FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 210/2001/ΦΕΚ κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 4 Δεκεμβρίου 2001

Αξιότιμη κυρία Α.,

Στις 8 Φεβρουαρίου 2001 υποβάλατε, εξ ονόματος του Ευρωπαϊκού Φόρουμ για την Παιδική Πρόνοια, καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τον χειρισμό από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή της συμφωνίας επιχορήγησης αριθ. JAI.1999/DAP/004/WC.

Στις 15 Φεβρουαρίου 2001, διαβίβασα την καταγγελία στην Επιτροπή για να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της.

Στις 13 Μαρτίου 2001, μου αποστείλατε αντίγραφο επιστολής που είχατε αποστείλει στην Επιτροπή στις 12 Μαρτίου 2001.

Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία σας στις 20 Απριλίου 2001.

Στις 9 Μαΐου 2001, υποβάλατε αντίγραφα της επιστολής της Επιτροπής της 21ης Μαρτίου 2001 και της απάντησής σας της 19ης Απριλίου 2001.

Σας διαβίβασα τη γνώμη της Επιτροπής στις 14 Μαΐου 2001 με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις, εφόσον το επιθυμείτε. Στις 26 Ιουνίου 2001, μου διαβιβάσατε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής.

Στις 18 Ιουλίου 2001, απηύθυνα επιστολή στην Επιτροπή ζητώντας συμπληρωματικές πληροφορίες. Η Επιτροπή απέστειλε την απάντησή της στις 26 Σεπτεμβρίου 2001 και σας την διαβίβασα την 1η Οκτωβρίου 2001 με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις, εφόσον το επιθυμείτε.

Στις 29 Νοεμβρίου 2001, μου διαβιβάσατε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Ο καταγγέλλων είναι ένα μη κερδοσκοπικό δίκτυο ΜΚΟ που εδρεύει στις Βρυξέλλες και εργάζεται για την ευημερία των παιδιών και των νέων που έχουν ανάγκη σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το 1999, υπέβαλε στην Επιτροπή αίτηση χρηματοδότησης για ένα σχέδιο με τίτλο: «Κατάλογος ειδικευμένων πόρων στην ΕΕ για την αντιμετώπιση, κατόπιν κατάλληλης κατάρτισης, των αναγκών των παιδιών και των γυναικών που υφίστανται βία στο Κόσοβο». Η χρηματοδότηση αυτή επρόκειτο να καλυφθεί από το σχέδιο Daphne της Επιτροπής, το οποίο στηρίζει μέτρα για την καταπολέμηση της βίας κατά των παιδιών, των νέων και των γυναικών.

Η αρχική αίτηση κατατέθηκε στις 11 Ιουνίου 1999. Οι τρεις πραγματογνώμονες αξιολογητές (μεταξύ των οποίων η Kane) στους οποίους η Επιτροπή ανέθεσε την εξέταση της προσφυγής ήγειραν διάφορες αιτιάσεις. Μετά από συζητήσεις με τις υπηρεσίες της Επιτροπής, υποβλήθηκε αναθεωρημένη αίτηση στις 6 Σεπτεμβρίου 1999. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1999, η καταγγέλλουσα ενημερώθηκε από την Επιτροπή ότι η πρότασή της είχε γίνει δεκτή για χρηματοδότηση, με την επιφύλαξη της υποβολής αναθεωρημένου προϋπολογισμού και της εξέτασης και αποδοχής του από την υπηρεσία δημοσιονομικού ελέγχου της Επιτροπής. Στις 4 Οκτωβρίου 1999, ο καταγγέλλων υπέβαλε αναθεωρημένο προϋπολογισμό.

Στις 15 Νοεμβρίου 1999, η Επιτροπή πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι είχε αποφασίσει να του χορηγήσει χρηματοδοτική συνεισφορά ανώτατου ποσού € 32 000 για την οργάνωση του προαναφερθέντος σχεδίου. Η σχετική συμφωνία επιχορήγησης (αριθ. αναφοράς JAI.1999/DAP/004/WC) υπογράφηκε από την Επιτροπή και τον καταγγέλλοντα και φέρει ημερομηνία 15 Νοεμβρίου 1999. Σύμφωνα με τη σύμβαση, το σχέδιο επρόκειτο να αρχίσει στις 15 Νοεμβρίου 1999 και να περατωθεί το αργότερο στις 15 Νοεμβρίου 2000.

Το άρθρο 8 της συμφωνίας όριζε ότι οι γενικοί όροι που ίσχυαν για τις συμφωνίες επιχορηγήσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: γενικοί όροι) που περιλαμβάνονταν στο παράρτημα ΙΙ της συμφωνίας αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της.

Το άρθρο 3 των γενικών όρων που αφορά την καταγγελία της σύμβασης περιλαμβάνει τις ακόλουθες διατάξεις:

Η Επιτροπή μπορεί να καταγγείλει τη συμφωνία σε περίπτωση που ο δικαιούχος, χωρίς βάσιμο ή τεχνικό λόγο, δεν τηρήσει μία από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμφωνία και, αφού ειδοποιηθεί με συστημένη επιστολή να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις αυτές, εξακολουθεί να μην το πράττει ένα μήνα μετά την παραλαβή της εν λόγω επιστολής.

Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή καταβάλλει μόνο τις δαπάνες με τις οποίες επιβαρύνθηκε πραγματικά ο δικαιούχος κατά τον χρόνο της καταγγελίας, και όχι τις δαπάνες που σχετίζονται με συμβάσεις που έχουν ήδη συναφθεί, αλλά για εκτέλεση μετά την ημερομηνία της καταγγελίας.»

Σύμφωνα με το άρθρο 9 των γενικών όρων, το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι αρμόδιο να εξετάζει καταγγελίες κατά αποφάσεων της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή ή την ερμηνεία της συμφωνίας.

Στις 16 Μαρτίου 2000, ο κ. Simpson, υπάλληλος της Επιτροπής που διαχειρίζεται το πρόγραμμα Daphne, ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα (και άλλους οργανισμούς) ότι επρόκειτο να αποχωρήσει από την Επιτροπή την 1η Απριλίου 2000 και παρουσίασε τον διάδοχό του, κ. Trousson. Σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε στις 28 Μαρτίου 2000, ο κ. Simpson συνεχάρη τον καταγγέλλοντα «για την πρόοδο του σχεδίου μέχρι σήμερα».

Στις 10 Μαΐου 2000, η κ. Kane, τεχνικός εμπειρογνώμονας του προγράμματος Daphne, επισκέφθηκε το γραφείο του καταγγέλλοντος προκειμένου να εξετάσει τις εργασίες που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα. Στη συνέχεια, η πραγματογνώμονας συνέταξε έκθεση με την οποία συνέστησε στην Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο τερματισμού του σχεδίου. Αντίγραφο του σχεδίου έκθεσης διαβιβάστηκε εκ των προτέρων στον καταγγέλλοντα, ο οποίος υπέβαλε λεπτομερείς παρατηρήσεις επ’ αυτού με επιστολή του προς την Επιτροπή στις 5 Ιουνίου 2000. Στην εν λόγω επιστολή, ο καταγγέλλων εξέφρασε περαιτέρω την άποψη ότι υπήρχε επείγουσα ανάγκη επίλυσης του ζητήματος και ότι, ως εκ τούτου, θα ήταν ευπρόσδεκτη η πραγματοποίηση συνάντησης. Ο καταγγέλλων πρότεινε διάφορες ημερομηνίες για μια τέτοια συνάντηση. Στις 22 Ιουνίου 2000 εστάλη υπενθύμιση στην Επιτροπή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Με επιστολή της 14ης Ιουλίου 2000, ο κ. Trousson (προϊστάμενος της μονάδας A/1 της Γενικής Διεύθυνσης Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων της Επιτροπής) απέστειλε επιστολή στον καταγγέλλοντα προκειμένου να τον ενημερώσει ότι, κατά την άποψή του, το σχέδιο, όπως είχε τεθεί σε εφαρμογή, δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Εξέθεσε τρεις λόγους για τη θέση αυτή: 1) οι κύριοι δικαιούχοι του έργου δεν ήταν εκείνοι που αναφέρονταν στο αρχικό έργο, δηλαδή τα παιδιά και οι γυναίκες, αλλά επιτόπιες υπηρεσίες που είχαν οι ίδιες κεφάλαια για να επιτελέσουν το έργο αυτό· 2) δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η προτεινόμενη βάση δεδομένων δημιουργήθηκε σύμφωνα με τις συνήθεις πρακτικές και 3) το έργο δεν ενέπιπτε στις κατευθυντήριες γραμμές της πρωτοβουλίας Daphne, οι οποίες όριζαν ότι τα έργα δεν θα πρέπει να έχουν δραστηριότητες ή δαπάνες εκτός των Κοινοτήτων. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τη δέσμευση και τη φήμη του καταγγέλλοντος, και ως ένδειξη καλής πίστης, ο κ. Trousson δέχθηκε να δοθεί στον καταγγέλλοντα η ευκαιρία να καθορίσει ένα σωστά σχεδιασμένο και εκτελεσθέν σχέδιο βάσης δεδομένων. Αναφέρθηκαν διάφοροι όροι, ιδίως ότι ένα επανακαθορισμένο πρόγραμμα εργασίας και ο προϋπολογισμός θα πρέπει να υποβληθούν και να εγκριθούν από την Επιτροπή μέχρι τα τέλη Ιουλίου 2000.

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι επικρίσεις που διατύπωσε ο κ. Trousson ήταν αδικαιολόγητες.

Ωστόσο, στις 24 Ιουλίου 2000, ο καταγγέλλων υπέβαλε νέο πρόγραμμα εργασίας και νέο προϋπολογισμό. Στην απάντησή του της 18ης Αυγούστου 2000, ο κ. Trousson ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι ορισμένα σημεία του νέου προγράμματος εργασίας έπρεπε ακόμη να βελτιωθούν «πριν οριστικοποιήσουμε επίσημη συμπληρωματική συμφωνία στη σύμβασή σας με το νέο πρόγραμμα εργασίας και τον νέο προϋπολογισμό». Στις 4 Οκτωβρίου 2000, ο καταγγέλλων υπέβαλε αναθεωρημένη έκδοση του προγράμματος εργασίας και του προϋπολογισμού.

Στις 16 Νοεμβρίου 2000, η καταγγελία ζήτησε από την Επιτροπή (με τηλεομοιοτυπία και με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο) να απαντήσει στην πρότασή της της 4ης Οκτωβρίου 2000. Στις 29 Νοεμβρίου 2000 απεστάλη νέα υπενθύμιση.

Με επιστολή της 30ής Νοεμβρίου 2000, η οποία εστάλη με συστημένη επιστολή, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν ήταν σε θέση να τον αφήσει να συνεχίσει τις εργασίες του και ότι, ως εκ τούτου, το σχέδιο έπρεπε να διακοπεί τώρα. Η Επιτροπή ζήτησε επίσης από τον καταγγέλλοντα να υποβάλει τους οριστικούς λογαριασμούς του με τις δαπάνες που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι στιγμής. Επέμεινε, ωστόσο, ότι μόνο οι άμεσες δαπάνες που σχετίζονται με τις δραστηριότητες που πραγματοποιήθηκαν μέχρι την «πρώτη αίτηση της Επιτροπής για αλλαγές (Αύγουστος 2000)» θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη.

Κατόπιν τούτου, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Γενικό Διευθυντή της ΓΔ Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων. Ωστόσο, η τελευταία επιβεβαίωσε τη θέση της Επιτροπής με επιστολή της 5ης Φεβρουαρίου 2001.

Από την καταγγελία προκύπτει ότι ο καταγγέλλων θεωρεί ότι τα προβλήματά του οφείλονται κυρίως στην αλλαγή του προσωπικού που ασχολείται με τη σύμβαση εκ μέρους της Επιτροπής.

Κατ’ ουσίαν, ο καταγγέλλων διατύπωσε τον ακόλουθο ισχυρισμό:

Η απόφαση της Επιτροπής να καταγγείλει τη σύμβαση συνιστούσε κακοδιοίκηση, δεδομένου ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 των γενικών όρων που εφαρμόζονται στις συμφωνίες επιχορήγησης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ο καταγγέλλων ζήτησε τη συνδρομή του Διαμεσολαβητή στη διαμεσολάβηση με την Επιτροπή με σκοπό α) την είσπραξη της εκκρεμούσας πληρωμής για τις δαπάνες του έργου και β) την αποζημίωση τόσο για τον χρόνο που δαπανήθηκε όσο και για τις επακόλουθες σοβαρές οικονομικές δυσκολίες που επιβλήθηκαν σε μια μικρή ΜΚΟ όπως η ίδια.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η καταγγελία διαβιβάστηκε στην Επιτροπή για γνωμοδότηση.

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Το έργο του καταγγέλλοντος ανήκε σε 53 έργα που είχαν γίνει δεκτά το 1999. Κάθε ένα από αυτά τα έργα αποτέλεσε αντικείμενο ενδιάμεσης αξιολόγησης με διπλό στόχο τον εντοπισμό τυχόν προβλημάτων κατά την υλοποίηση των έργων και την παροχή συμβουλών στους δικαιούχους επιχορηγήσεων σχετικά με πιθανές λύσεις στις δυσκολίες τους. Η έκθεση παρακολούθησης σχετικά με το έργο του καταγγέλλοντος ήταν η πιο ανησυχητική από όλες.

Κατά τη διάρκεια των εβδομάδων που ακολούθησαν την ενδιάμεση αξιολόγηση, η Επιτροπή κατέβαλε ιδιαίτερες προσπάθειες για να δώσει στον καταγγέλλοντα την ευκαιρία να αναπροσανατολίσει το σχέδιό του κατά τρόπο που θα μπορούσε να καταστήσει δυνατή τη συνέχισή του. Μετά από δύο προσπάθειες προσαρμογής, ο καταγγέλλων δεν ήταν ακόμη σε θέση να αναπροσανατολίσει αποτελεσματικά το σχέδιό του.

Η αλλαγή του συντονιστή του προγράμματος Daphne δεν επηρέασε τη διαχείριση της υπόθεσης.

Η Επιτροπή συμμορφώθηκε με το άρθρο 3 παράγραφος 2 των γενικών όρων. Σοβαροί λόγοι (τεχνικοί, διαχειριστικοί και διοικητικοί) υποστήριξαν τον χαρακτηρισμό του έργου του καταγγέλλοντος ως «μη εκπλήρωσης μίας από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμφωνία», δηλαδή μη ορθής εκτέλεσης των καθηκόντων που απαριθμούνται στο πρόγραμμα εργασίας εντός του δεδομένου χρονικού πλαισίου της εν λόγω σύμβασης. Ως εκ τούτου, μετά από έξι μήνες διαπραγματεύσεων και συμβουλών, οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 3 παράγραφος 2 των γενικών όρων και προϋποθέσεων πληρούνταν σαφώς.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής:

Κατά τη διενέργεια της ενδιάμεσης αξιολόγησης, το έργο είχε επιτύχει τους στόχους που είχαν τεθεί στη συμφωνία. Οι αναφορές της Επιτροπής στις προσπάθειές της να «αναπροσανατολίσει» το έργο υπογράμμισαν την πρόθεση της Επιτροπής να αλλάξει το αρχικό έργο, το οποίο ομολογουμένως μπορεί να μην ήταν ένα τυπικό έργο Daphne, αλλά το οποίο ωστόσο είχε εγκριθεί και υπογραφεί. Ωστόσο, ο καταγγέλλων κατέβαλε τεράστιες προσπάθειες για τον επαναπροσδιορισμό του έργου ώστε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της Επιτροπής.

Δεν ήταν σαφές αν η περάτωση ολόκληρου του έργου αποτελούσε αναλογικό μέτρο. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή δεν είχε καλέσει τον καταγγέλλοντα με συστημένη επιστολή να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του.

Η συνεδρίαση αξιολόγησης δεν ήταν αντικειμενική και ο αξιολογητής ήταν επικριτικός από την αρχή της συνεδρίασης.

Η έκθεση παρακολούθησης στην οποία αναφέρεται η Επιτροπή δεν είχε αποσταλεί στον καταγγέλλοντα.

Δεδομένου ότι το έργο είχε ουσιαστικά παραλύσει επί επτά μήνες μετά την επίσκεψη του τεχνικού εμπειρογνώμονα, οι πραγματικές δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν μετά τον Αύγουστο του 2000 κάλυπταν ελάχιστες ώρες από το προσωπικό και τις διοικητικές δαπάνες για τη διατήρηση του έργου.

Περαιτέρω έρευνες
Αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες

Αφού έλαβε τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι χρειαζόταν περαιτέρω πληροφορίες για την εξέταση της καταγγελίας. Ως εκ τούτου, ζήτησε από την Επιτροπή να διευκρινίσει τον τρόπο με τον οποίο συμμορφώθηκε με την απαίτηση κοινοποίησης με συστημένη επιστολή που ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 των γενικών όρων και να υποβάλει αντίγραφο της σχετικής επιστολής.

Απάντηση της Επιτροπής

Στην απάντησή της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Σκοπός του άρθρου 3 παράγραφος 2 των γενικών όρων ήταν να διασφαλιστεί ότι, μέσω του μηχανισμού συστημένων επιστολών, ο αποστολέας γνώριζε με βεβαιότητα ότι ο παραλήπτης για τον οποίο προοριζόταν είχε λάβει την επιστολή και, ως εκ τούτου, είχε διαβάσει το περιεχόμενο που προειδοποιούσε τον παραλήπτη για τη μη τήρηση της συμφωνίας και του έδινε ένα μήνα για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του. Μολονότι δεν είχε αποσταλεί συστημένη επιστολή πριν από την επιστολή της 30ής Νοεμβρίου 2000, εντούτοις ο σκοπός του άρθρου 3 παράγραφος 2 είχε ήδη επιτευχθεί. Η εκτενής ανταλλαγή επιστολών και ηλεκτρονικών μηνυμάτων από τον Μάιο έως τον Νοέμβριο του 2000 κατέδειξε σαφώς ότι ο καταγγέλλων είχε λάβει διάφορες επιστολές και έγγραφα που τον ενημέρωναν και τον προειδοποιούσαν σχετικά με την ανάγκη εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του. Έτσι, ενώ η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για τη μη αποστολή προειδοποιητικής επιστολής με συστημένη επιστολή, υποστήριξε ότι η παράλειψη αυτή δεν είχε προκαλέσει στον καταγγέλλοντα πραγματική ζημία υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης.

Η Επιτροπή ουδέποτε επιδίωξε να τροποποιήσει το σχέδιο καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αλλά απλώς να διασφαλίσει την ορθή εκτέλεση των συμφωνηθέντων μεταξύ των μερών όρων της συμβάσεως. Αυτό καταδείχθηκε σαφώς στην έκθεση παρακολούθησης. Ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ότι η πλήρης έκθεση παρακολούθησης και τα σχόλιά της δεν ήταν προσβάσιμα σε αυτόν ήταν εντελώς εσφαλμένος. Το πλήρες έγγραφο είχε αποσταλεί στον καταγγέλλοντα, όπως πιστοποιείται από την τηλεομοιοτυπία του εμπειρογνώμονα της 19ης Μαΐου 2000 και από τη μακρά απάντηση του καταγγέλλοντος σε αυτό.

Ο ισχυρισμός περί μεροληψίας εκ μέρους του αξιολογητή ήταν εντελώς αβάσιμος.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υπέβαλε, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Από τις επιστολές της Επιτροπής της 14ης Ιουλίου 2000 και της 18ης Αυγούστου 2000, ο καταγγέλλων είχε κατανοήσει τη σοβαρή φύση των ανησυχιών της Επιτροπής, αλλά δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι επίκειται απειλή τερματισμού. Η περάτωση ενός έργου ήταν πολύ σοβαρό ζήτημα και ο καταγγέλλων θα ανέμενε σαφήνεια ως προς αυτό. Ωστόσο, στην επιστολή της με ημερομηνία 18 Αυγούστου 2000, η Επιτροπή ευχαρίστησε τον καταγγέλλοντα για τις προσπάθειές του να επαναπροσδιορίσει το σχέδιο. Αυτό είχε δείξει στον καταγγέλλοντα ότι κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Ο καταγγέλλων εξέφρασε τη λύπη του για την απροθυμία της Επιτροπής να συμφωνήσει σε μια συνάντηση.

Ο καταγγέλλων δεν συμφώνησε με τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπείχε βάσει της σύμβασης. Υπέβαλε δύο φορές έγκυρες τροπολογίες και κατέβαλε τεράστιες προσπάθειες για την επίλυση της κατάστασης.

Η μη καταγγελία της συμβάσεως μέσω της ορθής διαδικασίας προκάλεσε, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, πραγματική και σημαντική ζημία. Η ζημία αυτή αφορούσε τους άλλους συγχρηματοδοτητές του εν λόγω έργου. Εάν η κατάσταση είχε αποσαφηνιστεί σε προγενέστερο στάδιο, ο καταγγέλλων θα μπορούσε να τον είχε ενημερώσει νωρίτερα και να είχε περιορίσει την οικονομική ζημία που θα προέκυπτε.

Ο καταγγέλλων δεν είχε δει την έκθεση παρακολούθησης που επισυνάφθηκε στη γνώμη της Επιτροπής πριν την παραλάβει μέσω του Διαμεσολαβητή. Το έγγραφο που έλαβε από τον αξιολογητή ήταν ουσιωδώς διαφορετικό.

Η κριτική του καταγγέλλοντος ότι η συνεδρίαση αξιολόγησης δεν ήταν αντικειμενική δεν θεωρήθηκε προσωπική κριτική κατά του αξιολογητή. Ωστόσο, δεν ήταν αμερόληπτο να αποσταλεί αξιολογητής για τη σύνταξη έκθεσης ο οποίος είχε ήδη διατυπώσει αντιρρήσεις για το έργο κατά το στάδιο της υποβολής της αίτησης.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 2001, ο καταγγέλλων έλαβε, προς έκπληξή του, χρεωστικό σημείωμα από την Επιτροπή με το οποίο ζητούσε την πληρωμή 4 001.87 € για «ανάκτηση μέρους της προκαταβολής». Στις 9 Νοεμβρίου 2001, η Επιτροπή παρέσχε διεξοδική εξήγηση κατόπιν σχετικού αιτήματος του καταγγέλλοντος. Ενώ ο καταγγέλλων ανέμενε πληρωμή περίπου 9 000 € από την Επιτροπή, τώρα κατανοούσε ότι η θέση της Επιτροπής ήταν διαφορετική. Δεδομένου ότι οι συγχρηματοδότες του έργου είχαν καταβάλει το σύνολο της συνεισφοράς τους και εκ των προτέρων, η Επιτροπή την είχε αφαιρέσει από το συνολικό κόστος του έργου που είχε αποδεχθεί. Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι το έργο τερματίστηκε πρόωρα. Ως εκ τούτου, η συγχρηματοδότηση που έπρεπε να ληφθεί υπόψη έπρεπε να μειωθεί αναλογικά ανάλογα με τη μειωμένη περίοδο του έργου (8 από τους 12 μήνες). Ως εκ τούτου, το ποσό που εξακολουθούσε να οφείλει ο καταγγέλλων στην Επιτροπή ήταν μόνο 390 €.

Ο καταγγέλλων τώρα κατάλαβε και αποδέχθηκε ότι όφειλε στην Επιτροπή ορισμένα χρήματα, αλλά πίστευε ότι αυτό δεν έπρεπε να υπερβεί το ποσό των 390 €. Δεδομένης της ταλαιπωρίας και της ζημίας που υπέστη, ο καταγγέλλων εξέφρασε την ελπίδα ότι «ο Διαμεσολαβητής θα κρίνει σκόπιμο να παραιτηθεί από την εν λόγω τελική πληρωμή».

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Παράνομη καταγγελία της σύμβασης

1.1 Τον Νοέμβριο του 1999, η Επιτροπή συνήψε συμφωνία (αριθ. αναφοράς JAI.1999/DAP/004/WC) με τον καταγγέλλοντα στο πλαίσιο του προγράμματος Daphne, στην οποία είχε συμφωνήσει να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα χρηματοδοτική συνεισφορά ανώτατου ποσού € 32 000 για την οργάνωση σχεδίου με τίτλο «Απογραφή ειδικευμένων πόρων στην ΕΕ για την αντιμετώπιση, κατόπιν κατάλληλης κατάρτισης, των αναγκών των παιδιών και των γυναικών που υφίστανται βία στο Κοσσυφοπέδιο». Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η μεταγενέστερη απόφαση της Επιτροπής να καταγγείλει τη σύμβαση, με επιστολή της 30ής Νοεμβρίου 2000, συνιστούσε κακοδιοίκηση, δεδομένου ότι δεν πληρούνταν οι όροι του άρθρου 3 των γενικών όρων που εφαρμόζονται στις συμφωνίες επιχορήγησης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων («γενικοί όροι»). Το άρθρο 3 παράγραφος 2 των εν λόγω γενικών όρων προβλέπει ότι η Επιτροπή «μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση σε περίπτωση που ο δικαιούχος, χωρίς βάσιμο ή τεχνικό λόγο, δεν τηρήσει μία από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση και, αφού ειδοποιηθεί με συστημένη επιστολή για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις αυτές, εξακολουθεί να μην το πράττει ένα μήνα μετά την παραλαβή της εν λόγω επιστολής».

1.2 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η καταγγελία της σύμβασης ήταν δικαιολογημένη. Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 3, παράγραφος 2, των γενικών όρων είχε ως σκοπό να διασφαλίσει ότι, μέσω του μηχανισμού συστημένων επιστολών, ο αποστολέας γνώριζε με βεβαιότητα ότι ο παραλήπτης για τον οποίο προοριζόταν είχε λάβει την επιστολή και, ως εκ τούτου, είχε διαβάσει το περιεχόμενο που προειδοποιούσε τον παραλήπτη για τη μη τήρηση της συμφωνίας και του έδινε ένα μήνα για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του. Μολονότι καμία επιστολή πριν από την επιστολή της 30ής Νοεμβρίου 2000 δεν είχε αποσταλεί με συστημένη επιστολή, ο σκοπός του άρθρου 3 παράγραφος 2 είχε ωστόσο ήδη επιτευχθεί κατά την άποψη της Επιτροπής. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η εκτεταμένη ανταλλαγή επιστολών και ηλεκτρονικών μηνυμάτων από τον Μάιο έως τον Νοέμβριο του 2000 κατέδειξε σαφώς ότι ο καταγγέλλων είχε λάβει διάφορες επιστολές και έγγραφα που τον ενημέρωναν και τον προειδοποιούσαν σχετικά με την ανάγκη εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του. Ως εκ τούτου, μολονότι η Επιτροπή εκφράζει τη λύπη της για την παράλειψη αποστολής προειδοποιητικής επιστολής με συστημένη επιστολή, υποστηρίζει ότι η παράλειψη αυτή δεν προκάλεσε στον καταγγέλλοντα πραγματική ζημία υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης.

1.3 Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων εμμένει στην καταγγελία του. Υποστηρίζει ότι δεν μπόρεσε να συναγάγει από τα έγγραφα της Επιτροπής της 14ης Ιουλίου 2000 και της 18ης Αυγούστου 2000 ότι επίκειτο κίνδυνος καταγγελίας. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται επίσης ότι δεν είδε την έκθεση παρακολούθησης που επισυνάφθηκε στη γνώμη της Επιτροπής πριν την παραλάβει μέσω του Διαμεσολαβητή. Προσθέτει ότι, εν τω μεταξύ, η Επιτροπή της ζήτησε να επιστρέψει ποσό 4 001,87 €. Ο καταγγέλλων επισημαίνει ότι δέχεται τώρα ότι οφείλει στην Επιτροπή ορισμένα χρήματα, αλλά πιστεύει ότι αυτό δεν πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των 390 €. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το ποσό αυτό θα πρέπει να αρθεί, δεδομένης της ταλαιπωρίας και της ζημίας που προκλήθηκε σε αυτό.

1.4 Ο παρών ισχυρισμός αφορά τις υποχρεώσεις που απορρέουν από σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ της Επιτροπής και του καταγγέλλοντος.

1.5 Σύμφωνα με το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έχει την εξουσία να λαμβάνει καταγγελίες "που αφορούν περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των κοινοτικών οργάνων ή οργανισμών". Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι κακοδιοίκηση συντρέχει όταν ένας δημόσιος φορέας παραλείπει να ενεργήσει σύμφωνα με κανόνα ή αρχή που τον δεσμεύει (1). Επομένως, κακοδιοίκηση μπορεί επίσης να διαπιστωθεί όταν πρόκειται για την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τα όργανα ή τους οργανισμούς των Κοινοτήτων.

1.6 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το πεδίο του ελέγχου που μπορεί να διενεργήσει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αναγκαστικά περιορισμένο. Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι δεν θα πρέπει να επιδιώκει να διαπιστώσει αν υπήρξε παραβίαση της σύμβασης από οποιοδήποτε από τα μέρη, εάν το ζήτημα αμφισβητείται. Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο από αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να ακούσει τα επιχειρήματα των διαδίκων σχετικά με το σχετικό εθνικό δίκαιο και να αξιολογήσει αντικρουόμενα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τυχόν αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά.

1.7 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, σε υποθέσεις που αφορούν συμβατικές διαφορές, δικαιολογείται να περιοριστεί η έρευνά του στην εξέταση του κατά πόσον το θεσμικό όργανο ή ο οργανισμός της Κοινότητας του έχει παράσχει συνεκτική και εύλογη εικόνα της νομικής βάσης για τις ενέργειές του και των λόγων για τους οποίους πιστεύει ότι η άποψή του σχετικά με τη συμβατική θέση είναι δικαιολογημένη. Στην περίπτωση αυτή, ο Διαμεσολαβητής θα συμπεράνει ότι από την έρευνά του δεν προέκυψε περίπτωση κακοδιοίκησης. Το συμπέρασμα αυτό δεν θίγει το δικαίωμα των μερών να εξεταστεί η συμβατική διαφορά τους και να διευθετηθεί έγκυρα από αρμόδιο δικαστήριο.

1.8 Αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική για τη διοίκηση να συμμορφώνεται με τους όρους των συμβάσεων που έχει συνάψει. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το άρθρο 3 παράγραφος 2 των γενικών όρων προβλέπει ότι, πριν από την καταγγελία της σύμβασης, η Επιτροπή έπρεπε να ειδοποιήσει τον καταγγέλλοντα με συστημένη επιστολή για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της, και ότι η καταγγελία ήταν δυνατή μόνο εάν ο καταγγέλλων θα έπρεπε να είχε παραλείψει να το πράξει ένα μήνα μετά την παραλαβή της εν λόγω επιστολής. Είναι αληθές ότι, παρά τη διατύπωση της εν λόγω ρήτρας, η όχληση μπορεί να είναι περιττή σε ειδικές περιστάσεις (2). Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, ωστόσο, ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους θα έπρεπε να είχε αιτιολογηθεί η καταγγελία της σύμβασης χωρίς συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 των γενικών όρων στην παρούσα υπόθεση (3). Όπως ορθώς επισημαίνει ο καταγγέλλων, από το έγγραφο της Επιτροπής της 18ης Αυγούστου 2000 ουδόλως προέκυπτε ότι η Επιτροπή είχε την πρόθεση να καταγγείλει τη σύμβαση. Αντιθέτως, η επιστολή αυτή δίνει την εντύπωση ότι, με την επιφύλαξη της «βελτίωσης» ορισμένων σημείων, η Επιτροπή θα προχωρήσει στην οριστικοποίηση επίσημου πρόσθετου εγγράφου στη σύμβαση [του καταγγέλλοντος] με το νέο πρόγραμμα εργασίας και τον νέο προϋπολογισμό». Επομένως, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, ο καταγγέλλων δεν είχε ενημερωθεί με σαφήνεια ότι, εάν δεν συμμορφωνόταν με τις συμβατικές του υποχρεώσεις εντός ενός μηνός από τη λήψη της σχετικής προειδοποίησης, η σύμβαση θα καταγγέλλονταν. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η έκθεση παρακολούθησης που συνέταξε ο αξιολογητής είχε αποσταλεί στον καταγγέλλοντα (4).

1.9 Υπό το πρίσμα των περιστάσεων αυτών, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η μη συμμόρφωση της Επιτροπής με το άρθρο 3 παράγραφος 2 των γενικών όρων συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, θα διατυπωθεί επικριτική παρατήρηση σχετικά με το θέμα αυτό.

2 Χρηματοοικονομικές απαιτήσεις

2.1 Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ζήτησε τη βοήθεια του Διαμεσολαβητή στην προσπάθειά του να λάβει το ποσό που πίστευε ότι εξακολουθούσε να οφείλεται από την Επιτροπή, καθώς και αποζημίωση τόσο για τον χρόνο που δαπανήθηκε όσο και για τις επακόλουθες οικονομικές δυσκολίες που του επέβαλε η Επιτροπή. Από τη θέση που έλαβε η Επιτροπή στη γνώμη της και την απάντηση στο αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες προκύπτει ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν οφείλονται χρήματα στον καταγγέλλοντα.

2.2 Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες, ο καταγγέλλων αποδέχεται ότι οφείλει στην Επιτροπή ορισμένα χρήματα. Υποστηρίζει, ωστόσο, ότι το οφειλόμενο ποσό είναι μόνο 390 € και όχι το 4 001.87 € που η Επιτροπή της ζήτησε τώρα να επιστρέψει και ότι το οφειλόμενο ποσό θα πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να μην καταβληθεί.

2.3 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι το πεδίο της έρευνάς του στην περίπτωση ισχυρισμών περί κακοδιοίκησης που βασίζονται σε συμβατικές διαφορές είναι περιορισμένο (5). Σημειώνει, επιπλέον, ότι η απόφαση σχετικά με το αν θα πρέπει να αρθεί μια οικονομική απαίτηση εναπόκειται στην Επιτροπή (και όχι στον Διαμεσολαβητή) και ότι η Επιτροπή δεν είχε ακόμη την ευκαιρία να σχηματίσει άποψη σχετικά με το αίτημα αυτό. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι παρέλκει η συνέχιση της έρευνάς του σχετικά με την εν λόγω πτυχή της καταγγελίας. Εμπιστεύεται, ωστόσο, ότι η Επιτροπή θα λάβει υπόψη την παρούσα απόφαση κατά την εξέταση του αιτήματος του καταγγέλλοντος να παραιτηθεί από οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό.

3 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, είναι αναγκαίο να διατυπωθεί η ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:

Αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική για τη διοίκηση να συμμορφώνεται με τους όρους των συμβάσεων που έχει συνάψει. Το άρθρο 3 παράγραφος 2 των γενικών όρων που εφαρμόζονται στη σύμβαση με τον καταγγέλλοντα προβλέπει ότι, πριν από την καταγγελία της σύμβασης, η Επιτροπή έπρεπε να ειδοποιήσει τον καταγγέλλοντα με συστημένη επιστολή για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της, και ότι η καταγγελία ήταν δυνατή μόνο εάν ο καταγγέλλων θα έπρεπε να είχε παραλείψει να το πράξει ένα μήνα μετά την παραλαβή της εν λόγω επιστολής. Η Επιτροπή δεν εξήγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους θα έπρεπε να είχε αιτιολογηθεί η καταγγελία της σύμβασης χωρίς να τηρηθούν οι απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 των γενικών όρων στην παρούσα υπόθεση. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

Δεδομένου ότι αυτές οι πτυχές της υπόθεσης αφορούν διαδικασίες που σχετίζονται με συγκεκριμένα γεγονότα του παρελθόντος, δεν είναι σκόπιμο να επιδιωχθεί φιλικός διακανονισμός της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Jacob SÖDERMAN


(1) Βλέπε ετήσια έκθεση 1997, σ. 22.

(2) Στην απόφασή του της 11ης Οκτωβρίου 2001 στην υπόθεση C-77/99 (Επιτροπή/Oder-Plan Architektur GmbH κ.λπ.), το Δικαστήριο έκρινε, όσον αφορά ρήτρα σχεδόν πανομοιότυπη με το άρθρο 3 παράγραφος 2 των γενικών όρων, ότι δεν ήταν αναγκαία ειδική ανακοίνωση υπό το πρίσμα των περιστάσεων της υπόθεσης (ό.π., σκέψη 58).

(3) Στην υπόθεση επί της οποίας αποφάνθηκε το Συνέδριο, ο ανάδοχος είχε ενημερώσει την Επιτροπή «με σαφείς και αδιαμφισβήτητους όρους ότι το έργο είχε περατωθεί». Επιπλέον, «καταστράφηκε η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, προϋπόθεση για την προσήκουσα εκτέλεσή της» (όπ.π.).

(4) Τα έγγραφα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή αποδεικνύουν απλώς ότι το σχέδιο έκθεσης εστάλη στον καταγγέλλοντα. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η τελική έκθεση (η οποία ήταν σημαντικά μεγαλύτερη και εξετάζει τις αντιρρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με τα συμπεράσματα που παρατίθενται στο σχέδιο έκθεσης) διαβιβάστηκε δεόντως στον καταγγέλλοντα.

(5) Βλ. σημείο 1.6 sequ. ανωτέρω.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!