FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1128/2001/IJH κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 9 Δεκεμβρίου 2002

Αξιότιμε κ. H.,

Στις 21 Ιουλίου 2001, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την απόρριψη της επιβεβαιωτικής αίτησής σας για πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα που αφορούν τις σχέσεις της Επιτροπής με τον Διατλαντικό Επιχειρηματικό Διάλογο (TABD). Καταγγέλλετε εξ ονόματος της Corporate Observatory Europe, μιας ΜΚΟ με έδρα τις Κάτω Χώρες.

Ο Διαμεσολαβητής έλαβε την καταγγελία στις 2 Αυγούστου 2001. Στις 3 Αυγούστου 2001, αποστείλατε συμπληρωματικές πληροφορίες με τηλεομοιοτυπία. Στις 4 Σεπτεμβρίου 2001, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Στις 21 Νοεμβρίου 2001, η Επιτροπή διατύπωσε τη γνώμη της. Στις 4 Δεκεμβρίου 2001, σας διαβίβασα τη γνωμοδότηση με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 19 Δεκεμβρίου 2001.

Στις 27 Φεβρουαρίου 2002, ζήτησα συμπληρωματικές πληροφορίες από την Επιτροπή, με προθεσμία απάντησης την 30ή Απριλίου 2002. Η προθεσμία αυτή ήταν μεγαλύτερη από την κανονική, προκειμένου να μπορέσει η Επιτροπή να λάβει υπόψη το νέο νομικό πλαίσιο που διέπει την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της Επιτροπής. Η Επιτροπή απάντησε στο αίτημα αυτό στις 23 Απριλίου 2002. Στις 3 Μαΐου 2002, σας διαβίβασα τη γνωμοδότηση με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 14 Ιουνίου 2002.

Στις 27 Ιουνίου 2002, απηύθυνα σχέδιο σύστασης στην Επιτροπή και την ίδια ημέρα σας ενημέρωσα για την ενέργεια αυτή με επιστολή. Στις 16 Οκτωβρίου 2002, η Επιτροπή διαβίβασε την εμπεριστατωμένη γνώμη της επί του σχεδίου συστάσεως. Σας διαβίβασα την εμπεριστατωμένη γνώμη με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 28 Νοεμβρίου 2002.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2001, ο H. κατήγγειλε την Επιτροπή εξ ονόματος της Corporate Observatory Europe, μιας μη κυβερνητικής οργανώσεως με έδρα τις Κάτω Χώρες. Η καταγγελία στρέφεται κατά της άρνησης της Επιτροπής να παράσχει πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα σχετικά με τις σχέσεις της Επιτροπής με τον Διατλαντικό Επιχειρηματικό Διάλογο (TABD). Ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση στα έγγραφα βάσει της απόφασης 94/90 της Επιτροπής.

Τα εν λόγω έγγραφα αποτελούν ενημερωτικά σημειώματα των αντιπροσωπειών της Επιτροπής στην ενδιάμεση συνεδρίαση της TABD που πραγματοποιήθηκε στην Ουάσιγκτον στις 10 Μαΐου 1999 και στη διάσκεψη της TABD που πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο στις 28-29 Οκτωβρίου 1999.

Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν έδωσε επαρκή βαρύτητα στο δημόσιο συμφέρον για κοινοποίηση. Προς επίρρωση του ισχυρισμού, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η ΟΤΑ και ιδίως η ετήσια διάσκεψή της είναι ένα φόρουμ στο οποίο προτείνονται και συζητούνται πολιτικές της ΕΕ που αργότερα θα έχουν εκτεταμένο αντίκτυπο σε όλους τους ευρωπαίους πολίτες. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή δεν θα πρέπει να τηρεί απόρρητα τα βασικά έγγραφα που σχετίζονται με τη συμμετοχή της στο φόρουμ. Οι προτάσεις της κυβέρνησης των ΗΠΑ και του ιδιωτικού τομέα και οι απαντήσεις της Επιτροπής αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της Επιτροπής. Οι προτάσεις αυτές συζητούνται εκτενώς με εκπροσώπους του επιχειρηματικού τομέα και, ως εκ τούτου, δεν είναι θεμιτό να μην γίνονται δεκτές από μέλη της κοινωνίας των πολιτών.

Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι έχει πρόσβαση στα έγγραφα και αναφέρει επίσης ότι η νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων απαιτεί από τα θεσμικά όργανα να παρέχουν μερική πρόσβαση όταν ένα έγγραφο περιέχει τόσο εμπιστευτικές όσο και μη εμπιστευτικές πληροφορίες.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την καταγγελία στην Επιτροπή για γνωμοδότηση. Η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε η γνώμη της Επιτροπής να λαμβάνει υπόψη το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τις σχετικές συνεδριάσεις της ΟΤΑ.

Η γνώμη της Επιτροπής

Συνοπτικά, η γνώμη της Επιτροπής είχε ως εξής.

Οι εν λόγω ενημερώσεις αποτελούνται από δύο βιβλιάρια που περιέχουν ορισμένα στοιχεία, όπως καθοδηγητικά σημειώματα, προτεινόμενα σημεία ομιλίας, προτεινόμενα σχέδια ανακοινώσεων, ενημερωτικά σημειώματα για παράλληλες συναντήσεις με υπουργούς της κυβέρνησης των ΗΠΑ, καθώς και συστάσεις της ΟΤΑ προς την Επιτροπή και τις παρατηρήσεις και απαντήσεις των υπηρεσιών της Επιτροπής στις εν λόγω συστάσεις.

Η Επιτροπή έδωσε στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στις παρατηρήσεις και τις απαντήσεις της Επιτροπής στις συστάσεις της ΟΤΑ. Ωστόσο, τα καθοδηγητικά σημειώματα, οι ενημερώσεις για συναντήσεις με εκπροσώπους της κυβέρνησης των ΗΠΑ, άλλα σχόλια του προσωπικού της Επιτροπής και οι συστάσεις προς τον Επίτροπο καλύπτονται από την εξαίρεση για την προστασία του εμπιστευτικού χαρακτήρα των διαδικασιών της Επιτροπής.

Αφού στάθμισε το συμφέρον του καταγγέλλοντος να λάβει τα έγγραφα αυτά σε σχέση με το συμφέρον της Επιτροπής να διαφυλάξει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των διαδικασιών της, θεωρήθηκε ότι οι τελευταίες υπερτερούσαν των πρώτων. Ανάλογα με το γενικό πλαίσιο των συζητήσεων και την κατάλληλη πολιτική διακριτική ευχέρεια, η θέση που λαμβάνει ο Επίτροπος ενδέχεται να μην αντιστοιχεί πάντα πλήρως στις συμβουλές και τα προτεινόμενα σημεία ομιλίας. Ως εκ τούτου, η παροχή πρόσβασης στα εν λόγω έγγραφα θα ήταν ακατάλληλη και παραπλανητική για το κοινό. Επιπλέον, η αποκάλυψη θα έθετε σε κίνδυνο ή θα περιέπλεκε τις σχέσεις με τις ΗΠΑ.

Το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι τα βασικά έγγραφα που σχετίζονται με τη συμμετοχή της Επιτροπής στην ΟΤΑ παραμένουν απόρρητα είναι εσφαλμένο. Πράγματι, δόθηκε στον καταγγέλλοντα πρόσβαση σε όλες τις συστάσεις της ΟΤΑ προς την Επιτροπή, καθώς και σε όλες τις γνώμες και τις απαντήσεις της Επιτροπής στις εν λόγω συστάσεις.

Οι προτάσεις της κυβέρνησης των ΗΠΑ δεν υποβάλλονται γραπτώς και η Επιτροπή δεν διαθέτει έγγραφα σχετικά με τις προτάσεις αυτές.

Τα έγγραφα απάντησης της Επιτροπής στις συστάσεις της ΟΤΑ, στα οποία έχει πρόσβαση ο καταγγέλλων, καλύπτουν τα θέματα που συζητήθηκαν μεταξύ της Επιτροπής και του επιχειρηματικού τομέα. Δεδομένου ότι τα έγγραφα αυτά αποτελούσαν μέρος των ενημερώσεων, δόθηκε στην καταγγέλλουσα, στην πραγματικότητα, μερική πρόσβαση.

Το γεγονός ότι έχουν παρέλθει δύο έτη δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να δημοσιοποιήσει τα έγγραφα, δεδομένου ότι τα ζητήματα και οι γνώμες που περιέχονται σε αυτά εξακολουθούν να ισχύουν.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Συνοπτικά, οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος περιελάμβαναν τα ακόλουθα σημεία.

Ο καταγγέλλων δεν ζητεί πρόσβαση σε προτάσεις της κυβέρνησης των ΗΠΑ, αλλά σε όλα τα έγγραφα που αντικατοπτρίζουν τις αντιδράσεις της Επιτροπής στις συστάσεις της ΟΤΑ.

Η γνώμη της Επιτροπής συνεπάγεται ότι οι ενημερώσεις που προετοιμάστηκαν για τη συνάντηση του Βερολίνου έχουν διαφορετικό περιεχόμενο από τις επίσημες γραπτές απαντήσεις της Επιτροπής στην TABD, αντίγραφα των οποίων εστάλησαν στον καταγγέλλοντα. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το επιχείρημα ότι η δημοσίευση των επίσημων απαντήσεων έδωσε στην καταγγέλλουσα μερική πρόσβαση.

Οι ενημερώσεις είναι απαραίτητες για την κατανόηση της σχέσης της Επιτροπής με την ΟΤΑ και του ρόλου αυτού του οργάνου στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΚ. Προετοιμάστηκαν για παρουσίαση σε διάσκεψη του ιδιωτικού τομέα και θα πρέπει να διατεθούν και σε άλλα μέρη της κοινωνίας των πολιτών.

Το επιχείρημα της Επιτροπής ότι τα έγγραφα δεν αποτελούν κατ' ανάγκη την τελική θέση της Επιτροπής είναι αλυσιτελές. Οι ενημερώσεις αποτελούν το υπόβαθρο των αποφάσεων της Επιτροπής που επηρεάζουν όλους τους πολίτες. Ο χαρακτηρισμός της δημοσιοποίησης αυτών των εγγράφων ως ακατάλληλης ή παραπλανητικής για το κοινό είναι απλώς πατροναριστικός.

Περαιτέρω έρευνες

Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της Επιτροπής και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να απαντήσει στις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος.

Η δεύτερη γνώμη της Επιτροπής

Η δεύτερη γνώμη της Επιτροπής περιελάμβανε, συνοπτικά, τα ακόλουθα σημεία.

Η Επιτροπή δημοσιοποίησε όλα τα έγγραφα που ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα, εκτός από καθοδηγητικά σημειώματα, συμβουλές, γνώμες και άλλα σχόλια από μέλη του προσωπικού της Επιτροπής.

Τα έγγραφα στα οποία δεν επετράπη η πρόσβαση περιέχουν μόνο γνώμες και συστάσεις από μέλη του προσωπικού, τα οποία δεν θα αισθάνονταν ελεύθερα να προβούν σε προσωπικές εκτιμήσεις για θέματα πολιτικής εάν οι απόψεις τους δημοσιοποιούνταν. Μια τέτοια κατάσταση θα υπονόμευε σοβαρά την ικανότητα λήψης αποφάσεων της Επιτροπής. Επιπλέον, τα έγγραφα αυτά δεν αποσαφηνίζουν περαιτέρω τις θέσεις που έλαβε η Επιτροπή όσον αφορά τις προτάσεις ΟΤΑ. Δεν υπάρχει πραγματικό δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση και υπερισχύει το συμφέρον της διατήρησης των εν λόγω εγγράφων στο εσωτερικό.

Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τα γεγονότα για τα οποία προετοιμάστηκαν οι ενημερώσεις δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να δημοσιοποιήσει τα έγγραφα, καθώς οι γνώμες και οι συστάσεις που περιέχονται σε αυτά θα μπορούσαν να εξακολουθήσουν να ισχύουν σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις.

Εάν τα έγγραφα δημοσιοποιηθούν, οι προσωπικές απόψεις των μελών του προσωπικού θα μπορούσαν εσφαλμένα να θεωρηθούν ότι αντικατοπτρίζουν τις απόψεις της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, η δημοσιοποίηση των εγγράφων θα έβλαπτε τις σχέσεις με τις ΗΠΑ. Η πρόσβαση του κοινού πρέπει να απαγορεύεται όταν η δημοσιοποίηση του σχετικού εγγράφου θα έθιγε την προστασία των διεθνών σχέσεων.

Τα έγγραφα στα οποία δεν επετράπη η πρόσβαση στον καταγγέλλοντα δεν κοινοποιήθηκαν σε εκπροσώπους του επιχειρηματικού τομέα. Προορίζονται αποκλειστικά για εσωτερική χρήση στην Επιτροπή και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει λόγος να ζητηθεί η διάθεσή τους σε άλλα μέρη της κοινωνίας των πολιτών.

Δεν υπάρχει απόρρητο όσον αφορά τις επιχειρηματικές συστάσεις και τη θέση της Επιτροπής σχετικά με τις εν λόγω συστάσεις. Ο καταγγέλλων έχει πρόσβαση στις προτάσεις της TABD προς τις κυβερνήσεις, οι οποίες είναι δημόσια διαθέσιμες στο διαδίκτυο, και οι απαντήσεις της Επιτροπής έχουν γνωστοποιηθεί στον καταγγέλλοντα.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Συνοπτικά, οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος είχαν ως εξής.

Τα ενημερωτικά σημειώματα είναι ο μόνος τρόπος για να αποσαφηνιστεί αποτελεσματικά η φύση της σχέσης μεταξύ της Επιτροπής και της ΟΤΑ. Εάν αποκαλύψουν ότι η οδηγία TABD ασκεί αδικαιολόγητη εξουσία επί της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, είναι σημαντικό να τεθούν στη διάθεση του κοινού.

Τα ενημερωτικά σημειώματα δεν αποτελούν απλώς προσωπικές απόψεις του προσωπικού της Επιτροπής. Ο καταγγέλλων έχει λάβει στο παρελθόν ενημερωτικά σημειώματα της Επιτροπής από την πολυμερή συμφωνία για τις επενδυτικές διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ. Αυτές περιέχουν επίσημες θέσεις της Επιτροπής και ρίχνουν πολύ περισσότερο φως στον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας από ό,τι τα έγγραφα που είναι διαθέσιμα στο ευρύ κοινό.

Προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η Επιτροπή φαίνεται να θεωρεί τις διασκέψεις της ΟΤΑ ως διαπραγματεύσεις, δεδομένου ότι διοργανώνονται από ομάδα συμφερόντων του ιδιωτικού τομέα και δεν διαδραματίζουν κανέναν ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΕ βάσει των Συνθηκών. Αυτό καθιστά πιο επείγουσα την ανάγκη για διαφάνεια και ενισχύει το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα.

Τα ενημερωτικά σημειώματα είναι απαραίτητα έγγραφα για την κατανόηση της διαδικασίας χάραξης πολιτικής. Η άποψη της Επιτροπής ότι δεν υπάρχει πραγματικό δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίησή τους δείχνει έλλειψη κατανόησης του δημοκρατικού χάσματος που αισθάνονται τόσο έντονα οι πολίτες της ΕΕ.

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΣΤΑΣΗΣ

Με απόφαση της 27ης Ιουνίου 2002, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε σχέδιο σύστασης στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή. Η βάση του σχεδίου σύστασης ήταν η ακόλουθη:

1 Το νομικό πλαίσιο

1.1 Η καταγγελία αμφισβητεί την άρνηση της Επιτροπής να επιτρέψει την πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα. Η αίτηση πρόσβασης υποβλήθηκε τον Δεκέμβριο του 1999 και η επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος απορρίφθηκε τον Μάιο του 2000. Ως εκ τούτου, η εξέταση από τον Διαμεσολαβητή του κατά πόσον η άρνηση πρόσβασης της Επιτροπής συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης θα βασιστεί στην απόφαση 94/90 (1), η οποία ήταν το ισχύον τότε νομικό πλαίσιο.

1.2 Από τις 3 Δεκεμβρίου 2001, η πρόσβαση στα έγγραφα της Επιτροπής διέπεται από τον κανονισμό 1049/2001 (2) και από τους λεπτομερείς κανόνες που επισυνάπτονται στον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής με την απόφασή της της 5ης Δεκεμβρίου 2001 (3), με την οποία καταργήθηκε η απόφαση 94/90 της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η επανεξέταση της αίτησης του καταγγέλλοντος από την Επιτροπή πρέπει να βασίζεται στον κανονισμό 1049/2001.

2 Τα επιχειρήματα που προέβαλαν ο καταγγέλλων και η Επιτροπή

2.1 Ο καταγγέλλων αμφισβητεί την άρνηση της Επιτροπής να παράσχει πρόσβαση σε όλα τα ενημερωτικά σημειώματα των αντιπροσωπειών της Επιτροπής στην ενδιάμεση συνάντηση του Διατλαντικού Επιχειρηματικού Διαλόγου (TABD) που πραγματοποιήθηκε στην Ουάσιγκτον στις 10 Μαΐου 1999 και στη διάσκεψη TABD που πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο στις 28-29 Οκτωβρίου 1999.

2.2 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η άρνηση της Επιτροπής δεν δίνει επαρκή βαρύτητα στο δημόσιο συμφέρον για γνωστοποίηση. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η ΟΤΑΑ, και ιδίως η ετήσια διάσκεψή της, είναι ένα φόρουμ στο οποίο προτείνονται και συζητούνται πολιτικές της ΕΕ που αργότερα θα έχουν εκτεταμένο αντίκτυπο σε όλους τους ευρωπαίους πολίτες. Τα ενημερωτικά σημειώματα είναι απαραίτητα για την κατανόηση της σχέσης της Επιτροπής με την ΟΤΑ και του ρόλου αυτού του οργάνου στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΕ. Τα σημειώματα προετοιμάστηκαν για παρουσίαση σε διάσκεψη του ιδιωτικού τομέα και θα πρέπει επίσης να τεθούν στη διάθεση και άλλων τμημάτων της κοινωνίας των πολιτών.

Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι έχει πρόσβαση στα έγγραφα και αναφέρει ότι η νομολογία απαιτεί από τα θεσμικά όργανα να χορηγούν μερική πρόσβαση όταν ένα έγγραφο περιέχει τόσο εμπιστευτικές όσο και μη εμπιστευτικές πληροφορίες.

2.4 Σύμφωνα με την Επιτροπή, τα εν λόγω έγγραφα αποτελούνται από δύο βιβλιάρια που περιέχουν καθοδηγητικά σημειώματα, προτεινόμενα σημεία ομιλίας, προτεινόμενα σχέδια ανακοινώσεων, ενημερωτικά σημειώματα για παράλληλες συναντήσεις με υπουργούς της κυβέρνησης των ΗΠΑ, καθώς και συστάσεις της ΟΤΑ προς την Επιτροπή και τις παρατηρήσεις και απαντήσεις των υπηρεσιών της Επιτροπής στις εν λόγω συστάσεις. Η Επιτροπή δημοσιοποίησε όλα τα ζητηθέντα έγγραφα, εκτός από τα καθοδηγητικά σημειώματα, τις συμβουλές, τις γνώμες και άλλες παρατηρήσεις των μελών του προσωπικού της Επιτροπής.

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα έγγραφα στα οποία δεν επετράπη η πρόσβαση περιέχουν μόνον γνώμες και συστάσεις μελών του προσωπικού, τα οποία δεν θα αισθάνονταν ελεύθερα να διατυπώσουν προσωπικές εκτιμήσεις επί ζητημάτων πολιτικής σε περίπτωση δημοσιοποιήσεως των απόψεών τους. Αυτό θα υπονόμευε σοβαρά την ικανότητα λήψης αποφάσεων της Επιτροπής. Επιπλέον, τα έγγραφα αυτά δεν αποσαφηνίζουν περαιτέρω τις θέσεις που έλαβε η Επιτροπή όσον αφορά τις προτάσεις ΟΤΑ. Δεν υπάρχει πραγματικό δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση και υπερισχύει το συμφέρον για τη διατήρηση των εν λόγω εγγράφων στο εσωτερικό.

Επιπλέον, εάν τα έγγραφα δημοσιοποιηθούν, οι προσωπικές απόψεις των μελών του προσωπικού θα μπορούσαν εσφαλμένα να θεωρηθούν ότι αντικατοπτρίζουν τις απόψεις της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, η δημοσιοποίηση των εγγράφων θα έβλαπτε τις σχέσεις με τις ΗΠΑ. Η πρόσβαση του κοινού πρέπει να απαγορεύεται όταν η δημοσιοποίηση του σχετικού εγγράφου θα έθιγε την προστασία των διεθνών σχέσεων.

Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι οι προτάσεις της TABD προς τις κυβερνήσεις είναι διαθέσιμες στο κοινό μέσω του διαδικτύου και οι απαντήσεις της Επιτροπής έχουν γνωστοποιηθεί στον καταγγέλλοντα. Τα έγγραφα στα οποία δεν επετράπη η πρόσβαση στον καταγγέλλοντα δεν κοινοποιήθηκαν ούτε στους εκπροσώπους του επιχειρηματικού τομέα. Προορίζονται αποκλειστικά για εσωτερική χρήση στην Επιτροπή και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει λόγος να ζητηθεί η διάθεσή τους σε άλλα μέρη της κοινωνίας των πολιτών.

Όσον αφορά τη μερική πρόσβαση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα έγγραφα απάντησης της Επιτροπής στις συστάσεις του TABD καλύπτουν τα θέματα που συζητήθηκαν μεταξύ της Επιτροπής και του επιχειρηματικού τομέα, στα οποία έχει πρόσβαση ο καταγγέλλων. Δεδομένου ότι τα έγγραφα αυτά αποτελούσαν μέρος των ενημερώσεων, δόθηκε στην καταγγέλλουσα, στην πραγματικότητα, μερική πρόσβαση.

Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τα γεγονότα για τα οποία προετοιμάστηκαν οι ενημερώσεις δεν της παρέχει τη δυνατότητα να δημοσιοποιήσει τα έγγραφα, δεδομένου ότι οι γνώμες και οι συστάσεις που περιέχονται σε αυτά θα μπορούσαν να εξακολουθήσουν να ισχύουν στις μελλοντικές διαπραγματεύσεις.

2.5 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι τα ενημερωτικά σημειώματα δεν αποτελούν απλώς προσωπικές απόψεις των υπαλλήλων της Επιτροπής. Άλλες ενημερώσεις αυτού του είδους περιέχουν επίσημες θέσεις της Επιτροπής και αποσαφηνίζουν περισσότερο τον τρόπο διεξαγωγής της σχετικής διαδικασίας απ’ ό,τι τα έγγραφα που είναι διαθέσιμα στο ευρύ κοινό.

Ο καταγγέλλων εξέφρασε την έκπληξή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή φαίνεται να θεωρεί τις διασκέψεις της ΟΤΑ ως διαπραγματεύσεις, δεδομένου ότι διοργανώνονται από ομάδα συμφερόντων του ιδιωτικού τομέα και δεν διαδραματίζουν κανέναν ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΕ βάσει των Συνθηκών. Αυτό καθιστά πιο επείγουσα την ανάγκη για διαφάνεια και ενισχύει το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα.

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η άποψη της Επιτροπής ότι δεν υπάρχει πραγματικό δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των ενημερωτικών σημειωμάτων δείχνει έλλειψη κατανόησης του δημοκρατικού χάσματος που αισθάνονται τόσο έντονα οι πολίτες της ΕΕ.

3 Πορίσματα του Διαμεσολαβητή

3.1 Η απόφαση 94/90 της Επιτροπής προβλέπει δύο κατηγορίες εξαιρέσεων από το δικαίωμα πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα της Επιτροπής. Η πρώτη κατηγορία είναι υποχρεωτική και αφορά την προστασία του δημόσιου συμφέροντος. Η Επιτροπή επικαλέστηκε την εξαίρεση αυτή υποστηρίζοντας ότι η δημοσιοποίηση των σχετικών εγγράφων θα έθιγε το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η γνωστοποίηση θα έβλαπτε τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, διότι οι προσωπικές απόψεις μελών του προσωπικού της Επιτροπής θα μπορούσαν εσφαλμένα να θεωρηθούν ότι αντικατοπτρίζουν τις απόψεις της Επιτροπής.

3.2 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι δεν είναι προφανής ο λόγος για τον οποίο οι αρχές των ΗΠΑ θα διέπρατταν ένα τέτοιο σφάλμα και η Επιτροπή δεν παρέχει στοιχεία που να αποδεικνύουν την πιθανότητα να το πράξουν.

3.3 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι ο λόγος που προβάλλει η Επιτροπή δεν αποδεικνύει ότι η Επιτροπή εξέτασε πράγματι αν, υπό το πρίσμα των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή της, η γνωστοποίηση είναι πράγματι ικανή να θίξει το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

3.4 Η Επιτροπή επικαλέστηκε επίσης τη δεύτερη κατηγορία εξαιρέσεων που προβλέπει η απόφαση 94/90, η οποία συνίσταται στην προστασία των συμφερόντων της όσον αφορά τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των διαδικασιών της. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, κατά την εφαρμογή της εξαίρεσης αυτής, το θεσμικό όργανο πρέπει να επιτυγχάνει πραγματική ισορροπία μεταξύ του συμφέροντος του πολίτη να αποκτήσει πρόσβαση στα έγγραφα και κάθε δικού του συμφέροντος να διατηρήσει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των διασκέψεών του.

3.5 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί βάσιμο το επιχείρημα της Επιτροπής ότι τα έγγραφα στα οποία δεν επετράπη η πρόσβαση περιέχουν γνώμες και συστάσεις μελών του προσωπικού, τα οποία δεν θα αισθάνονταν ελεύθερα να προβούν σε προσωπικές εκτιμήσεις για θέματα πολιτικής εάν οι απόψεις τους δημοσιοποιούνταν και ότι αυτό θα υπονόμευε σοβαρά την ικανότητα λήψης αποφάσεων της Επιτροπής.

3.6 Ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί, ωστόσο, ότι το επιχείρημα της Επιτροπής ότι δεν υπάρχει πραγματικό δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση μπορεί να γίνει δεκτό. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει καταρχάς ότι η αρχή της διαφάνειας αποσκοπεί στην εξασφάλιση σημαντικότερου ρόλου για τους πολίτες στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και στη διασφάλιση ότι η διοίκηση ενεργεί με μεγαλύτερη ευπρέπεια, αποτελεσματικότητα και ευθύνη έναντι των πολιτών σε ένα δημοκρατικό σύστημα (4). Επιπλέον, η ευρύτερη δυνατή πρόσβαση στα έγγραφα, την οποία επιδιώκει να εξασφαλίσει η απόφαση 94/90 της Επιτροπής, επιτρέπει στους πολίτες να ασκούν πραγματικό και αποτελεσματικό έλεγχο της άσκησης των αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί στα κοινοτικά όργανα (5).

3.7 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο της Επιτροπής, το TABD χρονολογείται από το 1995, όταν ο τότε υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ και οι επίτροποι BRITTAN και BANGEMANN διοργάνωσαν διάσκεψη για διευθύνοντες συμβούλους εταιρειών και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού στη Σεβίλλη. Ο ιστότοπος του TABD περιγράφει το TABD ως «μια άτυπη διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας ευρωπαϊκές και αμερικανικές εταιρείες και επιχειρηματικές ενώσεις αναπτύσσουν κοινές συστάσεις εμπορικής πολιτικής ΕΕ-ΗΠΑ, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την κυβέρνηση των ΗΠΑ».

3.8 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δικαιούται να επικαλεστεί δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση εγγράφων που αφορούν τη σχέση της Επιτροπής με την ΟΤΑ. Ούτε απόκειται στην Επιτροπή να αναφέρει ποια έγγραφα θα μπορούσαν ή δεν θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα για τους πολίτες κατά την παρακολούθηση της άσκησης των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής.

3.9 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι η Επιτροπή, εφαρμόζοντας την κατά διακριτική ευχέρεια εξαίρεση της αποφάσεως 94/90, δεν απέδειξε ότι πέτυχε πραγματική ισορροπία μεταξύ του συμφέροντος του πολίτη για πρόσβαση στα έγγραφα και του δικού της βάσιμου συμφέροντος για εμπιστευτικότητα. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

3.10 Όσον αφορά το ζήτημα της μερικής πρόσβασης, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο μερικής πρόσβασης σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 του κανονισμού 1049/2001 κατά την επανεξέταση της αίτησης του καταγγέλλοντος.

4 Συμπέρασμα

4.1 Για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το σκεπτικό της απόρριψης από την Επιτροπή της αίτησης του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε ενημερωτικά σημειώματα των αντιπροσωπειών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην ενδιάμεση συνεδρίαση της TABD που πραγματοποιήθηκε στην Ουάσιγκτον στις 10 Μαΐου 1999 και στη διάσκεψη της TABD που πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο στις 28-29 Οκτωβρίου 1999 είναι ανεπαρκές. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

4.2 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στην Επιτροπή το ακόλουθο σχέδιο σύστασης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή:

Το σχέδιο σύστασης

Η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την αίτηση του καταγγέλλοντος και να παράσχει πρόσβαση στα ζητούμενα έγγραφα, εκτός εάν ισχύουν μία ή περισσότερες από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001. Η επανεξέταση θα πρέπει να περιλαμβάνει τη δυνατότητα μερικής πρόσβασης, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 του κανονισμού 1049/2001.

ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΓΝΩΜΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η εμπεριστατωμένη γνώμη της Επιτροπής αφορούσε τη φύση της ΟΤΑ και τα έγγραφα στα οποία δεν επετράπη η πρόσβαση. Όσον αφορά τους λόγους άρνησης της πρόσβασης, η εμπεριστατωμένη γνώμη της Επιτροπής διατύπωσε, συνοπτικά, τα ακόλουθα σημεία:

Τα ενημερωτικά σημειώματα περιέχουν αξιολογήσεις των θέσεων και των πολιτικών των ΗΠΑ. Αντικατοπτρίζουν τις εσωτερικές διαβουλεύσεις του προσωπικού της Επιτροπής στο πλαίσιο της προετοιμασίας των συνεδριάσεων με εκπροσώπους των επιχειρήσεων και/ή της κυβέρνησης. Η δημοσιοποίηση του εσωτερικού σκεπτικού και των εναλλακτικών λύσεων που εξετάστηκαν από τον Επίτροπο θα εξέθετε την Επιτροπή έναντι των εταίρων της και θα αποδυνάμωνε τη διαπραγματευτική της θέση. Θα δώσει στους διαπραγματευόμενους εταίρους μια εικόνα των πιθανών συμβιβασμών που η Επιτροπή θα ήταν πρόθυμη να κάνει σε μεταγενέστερο στάδιο των διαπραγματεύσεων. Θα υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να προστεθούν αμφιλεγόμενα ζητήματα στις σχέσεις ΕΕ-ΗΠΑ και να καταστεί δυσκολότερη η επίτευξη συμφωνίας.

Δεδομένου ότι τα σημειώματα αυτά περιέχουν γνώμες και εκτιμήσεις του προσωπικού της Επιτροπής, τις οποίες ο Επίτροπος μπορεί να ακολουθήσει ή να μην ακολουθήσει, η αποκάλυψή τους θα μπορούσε να δημιουργήσει σύγχυση στην κοινή γνώμη όσον αφορά τις επίσημες θέσεις της Επιτροπής. Η σύγχυση αυτή θα μπορούσε επίσης να περιπλέξει τις σχέσεις ΕΕ-ΗΠΑ, ακόμη και αν οι ίδιες οι αρχές των ΗΠΑ κατά πάσα πιθανότητα διακρίνουν τις θέσεις της Επιτροπής από τις συμβουλές και τις προτάσεις που υποβάλλονται από το προσωπικό της.

Η δημοσιοποίηση των εσωτερικών ενημερώσεων και των ενημερωτικών σημειωμάτων θα υπονόμευε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής. Ο λόγος είναι διττός:

  • θα αποδυνάμωνε τη θέση της Επιτροπής στις μελλοντικές εμπορικές διαπραγματεύσεις. Αυτό με τη σειρά του θα επηρέαζε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής, δεδομένου ότι θα περιορίζονταν τα περιθώρια ελιγμών της·
  • Το προσωπικό της Επιτροπής θα πρέπει να είναι ελεύθερο να υποβάλλει συμβουλές και γνώμες στις αρχές του, είτε πρόκειται για τον επίτροπο, το συλλογικό όργανο είτε για υψηλόβαθμο υπάλληλο που εκπροσωπεί το θεσμικό όργανο. Θα πρέπει να προστατεύονται από αδικαιολόγητες εξωτερικές πιέσεις όταν συμβουλεύουν τις αρχές τους. Η ελευθερία τους να εκφράζουν τις απόψεις τους θα περιοριζόταν εάν έπρεπε να λαμβάνουν υπόψη το ενδεχόμενο δημοσιοποίησης των απόψεων και των εκτιμήσεών τους. Η προστασία αυτού του «χώρου σκέψης» είναι θεμελιώδους σημασίας για τη διασφάλιση του δικαιώματος πρωτοβουλίας της Επιτροπής. Η διαδικασία λήψης των αποφάσεών της θα υπονομευόταν σοβαρά εάν δεν μπορούσε πλέον να βασίζεται σε ανεξάρτητες συμβουλές από το προσωπικό της.

Όταν επανεξέτασε την αίτηση βάσει του κανονισμού 1049/2001, η Επιτροπή στάθμισε το δημόσιο συμφέρον της δημοσιοποίησης με τη ζημία που θα προκαλούσε η δημοσιοποίηση των εγγράφων. Η επίτευξη αυτής της ισορροπίας συμφερόντων απαιτεί από την Επιτροπή να αξιολογεί την πληροφοριακή αξία των εγγράφων για τους πολίτες έναντι του κινδύνου υπονόμευσης της ικανότητάς της να λαμβάνει αποφάσεις.

Ο κανονισμός 1049/2001 παρέχει σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαίωμα πρόσβασης χωρίς να χρειάζεται να αιτιολογήσει την αίτησή του. Μόλις κυκλοφορήσει ένα έγγραφο, είναι κοινό κτήμα και διαθέσιμο σε οποιονδήποτε. Το θεσμικό όργανο και, στην περίπτωση εγγράφων τρίτων, ο συντάκτης χάνουν τον έλεγχο της ενδεχόμενης χρήσης των δημοσιοποιημένων εγγράφων ή τμημάτων τους. Ο κίνδυνος διάδοσης επιλεγμένων τμημάτων των δημοσιοποιημένων εγγράφων εκτός του πλαισίου τους πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση της βλάβης που θα προκαλούσε η δημοσιοποίηση ενός εγγράφου.

Αφενός, η δημοσιοποίηση των ενημερωτικών σημειωμάτων θα υπονόμευε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής. Από την άλλη πλευρά, το κοινό ενημερώνεται πλήρως για τις συστάσεις της ΟΤΑ μέσω του ιστοτόπου της, καθώς και για τις απαντήσεις της Επιτροπής. Σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, τα ενημερωτικά σημειώματα δεν αποσαφηνίζουν περαιτέρω τη συμμετοχή της Επιτροπής στην TABD, αλλά αποκαλύπτουν εσωτερικές διαβουλεύσεις και πιθανούς συμβιβασμούς στο πλαίσιο της προετοιμασίας των διασκέψεων της TABD και των συναντήσεων με αξιωματούχους των ΗΠΑ. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή είναι πεπεισμένη ότι η προστασία της διαδικασίας λήψης αποφάσεών της υπερτερεί σαφώς του δημόσιου συμφέροντος για δημοσιοποίηση των λίγων εγγράφων που δεν δημοσιοποιήθηκαν.

Η μερική πρόσβαση στα έγγραφα που δεν δημοσιοποιήθηκαν δεν είναι δυνατή, δεδομένου ότι περιέχουν μόνο γενικές πληροφορίες, προσωπικές εκτιμήσεις και συστάσεις προς εξέταση από τον Επίτροπο ή τον Γενικό Διευθυντή. Δεν υπάρχουν μη εμπιστευτικά μέρη που θα μπορούσαν να διαχωριστούν από τις ίδιες τις σημειώσεις.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με την εμπεριστατωμένη γνώμη

Οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος περιελάμβαναν, συνοπτικά, τα ακόλουθα σημεία:

Η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι θίγονται οι διεθνείς σχέσεις ή ότι λαμβάνεται πραγματικά υπόψη το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών.

Ο καταγγέλλων συμφωνεί καταρχήν με το δικαίωμα εμπιστευτικότητας, αλλά όχι με το συμπέρασμα ότι υπερτερεί του δημόσιου συμφέροντος για δημοσιοποίηση στην παρούσα υπόθεση.

Υπάρχει δημόσιο συμφέρον για πρόσβαση στα έγγραφα, διότι η οδηγία TABD ασκεί αθέμιτη επιρροή στην Επιτροπή. Τα έγγραφα αποτελούν το υπόβαθρο για τη χάραξη πολιτικής και, ως εκ τούτου, είναι ζωτικής σημασίας για την παρακολούθηση της άσκησης των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

Αξιολόγηση της εμπεριστατωμένης γνώμης της Επιτροπής από τον Διαμεσολαβητή

1.1 Ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε σχέδιο σύστασης σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την αίτηση του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα και να παράσχει πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα, εκτός εάν ισχύει μία ή περισσότερες από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001. Η επανεξέταση θα πρέπει να περιλαμβάνει τη δυνατότητα μερικής πρόσβασης, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 του κανονισμού 1049/2001.

1.2 Στην εμπεριστατωμένη γνώμη της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα εν λόγω έγγραφα περιέχουν εσωτερικές αξιολογήσεις των θέσεων και των πολιτικών των ΗΠΑ, οι οποίες αντικατοπτρίζουν τις συζητήσεις του προσωπικού της Επιτροπής στο πλαίσιο της προετοιμασίας των συνεδριάσεων με εκπροσώπους των επιχειρήσεων και/ή της κυβέρνησης. Η δημοσιοποίηση του εσωτερικού σκεπτικού και των εναλλακτικών λύσεων που εξετάστηκαν από τον Επίτροπο θα εξέθετε την Επιτροπή έναντι των εταίρων της και θα αποδυνάμωνε τη διαπραγματευτική της θέση. Θα δώσει στους διαπραγματευόμενους εταίρους μια εικόνα των πιθανών συμβιβασμών που η Επιτροπή θα ήταν πρόθυμη να κάνει σε μεταγενέστερο στάδιο των διαπραγματεύσεων. Θα υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να προστεθούν αμφιλεγόμενα ζητήματα στις σχέσεις ΕΕ-ΗΠΑ και να καταστεί δυσκολότερη η επίτευξη συμφωνίας.

1.3 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η μερική πρόσβαση στα έγγραφα που δεν δημοσιοποιήθηκαν δεν είναι δυνατή, δεδομένου ότι περιέχουν μόνο γενικές πληροφορίες, προσωπικές εκτιμήσεις και συστάσεις. Δεν υπάρχουν μη εμπιστευτικά μέρη που θα μπορούσαν να διαχωριστούν από τις ίδιες τις σημειώσεις.

1.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει εν μέρει ότι «Τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η γνωστοποίηση θα έθιγε την προστασία: α) το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά: . -διεθνείς σχέσεις." Στο παρόν μέρος του άρθρου 4 δεν γίνεται αναφορά στη δυνατότητα ύπαρξης υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος για τη γνωστοποίηση.

1.5 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το σκεπτικό που περιλαμβάνεται στην εμπεριστατωμένη γνώμη της Επιτροπής εξηγεί σαφώς, για πρώτη φορά, τον τρόπο με τον οποίο η δημοσιοποίηση των σχετικών εγγράφων θα μπορούσε να υπονομεύσει την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις. Από την έρευνα του Διαμεσολαβητή δεν προέκυψαν στοιχεία που να θέτουν υπό αμφισβήτηση την εγκυρότητα αυτής της πτυχής του σκεπτικού της Επιτροπής ή την άποψη της Επιτροπής ότι δεν είναι δυνατή η μερική πρόσβαση.

1.6 Λαμβανομένης υπόψη της διαπίστωσης του Διαμεσολαβητή στην προηγούμενη παράγραφο, είναι περιττό να εξεταστεί κατά πόσον η πρόσβαση στα έγγραφα θα μπορούσε επίσης να απορριφθεί βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001 (6).

Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, ωστόσο, ότι δεν μπορεί να δεχθεί την άποψη της Επιτροπής ότι ο κίνδυνος διάδοσης επιλεγμένων τμημάτων εγγράφων εκτός του πλαισίου τους πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση της πιθανής βλάβης στη διαδικασία λήψης αποφάσεων που θα προκαλούσε η δημοσίευση ενός εγγράφου.

Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η συλλογιστική της Επιτροπής στο σημείο αυτό δεν συνάδει με την ελευθερία της έκφρασης βάσει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης και την ελευθερία λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών χωρίς την παρέμβαση δημόσιας αρχής.

2 Συμπέρασμα

Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή έχει λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να ικανοποιήσει το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Jacob SÖDERMAN


(1) Απόφαση 94/90 της Επιτροπής, της 8ης Φεβρουαρίου 1994, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της Επιτροπής (ΕΕ L 46/58).

(2) Κανονισμός 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, ΕΕ L 145/43.

(3) ΕΕ L 345/94 του 2001.

(4) Υπόθεση T-211/00, Aldo Kuijer κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. II-485, σκέψη 52.

(5) Υπόθεση T-92/98, Interporc Im- und Export GmbH κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-3521, σκέψη 39.

(6) «Η πρόσβαση σε έγγραφο που περιέχει απόψεις για εσωτερική χρήση στο πλαίσιο συζητήσεων και προκαταρκτικών διαβουλεύσεων εντός του οικείου θεσμικού οργάνου απορρίπτεται ακόμη και μετά τη λήψη της απόφασης, εάν η δημοσιοποίηση του εγγράφου θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου, εκτός εάν για τη δημοσιοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.»

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!