού δικαίου δημιουργήθηκε μόνο με τον κανονισμό 1049/2001, κρίνεται σκόπιμο και δίκαιο να ζητείται η γνώμη των κρατών μελών σε κάθε περίπτωση κατά την οποία ζητείται πρόσβαση σε έγγραφο που υποβλήθηκε στα κοινοτικά θεσμικά όργανα πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού στις 3 Δεκεμβρίου 2001.

2.8 Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η προαναφερθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου. Στην υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, ο προσφεύγων είχε ζητήσει πρόσβαση σε έγγραφα τα οποία ένα κράτος μέλος (Ιταλία) είχε υποβάλει στην Επιτροπή πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1049/2001. Η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα αυτό. Αφού η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή ρώτησε τις αρχές του οικείου κράτους μέλους αν θα συμφωνούσαν με τη δημοσιοποίηση των εγγράφων. Στην απάντησή τους, οι αρχές του κράτους μέλους ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι συμφωνούν με την άρνηση παροχής πρόσβασης. Στην απόφασή του, το Δικαστήριο έκρινε τα εξής: «Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι η διαβούλευση με τις ιταλικές αρχές ήταν προδήλως αναγκαία, δεδομένου ότι η αίτηση προσβάσεως της προσφεύγουσας κάλυπτε έγγραφα που είχαν διαβιβαστεί στο θεσμικό όργανο πριν από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 1049/2001»(16).

2.9 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή, μολονότι δεν συμμορφώθηκε με τους δικούς της διαδικαστικούς κανόνες, ενήργησε ορθά όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης. Πράγματι, θα μπορούσε κάλλιστα να υποστηριχθεί ότι, αν η Επιτροπή είχε τηρήσει τους δικούς της διαδικαστικούς κανόνες, θα είχε διαπράξει κακοδιοίκηση. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν θα ήταν σκόπιμο να διαπιστωθεί, στην υπό κρίση υπόθεση, ότι η μη συμμόρφωση της Επιτροπής με τους δικούς της διαδικαστικούς κανόνες συνιστά κακοδιοίκηση (17). Προκειμένου να συμβάλει στην πρόληψη παρόμοιων καταστάσεων στο μέλλον, ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει περαιτέρω παρατήρηση κατωτέρω.

2.10 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

3 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή, φαίνεται ότι οι διαδικαστικοί κανόνες που ενέκρινε η Επιτροπή με την απόφασή της 2001/937/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ, της 5ης Δεκεμβρίου 2001, για την τροποποίηση του εσωτερικού κανονισμού της, και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 4, δεν έχουν συνταχθεί με την απαιτούμενη ακρίβεια ώστε να αντικατοπτρίζουν τις ουσιαστικές διατάξεις που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα θεωρούσε χρήσιμο να επανεξετάσει η Επιτροπή τις εν λόγω διατάξεις. Οι αντίστοιχοι κανόνες που ενέκρινε το Συμβούλιο με την απόφασή του της 29ης Νοεμβρίου 2001 για την τροποποίηση του εσωτερικού κανονισμού του Συμβουλίου (18) (και ιδίως το άρθρο 2 παράγραφος 1 του παραρτήματος ΙΙΙ που προστίθεται στον εσωτερικό κανονισμό του Συμβουλίου με την παρούσα απόφαση) μπορούν να χρησιμεύσουν ως χρήσιμη καθοδήγηση στο πλαίσιο αυτό.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49.

(2) ΕΕ 2001 αριθ. L 145, σ. 43.

(3) Η έκφραση που χρησιμοποίησε η Επιτροπή δεν φαίνεται να είναι απολύτως ορθή. Αυτό που πιθανώς εννοούσε η Επιτροπή ήταν ότι τα έγγραφα είχαν υποβληθεί πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1049/2001 (βλ. άρθρο 5 παράγραφος 4 στοιχείο α) των «λεπτομερών κανόνων» που θεσπίστηκαν με την απόφαση 2001/937).

(4) ΕΕ 2001 αριθ. L 345, σ. 94.

(5) Ο καταγγέλλων εννοούσε πιθανώς το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001.

(6) «Οι αρχές των κρατών μελών υποχρεούνται να παρέχουν στο Διαμεσολαβητή, όποτε το ζητήσει, μέσω των Μόνιμων Αντιπροσωπειών των κρατών μελών στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, κάθε πληροφορία που μπορεί να συμβάλει στην αποσαφήνιση περιπτώσεων κακοδιοίκησης εκ μέρους κοινοτικών οργάνων ή οργανισμών, εκτός εάν οι πληροφορίες αυτές καλύπτονται από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις περί απορρήτου ή από διατάξεις που εμποδίζουν την κοινοποίησή τους. Ωστόσο, στην τελευταία αυτή περίπτωση, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να επιτρέψει στον Διαμεσολαβητή να λάβει τις πληροφορίες αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην τις αποκαλύψει.»

(7) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).

(8) ΕΕ 2001 αριθ. L 145, σ. 43.

(9) ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49.

(10) Ο καταγγέλλων εννοούσε πιθανώς το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001.

(11) Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2003 στην υπόθεση T-76/02, Messina κατά Επιτροπής.

(12) Όπ.π., σκέψη 40.

(13) Όπ.π., σκέψη 55.

(14) ΕΕ 2001 αριθ. L 345, σ. 94.

(15) Το μόνο που αναφέρει η Επιτροπή στο πλαίσιο αυτό είναι ότι έλεγξε αν έπρεπε να αρνηθεί την πρόσβαση βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 2 των λεπτομερών κανόνων και ότι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτό δεν συνέβαινε.

(16) Όπ.π., σκέψη 42. Όσον αφορά την αναφορά στην έναρξη ισχύος του κανονισμού, βλ. υποσημείωση 3 ανωτέρω.

(17) Δεν είναι άσκοπο να σημειωθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όταν από το σκεπτικό αποφάσεως του Πρωτοδικείου προκύπτει παράβαση του κοινοτικού δικαίου, αλλά το διατακτικό της αποφάσεως είναι βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορρίπτεται (βλ., π.χ., αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1992, C-30/91 P, Lestelle κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-3755, σκέψη 28, και της 14ης Ιουλίου 1994, C-320/92 P, Finsider κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. Ι-5697, σκέψη 37).

(18) ΕΕ L 313, σ. 40.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!